Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, upholding lower court's rejection of invalid settlement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decisions regarding a maritime dispute. The appellant argued that the lower court improperly considered evidence and facts, including a purported settlement agreement that the court found was never validly concluded due to lack of proper corporate authorization. The court rejected these claims, ruling that the lower court's findings were legally sound and based on sufficient reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 11 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the improper consideration of evidence must specify the evidence, its content, the claim proven, and its impact on the judgment; an appeal based on the lack of necessity or malice of a claim is inadmissible if the lower court's reasoning is sufficient and consistent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1544 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1544/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μικέ Κουντούρη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «MARITIME ESPERIDES Co SA», («ΜΑΡΙΤΑΊΜ ΕΣΠΕΡΙΔΕΣ ΑΕ»), που εδρεύει στο Παναμά, της Δημοκρατίας του Παναμά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΗΡΑΚΛΗΣ», που εδρεύει στη Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δευκαλίωνα Ρεδιάδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4551/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 767/2003 μη οριστική και 936/2004 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20/4/2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος - Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 4/2/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος υπό στοιχεία 1, 2 και 4α λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται (και) όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναιρέσεως πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παρανόμως λήφθηκε υπόψη, το κατά τον αναιρεσείοντα περιεχόμενο τούτου, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη και η επίδραση του ισχυρισμού αυτού στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Συνεπώς ο πρώτος υπό στοιχεία Α 1,2 και 4α από τη διάταξη αυτήν λόγος αναιρέσεως με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι πλημμέλειες ότι παρά το νόμο το Εφετείο έλαβε υπόψη για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και δη για την μη σύναψη του επίδικου εξώδικου συμβιβασμού α)τις διευκρινήσεις που παρέσχον οι διάδικοι κατ΄ άρθρο 245 Κ.Πολ.Δ σε εκτέλεση της 767/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και β) τις προσκομισθείσες με επίκληση από τις αναιρεσίβλητες υπ΄ αριθμ. 11.564/2002 και 10565/2002 ένορκες ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς .........
βεβαιώσεις του ..........., Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της δεύτερης αναιρεσίβλητης και ..... Προϊσταμένου ασφαλειών και απαιτήσεων αυτής, ήτοι μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο το κατά τον αναιρεσείοντα περιεχόμενο τους, ώστε να δύναται να ελεγχθεί με βάση τούτο (περιεχόμενο) αν τα αποδεικτικά αυτά μέσα άσκησαν επιρροή στο αποδεικτικό πόρισμα και εντεύθεν το λυσιτελές του λόγου.
Επίσης είναι απορριπτέος αλλά ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος ο ως άνω λόγος υπό στοιχεία Α3 με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι ο ........., εκκαθαριστής της πρώτης αναιρεσίβλητης, εξετάσθηκε αφενός μεν ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, αφετέρου δε ως μάρτυρας και επομένως το Εφετείο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, αφού ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εξετάσθηκε ως μάρτυρας, αλλά ως νόμιμος εκπρόσωπος του ΝΠ παρέσχε διευκρινήσεις.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδαφ. τελευταίο του Κ.Πολ.Δ., που κατά το άρθρο 674 παρ. 2 του ιδίου κώδικα εφαρμόζεται και στην κατ΄ έφεση δίκη, στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών λαμβάνονται υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες.
Με τον πρώτο υπό στοιχεία 4β΄ λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις με αριθ. 11.564, 11565 και 11566/2002 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της άνω συμβ/φου, οι οποίες λήφθηκαν, κατά τη διαβεβαίωση αυτού, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις χωρίς όμως να παρατίθενται τα ονόματα των καταθεσάντων μαρτύρων, η ιδιότητα αυτών και ο αριθμός του αποδεικτικού επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν είναι αναγκαίο να γίνεται ειδικότερη μνεία των άνω στοιχείων στην προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι δεν κλητεύθηκε και δεν υπάρχει παράπονο για την μη κλήτευσή του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Με τον από το άρθρο 559 αρ. 11 του άνω κώδικα πρώτο υπό στοιχεία 4γ΄ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και δη α) την από .... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως της δεύτερης αναιρεσίβλητης β)την από .....
απόδειξη καταβολής από την αναιρεσίβλητη ποσού δρχ. 2.636.240 και γ) την υπ΄ αριθ......... επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, εκδόσεως της αυτής ως άνω αναιρεσίβλητης. Από την περιλαμβανόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη του «τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται», δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του παραπάνω έγγραφα.
Επομένως ο περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β΄ Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.
β΄ 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ΄ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δικ.
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς «ισχυρισμών», έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου (Ολ. ΑΠ 9/2000). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, για το σχηματισμό της κρίσεως του έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ειδικώς δε και τα έγγραφα που αναφέρονται στις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς ο πρώτος υπό στοιχεία 4δ΄ λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 β΄ Κ.Πολ.Δ με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω έγγραφα, καίτοι δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση αυτών κατά την συζήτηση κατά την οποία διατάχθηκε η αναβολή της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως και η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων και των μαρτύρων για την παροχή διασαφήσεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Με σύμβαση ναυτικής εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταρτίσθηκε στον Πειραιά, μεταξύ του ενάγοντος αναιρεσείοντος και της δεύτερης των εναγομένων αναιρεσιβλήτων ο πρώτος προσλήφθηκε και ναυτολογήθηκε στο με Ελληνική σημαία δεξαμενόπλοιο «.....», χωρητικότητος 13.266 EDW, για να παρέχει τις υπηρεσίες του στο πλοίο αυτό ως ηλεκτρολόγος.
Το πλοίο αυτό ανήκε κατά κυριότητα στην πρώτη εναγομένη, η δε δεύτερη εναγομένη εκμεταλλευόταν το εν λόγω πλοίο, δηλαδή, ήταν εφοπλίστρια. Την 4-8-1988 ο ενάγων, κατόπιν εντολής του Β΄ Μηχανικού του εν λόγω πλοίου, προσπάθησε να θέσει σε λειτουργία την εφεδρική αντλία πυρκαϊάς. Κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς του αυτής αιφνιδίως εξερράγη ο τροφοδοτών με ρεύμα το μηχάνημα αυτό ηλεκτρικός συσσωρευτής (μπαταρία) που ευρίσκετο δεξιά αυτού και σε απόσταση 2 περίπου μέτρων.
Συνεπεία της εκρήξεως αυτής ο ενάγων τραυματίστηκε βαρύτατα, υποστάς από τα θραύσματα και από τα οξέα του συσσωρευτή που τον περιέλουσαν σοβαρή κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εξόρυξη δεξιού οφθαλμού και εγκαύματα προσώπου και τριχωτού της κεφαλής. Εξαιτίας του τραυματισμού του αυτού λύθηκε η σύμβαση ναυτικής εργασίας του αυθημερόν, δηλαδή την 4-8-1998.
Ο τραυματισμός αυτός του ενάγοντος επέφερε σ΄ αυτόν σοβαρότατες μόνιμες βλάβες στην υγεία του. Ειδικότερα ο ενάγων τυφλώθηκε εντελώς από τον αριστερό του οφθαλμό, ενώ από τον δεξιό του οφθαλμό έχει ελάχιστη οπτική οξύτητα (1/20), λόγω του τραυματισμού του κεντρικού νευρολογικού αυτού συστήματος, πάσχει από πτώση βλεφάρων, από σπαστική τετραπάρεση και από χρόνια κατάθλιψη, όλες δε αυτές οι μόνιμες σωματικές βλάβες τον έχουν καταστήσει ανίκανο να αυτοεξυπηρετηθεί ως προς τις σωματικές του ανάγκες.
Για τον τραυματισμό αυτό του ενάγοντος διενεργήθηκε από τις λιμενικές αρχές Βόλου προανάκριση, στα πλαίσια δε αυτής διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη. Από τη διενεργηθείσα προανάκριση προέκυψε ότι ο εν λόγω συσσωρευτής εξερράγη συνεπεία βραχυκυκλώματος που έλαβε χώρα με κατσαβίδι που βρέθηκε κολλημένο σε ένα από τους πόλους επαφής (του συσσωρευτή) και οφείλεται σε ανεπιτήδεια και αμελή ενέργεια του παθόντος.
Έτσι λοιπόν η αρμόδια εν προκειμένω Εισαγγελέας Πρωτοδικών Βόλου, επειδή δεν υπήρχε ποινικό αδίκημα, αφού ο ενάγων τραυματίστηκε από αποκλειστική του υπαιτιότητα, έθεσε την υπόθεση στο αρχείο και προς τούτο ειδοποίησε τον Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1β του ΚΠΔ με το υπ΄ αριθμό 488/31-3-1999 έγγραφό της.
Σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό περί κατάρτισης άτυπης συμβάσεως (εξωδίκου συμβιβασμού) με τους εναγόμενους για καταβολή σ΄ αυτόν ποσού 80.000.000 δρχ. ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από το άνω εργατικό ατύχημα το Εφετείο δέχθηκε ότι 1) παρά το γεγονός ότι ο βαρύτατος τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε εργατικό ατύχημα, εντούτοις τούτο δεν οφείλεται σε παράνομη πράξη ή παράλειψη που να διαπράχθηκε υπαιτίως από κάποιο προεστημένο όργανο της δεύτερης εναγομένης και συνεπώς δεν την βάρυνε καμία υποχρέωση να καταβάλει σ΄ αυτόν (ενάγοντα) χρηματική ικανοποίηση 2)δεν υπήρχε καμία έριδα μεταξύ των διαδίκων για χρηματική ικανοποίηση ποσού 80.000.000 δραχμών, γι΄ αυτό και δεν περιελήφθη κάποια μνεία περί αυτού στον ως άνω έγγραφο εξώδικο συμβιβασμό 3)ο κύριος συνομιλητής του ενάγοντος Χ1, που ήταν νόμιμος εκπρόσωπος των εναγομένων, μπορούσε να τις δεσμεύει σε ορισμένες περιπτώσεις και μόνο κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, που εν προκειμένω δεν υπήρχαν.
Συγκεκριμένα α)ο Χ1, όπως προκύπτει από το εν περιλήψει καταστατικό της δεύτερης εναγομένης που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 6856/26-8-1998 τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης, το ως άνω χρονικό διάστημα που επικαλείται ο ενάγων ότι καταρτίσθηκε εξώδικος συμβιβασμός για ποσό 80.000.000 δραχμών, ήταν διευθύνων σύμβουλος της δεύτερης εναγομένης και είχε δικαίωμα πρώτης υπογραφής, Όμως κατά το καταστατικό για τη δέσμευση της δεύτερης εναγομένης, όσον αφορά τον εξώδικο συμβιβασμό αυτό, έπρεπε να είχε καταρτισθεί έγγραφο και κάτω από την εμπορική επωνυμία της δεύτερης εναγομένης να είχε υπογράψει εκτός του Χ1 και κάποιος άλλος, που να είχε δικαίωμα πρώτης ή δεύτερης υπογραφής από αυτούς που αναφέρονται στο εν περιλήψει ως άνω καταστατικό και επομένως, εφόσον για τον συμβιβασμό αυτόν που επικαλείται ο ενάγων δεν τηρήθηκαν οι εν λόγω διατυπώσεις έπεται ότι το περιεχόμενο αυτού δεν μπορεί να δεσμεύσει τη δεύτερη εναγομένη.
β)από το από 3-7-1995 Πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της πρώτης εναγομένης προκύπτει ότι αυτή εκπροσωπείτο συλλογικά από το Τριμελές Διοικητικό αυτής Συμβούλιο στο οποίο ο Χ1 ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού αυτής Συμβουλίου (πρώτης εναγομένης) με λοιπά μέλη τον ....και τον ..... και συνεπώς, αφού ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι συμφώνησε στην κατάρτιση του εν λόγω συμβιβασμού συλλογικά και με τα τρία ως άνω μέλη του Δ.Σ, της πρώτης εναγομένης, έπεται ότι τέτοιος συμβιβασμός που να δεσμεύει αυτήν ουδέποτε καταρτίσθηκε.
Επίσης το Εφετείο δέχθηκε ότι η εκ μέρους του ενάγοντος διεκδίκηση του ποσού των 80.000.000 δραχμών δεν υπήρξε αναίτια και κακόβουλη για τους πιο κάτω λόγους: Λόγω πενιχρής μηνιαίας συντάξεως που λάμβανε από το ΝΑΤ η δεύτερη εναγομένη, μετά την καταβολή σ΄ αυτόν ως αποζημίωση του ποσού των 20.000.000 δραχμών για το ως άνω εργατικό ατύχημα που υπέστη, λόγω επανειλημμένων αιτήσεών του, εξ ελευθεριότητας για ανθρωπιστικούς λόγους του κατέβαλε διάφορα χρηματικά ποσά κατά χρονικά διαστήματα, το σύνολο των οποίων ανήλθε σε 4.440.218 δραχμές.
Η συμπεριφορά αυτή της δεύτερης εναγομένης, η οποία εμφανίζεται από απόψεως κατοχής του μετοχικού της κεφαλαίου «ως αδελφή» της πρώτης εναγομένης, δημιούργησε στον ενάγοντα την εσφαλμένη βεβαιότητα ότι οι εναγόμενες ήταν υποχρεωμένες να του εκπληρώσουν οποιαδήποτε οικονομική επιθυμία διατύπωνε και ότι οι συζητήσεις που έκανε με τον Χ1 και τα άλλα στελέχη των εναγομένων και οι διαβεβαιώσεις που λάμβανε αποτελούσαν περιεχόμενο συμβιβασμού.
Όμως ο Χ1 , που ήταν μέλος των Διοικητικών Συμβουλίων των εναγομένων με ισχύ Διευθύνοντος Συμβούλου, καλλιέργησε ιδιοτελώς την απατηλή αυτή εντύπωση του ενάγοντος, δίδοντάς του αφειδώς υποσχέσεις ως προς την υλοποίηση εκ μέρους των εναγομένων των εν γένει απαιτήσεων αυτού. Συγκεκριμένα ζήτησε και έλαβε από τον ενάγοντα το ποσό των 2.000.000 δραχμών, με το πρόσχημα ότι το ποσό αυτό θα το στείλει στους δικηγόρους του Λονδίνου, ώστε να μεριμνήσουν για την καταβολή σ΄ αυτόν (ενάγοντα) του ως άνω ποσού των 80.000.000 δραχμών.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή ως αόριστη, απέρριψε αυτήν ως κατ΄ ουσία αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό αυτής, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 200, 288, 281, 871 ΑΚ, 47, 47α, 48, και 49 του ν. 2190/1920, 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος και 2 παρ. 1 και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Απριλίου 2005, αίτηση του ............., για αναίρεση της 767/2003 μη οριστικής και 936/2004 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ