Supreme Court allows subrogation claim filed prematurely due to insurer's inaction in exercising rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of a subrogation claim. The insured had filed a direct claim against the primary insurer while simultaneously filing a subrogation claim against the secondary insurer, alleging the latter's inaction. The Court ruled that the subrogation right had not yet vested in the primary insurer at the time of filing, making the subrogation claim premature and inadmissible under the relevant procedural law. Consequently, the appeal was granted in part to remand the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 72 of the Civil Code; Article 10 of Law 489/1976; Article 10 of Law 2496/1997; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: When a third party files both a direct claim and a subrogation claim against an insurer, the subrogation claim is premature if the insured has not yet acquired the right to subrogate against the secondary insurer, as such right vests only upon the insured's failure to exercise their own claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1544 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1544/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1 χήρας Ζ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νικολιδάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALLIANZ HELLAS A.A.E." (ή "ALLIANZ ΕΛΛΑΣ Α.Α.Ε."), όπως μετονομάστηκε η αρχικά εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "ALLIANZ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/12/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2719/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7967/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/4/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 6/9/2010 έκθεση της ήδη αποχωρήσασας από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Σοφίας Καραχάλιου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μόνου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 72 του Α.Κ, προκύπτει, ότι, όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει στην δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, ασκώντας ο ίδιος τα δικαιώματα του οφειλέτου του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπό του. Το δικαίωμα, το οποίο δεν ασκεί ο οφειλέτης, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό.
Εξ άλλου, ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό ατύχημα, σε περίπτωση παραγραφής της κατά του ασφαλιστού αξιώσεώς του, κατά άρθρο 10 παρ.2 του Ν. 489/1976, μπορεί να ασκήσει κατ' αυτού, πλαγιαστικώς, την από την σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστού, εν όψει του ότι η τελευταία υπόκειται σε μεγαλύτερη παραγραφή (ήδη άρθρο 10 του Ν. 2496/1997).
Η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστού γεννάται, από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, ήτοι από του χρόνου κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδόσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή. Υπάρχει δυνατότητα σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υποχρέου προς αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά ασφαλιστού, εφ' όσον τούτο δεν αποκλείεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 72 Α.Κ ή από άλλη διάταξη, αίτημα δε της πλαγιαστικής αγωγής θα είναι η καταδίκη του εναγομένου ασφαλιστού να καταβάλει στον δικαιούχο ασφαλισμένο και όχι στον ενάγοντα τρίτο.
Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο, αλλά αρκεί η επίδοση αυτού να έχει γίνει κατά τον χρόνο εκδικάσεως των αγωγών στο δικαστήριο. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 14 του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διατάξεως, ενώ θα πρέπει το δικαστήριο, η απόφαση του οποίου προσβάλλεται με την αίτηση αναιρέσεως, να ήταν υποχρεωμένο να κηρύξει την ακυρότητα, το απαράδεκτο ή την έκπτωση.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία επιτρεπτώς, κατ' αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, προκύπτει, ότι: Η αναιρεσείουσα, με την από 13-12-2005 αγωγή της, κατά της ήδη μη διαδίκου, Π και της αναιρεσιβλήτου, ισχυρίσθηκε, ότι, από το περιγραφόμενο σ' αυτή αυτοκινητικό ατύχημα, το οποίο έλαβε χώρα την 24-12-2000, στην Νέα Εθνική Οδό ..., από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, ως οδηγού του υπ' αριθμ.
κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, της κυριότητάς της, που ήταν ασφαλισμένο, για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, στην δευτέρα εναγομένη, ασφαλιστική εταιρεία, επήλθε ο θάνατος του συζύγου της Ζ. Ζήτησε, δε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, να της καταβάλουν τα εις την αγωγή ποσά, ως αποζημίωσή της, για την ζημία, την οποίαν υπέστη, λόγω της στερήσεως των υπηρεσιών του θανόντος συζύγου της.
Παραλλήλως, η ενάγουσα, στο ίδιο δικόγραφο της κυρίας αγωγής, σώρευσε επικουρικώς, και αγωγή κατά της δευτέρας εναγομένης, ασφαλιστικής εταιρείας, με την οποία ζήτησε, σε περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή τυχόν προβληθησομένη, από την τελευταία, ένσταση παραγραφής της ευθείας κατ' αυτής, από την σύμβαση ασφαλίσεως, αξιώσεώς της, να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ασφαλισμένη της, α' εναγομένη, η οποία αδρανεί να ασκήσει τις κατ' αυτής αξιώσεις της από την ασφαλιστική σύμβαση, τα ποσά τα οποία θα υποχρεωθεί να της καταβάλει, σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της κυρίας, κατ' αυτής, αγωγής.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, απέρριψε την έφεση που είχε ασκηθεί από την ενάγουσα (και ήδη αναιρεσείουσα) και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί, ως προώρως ασκηθείσα, η παρεμπίπτουσα αγωγή (μετά την παραδοχή της προταθείσας από την εναγομένη - αναιρεσίβλητο ενστάσεως παραγραφής της, κατ' αυτής, ευθείας αξιώσεως της ενάγουσας), δεχόμενο, ότι: "...Στην προκειμένη περίπτωση, η ζημιωθείσα από τροχαίο ατύχημα ενάγουσα έχει σωρεύσει στο ίδιο ένδικο δικόγραφο...δύο αγωγές, α) ευθεία αγωγή κατά της 1ης εναγομένης Π (ζημιωσάσης ασφαλισμένης) και β) επικουρική πλαγιαστική αγωγή της ανωτέρω 1ης κατά της 2ης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, υπό την επωνυμία "ALLIANZ ΑΕΓΑ" (από την σχετική μεταξύ των ασφάλιση), επικαλούμενη σχετική αδράνεια της 1ης εναγομένης, όχι όμως και προηγούμενη εξώδικη έστω όχληση αυτής.
Έτσι όμως, και σύμφωνα με τα προεκταθέντα, η εν λόγω επικουρική πλαγιαστική αγωγή έχει ασκηθεί πρόωρα και ως τέτοια κρίνεται απορριπτέα, καθόσον δεν μπορεί εν προκειμένω να νοηθεί αδράνεια της 1ης εναγομένης στην άσκηση των δικαιωμάτων της έναντι της 2ης εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αφού πριν την επίδοση της αγωγής στην ασφαλισμένη 1η εναγομένη, που όπως προκύπτει έλαβε χώρα συγχρόνως προς αμφότερες στις 21-12-05, δεν έχει γεννηθεί η αξίωση της εν λόγω εναγομένης ασφαλισμένης κατά της 2ης εναγομένης ασφαλίστριας εταιρίας για καταβολή του ασφαλίσματος και συνεπώς μέχρι τότε η 1η εναγομένη δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα της δανείστριας της ασφαλίστριάς της.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την επικουρικώς ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή της εκκαλούσας, ως προώρως ασκηθείσα, δεν έσφαλε...". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, εφ' όσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα πρόταση της παρούσας, η σώρευση στο ίδιο δικόγραφο της ευθείας και της πλαγιαστικής αγωγής ήταν παραδεκτή, η αγωγή δε είχε επιδοθεί προς την υπόχρεο ασφαλισμένη, κατά τον χρόνο της συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου των αγωγών (ενώ η τελευταία δεν είχε ασκήσει, μέχρι του χρόνου αυτού, τις αξιώσεις της κατά της ασφαλίστριας).
Επομένως, ο μόνος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, επειδή το Εφετείο παρά τον νόμο απέρριψε την επικουρικώς ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή, ως ασκηθείσα προώρως, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, συνακόλουθα δε να αναιρεθεί εν μέρει ως προς τη διάταξή της με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω πλαγιαστική αγωγή η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, κατά το αναιρούμενο μέρος της, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 580 §3 Κ.Πολ.Δ.) καταδικασθεί δε η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 185 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την 7967/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το άνω αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ