Legislator Case Law & Legislation
1544/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on sale of goods for lack of substantive law violation and procedural defects.

Case Number 1544/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a defective boat sale. The appellant argued the seller was liable for significant defects reducing the boat's value, but the court found the defects did not substantially impair the vessel's utility or value. Consequently, the appellate court's reasoning was deemed legally sound and free from contradictions, leading to the dismissal of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 534, 535 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: A seller is liable for defects substantially reducing value or utility at the time risk passes, and an appeal fails if the lower court correctly applied substantive law and did not distort evidence.

Keywords

AI generated
sale of goods seller liability substantial defect appellate review civil procedure contractual obligation court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 534 and 535 of the Civil Code
Article 540 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1544 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1544/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νταλάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 181/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 1592/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-2-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 1-2-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τα άρθρα 534 και 535 Α.Κ., έχοντα διαχρονικώς εφαρμογή στην κρινόμενη περίπτωση, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 1 παρ.1 του ν. 3043/2002, που άρχισε να ισχύει από τις 21-8-2002, χρόνο δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α-192), ο πωλητής ευθύνεται αν, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, το πράγμα έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή την χρησιμότητά του ή δεν έχει τις συμφωνημένες ιδιότητες, ενώ κατά το άρθρο 540 ΑΚ στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ή για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απαιτήσει είτε την αναστροφή της πώλησης είτε τη μείωση του τιμήματος.

Ως πραγματικό ελάττωμα, κατά τη διάταξη αυτή, νοείται η προς το χειρότερο παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, που οφείλεται κατά κανόνα στον ατελή τρόπο κατασκευής και που έχει ως συνέπεια αρνητική επίπτωση στην αξία του πράγματος ή στη χρησιμότητα αυτού, ενόψει των συνομολογηθέντων με τη σύμβαση της πωλήσεως.

Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργούνται, ο μεν πρώτος, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή τα διδάγματα της κοινής πείρας και εφόσον αυτά αφορούν στην εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, όχι όμως και στην εκτίμηση των αποδείξεων προς εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που, κατ' αποδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνιση της αντιθέτως αποφανθείσης πρωτοβάθμιας απόφασης, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος περί μειώσεως του τιμήματος του πωληθέντος σ' αυτόν από τον αναιρεσίβλητο σκάφους, δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία:

Με το από 18-12-1999 προσύμφωνο αγοραπωλησίας σκάφους αναψυχής, ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στον αναιρεσείοντα ένα μηχανοκίνητο σκάφος αναψυχής, μοντέλο coruiche 30, μήκους 30 ποδών περίπου, έτους κατασκευής το 1991, με δύο μηχανές Υοlνο Ρenta 2001hp η κάθε μία, ονομαζόμενο ".....", νηολογημένο στο λιμεναρχείο Πειραιά αντί συνολικού τιμήματος 24.250.000 δραχμών.

Την ίδια ημέρα ο αναιρεσίβλητος παρέδωσε τα κλειδιά του σκάφους (στον αναιρεσείοντα), που του επέτρεπαν την είσοδο στους χώρους του σκάφους, αλλά δεν του έδιναν το δικαίωμα να αποπλεύσει με αυτό, ούτε και να θέσει σε κίνηση τις μηχανές του. Στη συνέχεια με το από 25-1-2000 συμφωνητικό ο αναιρεσίβλητος πώλησε και παρέδωσε στον αναιρεσείοντα το ως άνω σκάφος, ο δε τελευταίος κατέβαλε το τίμημα και το μετονόμασε ".....".

Προτού παραδοθεί το σκάφος στον αναιρεσείοντα, οι διάδικοι από κοινού πραγματοποίησαν τρία δοκιμαστικά ταξίδια, εκ των οποίων τα δύο συνομολογεί ο αναιρεσείων. Ο τελευταίος μετά την παραλαβή του σκάφους ανέθεσε στον μηχανικό θάλασσας Α να εξετάσει το αξονικό σύστημα αυτού. Ο εν λόγω μηχανικός διαπίστωσε ότι απαιτείται αντικατάσταση ορισμένων ανταλλακτικών.

Στις 15-6-2000 ο ίδιος ως άνω μηχανικός, διαπίστωσε ότι πρέπει να αντικατασταθούν ορισμένα ανταλλακτικά της μηχανής. Το Μάιο του επόμενου έτους ο αυτός μηχανικός διαπίστωσε ότι πρέπει να επισκευαστούν οι μηχανές και οι άξονες. Το καλοκαίρι του 2000 ο αναιρεσείων πραγματοποίησε πέντε ταξίδια στο Αιγαίο και μάλιστα απέπλευσε από τη Γλυφάδα με προορισμό στις 26-5-2000 τη Σύρο, στις 9-7-2000 με προορισμό τη Μήλο, στις 28-7-2000 με προορισμό τη Τζια, στις 13-8-2000 με προορισμό τη Μυτιλήνη και στις 19-8-2000 μετέβη από τη Χίο στη Μυτιλήνη.

Όπως προκύπτει από τα από 3-9-2001, 5-9-2001, 23-3-2001, 26-3-2001, 21-5-2001, 24-5-2001, 3-5-2001, 9-10-2001, 9-10-2001 και 9-10-2001 αποδείξεις και τιμολόγια ο αναιρεσείων αγόρασε τα ανταλλακτικά το επόμενο έτος από την αγορά του σκάφους και επισκεύασε τις μηχανές και τους άξονες κατόπιν αυτού στις 3-9-2001, στις 10-9-2001 και 2-10-2001. Ο αναιρεσείων με την από 27-12-2000 αίτηση του προς το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, ζήτησε να διορισθεί πραγματογνώμονας Μηχανολόγος-Μηχανικός, προκειμένου να διενεργήσει πραγματογνωμοσύνη για την κατάσταση των μηχανών και των αξονικών συστημάτων του ως άνω σκάφους.

Το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, όρισε πραγματογνώμονας τον Ναυπηγό Μηχανολόγο Μηχανικό Β, ο οποίος, όπως προκύπτει από την από 25-10-2001 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, διαπίστωσε: φθορά στα μέταλλα των μπιελών και στροφάλων της δεξιάς μηχανής. Μικρότερη φθορά στα αντίστοιχα της αριστερής μηχανής. Φθορά στα κομβία στροφάλου δεξιάς μηχανής (γραμμώσεις).

Μικρότερη φθορά στα αντίστοιχα της αριστερής μηχανής. Μικρή φθορά ελατηρίων. Σπασμένη η μία βάση της δεξιάς μηχανής. Μικρή φθορά από ηλεκτρόλυση στη χελώνα της δεξιάς μηχανής. Μικρή φθορά από ηλεκτρόλυση στο δεξιό ελικοφόρο άξονα. Επίσης ο ως άνω πραγματογνώμων διαπίστωσε μείωση συμπίεσης για τους έξι (6) κυλίνδρους της μεν αριστερής μηχανής κατά 1-5 ΚG/ cm2, της δε δεξιάς κατά 3-4 ΚG/cm2 από την αντίστοιχη κανονική τιμή, με αποτέλεσμα τη μειωμένη απόδοση των μηχανών, η οποία (μειωμένη συμπίεση) έχει ως αιτία τις παραπάνω φθορές.

Και καταλήγοντας ο πραγματογνώμονας αυτός συμπεραίνει ότι οι φθορές, που προαναφέρθηκαν, είναι αποτέλεσμα της δεκαετούς λειτουργίας των δύο μηχανών (390 ώρες πριν την πώληση του σκάφους και 80 ώρες μετά την πώληση στον νέο πλοιοκτήτη) και της απαιτούμενης συντήρησής τους και ως προς τα ψυγεία είναι λογικό να καθαριστούν, οι δε ψεκαστήρες των κυλίνδρων (μπεκ) να αντικατασταθούν λόγω της δεκαετούς χρήσης τους και ο δεξιός ελικοφόρος άξονας να επισκευαστεί.

Ας σημειωθεί, δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι το εν λόγω σκάφος είχε επιθεωρηθεί από το Υπουργείο Ναυτιλίας τόσο στην ξηρά στις 15-5-96 όσο και στη θάλασσα στις 7-6-1996 και διαπιστώθηκε ότι τόσο αυτό (σκάφος) όσο και οι μηχανές του πληρούν τις απαιτήσεις των κανονισμών να διατηρούνται σε ικανοποιητική κατάσταση.

Επίσης είχε γίνει επισκευή και συντήρηση του σκάφους το Μάιο του 1999 από τον Γ, ο οποίος σε νέο έλεγχο που πραγματοποίησε το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, δεν διαπίστωσε φθορές. Από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, συνεχίζει το Εφετείο, προκύπτει ότι τα ελαττώματα που προαναφέρθηκαν στις μηχανές και στο αξονικό σύστημα του σκάφους, δεν είναι τέτοια ώστε να αναιρούν ή να μειώνουν ουσιωδώς την αξία του, καθόσον αυτό το αγόρασε ως μεταχειρισμένο αντί τιμήματος 24.250.000 δραχμών ενώ το τίμημα του καινούργιου, όπως ο μάρτυρας του εφεσίβλητου κατέθεσε, ανερχόταν σε 45.000.000 δραχμών, ή τη χρησιμότητα του, αφού πριν την επισκευή του, το καλοκαίρι του 2000 πραγματοποίησε τα ως άνω ταξίδια στο Αιγαίο χωρίς πρόβλημα.

Η μειωμένη απόδοση των μηχανών οφειλόταν στις φυσιολογικές φθορές λόγω δεκαετούς λειτουργίας τους, γεγονός που γνώριζε ο αναιρεσείων και που είχε ως αποτέλεσμα το μειωμένο τίμημα του σκάφους, αφού η καινούργια μηχανή πωλείται αντί τιμήματος 6.000.000 δραχμών, ενώ η μεταχειρισμένη με 500 ώρες λειτουργίας 3.000.000 δραχμές.

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχεται χωρίς αντίφαση ότι το πωληθέν σκάφος είχε μεν ελαττώματα, πλην όμως αυτά δεν αναιρούσαν ουσιωδώς την αξία και τη χρησιμότητά του, το γεγονός δε ότι το ως άνω σκάφος είχε την ιδιότητα σκάφους αναψυχής, δεν διαφοροποιεί την ανωτέρω κρίση, ούτε δημιουργείται ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογίας από την έλλειψη ειδικότερου προσδιορισμού αναφοράς της ιδιότητας αυτής, την οποία άλλωστε σε κάθε περίπτωση ρητά αναφέρει η προσβαλλόμενη.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, στηριζόμενοι στο άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, ενόψει του ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς στην ανωτέρω κρίση, η επάλληλη αιτιολογία αυτής, περί γνώσεως του αναιρεσείοντος των ελαττωμάτων του σκάφους κατά το χρόνο αγοράς αυτού, αλυσιτελώς πλήττεται και γι' αυτό ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 536 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, κατά της έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά μέσα. Έτσι δεν είναι έγγραφα με την έννοια αυτή, εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι έγγραφες γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (άρθρο 383 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 25-10-2001 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος κατόπιν αιτήσεώς του από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος ως πραγματογνώμονα για τον έλεγχο του σκάφους μηχανολόγου μηχανικού Β με την παράλειψη αναγνώσεως από το εφετείο περικοπής αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η πραγματογνωμοσύνη δεν αποτελεί έγγραφο και επομένως δεν είναι δεκτική παραμορφώσεως με την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. Μετά ταύτα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22 Φεβρουαρίου 2006 αίτηση του Χγια αναίρεση της υπ' αριθμ. 1592/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2008.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 3 Ιουλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ