1544/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 24767/17-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και τις πρόσθετες παρεμβάσεις των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:33341/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 705/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-3-2012 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1544/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ. 7/2006, 4/2005).
Full text
Απόφαση 1544 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1544/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕΛΗΖΙΓΚ- ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗΣ ΜΙΣΘΩΣΗΣ" και το διακριτικό τίτλο "ATELEASING Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Δέσποινας Κασαπίδου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: 1.Του Υποθηκοφυλακίου Θεσσαλονίκης, που κατοικοεδρεύει στη Θεσσαλονίκη, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2.Της αυτοτελούς προσθέτως παρεμβαίνουσας πτωχής εταιρίας με την επωνυμία "ΗΛΤΕΞ Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρία Βιομηχανία Πλεκτών Υφασμάτων και Εκμετάλλευσης Αθλητικών και Αστικών Ακινήτων, καθώς και κλωστηρίων νημάτων, βαφείων, φινιστηρίων και εκκοκκιστηρίων βάμβακος" και το διακριτικό τίτλο "ΗΛΤΕΞ ΑΒΕΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης κ. Αργύρη Αργυριάδη, βάσει δηλώσεως κατ' αρθρο 242 παρ.2 Κ,.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 24767/17-6-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και τις πρόσθετες παρεμβάσεις των 1ου και 2ου ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:33341/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 705/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-3-2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 7-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου της και την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ' αριθ. 957/9-5-2012 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ..., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο, το οποίο όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της, από το πινάκιο.
Επομένως, και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα, παρά την απουσία του πιο πάνω πρώτου αναιρεσίβλητου. Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ. 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ. 27 και 28/1998). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1263 ΑΚ "τίτλο για την απόκτηση υποθήκης παρέχουν, εφόσον επιδικάζουν χρηματική ή άλλη αποτιμητή σε χρήμα παροχή, οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών ή άλλων ειδικών δικαστηρίων καθώς και οι εκτελεστές αποφάσεις διαιτητών ή αλλοδαπών δικαστηρίων".
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1277, 1323 ΑΚ και 29 παρ.παρ.1 και 2 ΕισΝ. ΚΠολΔ η διαταγή πληρωμής χρηματικής απαίτησης αποτελεί τίτλο για εγγραφή υποθήκης, και αν έχει εγγραφεί προσημείωση για να σφαλιστεί η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, η προσημείωση μετατρέπεται σε υποθήκη.
Υπό την προϋπόθεση, και στις δύο περιπτώσεις, της τελεσιδικίας του τίτλου της διαταγής πληρωμής με την τελεσίδικη απόρριψη της τυχόν ασκηθείσης ανακοπής ή την άπρακτη παρέλευση της δεκαπενθήμερης προθεσμίας του άρθρου 632 παρ.1 ΚΠολΔ και της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου 633 παρ.2 ΚΠολΔ, μετά τη νέα επίδοση της διαταγής πληρωμής προς τον οφειλέτη που δεν άσκησε ανακοπή.
Διαφορετικά, η διαταγή πληρωμής δεν αποτελεί τίτλο για εγγραφή υποθήκης, δεν μπορεί να στηρίξει μετατροπή της προσημείωσης σε υποθήκη ούτε συνεπώς να θέσει σε κίνηση την προβλεπόμενη από το άρθρο 1323 παρ.2 ΑΚ ενενηκονθήμερη προθεσμία για την εν λόγω μετατροπή, ώστε σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας αυτής να επέρχεται απόσβεση της προσημείωσης. (Α.Π. 1580/2005).
Η προθεσμία αυτή είναι αποσβεστική, υπό την έννοια του άρθρου 279 ΑΚ, και επομένως κατ' εφαρμογή των άρθρων 255 και 257 ΑΚ, αναστέλλεται για όσο χρόνο ο δικαιούχος εμποδίστηκε από λόγο ανώτερης βίας να ασκήσει την αξίωσή του μέσα στον τελευταίο χρόνο της προθεσμίας το δε χρονικό διάστημα της αναστολής δεν υπολογίζεται στο χρόνο της προθεσμίας των ενενήκοντα ημερών, μετά δε την παύση της αναστολής συνεχίζεται η προθεσμία, συμπληρούμενη μετά πάροδο όχι εξ μηνών, αλλά των ενενήντα ημερών, όσο και η διάρκειά της (ΑΠ 1858/1986).
Επί της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας που καθιερώνται από κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 152 επ του Κ.Πολ.Δικ. χωρίς να αποκλείεται το δικαίωμα του ενδιαφερόμενου να επικαλεσθεί την προκύπτουσα αναστολή. Περαιτέρω ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό γεγονός της τήρησης προθεσμίας, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στην συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 950/2009).
Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1302, 1305 και 1307 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης και στην μετατροπή της τελευταίας σε υποθήκη, εκείνος που ζητεί την μετατροπή της προσημειώσεως οφείλει να επισυνάψει στην αίτησή του προς τον Υποθηκοφύλακα και τα έγγραφα που δικαιολογούν την μετατροπή, εάν δε η προσημείωση έχει εγγραφεί με βάση Διαταγή Πληρωμής στην περίπτωση αυτή έγγραφο που δικαιολογεί την μετατροπή, εάν κατά της Διαταγής Πληρωμής, ασκήθηκε ανακοπή, είναι η τελεσίδικη απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή κατά της Διαταγής Πληρωμής.
Επομένως, η ύπαρξη κεκυρωμένου αντιγράφου της απόφασης αυτής αποτελεί αναγκαίο στοιχείο που δικαιολογεί την σχετική καταχώρηση στα βιβλία υποθηκών εντός ενενήντα ημερών από την επέλευση της τελεσιδικίας, η δε αδυναμία για τον ενδιαφερόμενο απόκτησης του προαναφερθέντος αντιγράφου αποτελεί λόγο ανώτερης βίας κατά την προαναφερθείσα έννοια, που συνεπάγεται την αναστολή της ενενηκονθήμερης προθεσμίας.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα εξής: Μ την από 6-6-2008 αίτηση της κατ' άρθρο 791 Κ.Πολ.Δ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η αιτούσα-αναιρεσείουσα εξέθετε, ότι στις 13-5-2008 υπέβαλε αίτηση στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να τραπεί σε υποθήκη η προσημείωση που ήταν εγγεγραμμένη στον τόμο ...
και με αριθμό 19, σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της προσθέτως παρεμβαίνουσας - β' αναιρεσίβλητης προς εξασφάλιση απαιτήσεώς της, η οποία στη συνέχεια της επιδικάσθηκε με την υπ 'αριθ. 68/2005 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η δε ανακοπή που ασκήθηκε κατ' αυτής απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την υπ' αριθ. 8311/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ότι η Υποθηκοφύλακας αρνήθηκε την αιτηθείσα τροπή με την αιτιολογία ότι από τη δημοσίευση της ως άνω τελεσίδικης απόφασης στις 17-12-2007, και μέχρι την υποβολή αιτήσεως για την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 90 ημερών, πλην όμως αυτή μη νόμιμα αρνήθηκε να προβεί στην αιτηθείσα ενέργεια για τον λόγο, ότι η υπ' αριθ. 8311/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών θεωρήθηκε στις 24-3-2008, αυτή δε μόλις στις 26-3-2008 μπορούσε να λάβει αντίγραφο αυτής.
Με βάση όσα εκτέθηκαν πιο πάνω η αναιρεσείουσα ζητούσε με την αίτησή της να υποχρεωθεί η Υποθηκοφύλακας να προβεί στην τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη. Κατόπιν τούτου εκδόθηκε η απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση. Με την έφεσή της παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησε δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την αποδοχή της αίτησής της.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας με τις ακόλουθες αιτιολογίες: "Δυνάμει των υπ' αριθμ. 652/2004 και 4090/2004 αποφάσεων (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), εγγράφηκε στον τόμο ... με αριθμό 19 προσημείωση υποθήκης ομοίως σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της β' εφεσιβλήτου προς εξασφάλιση της κατ' αυτής απαιτήσεως της εκκαλούσας, η οποία (απαίτηση) στη συνέχεια της επιδικάσθηκε με την υπ' αριθ. 68/2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την υπ' αριθ. 5914/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η β' εφεσίβλητος κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής ασκήθηκε ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως με την υπ' αριθ. 8311/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Όπως προκύπτει από την από 1-4-2008 βεβαίωση της προϊσταμένης του τμήματος καθαρογραφής των πολιτικών αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, η τελευταία αυτή απόφαση δημοσιεύθηκε στις 17-12-2007, δόθηκε προς καθαρογραφή στις 7-2-2008, προς θεώρηση στην Εισηγήτρια στις 8-2-2008 και στον Πρόεδρο για υπογραφή στις 13-2-2008, θεωρήθηκε δε και τέθηκε στο αρχείο στις 24-3-2008.
Στις 13-5-2008 η εκκαλούσα υπέβαλε το πρώτον αίτηση στο α' εφεσίβλητο Υποθηκοφυλακείο, αιτούμενη να προβεί το τελευταίο στην τροπή της αναφερόμενης πιο πάνω προσημειώσεως σε υποθήκη με βάση την υπ' αριθ. 68/2005 διαταγή πληρωμής. Το εφεσίβλητο με το υπ' αριθ. 19230/13-5-2009 έγγραφό του αρνήθηκε την τροπή της προσημειώσεως με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η τροπή που ζητείται να γίνει στον τόμο ...
και αρ. 19 είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί για το λόγο ότι από την τελεσίδικη επιδίκαση της απαίτησης που επήλθε με τη δημοσίευση της αρ. 8311/07 απόφασης Εφετείου Αθηνών, δηλαδή την 17-11-2007 (το ορθό είναι 17-12-2007), παρήλθαν ενενήντα ημέρες". Με την έφεσή της η εκκαλούσα παραπονείται ότι εσφαλμένα το πρώτο εφεσίβλητο αρνήθηκε την τροπή και των δύο προαναφερομένων προσημειώσεων σε υποθήκες με την αιτιολογία, ότι μετά την δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως η ανακοπή κατά της υπ' αριθ. 68/2005 διαταγής πληρωμής και μέχρι την υποβολή της αιτήσεως σ' αυτό παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των ενενήντα ημερών και δεν αποδέχθηκε, ότι για λόγους ανωτέρας βίας παρήλθε η σχετική αποσβεστική προθεσμία.
Ο λόγος της έφεσης με τον οποίο παραπονείται η εκκαλούσα για την άρνηση του εφεσίβλητου να τρέψει την προσημείωση υποθήκης που εγγράφηκε στον τόμο ... και αρ. 19 σε υποθήκη, πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Όπως ήδη αναφέρθηκε η υπ' αριθ. 8311/2007 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών δημοσιεύθηκε στις 17-12-2007. Η εκκαλούσα υπέβαλε αίτηση στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, προκειμένου να επισπευσθεί η καθαρογραφή της απόφασης, στις 6-2-2008, οπότε στις 7-2-2008 δόθηκε πράγματι προς καθαρογραφή και στη συνέχεια στις 8-2-2008 προς θεώρηση στην Εισηγήτρια, και τέλος στις 13-2-2008 στον Πρόεδρο για υπογραφή.
Έκτοτε, όπως αποδείχθηκε, η εκκαλούσα δεν προέβη σε κάποια ενέργεια προκειμένου να καταστήσει γνωστό προς το Δικαστήριο το πρόβλημα που είχε σχετικά με την εξάντληση της προθεσμίας των ενενήντα ημερών για να τρέψει την εγγραφείσα προσημείωση σε υποθήκη. Επίσης, αποδείχθηκε ότι αυτή ουδέποτε ζήτησε να λάβει έστω και απλό (μη υπογεγραμμένο) αντίγραφο της αποφάσεως ή έστω σχέδιο αυτής για να το προσκομίσει στο εφεσίβλητο Υποθηκοφυλακείο, προκειμένου να γνωστοποιήσει σ' αυτό το εν λόγω πρόβλημα.
Από τα προσκομισθέντα έγγραφα αποδεικνύεται ότι αυτή έλαβε επικυρωμένο αντίγραφο της αποφάσεως του Εφετείου στις 26-3-2008, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδεικνύεται ότι αυτή υπέβαλε αμέσως στο εφεσίβλητο αίτηση ζητώντας την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη και ότι το τελευταίο αρνήθηκε να παραλάβει την αίτηση.
Άλλωστε, η εκκαλούσα γνωρίζοντας τη σχετική διαδικασία και διαθέτοντας επαρκή νομική υποστήριξη, θα έπρεπε, σε περίπτωση που πράγματι αρνήθηκαν οι υπάλληλοι του πρώτου εφεσίβλητου να παραλάβουν την αίτηση, να επιμείνει, προκειμένου να την παραλάβουν αυτοί κατ' αρχήν και να αποφανθούν εγγράφως περί της αδυναμίας τους να τρέψουν την προσημείωση σε υποθήκη, ούτως ώστε να έχει τη δυνατότητα στη συνέχεια να ασκήσει τα σχετικά της δικαιώματα.
Συνεπώς, ακόμη και αν ήθελε να γίνει δεκτό ότι η εκκαλούσα από λόγους ανωτέρας βίας δεν μπόρεσε να τηρήσει την αποσβεστική προθεσμία των ενενήντα ημερών για την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό και από το παρόν Δικαστήριο, ότι οι λόγοι αυτοί υφίσταντο και μετά τις 26-3-2008 και διήρκεσαν μέχρι την εκ μέρους της υποβολή της αίτησης στο πρώτο εφεσίβλητο στις 13-5-2008. Άλλωστε ως ανωτέρα βία νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης. Στην υπό κρίση δε περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα έλαβε μέτρα άκρας επιμέλειας, προκειμένου να μην απώλεσει την προθεσμία των ενενήντα ημερών.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε τα ανωτέρω, έστω και με εν μέρει εσφαλμένη αιτιολογία και απέρριψε την αίτηση της εκκαλούσας, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και προέβη σε προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος.
Ακολούθως η έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού σύμφωνα με τα προαναφερθέντα αντικατασταθεί μερικά η αιτιολογία της από την προκειμένη (άρθρα 534, 741 ΚΠολΔ)". Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση που είχε ασκήση εκείνη από τη διάταξη του άρθρου 791 ΚΠολΔ εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 255, 279, 1323, 1305 και 1307 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή η τελεσίδικη απόφαση της οποίας εζητείτο η καταχώρηση αρχειοθετήθηκε υπογεγραμμένη στο αρχείο του Εφετείου Αθηνών στις 24-3-2008, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της αναστολής λόγω ανωτέρας βίας της αποσβεστικής προθεσμίας των ενενήντα ημερών για το χρονικό διάστημα από την δημοσίευσης της ίδιας απόφασης στις 17-12-2007 μέχρι την οριστικοποίηση της καθαρογραφής και υπογραφής της στις 24-3-2008, και δικαιολογούν την παραδοχή της αίτησης της αναιρεσείουσας, αφού από τις 26-3-2008 μέχρι της 13-5-2008 που υποβλήθηκε η αίτηση και το κεκυρωμένο αντίγραφο της εφετειακής απόφασης δεν είχε συμπληρώσει εννενηκονθήμερη προθεσμία.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας του άλλου λόγου. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, ακολούθως δε παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ) και καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι το μεν πρώτο (Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης) εκπροσωπούμενο από την υποθηκοφύλακα ως υπαίτιο της διεξαγωγής της δίκης, η δε δεύτερη, εκπροσωπούμενη από τον οριστικό σύνδικο της πτώχευσης, ως προσθέτως υπέρ της πρώτης παρεμβάσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 746, 741, 176, 182, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 705/2010 απόφαση, του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ