Supreme Court allows appeal against appellate court for admitting evidence without prior legal citation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court annulled the Athens Court of Appeal's decision which had admitted specific documentary evidence despite the appellants failing to legally cite it in their written submissions. The appellants argued that the lower court erred by considering documents not explicitly referenced in their formal submissions, violating procedural rules. The Court ruled that admitting evidence without a specific legal citation constitutes a procedural defect under Article 559 of the Code of Civil Procedure, necessitating a remand for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11b) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; Evidence admitted by the court without prior legal citation by the parties constitutes a procedural defect requiring annulment and remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1544 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1544/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Δημήτριο-Στέφανο Βόσκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒEECHAM S.A", η οποία εδρεύει στο Βέλγιο και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "GLAXOSMITHKLINE Ανώνυμη εμπορική Βιομηχανική εταιρία Φαρμακευτικών Προϊόντων", η οποία εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. Ο. Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Κ. χήρας Ι. Χ., 2 Μ. Χ. του , 3Γ. Χ. του , 4 Ε.-Α. θυγ. Ι. Χ., 5Η. Χ., 6 Π. Χ., 7Σ. Μ. το γένος Χ., 8. Π. Χ., κατοίκων ... και 9. Σ. Β., το γένος Χ., κατοίκου .... Οι 5ος και 9η δεν παραστάθηκαν, οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Τρανταλίδη, ο οποίος δήλωσε ότι ο 5ος των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε και την βιαία διακοπή της δίκης συνεχίζουν οι κληρονόμοι ήτοι:α.Σ. Η. Χ., β. Μ. Χ. του Η., γ. Β. Χ. του Η. και δ. Ε. Χ. του Η. και εκπροσωπούνται από αυτόν τον ίδιο. Επίσης δήλωσε ότι και η 9η των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε και την βιαία διαπής της δίκης συνεχίζουν οι κληρονόμοι της ήτοι α.Μ. Β. του Γ. και β. Σ. Β. του Γ., που εκπροσωπούνται από αυτόν τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3597/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 2921/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-3-2013 αίτησή τουςς.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος-Στέφανος Βόσκας, ανέγνωσε την από 28-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 2921/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η έφεση των αναιρεσίβλητων κατά της 3597/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα και στη συνέχεια έγινε δεκτή ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσείοντες.
Μετά δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει αγωγή των αναιρεσίβλητων και αναγνωρίσθηκε ότι η δεύτερη και τρίτος αναιρεσείοντες, ως ενεχόμενοι από αδικοπραξία, έχουν την υποχρέωση, εις ολόκληρον ο καθένας, να καταβάλουν τα αναφερόμενα σ'αυτήν για κάθε αναιρεσίβλητο χρηματικά ποσά, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς τους Ι.
Χ.. 2.Από τα άρθρα 34, 35 ΑΚ και 62, 63, 313 παρ.1 περ.δ' ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 286 επ. ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική [άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής: α] O θάνατος κάποιου διαδίκου κατά τον χρόνο που η δίκη εκκρεμεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και πριν από την έκδοση της απόφασης αυτού, [οπότε υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας και στάδιο για διακοπή και επανάληψη της δίκης] αποτελεί λόγο διακοπής της δίκης και συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους του.
Προϋπόθεση όμως για την επέλευση της διακοπής, αποτελεί η γνωστοποίηση του διακοπτικού της δίκης γεγονότος, με συνέπεια, αν δεν λάβει χώραν ή αν δεν γίνει κατά τον διαγραφόμενο από το νόμον τύπο και από τα προς τούτο δικαιούμενα πρόσωπα, δεν επιφέρει διακοπή της δίκης, η οποία έτσι συνεχίζεται και ολοκληρώνεται στο πρόσωπο του αρχικού διαδίκου, β)Ο θάνατος κάποιου διαδίκου μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης και πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αποτελεί επίσης λόγο διακοπής και συνέχισης αυτής από τους κληρονόμους του.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις το ένδικο μέσο της αιτήσεως αναιρέσεως που ασκείται κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου από τον αντίδικο του θανόντος, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, να απευθύνεται κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) αυτού, απευθυνόμενο δε κατά του ίδιου είναι άκυρο, με την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων, πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κλήρονόμους του και να απευθύνει κατ'αυτών την αναίρεση.
Έτσι η αίτηση αναίρεσης που απευθύνεται κατά του θανόντος, χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει τον θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι άκυρη και νόμιμα χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του θανόντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά την συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν τους ισχυρισμούς των. 3.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τους αναιρεσίβλητους με αριθμό ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Καλαμάτας, ο εκ των εκκαλούντων στην δίκη ενώπιον του Εφετείου, Η.ς Χ., είχε αποβιώσει στις 26-1-2009,ήτοι μετά την άσκηση της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης και κατά την διάρκεια της ενώπιον αυτού εκκρεμούσης δίκης, πλην όμως κατά την ημέρα της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου [24-2-2011], δεν γνωστοποιήθηκε το γεγονός αυτό από τα πρόσωπα που εδικαιούντο, ώστε να επέλθει διακοπή της δίκης και να λάβουν γνώση αυτού οι αντίδικοι του, με αποτέλεσμα να εκδοθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο όνομα του.
Προκύπτει επίσης ότι μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, ήτοι στις 13-1-2013, απεβίωσε και η εκ των αναιρεσιβλήτων Σ. Β.. Κατά την συζήτηση της αίτησης ενώπιον του Αρείου Πάγου, παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου: α] οι Σ. Χ., Μ. Χ., Β. Χ. και Ε. Χ. [σύζυγος η πρώτη και τέκνα οι λοιποί του αναιρεσίβλητου Η.
Χ.] και β] οι Μ. Β. και Σ. Β. [τέκνα της αναιρεσίβλητης Σ. Β.],οι οποίοι δήλωσαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου ότι συνεχίζουν την δίκη στην θέση των ως άνω αρχικών αναιρεσιβλήτων, ως κληρονόμοι τους, ιδιότητα με την οποία παρίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου τού του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, [ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικά πλησιέστερων συγγενών και περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης], οι πιο πάνω αρχικοί διάδικοι, [όπως ήδη έχει αναφερθεί], απεβίωσαν πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και άφησαν πλησιέστερους συγγενείς τους, τους προαναφερθέντες, οι οποίοι είναι πράγματι και οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους.
Συνεπώς αυτοί, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη που προηγήθηκε, νομίμως επαναλαμβάνουν με την εν λόγω ιδιότητα τους, την εξαιτίας του θανάτου των αρχικών αναιρεσίβλητων, βιαίως διακοπείσα δίκη, με δήλωσή τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, γνωστοποιώντας ταυτόχρονα και το πιο πάνω διακοπτικό της δίκης γεγονός. Δεδομένου δε, ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των παρισταμένων ήδη ως κληρονόμων των θανόντων ως άνω αναιρεσιβλήτων, περί γνωστοποίησης στους αναιρεσείοντες των θανάτων αυτών κατά το προ της ασκήσεως της αίτησης αναιρέσεως χρονικό διάστημα, σε συνδυασμό και με τα στοιχεία της δικογραφίας, συνάγεται ότι οι αναιρεσείοντες, δεν είχαν λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο των ως άνω θανάτων πριν από την άσκηση της αίτησης. Επομένως αυτή είναι έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντων, νομίμως δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανισθέντες ως άνω κληρονόμους του πέμπτου και της ένατης των αναιρεσιβλήτων. Ενόψει αυτών, εφόσον η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολ Δικ] και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της [άρθρο 577 παρ3 ΚΠολΔικ ].
4. Με τον έβδομο αναιρετικό λόγο και με την επίκληση εννόμου συμφέροντος προβάλλεται από την πρώτη αναιρεσείουσα, η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, συγκεκριμένα δε υποστηρίζεται ότι το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση των αναιρεσιβλήτων ως απαράδεκτη κατά το μέρος που στρεφόταν κατ'αυτής, επειδή οι ενάγοντες [εκκαλούντες-αναιρεσίβλητοι], δήλωσαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι δεν εισάγουν την υπόθεση ως προς αυτήν, αντί να θεωρήσει τη δίκη καταργημένη, για το λόγο ότι η παραπάνω δήλωση των εναγόντων συνιστούσε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο το οποίο δεν συνέτρεχε. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι η δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι η αγωγή δεν εισάγεται ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα, δεν επέχει θέση παραιτήσεως από το δικόγραφο αυτής, όπως υποστηρίζει η πρώτη αναιρεσείουσα, αφού η δήλωση με το παραπάνω περιεχόμενο, που δεν προβλέπεται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [ΑΠ 610/2011, ΑΠ 463/2006], έχει την έννοια ότι δεν φέρεται για συζήτηση η αγωγή ως προς την παραπάνω αναιρεσείουσα, με συνέπεια να μην αποκλείεται η προς τούτο επανεισαγωγή της για συζήτηση σε νέα δικάσιμο.
5. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση σχετικά με την αλήθεια ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.β' ΚΠολΔικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά τη έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από τον συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ.1 στοιχ.β, 346 και 453 παρ.1 ΚΠολΔικ., η πρώτη από τις ο ποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.
Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ'έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης [ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 23/2008].
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, για να διαμορφώσει το αποδεικτικό του πόρισμα για την ευθύνη των αναιρεσειόντων από αδικοπραξία, έλαβε υπόψη του, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων και τα προσκομισθέντα από τους αναιρεσιβλήτους έγγραφα, αναφέροντας μάλιστα ρητώς εξ αυτών:
α) την 3747/2004 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ως δικαστικό τεκμήριο επειδή ελήφθη στα πλαίσια άλλης δίκης, β] έγγραφα συνταχθέντα στην αγγλική γλώσσα που προσκομίσθηκαν σε νόμιμα επικυρωμένη αποσπασματική μετάφραση στην ελληνική, με σχετική βεβαίωση του μεταφράσαντος δικηγόρου και ελήφθησαν υπόψη κατά το μεταφρασθέν μέρος τους.
Όμως, τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, δεν τα είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσίβλητοι νόμιμα στο Εφετείο, καθόσον στις κατατεθείσες ενώπιον αυτού από 29-2-2011 προτάσεις τους, στις οποίες ενσωματώνονται κατ'αντιγραφή οι προτάσεις και οι προσθήκες της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζητήσεως, διαλαμβάνεται μόνον η φράση " .. .καθώς και σε ένα προς ένα όλα τα σχετικά του α'βαθμού τα οποία και πάλι προσάγουμε και επικαλούμαστε... ", η οποία δεν συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, νόμιμη επίκληση αυτών.
Τούτο δε, επειδή με τις προαναφερόμενες προτάσεις των αναιρεσίβλητων ενώπιον του Εφετείου, δεν γίνεται ειδική αναφορά, έστω και περιληπτικώς, στο συγκεκριμένο μέρος των πιο πάνω πρωτόδικων προτάσεων αυτών (αναιρεσίβλητων) και δη με την έννοια της επικλήσεως και στην κατ'έφεση δίκη των ως άνω αποδεικτικών στοιχείων.
Έτσι το Εφετείο, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση, και υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ.11β' ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, όπως βάσιμα προβάλλουν οι αναιρεσείοντες.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.
Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπό θέση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολ Δικ), και να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου σ'αυτόν που το κατέθεσε. Κατόπιν δε τούτου, παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων. Οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την με αριθμό με αριθμό 2921/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου σ'αυτόν που το κατέθεσε.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 8Η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 10η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ