Legislator Case Law & Legislation
1544/2017 AI generated

1544/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1544/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1544/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Keywords

AI generated
traffic violation driving whilst disqualified excessive speed dismissal of traffic proceedings hit-and-run motorcycle road accident
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1544 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1544/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ζ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 25-1-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Μ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Νικολακόπουλο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3382/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1737/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 7-4-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1737/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-6-2015 (αρ. κατ…./2015) αίτηση αναίρεσης, κατά της υπ' αρ. 1737/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (αρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα . Επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (αρ.577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγελθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον 'Αρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 198/2015,ΑΠ 1987/2007).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που 4 απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 848/2015, ΑΠ52/2016), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωση τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002 , ΑΠ 1070/2001).

Ειδικότερα, κατά το αρθρ. 12 παρ. 1 του Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους .Περαιτέρω, από το άρθρο 19 του ίδιου ως άνω Ν.2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά το αρθρ. 19 παρ 1,ο οδηγός του οδικού οχήματος, επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς β) κατά το αρθρ. 19 παρ. 2 , ο οδηγός επιβάλλεται να έχει τον έλεγχο του οχήματος του και πρέπει να έχει την επιβαλλόμενη από τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία μπορεί να είναι και κατώτερη της προβλεπόμενης από το νόμο, κυρίως σε κατοικημένες περιοχές και έχει υποχρέωση να τη μειώνει μέχρι διακοπής της πορείας του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν γ) ιδιαίτερα ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματος του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, ....κατά τις νυκτερινές ώρες...αν πεζοί που βρίσκονται στην τροχιά του .καθυστερούν να απομακρυνθούν ,ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση ,που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας (ΑΠ 1207/2004 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1° λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ( όπως ορθά εκτιμάται, και όχι και εκ του άρθρου 559 αρ.1, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων) για την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914 ,σε συνδ. 297,300,330 ΑΚ και αυτές σε συνδ. με τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1 και 19 παρ.1 έως 3 του ΚΟΚ, διότι το Εφετείο διέλαβε ασαφείς .ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας- συνυπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου και ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στο αποτέλεσμα της δίκης.

Από την επιτρεπτή κατ' αρ. 561 αρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 23-3-2011 και ώρα 17:55 στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας τραυματίστηκε ο αναιρεσείων ποδηλάτης, το ποδήλατο του οποίου συγκρούστηκε με το ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος και του οποίου την αστική ευθύνη κάλυπτε ασφαλιστικά έναντι των τρίτων ζημιούμενων ην 2η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία.

Ο παθών άσκησε την από 24-10-2013 (αρ.κατ..../2013) αγωγή, με την οποία αξίωνε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης , επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 3382/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ακολούθως, ο παθών άσκησε την από 27-10-2014 (αρ.

κατ. .../2014) έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 1737/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη. Περαιτέρω και σύμφωνα με την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα:......"Στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας στις 23.3.2011 και περί ώρα 17.55 ο πρώτος εναγόμενος, Δ.

Μ., οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, με την επωνυμία "...", και εκινείτο με μικρή ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε τα 50 χλμ/ώρα, επί της οδού 28ης Οκτωβρίου με κατεύθυνση προς τις σιδηροδρομικές γραμμές.

Η τελευταία αυτή οδός είναι καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα, είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, τα δύο ρεύματα πορείας της χωρίζονται μεταξύ τους με διπλή συνεχή κατά μήκος γραμμή, η οποία διακόπτεται στη συμβολή, της με την οδό Σοφοκλή Βενιζέλου, επί της οποίας υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ2 (SΤΟΡ), έχει πλάτος οδοστρώματος 10,80 μ., είναι ευθεία και το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 50 χλμ.

ανά ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής . Κατά την ανωτέρω χρονική στιγμή η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών επί των προαναφερομένων οδών ήταν κανονική, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές. Κατά την ίδια ως άνω χρονική στιγμή, ο ενάγων, ηλικίας τότε 17 ετών, οδηγούσε το χωρίς αριθμό κυκλοφορίας ποδήλατο και έβαινε επί της οδού Σοφοκλή Βενιζέλου με κατεύθυνση προς την οδό 28ης Οκτωβρίου.

Φθάνοντας στη συμβολή της τελευταίας αυτής άνω οδού με την οδό Σοφοκλή Βενιζέλου, όπου επί της τελευταίας, ως προαναφέρθηκε, υπάρχει ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα Ρ2 (SΤOΡ), ο ενάγων δεν ακινητοποίησε το όχημα του και δεν ήλεγξε αν εκινούντο οχήματα επί της οδού 28ης Οκτωβρίου, ως όφειλε και μπορούσε, αλλά συνέχισε την ευθεία πορεία του και εισήλθε στην διασταύρωση ανέλεγκτα και απερίσκεπτα, με συνέπεια το κινούμενο από αριστερά προς δεξιά σε σχέση με την πορεία του επί της τελευταίας αυτής οδού όχημα να επιπέσει με το μπροστινό αριστερό μέρος του στο αριστερό τμήμα του ποδηλάτου (κεντρικά και πίσω αυτού), χωρίς να υπάρξει στρέβλωση του σκελετού του, να προξενηθούν στα δύο οχήματα υλικές ζημιές και να τραυματισθεί σοβαρά ο ενάγων, ο οποίος, αφού εκτινάχθηκε στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, κατέληξε με το ποδήλατο διαγωνίως απέναντι, στο έρεισμα της αντίθετης κατεύθυνσης της οδού 28ης Οκτωβρίου, όπου ευρέθη κηλίδα αίματος.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το ατύχημα, και ειδικότερα, η πορεία των οχημάτων και οι συγκρουσθείσες επιφάνειες αυτών περιγράφονται με σαφήνεια και πληρότητα στην από 23.3.2011 έκθεση αυτοψίας των αξιωματικών του ΑΤ Αλεξάνδρειας και απεικονίζονται καθαρά στο σχετικό σχεδιάγραμμα που επισυνάπτεται στην έκθεση αυτή, ενώ από τις σαφείς αυθημερόν εκθέσεις ένορκης εξέτασης των αυτόπτων, σύμφωνα με την ανωτέρω έκθεση, μαρτύρων, αλλά και από την κατάθεση των ίδιων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, και οι οποίες κρίνονται ειλικρινείς και πειστικές και οι οποίες δεν αναιρούνται από άλλα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δεν είχε ακινητοποιήσει το όχημα του στην οδό Σοφοκλή Βενιζέλου, ως όφειλε προ της διασταυρώσεως, δεδομένου ότι στην πορεία του υπήρχε ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα ΣΤΟΠ, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που εκινούντο στην οδό 28ης Οκτωβρίου, ούτε μείωσε επαρκώς την ταχύτητα του προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων από αριστερά του, αλλά εισήλθε στη διασταύρωση ανέλεγκτα και απερίσκεπτα, ελέγχοντας την κίνηση των οχημάτων επί της οδού αυτής μόνον από δεξιά του και προς τούτο είχε στραμμένη την κεφαλή του προς τα δεξιά, ως αναφέρουν οι αυτόπτες μάρτυρες, με αποτέλεσμα να αποκλείσει με την κίνηση του την πορεία του κανονικά και με προτεραιότητα κινούμενου αυτοκινήτου, το οποίο επιχειρούσε κατά το χρόνο εκείνο να διασχίσει, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα, δεδομένου ότι η πρόσκρουση δεν ήταν σφοδρή αφού δεν υπήρξε στρέβλωση του σκελετού του ποδηλάτου αλλά απλές γρατζουνιές, την ίδια διασταύρωση και να συγκρουσθούν τα δύο οχήματα, το μεν αυτοκίνητο με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά του, το δε ποδήλατο με το μέσον αυτού χωρίς να υπάρξει στρέβλωση του σκελετού του, να προξενηθούν σε αυτά υλικές ζημιές, και να τραυματισθεί ο σοβαρά ο ενάγων, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, αφού εκτινάχθηκε στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου, κατέληξε με το ποδήλατο διαγωνίως απέναντι, στο έρεισμα της αντίθετης κατεύθυνσης της οδού 28ης Οκτωβρίου.

Η κίνηση αυτή του ενάγοντος, κατά παράβαση του ΚΟΚ, να εισέλθει με το ποδήλατο του αιφνίδια στην ανωτέρω κύρια οδό από κάθετο σε αυτή δρόμο, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία του οχήματος του εναγομένου, αιφνιδίασε τον τελευταίο οδηγό, ο οποίος λόγω της μικρής απόστασης των δύο οχημάτων, δεν διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο για να ενεργήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, την οποία και δεν απέφυγε.

Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν ανατρέπονται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος δεν ήταν παρών κατά το ατύχημα. Σημειώνεται ότι ο ενάγων κατά την προανακριτική του κατάθεση περιγράφει τις συνθήκες του ατυχήματος τελείως διαφορετικά από αυτές που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή του και συγκεκριμένα ενώ στην προανακριτική του κατάθεση αναφέρει ότι ο ίδιος ήταν σταματημένος στη γωνία της οδού Σοφούλη με την οδό 28ης Οκτωβρίου και ότι ξαφνικά ήρθε ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο και τον κτύπησε, στην ένδικη αγωγή του αναφέρει ότι ευρισκόμενος στη συμβολή των προαναφερομένων οδών ακινητοποίησε το όχημα του και αφού, μετά από έλεγχο, δεν αντιλήφθηκε κάποιο όχημα να κινείται επί της οδού 28ης Οκτωβρίου σε κοντινή απόσταση, συνέχισε την ευθεία πορεία του προκειμένου να διασχίσει τον κόμβο και ότι κατά την χρονική αυτή στιγμή ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος κινείτο από αριστερά προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, εισήλθε στον κόμβο χωρίς να μειώσει ή να ανακόψει την ταχύτητα του με αποτέλεσμα να επέλθει η ένδικη σύγκρουση, γεγονός το οποίο επιρρωνύει την άποψη του δικαστηρίου περί της αλήθειας των κατατεθέντων από τους αυτόπτες μάρτυρες όσον αφορά τις συνθήκες του ένδικου ατυχήματος.

Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε με αυξημένη ταχύτητα και δη μεγαλύτερη της επιτρεπομένης των 50 χλμ/ώρα και ότι για το λόγο αυτό δεν μπόρεσε ούτε να ακινητοποιήσει το όχημα του ούτε να πραγματοποιήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό ώστε να αποφύγει την ένδικη σύγκρουση και ότι εξ αιτίας της ταχύτητας επήλθε η ένδικη σύγκρουση είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και τούτο διότι, σύμφωνα και με τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων, ο ενάγων, δεδομένου ότι δεν γνώριζε την περιοχή και προσπαθούσε να βρει τον δρόμο για να εισέλθει στην εθνική οδό για να κατευθυνθεί στην Αττική, όπου κατοικεί, αφενός μεν συχνά σταματούσε προκειμένου να ρωτήσει ποια κατεύθυνση έπρεπε να ακολουθήσει με συνέπεια να μην δύναται να αναπτύσσει, και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης αφετέρου δε έβαινε με μικρή ταχύτητα προκειμένου να διακρίνει τις πινακίδες που υπήρχαν στην πορεία του και που θα τον οδηγούσαν να εισέλθει στην εθνική οδό, στην οποία ήθελε να εισέλθει για να επιστρέψει στην ευρισκόμενη στην … οικία του, παρεκτός του ότι δεν υπήρξε στρέβλωση του σκελετού του ποδηλάτου, η οποία θα υπήρχε σε περίπτωση που το ΙΧΕ έβαινε με αυξημένη ταχύτητα και επέπιπτε με αυτήν επί του ποδηλάτου.

Σημειώνεται ότι η υπ' αριθμ.2/2013, απόφαση του Μεταβατικού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξάνδρειας με την οποία ο πρώτος εναγόμενος, οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, Δ. Μ., κρίθηκε υπαίτιος για την επέλευση του ατυχήματος και κηρύχθηκε ένοχος με τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ.2α του ΠΚ για την πράξη της σωματικής βλάβης από αμέλεια και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών συνεκτιμάται ελευθέρως από το Δικαστήριο τούτο ως δικαστικό τεκμήριο, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, το οποίο και δεν δεσμεύεται.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα και τον τραυματισμό του ήταν ο ίδιος ο ενάγων και απέρριψε την αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτόμενων ως ουσιαστικά αβασίμων των σχετικών λόγων της υπό κρίση έφεσης.

Μετά από τα παραπάνω, επομένως, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, να επιβληθούν τα δικαστικά εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδ.

με αρθρ.58 επ. του Νέου Κώδικα Δικηγόρων ν.4194/ 2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.....". Με βάση τις πιο πάνω αναφερόμενες παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε τους συναφείς με την υπαιτιότητα λόγους (της έφεσης τού ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης , η οποία αφού έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο για την επέλευση του ατυχήματος τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα οδηγό του ποδηλάτου είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την υπαιτιότητα ή μη των εμπλακέντων στο ατύχημα οδηγών. Ειδικότερα με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο περιλαμβάνει επαρκή αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος, αφού αναφέρεται στην απόφαση του ότι αυτός (ενάγων -αναιρεσείων) φθάνοντας στην ως άνω διασταύρωση δεν ακινητοποίησε το όχημα του προ αυτής, ως όφειλε, δεδομένου ότι στην πορεία του υπήρχε ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα ΣΤΟΠ, σύμφωνα με την οποία έπρεπε να παραχωρήσει προτεραιότητα στα οχήματα που εκινούντο στην οδό 28ης Οκτωβρίου, ούτε μείωσε επαρκώς την ταχύτητα του προκειμένου να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων από αριστερά του, αλλά εισήλθε στη διασταύρωση ανέλεγκτα και απερίσκεπτα, με αποτέλεσμα να αποκλείσει με την κίνηση του την πορεία του κανονικά και με προτεραιότητα κινούμενου αυτοκινήτου, το οποίο επιχειρούσε κατά το χρόνο εκείνο να διασχίσει, με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ/ώρα.

Επίσης, ως προς τη συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσίβλητου οδηγού, αναφέρεται ότι έβαινε στην ως άνω οδό, κινούμενος με μικρή ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε τα 50 χλμ/ώρα, με κατεύθυνση προς τις σιδηροδρομικές γραμμές, έχοντας προτεραιότητα διέλευσης από τη διασταύρωση και ότι η κίνηση αυτή του ενάγοντος, κατά παράβαση του ΚΟΚ, να εισέλθει με το ποδήλατο του αιφνίδια στην ανωτέρω κύρια οδό από κάθετο σε αυτή δρόμο, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία του οχήματος του εναγομένου, αιφνιδίασε τον τελευταίο οδηγό, ο οποίος λόγω της μικρής απόστασης των δύο οχημάτων, δεν διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο για να ενεργήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, την οποία και δεν απέφυγε.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω παράλειψης αναφοράς σ' αυτήν της απόστασης μεταξύ των συγκρουσθέντων οχημάτων, τη στιγμή που ο αναιρεσείων διέσχιζε καθέτως την διασταύρωση, της απόστασης από την οποία ο αναιρεσίβλητος μπορούσε να αντιληφθεί τον αναιρεσείοντα πριν από το ατύχημα να κινείται με κατεύθυνση και πορεία κάθετης διάσχισης της οδού 28ης Οκτωβρίου, ώστε να ανακόψει ταχύτητα και να διακόψει την πορεία του ή να αποφύγει την σύγκρουση με αποφευκτικό ελιγμό, της δυνατότητας ή μη αποφυγής της συγκρούσεως από τον αναιρεσίβλητο, καταβάλλοντος την επιβαλλόμενη ιδιαίτερη προσοχή και της ταχύτητας με την οποία εκινείτο αυτός, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες εφόσον, οι φερόμενες ως ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης, καλύπτονται από την αναφορά σ' αυτήν ότι ο εναγόμενος εκινείτο με μικρή και κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε τα 50 χλμ/ώρα, επί της οδού 28ης Οκτωβρίου, ότι η κίνηση του ενάγοντος, κατά παράβαση του ΚΟΚ, να εισέλθει με το ποδήλατο του αιφνίδια στην ανωτέρω κύρια οδό από κάθετο σε αυτή δρόμο, με αποτέλεσμα να αποκλείσει την πορεία του οχήματος του εναγομένου, αιφνιδίασε τον τελευταίο οδηγό, ο οποίος λόγω της μικρής απόστασης των δύο οχημάτων, δεν διέθετε τον απαιτούμενο χρόνο για να ενεργήσει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση των δύο οχημάτων, την οποία και δεν απέφυγε.

Καθόσον αφορά τις, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, περαιτέρω ελλιπείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το σημείο της οδού στο οποίο εκινείτο το αυτοκίνητο και το σημείο σύγκρουσης επί του οδοστρώματος, αλλά και τις επίσης κατά την άποψη του αναιρεσείοντα αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με την σφοδρότητα της σύγκρουσης, η οποία προκύπτει από την εκτίναξη του ποδηλάτη, πρέπει πρωτίστως να απορριφθούν ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ουσίας ως προς την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (αρ. 561 αρ.1 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω αιτιάσεις για ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία πρέπει να απορριφθούν και ως ουσιαστικά αβάσιμες, διότι το Εφετείο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφέρει, ότι η σύγκρουση έγινε εντός της διασταύρωσης, στην οποία είχε εισέλθει το αυτοκίνητο, ότι δεν ήταν σφοδρή, διότι το αυτοκίνητο είχε μικρή ταχύτητα, γεγονός που επιβεβαιώνεται, κατά τις παραδοχές του, από τις μικρής έκτασης ζημίες, αφενός μεν του αυτοκινήτου, που είχε μόνον ξέσματα και αφετέρου του ποδηλάτου, του οποίου ο σκελετός δεν υπέστη στρέβλωση και ότι ο οδηγός του δεν είχε δυνατότητα να εκτελέσει πέδηση ή άλλο αποφευκτικό ελιγμό, λόγω της παρεμβολής στην πορεία του, όλως αιφνιδίως και απροειδοποίητα, του ποδηλάτη και σε ελάχιστη απόσταση από το αυτοκίνητο, που δεν του επέτρεψε να αντιδράσει, όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός και επιμελής οδηγός αυτοκινήτου.

Επομένως, ο 1ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ,άλλως ως απαράδεκτος κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 640/2011 ). "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ είναι τα, κατά τα άρθρα 339 και 432-465 αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου. Έτσι δεν αποτελούν έγγραφα με την ως άνω έννοια, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 556/2003), όπως είναι οι γνωμοδοτήσεις των διορισθέντων πραγματογνωμόνων (ΑΠ 152/2015, ΑΠ620/2014, ΑΠ42/2014).

Με τον 2° λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παρακάτω εγγράφων που είναι ουσιώδη για το αποτέλεσμα της δίκης ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συμπεριφορά των εμπλακέντων σ' αυτό φυσικών προσώπων και ειδικότερα:

Α) της έκθεσης αυτοψίας από την οποία παρέλειψε να αναγνώσει την θέση 12 - τελική θέση οχημάτων. Β) του σχεδιαγράμματος από το οποίο παρέλειψε να αναγνώσει α) το πιθανό σημείο σύγκρουσης, β) το πλάτος του ρεύματος κυκλοφορίας όπου εκινείτο το αυτοκίνητο, γ) την τελική θέση του αυτοκινήτου και την απόσταση αυτής από το σημείο σύγκρουσης, δ) την τελική θέση του ποδηλάτου και την απόσταση αυτού από το πιθανό σημείο σύγκρουσης και ε) την απόσταση της κηλίδας αίματος από το σημείο σύγκρουσης και Γ) της υπ' αρ. 2/2013 απόφασης του μεταβατικού Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αλεξάνδρειας Ημαθίας, με την οποία ο 1ος αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του τροχαίου ατυχήματος.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης (20ος) πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το αληθές περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων, ορισμένα των οποίων το Εφετείο αξιολογεί ειδικά και αντικρούει (όπως την έκθεση αυτοψίας, την ποινική απόφαση κλπ) ,δηλαδή, δεν αποδίδεται λάθος κατά την ανάγνωση τους, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου τους, με βάση το οποίο το Εφετείο σχημάτισε το δικανικό του πόρισμα ,το οποίο είναι αντίθετο από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.

Συνεπώς οι ανωτέρω αιτιάσεις δεν αφορούν εσφαλμένη ανάγνωση και διαφορετική νοηματική απόδοση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά υπό την επίφαση της πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού (αρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ). Σε κάθε περίπτωση όμως ο 20ς αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι το Εφετείο ,όπως ρητά βεβαιώνει στη σελίδα 3 έως 5 της απόφασης του για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης στηρίχτηκε στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, Ζ. Τ., Ι. Ν. και Α. Κ., οι οποίες εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι είχαν προσκομίσει με νόμιμη επίκληση, μεταξύ των οποίων οι φωτογραφίες και τα δημόσια έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, καθώς επίσης στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία αφού συνεκτίμησε κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και συνεπώς το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων παραμορφώθηκε, με συνέπεια και για τον λόγο αυτό να μην ιδρύεται η πλημμέλεια της παραμόρφωσης εγγράφου και ο σχετικός 2ος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος , άλλως ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (αρ. 495 παρ.4 περ. ε ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε (αρ. 176,183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, ξεχωριστά καθένας, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-6-2015 (αρ.κατ. …/2015) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αρ. 1737/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών , που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. ΚΑΙ

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ σε καθένα τούτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ