1544/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1544/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το από 23.10.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 09.11.2006, συνταγείσης της υπ' αριθμ. ......
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1544 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1544/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Παναγιώτα Δασκαλέ Ασημακοπούλου Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΟΤΟΡ ΟΪΛ ΕΛΛΑΣ ΔΙΥΛΙΣΤΗΡΙΑ ΚΟΡΙΝΘΟΥ ΑΕ" που εδρεύει στους Αγ. Θεοδώρους Κορίνθου, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Αντώνιο Παπαδημητρίου και Στέφανο Δελατόλα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-10-1980 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7455/1998 του ίδιου Δικαστηρίου και 5356/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά το αναιρεσείον με την από 22-6-2006 αίτησή του και τους από 23-10-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 26-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Για το παραδεκτό της κρινομένης αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου προσκομίζεται η 1080/2006 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους κατ' αρθρ. 12 παρ.1 και 2 Ν.2298/1995, όπως αντικ. με τα αρθρ. 28 παρ.3 του Ν.2579/1998 και 42 του Ν.2721/1999.
Ι. Κατά το άρθρο 569 παρ.2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση. Αντίγραφο του δικογράφου των προσθέτων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.
Η επίδοση μπορεί να γίνει και στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσιβλήτου, αν αυτός επισπεύδει τη συζήτηση. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το από 23.10.2006 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου την 09.11.2006, συνταγείσης της υπ' αριθμ. ......
έκθεσης κατάθεσης, ζητεί την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, και για τον προβαλλόμενο με το δικόγραφο αυτό, μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης. Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ......έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Πειραιά ....., αντίγραφο του άνω δικογράφου των προσθέτων λόγων, με την κάτω από αυτό πράξη κατάθεσης, επιδόθηκε με εντολή της πληρεξούσιας του αναιρεσείοντος, παρέδρου του Ν.Σ.Κ.
Παναγιώτας Δασκαλέα στον δικηγόρο Στέφανο Δελατόλα, ο οποίος παρέστη νομίμως κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, η οποία, όπως συνομολογείται, επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσης. Επομένως και αφού, όπως από το δικόγραφο της αναίρεσης προκύπτει, ως χρονολογία πρώτης συζήτησης αυτής προσδιορίστηκε νομίμως η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (12.02.2007) οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν νομίμως και είναι παραδεκτοί.
ΙΙ. Ο από το άρθρο 559 αρ.8 περ.β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξη αυτής νοούνται οι αυτοτελείς, ουσιώδεις νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες, πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι ισχυρισμοί ή επιχειρήματα, που αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή την βαρύτητα των αποδεικτικών μέσων, δεν ιδρύεται δε ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας, έλαβε υπόψη τον πραγματικό ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος που αυτός προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο και επαναφέρθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και να αναφέρεται επίσης στο αναιρετήριο ποία επίδραση θα ασκούσε ο μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 493/02) Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του κυρίου δικογράφου, το αναιρεσείον, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς τις ποσότητες των παραχθησομένων βασικών προϊόντων από τη διύλιση του παραδιδόμενου από το αναιρεσείον στην αναιρεσίβλητη αργού πετρελαίου (υγραερίου, νάφθας, ντήζελ και μαζούτ), προβληθέντα με την αγωγή του και επαναφερθέντα στο εφετείο με λόγο έφεσης ισχυρισμό του, ότι , η αληθινή έννοια του υπ' αριθμ. 11 όρου της μεταξύ των σύμβασης, με τον οποίο καθορίζεται η μέθοδος υπολογισμού των παραχθησομένων από τη διύλιση του αργού πετρελαίου βασικών ως άνω προϊόντων, ερμηνευομένων των δηλώσεων βουλήσεων των συμβληθέντων, σύμφωνα με την καλή πίστη και την ακολουθούμενη από όλα τα διυλιστήρια μέθοδο διύλισης αργού πετρελαίου, ήταν ότι η διύλιση του αργού έπρεπε να γίνεται σε σημείο ζέσεως 360 βαθμών και εν συνεχεία να λαμβάνει χώρα αποθείωση και όχι μόνο με κριτήριο την περιεκτικότητα σε θείο η οποία δεν μπορούσε να είναι μεγαλύτερη του 0,5%.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου προκύπτει, αυτό, για να καταλήξει στην κρίση του, περί των παραχθησομένων από την αναιρεσίβλητη ποσοτήτων βασικών προϊόντων (υγραερίου, νάφθας, ντήζελ και μαζούτ) έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, δεχόμενο ότι ο προσδιορισμός των παραχθησομένων βασικών προϊόντων, εγένετο σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, μετά τη διενέργεια δηλαδή σχετικής χημικής ανάλυσης εκάστου φορτίου αργού πετρελαίου από Επιτροπή, αποτελούμενη από έναν χημικό του Γενικού Χημείου του Κράτους και εκπροσώπους των διαδίκων, τα αποτέλεσμα των οποίων το αναιρεσείον ουδέποτε αμφισβήτησε.
III. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο αυτό υποπίπτει σε σφάλμα ανάγνωσης του εγγράφου, είτε θετικώς με τη λανθασμένη ανάγνωση κρισίμων σημείων αυτού, είτε αρνητικώς με τη μη ανάγνωση τέτοιων σημείων, και έτσι αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο που πράγματι δε έχει, στη συνέχεια δε στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που παραμορφώθηκε καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ο νόμιμος τρόπος προβολής του και επαναφοράς του στο εφετείο, το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου και εκείνο που το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτό παραμορφώνοντας το περιεχόμενό του.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο του κυρίου δικογράφου το αναιρεσείον, κατ' επίκληση παραβίασης από το παραπάνω άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχθεί, όπως και το πρωτοβάθμιο, την προβληθείσα από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ένσταση, ότι δυνάμει προγενεστέρας συμφωνίας μεταξύ τους η αναιρεσίβλητη παρέδωσε κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 1976, στο ενάγον ποσότητες μαζούτ 13.365,103 και 4.375,298 Μ.Τ.
με τη συμφωνία να συμψηφισθούν οι ποσότητες αυτές, με εκείνες που η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να παραδώσει με βάση την τότε εν όψει και μεταγενεστέρως καταρτισθείσα μεταξύ τους από 1.09.1976 σύμβαση δωρεάν διύλισης αργού πετρελαίου στα διυλιστήρια της, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ........ τέλεξ της ΕΥΠΕ που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη και την από 11.3.1976 έγγραφη απάντηση αυτής, τα οποία έγγραφα προσκόμισε μετ' επικλήσεως το ενάγον στο εφετείο κατά τη συζήτηση της έφεσης αυτού, προς ανταπόδειξη ισχυρισμού (ένστασης) της εναγομένης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου προκύπτει, ότι αυτό στήριξε την κρίση του, ότι οι παραπάνω ποσότητες μαζούτ παραδόθηκαν στο ενάγον από την εναγομένη σε εκτέλεση μεταξύ τους συμφωνίας και με τον όρο να συμψηφισθούν στις παραχθησόμενες ποσότητες από τη διύλιση του αργού πετρελαίου, που το ενάγον θα παρέδιδε με την μεταγενεστέρως καταρτισθείσα από 01.09.1976 σύμβαση, όχι μόνο ή κυρίως στα παραπάνω έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων φέρεται ότι παραμορφώθηκε από το εφετείο, αλλά αφού έλαβε υπόψη και αξιολόγησε και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, (μάρτυρες και έγγραφα) συνεκτιμώντας και τα έγγραφα αυτά καθώς και το ότι το ενάγον δεν αρνείτο την παραλαβή των άνω ποσοτήτων, επικαλούμενο άλλη προγενέστερη συμφωνία, την οποία και δέχτηκε το εφετείο.
ΙV.Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σε όλους τους από το άρθρο 559 ιδίου κώδικα περιοριστικά αναφερόμενους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 περ.β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυε μέχρι 1.1.2002, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/01 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 αυτού, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά.
Η έννοια του όρου πράγματα στη διάταξη αυτή, είναι ταυτόσημη με τον αντίστοιχο όρο του άρθρου 559 αρ.8, περιλαμβάνει δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Επομένως δεν αποτελούν πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε η αιτιολογημένη άρνηση τέτοιων ισχυρισμών. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο του κυρίου δικογράφου, το αναιρεσείον αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι χωρίς να διατάξει απόδειξη δέχτηκε την ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, ότι οι παραπάνω παραδοθείσες από αυτή στο ενάγον ποσότητες μαζούτ κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 1996, παραδόθηκαν με τη συμφωνία να συμψηφισθούν με εκείνες που η εναγομένη υποχρεούτο να παραδώσει από τη διύλιση του αργού πετρελαίου, το οποίο το Δημόσιο θα παρέδιδε σ' αυτή με βάση την μεταγενεστέρως από 01.09.1976 σύμβαση.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι το αναιρεσείον δεν εκθέτει στο αναιρετήριο, ότι προέβαλε στο εφετείο με λόγο έφεσης κατά της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί επίσης την ένσταση αυτή της εναγομένης, ισχυρισμό περί μη διατάξεως αποδείξεων για την ένσταση αυτή της εναγομένης.
V. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ.1 στοιχ.β', 453 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφαση του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην.
έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη το υπ' αριθμ....... τέλεξ της αναιρεσίβλητης προς την ΕΥΠΕ, το οποίο το αναιρεσείον προσκόμισε νομίμως στο εφετείο προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι, εκτός των άλλων τριών αντικαταστάσεων βασικών προϊόντων με άλλα της επιλογής του, κατ' ενάσκηση παρεχομένης από την σύμβαση στο αναιρεσείον διαζευκτικής ευχέρειας, προέβη σε αντικατάσταση κατ' επιλογή και 50.000 Μ.Τ.
ντήζελ με νάφθα και συμπληρωματικά με μαζούτ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι το αναιρεσείον δεν εκθέτει ποία ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ασκούσε ο ισχυρισμός του ότι έλαβε χώρα και η αντικατάσταση αυτή, με την έννοια ποία ήταν η έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε συνεπεία της παράβασης αυτής.
VI. Κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, και όχι αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικονομικού δικαίου ή συμβατικοί όροι.
Ο κανόνας παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Αν η αγωγή έγινε δεκτή ή απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδιδόμενο στην απόφαση από τον αναιρεσείοντα νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, η καταγνωσθείσα δηλαδή έννομη συνέπεια, ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα ενάριθμα, και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και σαφήνεια και όχι με επιλεκτική αποσπασματική επιλογή, υπό τις οποίες συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Εξ άλλου, από τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 305,306,307,316 και 361 ΑΚ προκύπτει, ότι διαζευκτική ενοχή υπάρχει όταν εξ υπαρχής αντικείμενο αυτής είναι δύο η περισσότερες παροχές, αυτές όμως βρίσκονται μεταξύ τους σε διάζευξη, με την έννοια ότι θα καταβληθεί ή μία ή ηάλλη, δηλαδή θα καταβληθεί μόνο μία, κατ'επιλογή του δικαιούχου, ο οποίος εν αμφιβολία είναι ο οφειλέτης, ασκούμενης με μονομερή άτυπη και απευθυντέα και διαπλαστικής φύσεως δικαιοπραξία, από της οποίας επιλογής η ενοχή γίνεται απλή και οφείλεται έκτοτε η επιλεγείσα παροχή, μη δικαιουμένου του επιλέξαντος να μεταβάλει γνώμη.
Απλοποίηση της διαζευκτικής ενοχής, δηλαδή συγκέντρωση της ώστε να οφείλεται πλέον η μία παροχή, επέρχεται και με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, σύμφωνα με το άρθρο 361 ΑΚ. Διαφορετική της διαζευκτικής ενοχής με την παραπάνω έννοια είναι η διαζευκτική (ή υπαλλακτική) ευχέρεια (facultas alternativa), η οποία μπορεί να συνομολογηθεί και υπέρ του δανειστή, με την έννοια ότι δικαιούχος της επιλογής είναι αυτός και όχι ο οφειλέτης.
Διαζευκτική δηλαδή ευχέρεια υπάρχει, όταν, κατά κανόνα με τη σύμβαση, οφείλεται μεν μία παροχή (κατά γένος ή είδος ορισμένη), παρέχεται όμως το δικαίωμα είτε στον οφειλέτη είτε στο δανειστή να καταβάλλει ή απαιτήσει αντίστοιχα άλλη. Στη διαζευκτική δηλαδή ευχέρεια έχουμε απλή και όχι διαζευκτική ενοχή όπως στη περίπτωση της διαζευκτικής ενοχής.
Η άσκηση της ευχέρειας αυτής από τον δανειστή, η οποία μπορεί να γίνει και για τμήμα της συνολικώς οφειλομένης παροχής, αν στα πλαίσια της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων έχει συνομολογηθεί τμηματική εκπλήρωση της παροχής, γίνεται με άτυπη απευθυντέα, διαπλαστικού χαρακτήρα και αμετάκλητη δήλωση, έκτοτε δε οφείλεται η επιλεγείσα παροχή και όχι η αρχική, η οποία αρχική παροχή, όταν, κατά τα συμφωνηθέντα, έγινε επιλογή μόνο για τμήμα αυτής, εξακολουθεί να υφίσταται κατά τα λοιπά τμήματα, δικαιουμένου του δανειστή να απαιτήσει την καταβολή αυτών.
Πηγή και της διαζευκτικής ευχέρειας μπορεί να είναι είτε ο νόμος, είτε, κατά κανόνα, η δικαιοπραξία (σύμβαση), από τη πηγή δε αυτής μπορεί να προκύπτει και διαφοροποίηση των ακριβών συνεπειών και προϋποθέσεων της άσκησης του δικαιώματος επιλογής από τον δανειστή. Στην προκειμένη περίπτωση με τον 5° λόγο κατά το πρώτο σκέλος του και τον ταυτόσημο 6° λόγο του κυρίου δικογράφου, το αναιρεσείον κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι με το να απορρίψει την αγωγή του ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχόμενο, ότι κατά την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, κατά την άσκηση του συμβατικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος, προς αντικατάσταση των δικαιουμένων από αυτό βασικών προϊόντων διύλισης αργού πετρελαίου, με άλλα (υπαλλακτικά) προϊόντα της παραγωγής του διυλιστηρίου της αναιρεσίβλητης, απαιτείτο όπως κάθε φορά που ελάμβανε χώρα τέτοια αντικατάσταση, δηλώνεται από το ασκούν τη σχετική συμβατική ευχέρεια αναιρεσείον, έναντι ποίων βασικών ανταλλάσσει τα υπαλλακτικώς λαμβανόμενα, εσφαλμένα εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις των άρθρων 305-315 και 361, διότι κατά την μεταξύ τους σύμβαση (άρθρο 10), είχε συμφωνηθεί διαζευκτική ευχέρεια υπέρ του δανειστή -ενάγοντος Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται προς τούτο δήλωση έναντι ποίων βασικών προϊόντων λαμβάνει τα υπαλλακτικώς λαμβανόμενα.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενοι, για τους εξής λόγους: Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου αυτό δέχτηκε, σχετικώς με το δικαίωμα επιλογής του αναιρεσείοντος τα εξής: Ότι με την από 01.09.1976 εγγράφως καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να διυλίσει δωρεάν, στο διυλιστήριο της στους Αγίους Θεοδώρους Κορινθίας, προς παραγωγή υγραερίου, νάφθας, ντήζελ και μαζούτ, 1.000.000 μετρικούς τόνους (Μ.Τ.) + - 5% option του ενάγοντος Δημοσίου, αργό πετρέλαιο, το οποίο θα παραδίδονταν για το σκοπό αυτό από το ενάγον τμηματικώς μέχρι 31.12.1976, υποχρεούμενης της εναγομένης να παραδίδει επίσης τμηματικώς στο ενάγον τα άνω βασικά προϊόντα διύλισης.
Ότι με τα άρθρα 9 και 10 της σύμβασης αυτής συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, ότι το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα, αντί των άνω οφειλομένων βασικών προϊόντων διύλισης, να λαμβάνει κατ' επιλογή του, αντί νάφθας βενζίνη οχημάτων και να αντικαθιστά βασικά προϊόντα με άλλα παραγωγής του διυλιστηρίου της εναγομένης, καθορισθέντος και του τρόπου υπολογισμού της σχέσης αξίας μεταξύ των ανταλλασσομένων (αντικαθισταμένων) βασικών προϊόντων και των υπαλλακτικώς λαμβανομένων, με κρίσιμο χρόνο αξίας αυτών εκείνον της ημέρας εκδόσεως του οικείου τελωνειακού παραστατικού.
Περαιτέρω το εφετείο δέχτηκε, ότι, κατά τους άνω όρους της σύμβασης, παρασχέθηκε στο ενάγον διαζευκτική ευχέρεια, προς αντικατάσταση βασικών οφειλομένων προϊόντων διύλισης με άλλα της επιλογής του Δημοσίου, και ότι το επιλέγον Δημόσιο όφειλε κάθε φορά που προέβαινε σε αντικατάσταση βασικών προϊόντων με άλλα να δηλώνει έναντι ποίων βασικών αντικαθιστά τα κατ' επιλογή του λαμβανόμενα, ούτως ώστε, με βάση τον συμφωνηθέντα τρόπο υπολογισμού της αξίας αυτών, να λαμβάνει χώρα τμηματική καταβολή της παροχής της και ισόποση κατ' αξίαν απόσβεση της οφειλομένης παροχής από την εναγομένη βασικών προϊόντων διύλισης.
Ότι το Δημόσιο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης, προέβη επανειλημμένως σε αντικατάσταση βασικών προϊόντων με άλλα της επιλογής του, όλες δε τις φορές που προέβη σε τέτοιες αντικαταστάσεις, εκτός τριών περιπτώσεων, δεν εδήλωσε έναντι ποίων βασικών λαμβάνει τα επιλεγέντα και υπαλλακτικώς οφειλόμενα.
Από τις παραδοχές αυτές του εφετείου προκύπτει, ότι αυτό δέχτηκε, ότι με την άνω σύμβαση και ειδικότερα τους προαναφερόμενους όρους αυτής, συνομολογήθηκε διαζευκτική ευχέρεια κατ' επιλογή του ενάγοντος Δημοσίου, υποχρεουμένου του Δημοσίου να δηλώνει κάθε φορά που κατ' επιλογή του ελάμβανε υπαλλακτικώς οφειλόμενα προϊόντα, έναντι ποίων βασικών λαμβάνει αυτά, ώστε να είναι δυνατό να λειτουργήσει η μεταξύ τους σχέση αξίας και κατ' ακολουθίαν η δια τμηματικής εκπληρώσεως της παροχής τμηματική απόσβεση της οφειλόμενης παροχής, και της εντεύθεν αυτονόητης δυνατότητας υπολογισμού, κατ' αξίαν του οφειλομένου υπολοίπου βασικών προϊόντων.
Επομένως το εφετείο δεν δέχτηκε, όπως με τους παραπάνω λόγους αναίρεσης ισχυρίζεται το αναιρεσείον, ότι με την μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση συνομολογήθηκε διαζευκτική ενοχή, αφού, κατά τα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα, η οφειλομένη από την εναγομένη παροχή ήταν εκείνη σε βασικά προϊόντα (υγραέρια, νάφθα, ντήζελ και μαζούτ) δικαίωμα δε είχε το ενάγον να επιλέξει αντί αυτών, και κατά τους όρους της σύμβασης, άλλα προϊόντα.
Αντίθετα δέχτηκε ότι η υποχρέωση του ενάγοντος να δηλώνει κάθε φορά έναντι ποίων βασικών λαμβάνει τα κατ' επιλογή του υπαλλακτικώς οφειλόμενα συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων.
VIΙ.Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης για ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόστηκε η περί της μη συνδρομής τούτων που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση τους το εκ των οποίων πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Ως ζητήματα των οποίων ή μη αιτιολόγηση ή η ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολόγηση στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων ή με την ερμηνεία του νόμου, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση αντιφατικών ή ασαφών επιχειρημάτων, δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το αποδεικτό πόρισμα, προσδίδοντας σ' αυτό ασαφές ή αντιφατικό περιεχόμενο.
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης α) πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, να καθορίζεται δηλαδή στο αναιρετήριο αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή της αντιφατικότητας των αιτιολογιών πρέπει να καθορίζεται και ποίες επί πλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει η απόφαση τις οποίες δεν περιέχει και σε τι συνίσταται η αντίφαση β) πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωση του, και η σύνδεση του με το διατακτικό γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του κυρίου δικογράφου, τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, τον πέμπτο λόγο του κυρίου δικογράφου κατά το δεύτερο σκέλος του και τον όγδοο λόγο του κυρίου δικογράφου, το αναιρεσείον, κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο τις εξής αιτιάσεις:
α) ότι το εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του ότι τα παραχθέντα και οφειλόμενα από την εναγομένη βασικά προϊόντα από τη διύλιση του παραδοθέντος σ' αυτή από το ενάγον αργού πετρελαίου, ανέρχονται στις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ' είδος ποσότητες, δέχτηκε, χωρίς καμία αιτιολογία, ότι το ενάγον ουδέποτε αμφισβήτησε τα αποτελέσματα των σχετικών χημικών αναλύσεων, που σύμφωνα με τη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων ;
διενεργούσε επιτροπή, κατά την παραλαβή προς διύλιση εκάστου φορτίου αργού πετρελαίου, προκειμένου να καθορισθούν οι ποσότητες προϊόντων διύλισης (νάφθας, υγραερίου, ντήζελ και μαζούτ) που έπρεπε να παραχθούν από αυτό (2ος λόγος του κυρίου δικογράφου) και β) ότι χωρίς καμία αιτιολογία το εφετείο δέχεται, ότι οι παραδοθείσες στο Δημόσιο από την εναγομένη, κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 1976 ποσότητες μαζούτ έγιναν εν όψει της μεταγενεστέρως καταρτισθείσας από .......
σύμβασης και όχι με βάση άλλη σύμβαση, όπως ισχυρίζονταν το Δημόσιο (μοναδικός πρόσθετος λόγος) γ) ότι χωρίς νόμιμη αιτιολογία δέχτηκε ότι το ενάγον δεν απέδειξε ότι έκανε νόμιμη επιλογή βασικών προϊόντων με υπαλλακτικώς, κατ'επιλογή αυτού λαμβανόμενα (5ος λόγος δεύτερο σκέλος) και δ) ότι μολονότι δέχεται ότι σε τρεις μόνο περιπτώσεις το αναιρεσείον άσκησε το συμβατικό του δικαίωμα και προέβη κατ' επιλογή του σε αντικατάσταση βασικών προϊόντων με υπαλλακτικώς οφειλόμενα, χωρίς αιτιολογία δέχεται ότι υπήρξαν και άλλες περιπτώσεις "για τις οποίες θα έπρεπε να έχω προβεί σε νόμιμες αντικαταστάσεις", στη συνέχεια δε δεν προέβη σε υπολογισμό της σχέσης αξίας μεταξύ των βασικών, αντικαθισταμένων κατ'επιλογή του Δημοσίου προϊόντων και των υπαλλακτικώς ληφθέντων, ώστε να διαπιστωθεί αν το Δημόσιο εδικαιούτο υπόλοιπο βασικών προϊόντων και κατά ποίες ποσότητες (8ος λόγος).
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι, για τους εξής λόγους: Ο παραπάνω υπό στοιχείο α' (δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου, αυτή έχει αιτιολογίες ως προς την κρίση του εφετείου σχετικώς με το ύψος των προϊόντων που έπρεπε να παραχθούν από την διύλιση του αργού που παρέδωσε το Δημόσιο στην εναγομένη, παραθέτοντας την συμβατικώς καθορισθείσα διαδικασία προς καθορισμό των παραχθησομένων προϊόντων, (διενέργεια χημικών αναλύσεων από επιτροπή στην οποία μετείχε και εκπρόσωπος του Δημοσίου) η οποία διαδικασία, όπως δέχεται το εφετείο, τηρήθηκε, προς ενίσχυση δε της κρίσης του αυτής το εφετείο, λαμβάνει υπόψη ως επιχείρημα και το γεγονός, ότι το ενάγον Δημόσιο ουδέποτε αμφισβήτησε τα αποτελέσματα των αναλύσεων αυτών.
Ο παραπάνω υπό στοιχείο β' (μοναδικός πρόσθετος λόγος) είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η προσβαλλόμενη περιέχει αιτιολογίες ως προς την κρίση του εφετείου, ότι οι ποσότητες μαζούτ που παραδόθηκαν από την εναγομένη στο ενάγον κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 1976, την παράδοση των οποίων συνομολογεί το αναιρεσείον, παραδόθηκαν εν όψει της καταρτίσεως της ένδικης σύμβασης.
Ο παραπάνω υπό στοιχείο γ' (5ος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του κυρίου δικογράφου) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του εφετείου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς το ότι το αναιρεσείον, μολονότι είχε συμβατική υποχρέωση να καθορίζει κάθε φορά που προέβαινε σε αντικατάσταση βασικών προϊόντων με άλλα, κατ' επιλογή αυτού λαμβανόμενα, εκτός τριών περιπτώσεων, στις λοιπές δεν προέβη σε τέτοια δήλωση (με ποία δηλαδή βασικά προϊόντα αντικαθιστά τα κατ' επιλογή του λαμβανόμενα).
Τέλος ο παραπάνω υπό στοιχείο δ' λόγος (8ος του κυρίου δικογράφου) είναι απορριπτέος, κατά το μέρος του που μέμφεται το εφετείο ως προς την κρίση του, ότι μόνο σε τρείς περιπτώσεις, που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη, έλαβε χώρα νόμιμη αντικατάσταση βασικών προϊόντων, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 19, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, ως αφορώσα την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του εφετείου.
Ως προς το μέρος του δε που μέμφεται το εφετείο, ότι δεν προέβη σε υπολογισμούς της αξίας μεταξύ των αντικαθισταμένων και κατ' επιλογή του Δημοσίου λαμβανομένων, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι το αναιρεσείον δεν εκθέτει ότι το εφετείο προέβη σε υπολογισμό της αξίας των ληφθέντων κάθε φορά, ώστε να είναι δυνατός, με βάση τη σχέση αξίας, ο υπολογισμός του τυχόν οφειλομένου από την εναγομένη υπολοίπου βασικών προϊόντων, μη καλυφθέντων από την αξία των ληφθέντων.
Κατά τη γνώμη όμως του Αρεοπαγίτη Νικολάου Κασσαβέτη το από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚπολΔ μέρους του πέμπτου λόγου της αναιρέσεως είναι, κατ' εκτίμησή του ορισμένο και βάσιμο. Και τούτο γιατί μετά την επικαλούμενη με αυτό μη νόμιμη (κατά την προσβαλλόμενη απόφαση) άσκηση από το αναιρεσείον της (κατά τη σύμβαση) διαζευκτικής του ευχέρειας σε σχέση με τα παραδοτέα από την αναιρεσίβλητη σε αυτό προϊόντα παρέμεινε οφειλόμενο από την αναιρεσίβλητη προς το αναιρεσείον το αιτούμενο απ' αυτό με την αγωγή του μέρους της αρχικής παροχής και συνακόλουθα η σύστοιχη με την ανωτέρω ως προς τη διαζευκτική ευχέρεια παραδοχή κρίση περί του αβασίμου της αγωγής να είναι απότοκος της κατ' εκτίμηση του ανωτέρου λόγου αποδιδόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψης αιτιολογίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22 Ιουνίου 2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και τους από 23 Οκτωβρίου 2006 προσθέτους λόγους για αναίρεση της υπ'αριθμ. 5.356/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ διακόσια ενενήντα τρία (293).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ