Legislator Case Law & Legislation
1544/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property disturbance, ruling adverse possession established by long-term use.

Case Number 1544/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property dispute. The court found that the appellee had acquired ownership through adverse possession after the appellants failed to prove their own ownership or usage rights. Consequently, the appellants' actions of destroying boundary markers constituted a disturbance of the appellee's established property rights, warranting the rejection of their appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1094, 1108 of the Civil Code; Adverse possession is established by continuous, public, and peaceful use over time, and once acquired, the owner's rights are protected against disturbances such as the destruction of boundary markers.

Keywords

AI generated
adverse possession property disturbance ownership acquisition boundary markers Civil Code provisions property rights appellate review

Cited Legislation

AI generated
Article 1094 of the Civil Code
Article 1108 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1544 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1544/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 10η Οκτωβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1)Ι. Ρ. του Μ. και 2)Ε. συζ. Ι. Ρ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Διακονή.

Της αναιρεσίβλητης - καθης η κλήση: Ά. συζ. Δ. Μ., το γένος Α. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Παναγιώτα Ζερβομπεάκου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/8/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 112/2001 μη οριστική, 84/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 150/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14/12/2011 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 2131/2013 απόφαση του Α.Π. που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αναίρεσης. Με την από 16-3-2018 κλήση τους οι αναιρεσείοντες επαναφέρουν προς συζήτηση την ως άνω αίτηση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 9/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη .

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή, στην οποία μπορεί να σωρευθεί και αναγνωριστική αγωγή κυριότητας (ΑΠ 1633/2009), ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή του που ασκεί επί του πράγματος και όχι όταν προσβάλλεται με άλλο τρόπο, όπως με την αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, οπότε προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή κατ' αυτού που κατέχει το πράγμα (άρθρο 1094 ΑΚ).

Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο της κυριότητας, δηλαδή, όταν ο εναγόμενος ενεργεί στο πράγμα πράξεις, τις οποίες μόνο ο κύριος δικαιούται να ενεργήσει ή όταν εμποδίζει τον κύριο να ενεργήσει στο δικό του πράγμα, η δε διατάραξη αυτή έχει ως συνέπεια την μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση ορισμένων μόνο εξουσιών της κυριότητας επί του πράγματος.

Έτσι, όπως προκύπτει, από τις διατάξεις των πιο πάνω άρθρων 1094 και 1108 ΑΚ η διεκδικητική αγωγή προϋποθέτει καθολική προσβολή της κυριότητας με στέρηση της νομής ή κατοχής, ενώ η αρνητική αγωγή προϋποθέτει μερική προσβολή, που δεν φθάνει μέχρι την ολική απώλεια της νομής (ολΑΠ 4/2016). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη από 5/8/1999 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλείται ότι είναι κυρία με παράγωγο τρόπο ενός ακινήτου (χωραφιού) συνολικής επιφάνειας 16.923 τ.μ., που βρίσκεται στην τοποθεσία ".... Ότι το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει προηγουμένως στη δικαιοπάροχο μητέρα της με παράγωγο, άλλως με πρωτότυπο τρόπο (τακτική άλλως έκτακτη χρησικτησία).

Ότι κατά την τελευταία εξαετία πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες παράνομα και αυθαίρετα προέβαιναν στην καταστροφή των πασσάλων περίφραξης του πιο πάνω ακινήτου και ότι τον Αύγουστο του έτους 1999 κατέστρεψαν, με τη χρήση σκαπτικού μηχανήματος, τμήμα των τοιχίων αντιστήριξης, διαταράσσοντας έτσι τη νομή της στο επίδικο ακίνητο, ενώ παράλληλα ο πρώτος εναγόμενος αμφισβήτησε και την κυριότητά της σε αυτό.

Κατόπιν αυτών ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία του ως άνω ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να παύσουν να διαταράσσουν στο μέλλον την κυριότητα, νομή και κατοχή της σε αυτό, με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης. Με βάση τα περιστατικά που προεκτέθηκαν η ένδικη αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας σωρεύονται, παραδεκτά, αφενός αναγνωριστική αγωγή κυριότητας και αφετέρου αρνητική αγωγή για το ίδιο ακίνητο είναι νόμιμη και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1045 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ και 1108 ΑΚ.

Επομένως το Εφετείο που έκρινε ομοίως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094 και 1108 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι οι αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις τους δεν συνιστούν διατάραξη, αλλά αποβολή της αναιρεσίβλητης από τη νομή της στο επίδικο ακίνητο και ότι, συνακόλουθα, αυτή φέρει το χαρακτήρα διεκδικητικής και όχι αρνητικής αγωγής.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1033ΑΚ για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου απαιτείται ως προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, ο μεταβιβάσας να ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής τον δικαιοπαρόχου του.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, προκύπτει, ότι προς απόκτηση της νομής πάνω στο πράγμα απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντα, δηλαδή το σωματικό (corpus) και το ψυχικό (animus).

Και το πρώτο μεν εκδηλώνεται με τη φυσική εξουσία επί του πράγματος (κατοχή) κατά τρόπο που αποκλείει άλλον από αυτή, το δε δεύτερο εξωτερικεύεται με τη μεταχείριση του πράγματος κατά τρόπο που προσιδιάζει σε κύριο αυτού. Ειδικότερα, φυσική εξουσία είναι η άσκηση πράξεων που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του πράγματος, ώστε, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι αυτό βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα.

Υπάρχει, επίσης, όταν ο νομέας δεν βρίσκεται σε διαρκή σωματική επαφή με το πράγμα, αλλά έχει την εποπτεία του τελευταίου και τη δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίας πάνω σε αυτό κάθε στιγμή. Η διάνοια κυρίου, επίσης, εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη (ρύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Ως πράξεις νομής θεωρούνται μεταξύ άλλων η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη του ακινήτου.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΓΙολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής τον, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση τον νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά;

τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογή της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.

Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων κατ ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη από 5-8-1999 αρνητική και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "...

του νομού Δωδεκανήσου, όπως περιγράφεται στο από Νοέμβριο του έτους 1988 σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ν. Π. που συνοδεύει την αγωγή εκτάσεως 12.915 τμ, συνορευόμενο ανατολικά με αγροτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία Φ. Φ., βόρεια με ιδιοκτησία Κ. και νότια με ιδιοκτησίες Έ. Π. και Μ. Π.. Το ακίνητο αυτό μεταβιβάστηκε στην ενάγουσα, δυνάμει του 3.820/1999 συμβολαίου γονικής παροχής της συμ/φου ...

Χ. Π.-Κ. νόμιμα μεταγραφέντος. Στη δικαιοπάροχο μητέρα της Π. χήρα Α. Π. περιήλθε η νομή, δυνάμει του από 21.11.1946 προικοσυμφώνου από τη μητέρα της Σ. Ζ., το οποίο έχει νόμιμα καταχωρηθεί στους Κώδικες της ... με αριθμό καταχώρησης ...17.12.1946. Η Σ. Ζ. το είχε στη νομή της από το έτος 1932 μέχρι τη μεταβίβασή του στη δικαιοπάροχο μητέρα της.

Η δικαιοπάροχος μητέρα της^από έτος 1946 μέχρι και το I960, το καλλιεργούσε και συνέλεγε τους καρπούς του με αντιπροσώπους όπως ο Ε. Γ. και κάποιος με το όνομα Κ.. Μετά το 1960 και λόγω της μετανάστευσης από την ...ο επίδικο ακίνητο, όπως και όλα τα ακίνητα της περιοχής, παρέμεινε ακαλλιέργητο. Όμως αυτή συνέχισε να έχει την εποπτεία του1 αφού ουδέποτε αποξενώθηκε από αυτά.

Το έτος 1978 προέβη στην περίφραξη και οριοθέτηση του, τοποθετώντας πασσάλους. Το έτος 1989 προέβη στην κατάτμησή του σε δύο ακίνητα και πούλησε το ένα τεμάχιο στην Έ. συζ. Ι. Π. δυνάμει του 15.468/31.8.1989 πωλητηρίου συμβολαίου της συμ/φου ... Ζ. Μ. - Ζ. νόμιμα μεταγραφέντος. Το άλλο τεμάχιο τα μεταβίβασε στην ενάγουσα δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου.

Τα παραπάνω καταθέτει με γνώση ο μάρτυρας της ενάγουσας Ε. Γ., ο οποίος μέχρι το 1969 ήταν μόνιμος κάτοικος της περιοχής και σι γονείς του έβοσκαν τα ζώα τους στην ίδια περιοχή και; στη συνέχεια^ μετανάστευσε στις Η.Π.Α μέχρι το έτος 1981, όταν και επέστρεψε και είναι πλέον μόνιμος κάτοικος .... Αλλά και κατά το διάστημα της απουσίας επισκεπτόταν ....

Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο ανήκε στην Ε. Μ.,στην οποία είχαν μεταβιβάσει τη νομή το έτος 1924 σι θείοι της Ε. και Μ. Σ. και αυτή το κατείχε και νεμόταν καλλιεργώντας αυτό μέχρι το 1985. Μάλιστα, μεταβίβασε ατύπως έκταση έξι στρεμμάτων στην Ε. Ρ.- Β. και την υπόλοιπη έκταση τη μεταβίβασε αιτία πωλήσεως στους εναγόμενους, κατά ποσοστά 1/4 και 3/4, αντίστοιχα, δυνάμει του .../1989 πωλητηρίου συμβολαίου της συμ/φου ...

Σμ. Π. νόμιμα μεταγραφέντος. Ο μάρτυρας των εναγομένων Ν. Β.ς, ο οποίος έφυγε από την ...ο έτος 1952, αλλά την επισκεπτόταν τα καλοκαίρια, καταθέτει ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας είχε πράγματι ακίνητο στην περιοχής αλλά λόγω της απουσίας της το κατέλαβαν καταπατητές και υπάρχει στο ακίνητο της οικοδομή τρίτου προσώπου.

Μάλιστα;όταν ρωτήθηκε από τη θεία της ενάγουσας για την τύχη του επίδικου κατά τα έτη 1982-1985 της ανέφερε ότι αυτό έχει πουληθεί και οικοδομηθεί. Ακόμη κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει τη Σ. Ζ. αν και αυτή, ως καταθέτει είχε βαπτίσει τον αδελφό του. Η άλλη μάρτυρας των εναγομένων Β. Κ., η οποία κατοικεί στο όμορο με το επίδικο ακίνητο της από 25ετίας καταθέτει ότι δεν έχει δει εκτός από τον πρώτο εναγόμενο κανέναν άλλο στο επίδικο.

Βεβαιώνει την ύπαρξη των πασσάλων, οι οποίοι είναι σπασμένος δεν γνωρίζει ποιος τους τοποθέτησε γνωρίζει; όμως, ότι τους κατέστρεψε ο πρώτος των εναγομένων. Ότι ο πρώτος της παρεχώρησε τμήμα του επιδίκου, για να βάζει τις κατσίκες και κότες και τον είδε να γράφει με μπογιά στο επίδικο τα αρχικά του γράμματα.

Όμως, σε δυο συμβολαιογραφικές πράξεις που διενήργησε, ήτοι τη 2602/1996 πράξη αποδοχής κληρονομιάς και το .../1998 συμβόλαιο δωρεάς, ως όμορο ιδιοκτήτη στο επίδικο αναφέρει Κ. Β. και όχι τους εναγόμενους και όταν ρωτήθηκε για αυτό δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι σε γενόμενες μεταβιβάσεις ομόρων ακινήτων;

ως ιδιοκτήτες στο επίδικο, αναγράφονται οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων και οι ίδιοι. Όμως, μόνο η αναγραφή αυτών ομόρων ιδιοκτητών σε άλλα ακίνητα δεν μπορεί να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα, χωρίς άλλες εμφανείς υλικές πράξεις στο επίδικο ότι αυτοί το vέμονταν και διενεργούσαν πράξεις νομής, αφού χρειάζονται θετικές ενέργειες.

Ο άλλος ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο μάρτυρας της ενάγουσας Ε. Γ. δεν είναι αξιόπιστος μάρτυρας, αφού σε πολλές υποθέσεις έχει καταθέσει ως μάρτυρας, δεν μειώνει την αξιοπιστία του, αφού δεν του έχουν υποβάλει μήνυση για ψευδορκία. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος των εναγομένων Ε. Μ.,δυνάμει του .../1981 δωρητηρίου συμβολαίου νόμιμα μεταγραφέντος δώρισε στην Ε.

Ρ. τέσσερα στρέμματα, χωρίς όμως να μετρηθεί, αφού δεν συνοδεύεται η δωρεά με τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, όμως από την οριοθέτηση του αποδεικνύεται ότι πρόκειται για το σύνολο του αγρού, ήτοι 16.924,12 τμ., στην οποία περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο. Με το συμβόλαιο που επικαλούνται οι εναγόμενοι ως τίτλο κυριότητας (.../1989) με πωλήτρια την Ε.

Μ. προκύπτει ότι αυτό αποτελεί τμήμα του ήδη δωρηθέντος παραπάνω ακινήτου στην Ε. Β.. Τούτο βεβαιώνεται από την προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το αναφερόμενο και περιγραφόμενο στο από 21.11.1946 προικοσύμφωνο και στα .../1999 και 15.486/1989 συμβόλαια συμπίπτουν σε έκταση και οριοθέτηση (βλ.

την από 5.7.2005 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονος Χ. Κ.). Από όλα τα παραπάνω αποδείχθηκε ότι εμφανείς υλικές πράξεις στο επίδικο γνωστές στους περίοικους ασκούσε η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Π. Π. από το έτος 1946 μέχρι το 1999 γενόμενη με τον τρόπο αυτό κυρία του επίδικου και η ενάγουσα έγινε κυρία του επίδικου με παράγωγο, αλλά και πρωτότυπο τρόπο.

Αντίθετα, δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής στο επίδικα από τους εναγόμενους και τη δικαιοπάροχο τους και πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλαν. Με τις ενέργειες τους δε να καταστρέφουν τους πασσάλους και τμήμα των τοιχίων αντιστήριξης του εδάφους στο επίδικο, πράξεις οι οποίες αποτελούν διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση της ενάγουσας στην άσκηση της νομής και κυριότητάς της στο επίδικο διατάραξαν την κυριότητα της ενάγουσας" Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας) κατά των εναγομένων (αναιρεσειόντων) είναι βάσιμη κατ' ουσία, ακολούθως δε απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά που δέχθηκε, κι έτσι που έκρινε το εφετείο, σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1045, 1051 και 1108 AK και δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της κτήσης κυριότητας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (προσμετρουμένου και του χρόνου νομής χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου της), της διατάραξης της κυριότητάς της από τους αναιρεσείοντες και της μη απόκτησης (συγ)κυριότητας αυτών στο παραπάνω ακίνητο με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία).

Ειδικότερα, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με το .../1999 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ... Χ. Π.-Κ. που μεταγράφηκε νόμιμα, ότι το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στη δικαιοπάροχο μητέρα της Π. Π., δυνάμει του από 21.11.1946 προικοσυμφώνου από τη Σ. Ζ. (μητέρα της τελευταίας), που καταχωρήθηκε στους Κώδικες ... (...) με αριθμό ...17.12.1946, ότι από το έτος 1946 έως το έτος 1960 η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Π.

Π. καλλιεργούσε το επίδικο και συνέλεγε τους καρπούς του, ότι μετά το έτος 1960, λόγω της μετανάστευσης από ... αυτό έμεινε ακαλλιέργητο, όμως εκείνη (Π. Π.) εξακολούθησε να έχει την εποπτεία του και ουδέποτε αποξενώθηκε από αυτό, ότι το έτος 1978 προέβη σε περίφραξη και οριοθέτηση του επιδίκου, τοποθετώντας πασσάλους, ενώ το έτος 1989 προέβη σε κατάτμησή του, πουλώντας το ένα τεμάχιο στην Έ.

Π. με 15468/1989 νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Ζ. Μ. - Ζ., ενώ το έτερο τεμάχιο το μεταβίβασε στην αναιρεσίβλητη το έτος 1999, ότι από την προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Χ. Κ. (η οποία συντάχθηκε μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε με την 112/2001 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) προκύπτει ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους προαναφερόμενους τίτλους της αναιρεσίβλητης, καθώς και στο ...6/1989 συμβόλαιο, ότι από το έτος 1960 έως το έτος 1999 εμφανείς υλικές πράξεις νομής στο επίδικο ασκούσε μόνον η δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης, η οποία έτσι απέκτησε την κυριότητα αυτού με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), ενώ κυρία του ίδιου ακινήτου κατέστη και η αναιρεσίβλητη με παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο (προσμετρουμένου και του χρόνου νομής χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου της) και ότι, τέλος, οι αναιρεσείοντες διατάραξαν την κυριότητα της τελευταίας με τις ενέργειές τους να καταστρέφουν τους πασσάλους και τμήμα των τοιχίων αντιστήριξης του εδάφους στο επίδικο, πράξεις που συνιστούν εξακολουθητική παρενόχληση της αναιρεσίβλητης στην άσκηση της νομής και της κυριότητάς της σε αυτό.

Επίσης έγινε δεκτό ότι δεν αποδείχθηκαν εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο από τους αναιρεσείοντες και τη δικαιοπάροχο τους Ε. Μ. και ότι η μάρτυράς τους Β. Κ. (κάτοικος όμορου ακινήτου με το επίδικο), η οποία κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι από 25ετίας δεν είχε δει κανέναν άλλο στο παραπάνω ακίνητο εκτός από τον πρώτο αναιρεσείοντα, ότι ο τελευταίος της είχε παραχωρήσει τμήμα του εν λόγω ακινήτου για να βάζει τις κατσίκες της και ότι τον είδε να γράφει με μπογιά τα αρχικά του γράμματα στο επίδικο, δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις για το ότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρονταν ως όμοροι ιδιοκτήτες σε δύο συμβολαιογραφικές πράξεις που διενήργησε κατά τα έτη 1996 και 1998, με αποτέλεσμα αυτοί να μην έχουν αποκτήσει κυριότητα στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία.

Με τα δεδομένα αυτά, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι σχετικές από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14/12/2011 αίτηση για αναίρεση της 150/2010 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ. Κρίθηκε...

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ