Legislator Case Law & Legislation
1544/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for illegal gun possession due to sufficient reasoning in lower court decision.

Case Number 1544/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by two defendants against a third-instance court ruling convicting them for illegal gun possession. The defendants argued the lower court lacked the required detailed reasoning under Article 510 of the Criminal Procedure Code, claiming the judgment failed to explicitly list the evidence used. The court rejected this claim, ruling that the lower court's reasoning was sufficient because it relied solely on the transcript of the first-instance hearing, which inherently limited the scope of available evidence and thus satisfied the requirement for a reasoned decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 462, 463, 465, 473, 474, 504, 505, 507 of the Criminal Procedure Code; Article 510 of the Criminal Procedure Code; Article 93 of the Constitution; Article 139 of the Criminal Procedure Code: A criminal judgment is not considered lacking in reasoning merely because it does not explicitly enumerate every piece of evidence when the scope of the evidentiary process is inherently limited to a single document, such as a transcript of a prior hearing.

Keywords

AI generated
Criminal Procedure Code Reasoning Requirement Illegal Gun Possession Appeal Dismissal Evidence Transcript Judicial Reasoning Third Instance Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 462, 463, 465, 473, 474, 504, 505, 507 of the Criminal Procedure Code
Article 510 of the Criminal Procedure Code
Article 93 of the Constitution
Article 139 of the Criminal Procedure Code
Article 583 of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1544 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1544/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 131/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Ιωάννη Μαγγίνα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ. Λ. του Β., κατοίκου ... και 2) Χ. Λ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Μπουρμά, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.131/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

Το Τριμελές Εφετείο Ευβοίας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. …/7-7-2016 αίτησή τους, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 929/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Ι] Η κρινόμενη από 5-7-2016 [αριθμ.πρωτ. .../2016] αίτηση των α) Χ. Λ. του Β. και β) Χ. Λ. του Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 131/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση [άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1 εδ. α’ και β’ , 473 παρ. 1, 2 και 3, 474 παρ. 2 και 3, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 περ. α’ και 507 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠοινΔ) και για το λόγο αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

ΙΙ] Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, η δε ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση και πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατ’ είδος, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Σε διαφορετική περίπτωση η αιτιολογία της απόφασης σε σχέση με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων δεν είναι η απαιτούμενη από τις προειρημένες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ ΚΠΔ σύστοιχος λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των ενσωματωμένων στην προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικών, αφού έγιναν τυπικά δεκτές οι υπ’ αριθμούς 267 και 268/5-12-2014 εφέσεις των εκκαλούντων - αναιρεσειόντων και αμέσως μετά την εκφώνηση των ονομάτων όλων των κλητευθέντων πλην όμως μη εμφανισθέντων μαρτύρων, η Πρόεδρος του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Εύβοιας, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέταξε να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία και μετά από πρόταση της Εισαγγελέα της έδρας αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της εκκαλούμενης υπ’ αριθμό 4702/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χαλκίδας, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν, ο μεν Χ.

Λ. σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαπέντε (15) μηνών, ο δε Χ. Λ. σε φυλάκιση οκτώ (8) μηνών, για τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης βίας από κοινού (αμφότεροι), καθώς και της παράνομης οπλοφορίας και οπλοχρησίας (ο πρώτος από αυτούς). Στη συνέχεια, αφού η Πρόεδρος του Δικαστηρίου κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας και ακολούθησε η ανάπτυξη των κατηγοριών από την Εισαγγελέα και η επί της ενοχής των κατηγορουμένων σχετική πρόταση της, το Δικαστήριο, αφού συσκέφθηκε μυστικά στην έδρα του με την παρουσία της Γραμματέα, κατάρτισε και η Πρόεδρος δημοσίευσε την προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι, στις 10.8.2008, εισήλθαν εντός του καταστήματος "αναψυκτηρίου", με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στη θέση "..., το οποίο λειτουργεί στο όνομα της συζύγου του εγκαλούντος Η.

Κ. και τράβηξαν αυτόν έξω από το κατάστημα, προκειμένου αυτοί στη συνέχεια να εισέλθουν εντός του καταστήματος και να σπάσουν τραπέζια, ποτήρια, μπουκάλια και σκαμπώ. Δηλαδή οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την πράξη της παράνομης βίας, αφού από κοινού χρησιμοποιώντας σωματική βία, εξανάγκασαν άλλον σε ανοχή για την οποία ο παθών δεν είχε υποχρέωση, μεταφέροντας τον με την βία έξω από το κατάστημα, εξαναγκάζοντας τον έτσι να ανεχθεί την καταστροφή του εξοπλισμού του καταστήματός του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος, Χ. Λ., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο έφερε μαζί του ένα πτυσσόμενο μεταλλικό ρόπαλο, ήτοι παράνομο όπλο, πρόσφορο για άμυνα και επίθεση, αν και αυτό απαγορεύεται, με τη χρήση δε αυτού διέπραξε το πλημμέλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, ήτοι έσπασε τον εξοπλισμό του ανωτέρω καταστήματος, προκαλώντας ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 3.000 ευρώ (η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή έπαυσε οριστικά ελλείψει εγκλήσεως).".

Ακολούθως, κήρυξε αμφότερους μεν τους αναιρεσείοντες ενόχους για το ότι "Στη θέση ..., στις 10-8-2008, από κοινού χρησιμοποιώντας σωματική βία, εξανάγκασαν άλλον σε ανοχή για την οποία ο παθών δεν είχε υποχρέωση. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, μετά από συναπόφαση, μετέφεραν με την βία τον ανωτέρω εγκαλούντα έξω από το κατάστημά του, εξαναγκάζοντας τον έτσι να ανεχθεί την καταστροφή του εξοπλισμού του καταστήματός του στην οποία προέβησαν ακολούθως και οι τρεις κατηγορούμενοι, τον δε αναιρεσείοντα Χ.

Λ. κήρυξε ένοχο και για το ότι: "Στη θέση ..., στις 10-8-2008, στο κατάστημα αναψυκτήριο με την επωνυμία "..." ιδιοκτησίας Η. Κ.. Α) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο έφερε μαζί του παράνομο όπλο, ήτοι αντικείμενο πρόσφορο για άμυνα και επίθεση, αν και αυτό απαγορεύεται και συγκεκριμένα, έφερε μαζί του ένα πτυσσόμενο μεταλλικό ρόπαλο αν και αυτό απαγορεύεται.

Β) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με χρήση όπλου διέπραξε πλημμέλημα και συγκεκριμένα, με την χρήση του ανωτέρω πτυσσόμενου μεταλλικού ροπάλου διέπραξε το πλημμέλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και έσπασε τον εξοπλισμό αυτής, ήτοι καρέκλες, τραπέζια, σκαμπώ, ποτήρια και μπουκάλια, προκαλώντας ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 3.000 €".

Με αυτές τις κατά το συνδυασμό διατακτικού και αιτιολογικού παραδοχές το δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις διαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράνομης βίας από κοινού, της παράνομης οπλοφορίας και παράνομης οπλοχρησίας, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α’ , 27, 42 παρ. 1, 94 παρ. 1, 330 ΠΚ και 1 παρ. 2γ’ , 10 παρ. 1, 13 β’ και 14 Ν. 2168/1993, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Το ότι το σκεπτικό δεν διαφοροποιείται από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, καθόσον έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει στην περίπτωση που η αιτιολογία της απόφασης εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η διαφοροποίηση του σκεπτικού, όπως ακριβώς συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση.

Περαιτέρω, η αόριστη, ως άνω, αναφορά ότι το Δικαστήριο σχημάτισε την δικανική του πεποίθηση για την κατάφαση των αποδιδόμενων στους αναιρεσείοντες αξιόποινων πράξεων από την "αποδεικτική διαδικασία", χωρίς να εκθέτει, έστω κατά το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του, δεν καθιστά αναιτιολόγητη την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείοντες και τούτο, διότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το μοναδικό αποδεικτικό μέσο της εν γένει αποδεικτικής διαδικασίας, στην οποία το Δικαστήριο στήριξε την εκφορά της καταδικαστικής για τους αναιρεσείοντες κρίσης του, ήταν τα αναγνωσθέντα στο ακροατήριο πρακτικά της πρωτοβάθμιας απόφασης, τα οποία λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν προσηκόντως, γεγονός που καταδεικνύει το ιδιαίτερα περιορισμένο εύρος της εν λόγω διαδικασίας, έτσι ώστε ουδεμία να καταλείπεται αμφιβολία, για το αν και ποιο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και ποιο όχι από το δίκασαν Δικαστήριο, αφού εκ των πραγμάτων αυτό δεν είχε την ευχέρεια να εκτιμήσει και να συναξιολογήσει περισσότερα από ένα αποδεικτικά μέσα, οπότε στην περίπτωση αυτή για την πληρότητα της αιτιολογίας της σχετικής απόφασης, θα έπρεπε να τα μνημονεύσει όλα, έστω κατά το είδος τους.

Κατά συνέπεια όσων προεκτέθηκαν ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ προβαλλόμενος μοναδικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι προήλθε στην κήρυξη της ενοχής των αναιρεσειόντων, χωρίς να διαλάβει την απαιτούμενη προς τούτο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμος.

Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-7-2016 [αρ.πρωτ. .../2016] αίτηση των α) Χ. Λ. του Β. και β) Χ. Λ. του Β. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 131/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ευβοίας. Και.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα εις βάρος των αναιρεσειόντων και καθορίζει αυτά στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ