Legislator Case Law & Legislation
1543/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeals on pension equality claims, ruling supplementary pensions are not wages under EU law.

Case Number 1543/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals filed by the National Bank of Greece and forty individual pensioners regarding wage equality. The court determined that the supplementary pension paid by the LEPETE fund does not constitute 'wages' under Article 157 of the TFEU. Consequently, the claim for equal pay between genders was rejected as it did not apply to this specific social security benefit.

Legislator headnote

AI generated

Articles 157(2) TFEU; Article 17 of the EU Charter of Fundamental Rights: Supplementary pensions paid by private insurance funds do not constitute 'wages' for the purpose of applying the principle of equal pay between men and women.

Keywords

AI generated
supplementary pension equal pay principle wages definition gender discrimination social security fund private insurance pension equality

Cited Legislation

AI generated
Article 157(2) of the Treaty on the Functioning of the European Union
Article 17 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1543 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1543/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια , Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Θεοδόση και Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Ξ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Α. Δ. του Λ., κατοίκου ..., 3.Α. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 4.Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 5.Γ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 6.Γ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 7.Γ. Γ. του Ν. -Σ., κατοίκου ..., 8.Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 9.Γ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 10.Δ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 11.Δ. Π. του Ο., κατοίκου ..., 12.Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 13.Δ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 14.Δ. Ν. του Η., κατοίκου ..., 15.Δ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 16.Ε. Ε. του Π., κατοίκου ..., 7.Ζ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 18.Η. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 19.Θ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 20.Κ. Μ. του Φ., κατοίκου ..., 21.Κ. Δ. του Θ., κατοίκου ..., 22.Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 23.Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 24.Κ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 25.Μ. Ι. - Ν. του Γ., κατοίκου ..., 26. Μ. Ε. του Μ., κατοίκου ..., 27.Ν. Φ. του Α. - Κ., κατοίκου ..., 28.Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 29.Π. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 30.Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 31.Π. Α. του Π., κατοίκου ..., 32.Π. Ε. του Ξ., κατοίκου ..., 33.Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 34.Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 35.Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 36.Τ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 37.Τ. Ν. του Π., κατοίκου ..., 38.Φ. Α. του Π., κατοίκου ..., 39.Φ. Σ. του Π., κατοίκου ..., και 40.Φ. Α. του Η. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σκιαδιώτη, η oποία κατέθεσε προτάσεις και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κυριακόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις,

Β. Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Ξ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Α. Δ. του Λ., κατοίκου ..., 3.Α. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 4.Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 5.Γ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 6.Γ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 7.Γ. Γ. του Ν. - Σ., κατοίκου ..., 8.Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 9.Γ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 10.Δ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 11.Δ. Π. του Ο., κατοίκου ..., 12.Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 13.Δ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 14.Δ. Ν. του Η., κατοίκου ..., 15.Δ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 16.Ε. Ε. του Π., κατοίκου ..., 7.Ζ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 18.Η. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 19.Θ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 20.Κ. Μ. του Φ., κατοίκου ..., 21.Κ. Δ. του Θ., κατοίκου ..., 22.Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 23.Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 24.Κ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 25.Μ. Ι. - Ν. του Γ., κατοίκου ..., 26.Μ. Ε. του Μ., κατοίκου ..., 27.Ν. Φ. του Α. - Κ., κατοίκου ..., 28.Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 29.Π. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 30.Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 31.Π. Α. του Π., κατοίκου ..., 32.Π. Ε. του Ξ., κατοίκου ..., 33.Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 34.Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 35.Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 36.Τ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 37.Τ. Ν. του Π., κατοίκου ... 38. Φ. Α. του Π., κατοίκου ..., 39.Φ. Σ. του Π., κατοίκου ..., και 40.Φ. Α. του Η. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σκιαδιώτη, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Θεοδόση και Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις, και

Γ. Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Ξ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Α. Δ. του Λ., κατοίκου ..., 3.Α. Σ. του Λ., κατοίκου ..., 4.Β. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 5.Γ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 6.Γ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 7.Γ. Γ. του Ν. -Σ., κατοίκου ..., 8.Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 9.Γ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 10.Δ. Ι. του Α., κατοίκου ..., 11.Δ. Π. του Ο., κατοίκου ..., 12.Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 13.Δ. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 14.Δ. Ν. του Η., κατοίκου ..., 15.Δ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 16.Ε. Ε. του Π., κατοίκου ..., 17.Ζ. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 18.Η. Ε. του Δ., κατοίκου ..., 19.Θ. Ε. του Ν., κατοίκου ..., 20.Κ. Μ. του Φ., κατοίκου ..., 21.Κ. Δ. του Θ., κατοίκου ..., 22.Κ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 23.Κ. Α. του Κ., κατοίκου ..., 24.Κ. Ε. του Ι., κατοίκου ..., 25.Μ. Ι. - Ν. του Γ., κατοίκου ..., 26.Μ. Ε. του Μ., κατοίκου ..., 27.Ν. Φ. του Α. - Κ., κατοίκου ..., 28.Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 29.Π. Ν. του Γ., κατοίκου ..., 30.Π. Β. του Ι., κατοίκου ..., 31.Π. Α. του Π., κατοίκου ..., 32.Π. Ε. του Ξ., κατοίκου ..., 33.Π. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 34. Σ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 35.Σ. Ν. του Α., κατοίκου ..., 36.Τ. Ε. του Κ., κατοίκου ..., 37.Τ. Ν. του Π., κατοίκου ... 38.Φ. Α. του Π., κατοίκου ..., 39.Φ. Σ. του Π., κατοίκου ..., και 40.Φ. Α. του Η. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σκιαδιώτη, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Θεοδόση και Νικόλαο - Σέργιο Σακαλή, οι oποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2018 αγωγή των ως άνω φυσικών προσώπων (ήδη Α' αναιρεσιβλήτων, Β' και Γ' αναιρεσειόντων) που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2421/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3550/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν η Α. αναιρεσείουσα με την από 30-6-2020 αίτησή της και οι Β' και Γ' αναιρεσείοντων με τις από 4-10-2021 και από 10-1-2022 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή των δικών τους αιτημάτων και την απόρριψη των αιτημάτων των αντιδίκων τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, οι παρακάτω αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθ. 3550/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και συγκεκριμένα: α) η από 30-6-2020 και με αριθ. κατ. 4135/491/7-7-2020 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" (ΕΤΕ), στρεφόμενη κατά 40 αναιρεσιβλήτων, β) η από 4-10-2021 και με αριθ. κατ. 7656/964/5-10-2021 αίτηση αναίρεσης και γ) η από 10-1-2022 και με αριθ. κατάθεσης 189/15/11-1-2022 αίτηση αναίρεσης αμφότερες των ιδίων 40 αναφερομένων αναιρεσειόντων (αναιρεσιβλήτων στην πρώτη, ως άνω, αίτηση αναίρεσης) στρεφόμενες κατά της ΕΤΕ.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση. Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Εξάλλου κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που επισπεύδοντες τη συζήτηση είναι οι αναιρεσείοντες που συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και ως προς τον εξ αυτών απολειπόμενο κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, η ως άνω επίσπευση από αυτόν έλαβε χώρα ακύρως και, εφ' όσον δεν προκύπτει άλλοθεν η κλήτευση του απολειπόμενου αναιρεσείοντος, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 4/2003, ΟλΑΠ 9/1992, ΑΠ 684/2022).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που είχε κλητευθεί. Την κλήτευση επιμελείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, ΑΠ 536/2020).

Περαιτέρω, με το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠλΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίσθηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 1034/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου: α) κατά τη συζήτηση των από 4-10-2021 και από 10-1-2022 αιτήσεων αναίρεσης όλοι οι (40) αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τη Δικηγόρο Μαρία Σκιαδιώτη, επέσπευσαν δε οι ίδιοι τη συζήτηση των, ως άνω, αιτήσεων αναίρεσης, σύμφωνα με τις με αριθ. ...-2021 και ...-2022, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δ.

Μ., από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο των αιτήσεων αναίρεσης επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα με κλήση να παραστεί κατά τη συζήτηση της μεν από 4-10-2021 αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο της 8-3-2022, οπότε αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, της δε από 10-1-2022 αίτησης αναίρεσης για την τελευταία αυτή δικάσιμο, με έγγραφη παραγγελία της, ως άνω δικηγόρου, ως πληρεξούσιας και αντικλήτου όλων των αναιρεσειόντων.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η 7η αναιρεσείουσα (σε αμφότερες τις, ως άνω, αιτήσεις αναίρεσης) Γ. Γ. του Ν.- Σ. είχε παράσχει πληρεξουσιότητα προς τη δικηγόρο αυτή, που για λογαριασμό της επέσπευσε τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, καθόσον δεν προσκομίζεται έγγραφη εξουσιοδότηση προς την, ως άνω, δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή από άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτήν πληρεξούσιο για επίσπευση της συζήτησης των αιτήσεων αναιρέσεων και για εκπροσώπηση της εν λόγω αναιρεσείουσας κατά τη συζήτησή τους.

Επιπλέον, δεν προκύπτει η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης τράπεζας κλήτευση της 7ης αναιρεσείουσας για τη συζήτηση των, ως άνω, αιτήσεων αναίρεσης. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν είναι έγκυρη η επίσπευση που έγινε με τη σχετική παραγγελία της προαναφερόμενης δικηγόρου στο δικαστικό επιμελητή για επίδοση στην αναιρεσίβλητη τράπεζα των, ως άνω, αιτήσεων αναίρεσης για λογαριασμό της 7ης αναιρεσείουσας, η οποία δεν παραστάθηκε προσηκόντως.

Ως εκ τούτου πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την, ως άνω, αναιρεσείουσα, η οποία συνδέεται με τους λοιπούς αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας και να κηρυχθεί ως προς αυτήν απαράδεκτη η συζήτηση των από 4-10-2021 και από 10-1-2022 αιτήσεων αναίρεσης. Εξάλλου, για τον ίδιο λόγο, της έλλειψης πληρεξουσιότητας, για εκπροσώπηση της 7ης αναιρεσείουσας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, είναι ανίσχυρη η διαλαμβανόμενη στις από 17-10-2022 έγγραφες προτάσεις δήλωση παραίτησης από το δικόγραφο της από 10/1/2022 αίτηση αναίρεσης.β) Κατά τη συζήτηση της από 30-6-2020 αίτησης αναίρεσης όλοι οι (40) αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια, ως άνω, δικηγόρο, Μαρία Σκιαδιώτη, τη συζήτηση δε αυτής επέσπευσε η αναιρεσείουσα τράπεζα, σύμφωνα με τη με αριθ. ...-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Π.

Κ., από την οποία προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της, ως άνω, αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 8-3-2022, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Μαρία Σκιαδιώτη, ως πληρεξούσια όλων των (40) αναιρεσιβλήτων.

Η τελευταία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης με αριθ. 3550/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών παρέστη ως πληρεξούσια δικηγόρος όλων των αναιρεσιβλήτων στη δευτεροβάθμια δίκη, ενώ δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε προς την αναιρεσείουσα τράπεζα η τυχόν αντικατάστασή της.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η 7η αναιρεσίβλητη Γ. Γ. του Ν.-Σ. χορήγησε πληρεξουσιότητα προς τη δικηγόρο αυτή για να την εκπροσωπήσει κατά τη συζήτηση της από 30-6-2020 αίτησης αναίρεσης, οπότε αυτή δεν παραστάθηκε προσηκόντως και θεωρείται δικονομικώς απούσα. Εφόσον όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά τη συζήτηση της από 30-6-2020 αίτησης αναίρεσης, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά τη δικονομική απουσία της.

Με τις κρινόμενες ως άνω : 1) από 30-6-2020 και με αριθ. κατ. 4135/491/7-7-2020, 2) από 4-10-2021 και με αριθ. κατ. 7656/964/5-10-2021 και 3) από 10-1-2022 και με αριθ. κατ. 189/15/11-1-2022 αιτήσεις αναίρεσης, η δεύτερη από τις οποίες ασκείται επικουρικά, υπό τον όρο ευδοκίμησης της πρώτης, προσβάλλεται, όπως προεκτέθηκε, η με αριθ. 3550/22-5-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, επί της από 7-2-2019 και με αριθ.

κατ. 12070/847/7-2-2019 έφεσης κατά της με αριθ. 2421/27-12-2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, επί της από 29-3-2018 και με αριθ. κατ. 39800/1301/25-4-2018 αγωγής. Επισημαίνεται ότι η από 10-1-2022 αίτηση αναίρεσης, που ασκείται από τους ίδιους αναιρεσείοντες και κατά της ίδιας απόφασης με την από 4-10- 2021 αίτηση αναίρεσης, ενόψει της θεσπιζόμενης με τη διάταξη του άρθρου 555 ΚΠολΔ απαγόρευσης άσκησης δεύτερης αναίρεσης του ίδιου διαδίκου κατά της ίδιας απόφασης, θεωρείται ως δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, που ασκήθηκε παραδεκτά, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχουν οι τασσόμενες στο άρθρο 569 ΚΠολΔ προϋποθέσεις (ΑΠ 1948/2006) και συγκεκριμένα με αμφότερες πλήττονται τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης, το σχετικό δε από 10-1-2022 δικόγραφο κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη τουλάχιστον 30 ημέρες πριν τη συζήτηση της από 4-10-2021 αίτησης αναίρεσης (βλ.

με αριθ. ...-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Δ. Μ.).

Οι αιτήσεις αναίρεσης, που πρέπει να συνεκδικασθούν με τους πρόσθετους λόγους, λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας, αφού προσβάλουν την ίδια απόφαση, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, όπως και οι πρόσθετοι λόγοι, να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως άνω, από 29-3-2018 αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είναι πρώην εργαζόμενοι της εναγόμενης Τράπεζας και ήδη συνταξιούχοι και ότι είναι δικαιούχοι μετεργασιακής παροχής, καταβλητέας μέσω κοινού έντοκου λογαριασμού ειδικού σκοπού, χωρίς νομική προσωπικότητα που φέρει την ονομασία "Ειδικός Λογαριασμός Επικούρησης του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ)", που έχει συσταθεί το έτος 1949, οπότε εγκρίθηκε ο κανονισμός λειτουργίας του, με απόφαση του τότε Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, κατόπιν συλλογικής συμφωνίας καταρτισθείσας μεταξύ αυτής και των εργαζομένων της.

Ότι ο εν λόγω λογαριασμός, ως προϊόν διμερούς συλλογικής συμφωνίας, δεν συνιστά φορέα επικουρικής ασφάλισης. Ότι η εναγομένη είναι υπόχρεη για καταβολή της εν λόγω παροχής, συμβατικά, εν τοις πράγμασι και εκ του νόμου, αφού ανέκαθεν χρηματοδοτούσε η ίδια το ΛΕΠΕΤΕ, ώστε, μέσω αυτού, να είναι εφικτή η απρόσκοπτη καταβολή της παροχής στους δικαιούχους.

Ότι, ειδικότερα, η υποχρέωσή της αυτή απορρέει από το γεγονός ότι ο ΛΕΠΕΤΕ λειτουργεί ως δική της Υπηρεσία, ταυτισμένη με το νομικό πρόσωπο αυτής, αλλά και εκ της φύσεως αυτού ως προγράμματος καθορισμένων εγγυημένων παροχών, όπως προκύπτει από δηλώσεις της διοίκησης της εναγομένης, αλλά και από την ερμηνεία των διατάξεων του καταστατικού του, καθώς και από το γεγονός ότι η χρηματοδότησή του, για όσο ποσό απαιτείται, ώστε να καλύπτεται το υφιστάμενο έλλειμμα του και να καταβάλλεται η προβλεπόμενη παροχή στους δικαιούχους, συνιστά πάγια και διαχρονική πρακτική της εναγομένης, σύμφωνη και με το σκοπό ίδρυσης του ΛΕΠΕΤΕ.

Ότι η εν λόγω υποχρέωση της εναγομένης πηγάζει και από το γεγονός ότι το έλλειμμα του ΛΕΠΕΤΕ οφείλεται σε πράξεις και παραλείψεις των οργάνων διοίκησης και διαχείρισής του, τα οποία συνιστούσαν όργανα της εναγομένης και συνίστανται, οι πράξεις αυτές και παραλείψεις, σε κακοδιαχείριση, άτοκη εκμετάλλευση των αποθεματικών του ΛΕΠΕΤΕ, για την επίτευξη αποκλειστικά σκοπών της εναγομένης, μη απόδοση πόρων εκ μέρους της τελευταίας, συντέλεση εθελούσιας εξόδου του προσωπικού της, με συνακόλουθη μη απόδοση συμφωνημένης ενίσχυσης του ΛΕΠΕΤΕ, μη ένταξη στον τελευταίο των προσληφθέντων από 1-1-2005 υπαλλήλων της.

Ότι η ίδια, ως άνω, υποχρέωση της εναγομένης ερείδεται και στο νόμο, βάσει των προβλεπόμενων στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 1 εδ. β και 11 παρ. 2 εδ. β του ν. 1902/1990. Ότι η λήψη της επίδικης παροχής είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας κάθε δικαιούχου, δηλαδή και των εναγόντων, δεσμευτικός για την εναγομένη, ώστε η μη καταβολή της συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας.

Ότι, παρά την υποχρέωσή της για χρηματοδότηση του ΛΕΠΕΤΕ, την οποία εκπλήρωνε επί σειρά ετών, η διοίκηση της εναγομένης, τον Ιούλιο του έτους 2017, αποφάσισε αιφνιδιαστικά και μονομερώς να διακόψει τη χρηματοδότηση, με αποτέλεσμα, μετά το μήνα Δεκέμβριο του ίδιου έτους να καθίσταται ανέφικτη και να διακοπεί η καταβολή της ένδικης παροχής (και) στους ενάγοντες.

Ότι η διοίκηση της εναγομένης έλαβε την παραπάνω απόφαση προφασιζόμενη την οικονομική της κατάσταση, την έλλειψη συμβατικής της δέσμευσης και τη συμμόρφωσή της σε διατάξεις που διέπουν τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση, ενόψει του ότι όψιμα χαρακτήρισε μονομερώς το ΛΕΠΕΤΕ ως φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αν και η ίδια είχε υποστηρίξει το αντίθετο ήδη από το έτος 1995.

Ότι, δεδομένου ότι η εν λόγω παροχή καταλαμβάνει σημαντικό μέρος των μηνιαίων απολαβών τους, η εν λόγω απόφαση της διοίκησης της εναγομένης, μη ερειδόμενη στο νόμο ή σε πραγματικές συνθήκες, έχει ως άμεση συνέπεια την περιέλευσή τους σε δεινή οικονομική κατάσταση και τους εκθέτει στον άμεσο κίνδυνο να καταστούν αναξιόχρεοι, μη δυνάμενοι να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, τις οποίες διαμόρφωσαν με την προσδοκία λήψης της εν λόγω παροχής.

Ότι η διακοπή καταβολής της εν λόγω παροχής συνιστά αθέτηση της εργασιακής σύμβασης και επιφέρει μονομερή βλαπτική μεταβολή της σύμβασης για τους ενάγοντες, ως πρώην εργαζόμενους της εναγομένης, που συνιστά ταυτόχρονα και προσβολή της προσωπικότητάς τους. Ισχυριζόμενοι δε ότι η συμπεριφορά της εναγομένης είναι παράνομη, υπαίτια, αντισυμβατική και καταχρηστική, με την επίκληση των διατάξεων περί εντολής, παρακαταθήκης, κοινωνίας (ως συνδικαιούχοι κατ' ιδανικά μερίδια του ΛΕΠΕΤΕ), αδικοπραξίας, τελεσθείσας μέσω των προστηθέντων στη διοίκηση και διαχείριση του ΛΕΠΕΤΕ οργάνων της εναγομένης, και επικουρικά των διατάξεων περί σύμβασης υπέρ τρίτου, ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος τους, κυρίως : 1) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να συνεχίσει να τους καταβάλλει, ως πρώην εργοδότρια, κάθε μήνα από τον Ιανουάριο 2018 και στο διηνεκές την καθορισμένη μηνιαία επικουρική παροχή, που δικαιούται και λάμβανε καθένας από αυτούς μέσω του ΛΕΠΕΤΕ μέχρι και το Δεκέμβριο 2017, όπως προσδιορίζεται στην αγωγή, καθώς και μια μηνιαία επικούρηση ως δώρο Χριστουγέννων, 1/2 μηνιαία επικούρηση ως δώρο Πάσχα και 1/2 μηνιαία επικούρηση ως επίδομα αδείας ετησίως, 2) επικουρικά να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να συνεχίσει να καταβάλλει στον τηρούμενο σε αυτήν τραπεζικό λογαριασμό τα χρηματικά ποσά που υπολείπονται και απαιτούνται κάθε μήνα (οργανικά ελλείμματα) για τη συνέχιση καταβολής σε αυτούς μέσω του ΛΕΠΕΤΕ των καθορισμένων μηνιαίων επικουρικών παροχών που προβλέπονται από τον κανονισμό του τελευταίου από τον Ιανουάριο 2018 και 3) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση ως ηθική βλάβη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς τους, άλλως λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 2421/2018 οριστική απόφαση απέρριψε στο σύνολο της την αγωγή και ειδικότερα: α) κατά το αίτημα για απευθείας καταβολή της επίδικης παροχής στους ενάγοντες από την εναγομένη, με βάση την ενδοσυμβατική της ευθύνη, ως απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης, β) κατά το θεμελιούμενο στην αδικοπρακτική ευθύνη αίτημα για καταβολή της επίδικης παροχής σε χρόνο μετά τη συζήτηση της αγωγής, ως απαράδεκτη, επειδή τούτο ασκήθηκε πρόωρα, γ) κατά τις βάσεις της αγωγής, που θεμελιώνονται στις διατάξεις περί εντολής, περί παρακαταθήκης και περί μεσεγγύησης, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, δ) κατά τις βάσεις αυτής που θεμελιώνονται στις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 2 ν. 1902/1990, στις διατάξεις περί κοινωνίας δικαιώματος και περί γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου, ως μη νόμιμη και ε) κατά τα λοιπά (δηλαδή κατά τη βάση της αγωγής που θεμελιώνεται στη δημιουργία επιχειρησιακής συνήθειας και κατά το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης), ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά της, ως άνω, απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν την από 7-2-2019 έφεση. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 3550/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση. Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ότι η αγωγή είναι απορριπτέα, κατά τις, ως άνω, διακρίσεις, εκτός από το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά το οποίο έκρινε ότι η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη και όχι ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, όπως είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Περαιτέρω, δε, αφού δέχθηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν κατά τη βάση αυτής που θεμελιώνεται στην παραβίαση δημιουργηθείσας επιχειρησιακής συνήθειας, κατόπιν αποδοχής του συναφούς λόγου έφεσης των εναγόντων, ήδη αναιρεσειόντων-αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το αντίστοιχο ποσό.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 22 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία" και στην παράγραφο 5 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".

Με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνονται οι συλλογικές διαπραγματεύσεις ως μέσο για την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων εργασίας και αμοιβής των μισθωτών, υπό την έννοια ότι οι όροι αυτοί, εκτός από τους γενικούς, δεν επιτρέπεται να ρυθμισθούν δια νόμου με αποκλειστικό τρόπο (δηλαδή να αφαιρεθούν από την ύλη των συλλογικών συμβάσεων), εκτός αν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου συμφέροντος, συνδεόμενους με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας.

Με τη δεύτερη διάταξη από τους όρους εργασίας και αμοιβής των μισθωτών διαχωρίζονται τα θέματα της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως είναι η σύσταση ασφαλιστικού οργανισμού, η υπαγωγή στην ασφάλιση, ο καθορισμός πόρων, η είσπραξη ασφαλιστικών εισφορών, η καταβολή ασφαλιστικών παροχών κλπ και καθορίζεται ότι όλα αυτά εμπίπτουν στο αντικείμενο της κρατικής μέριμνας, που εκδηλώνεται με κανόνες αναγκαστικού δικαίου.

Σε ακολουθία προς τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, στο άρθρο 2 περ.3 του ν. 1876/1990 ορίσθηκε ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας μόνο σε περιορισμένη έκταση μπορεί να ρυθμίζει ζητήματα κοινωνικής ασφάλισης, "εφόσον αυτά δεν έρχονται σε αντίθεση με τη συνταγματική τάξη και την πολιτική των δημοσίων φορέων κοινωνικής ασφάλισης" και, πάντως, εφόσον δεν πρόκειται για ζητήματα "συνταξιοδοτικά".

Αμέσως μετά, με το άρθρο 43 παρ.3 του ν. 1902/1990 διευκρινίσθηκε ότι στην έννοια των συνταξιοδοτικών ζητημάτων, που δεν μπορούν να αποτελέσουν περιεχόμενο συλλογικής σύμβασης εργασίας, περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, "η σύσταση ειδικών ταμείων ή λογαριασμών που χορηγούν περιοδικές παροχές ή εφάπαξ βοήθημα με επιβάρυνση του εργοδότη".

Ομοίως και κατά τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.3 του ν. 3239/1955, που ίσχυε πριν από το ν. 1876/1990, ορίζεται ότι "δεν δύναται δια συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή αποφάσεως διαιτησίας να συσταθή ειδικός λογαριασμός ή επικουρικός ασφαλιστικός οργανισμός ή ταμείον προνοίας ή να καθορισθούν ή τροποποιηθούν πόροι ή εισφοραί υπέρ πάσης φύσεως ασφαλιστικών οργανισμών ή λογαριασμών".

Πριν από την ισχύ των ως άνω νόμων είχε γίνει δεκτό ότι στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ) μπορούσε να συμφωνηθεί μεταξύ του εργοδότη και των εργαζομένων σε μία επιχείρηση ή υπηρεσία η συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο ασφαλιστικό σκοπό (όπως η παροχή εφάπαξ βοηθημάτων, συντάξεων κλπ), διότι τέτοιους ειδικούς λογαριασμούς δεν τους απέκλειε η νομοθεσία, αλλά αντιθέτως τους προέβλεπε ειδικώς στο πλαίσιο ασφαλιστικών οργανισμών για ασφαλιστικές παροχές με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 7 του α.ν. 1022/1946 (Α 75), με την οποία οριζόταν ότι "οργανισμός, έργον του οποίου είναι η ασφάλισης των μισθωτών ωρισμένης επιχειρήσεως κατά της αναπηρίας, του γήρατος και του θανάτου δύναται ...

να συστήση εν εαυτώ ειδικόν λογαριασμόν... σκοπούντα στην ασφάλισιν αυτών κατά των ιδίων κινδύνων, δια της χορηγήσεως εφ' άπαξ χρηματικών παροχών, εις ας περιπτώσεις και υφ' ους όρους προβλέπεται η χορήγησις των περιοδικών τοιούτων" (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019). Οι λογαριασμοί αυτοί, κατά κανόνα, δεν έχουν νομική προσωπικότητα, για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι κατά περίπτωση νόμιμες προϋποθέσεις, δεν αποτελούν αστικές εταιρίες, ούτε έχουν την ικανότητα να είναι διάδικοι, αντιμετωπίζονται, όμως, τόσο από το νομοθέτη όσο και από τη νομολογία ως φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ομόλογοι με τους κρατικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς (ΟλΑΠ 9/2012, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1244/2019, ΑΠ 1330/2018, Ολ.

ΣτΕ 2197 - 2200/2010).

Συγκεκριμένα στον τομέα των τραπεζών συστάθηκαν μεταξύ πιστωτικών (τραπεζικών) ιδρυμάτων και του προσωπικού τους αλληλοβοηθητικά ταμεία των τραπεζών, τα οποία είναι ασφαλιστικοί φορείς ιδιωτικού δικαίου ποικίλης μορφής (νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ενώσεις προσώπων ή σύνολα περιουσιών), και τα οποία παρέχουν επικουρική ασφάλιση στους τραπεζοϋπαλλήλους κατόπιν συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή συλλογικών ενοχικών συμφωνιών (ΟλΣτΕ 2197-2200/2010, πρβλ.

ΑΠ 244/2019). Ειδικότερα, οι φορείς κοινωνικής ασφάλισης διακρίνονται, με βάση την προέλευση και το νομικό τους καθεστώς, σε νομοθετικούς και συμβατικούς (μη κερδοσκοπικούς). Οι νομοθετικής προέλευσης φορείς έχουν, κατά κανόνα, τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ οι συμβατικής προέλευσης φορείς μπορεί να έχουν τη μορφή ειδικών λογαριασμών ή αλληλοβοηθητικών σωματείων ή ταμείων, συσταθέντων σε επιχειρησιακό επίπεδο είτε με τη συμφωνία εργοδοτών - εργαζομένων είτε μονομερώς από τους εργοδότες ή τους εργαζόμενους (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1244/2019).

Ο νομοθέτης τα ταμεία που στηρίζονται στην ιδιωτική βούληση άλλοτε μεν τα ανήγαγε σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (άρθρο 3 παρ. 2 του α.ν. 1495/1938), άλλοτε δε, χωρίς να τα αναγάγει σε ν.π.δ.δ, τα αντιμετώπισε ως ασφαλιστικούς οργανισμούς, ομολόγους προς τους φορείς της δημόσιας υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1330/2018).

Ενδεικτικά, με το άρθρο 12 του ν. 1405/1983 τα ταμεία αυτά εντάσσονται στο νομοθετικό καθεστώς της διαδοχικής ασφάλισης, στο οποίο μετέχουν ισότιμα με τους φορείς που είναι ν.π.δ.δ., με το άρθρο 10 του ν. 1902/1990 καθιερώνονται ενιαίοι κανόνες ως προς το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης και το χρόνο θεμελίωσης σύνταξης γήρατος των ασφαλισμένων σε αυτά, με το άρθρο 18 του ίδιου νόμου τα πρόσωπα που ασφαλίζονται στα ταμεία αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση στο ΙΚΑ- TEAM και με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 τα εν λόγω ταμεία νοούνται φορείς κοινωνικής ασφάλισης.

Συγκεκριμένα, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 του ν. 997/1979, "περί συστάσεως Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Μισθωτών και ετέρων τινών διατάξεων" (Α 287), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ.3 του ν. 1902/1990 (Α 138), ορίζεται ότι "στην ασφάλιση του ταμείου υπάγονται υποχρεωτικώς τα πρόσωπα, τα οποία ασφαλίζονται δυνάμει των κειμένων περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως διατάξεων στο ΙΚΑ ή άλλο φορέα κύριας ασφάλισης μισθωτών και δεν υπάγονται για την αυτή απασχόληση στην ασφάλιση άλλου φορέα, κλάδου ή λογαριασμού ασφαλίσεων που λειτουργεί με τη μορφή ΝΠΔΔ.

Κατ' εξαίρεση, τα επικουρικά ταμεία, κλάδοι, λογαριασμοί ασφάλισης μισθωτών που λειτουργούν με τη μορφή ΝΠΙΔ, ως και κάθε άλλος φορέας επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας ή νομικής μορφής, που έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος (17-10-1990), εξακολουθούν να διέπονται από τις καταστατικές τους διατάξεις και τα πρόσωπα που ασφαλίζονται σε αυτά εξαιρούνται από την ασφάλιση του ΙΚΑ- TEAM".

Ακόμη, με το ν. 1902/1990 "Ρύθμιση συνταξιοδοτικών και άλλων συναφών θεμάτων" (Α 138) και ειδικότερα με το άρθρο 10 παρ.1 αυτού με τίτλο άρθρου "Συνταξιοδοτικό καθεστώς ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία Συντάξεων", όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 1914/1990 (Α' 178) και αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 (Α 184) ορίζεται ότι "στο παρόν άρθρο υπάγονται οι ασφαλισμένοι για κύρια ή επικουρική σύνταξη στα Ειδικά Ταμεία Συντάξεως του προσωπικού των Τραπεζών, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε.

του Τ.Σ.Π. - Η.Σ.Α.Π. και στη Διεύθυνση Ασφαλίσεως Προσωπικού της Δ.Ε.Η. Ως επικουρικά ταμεία για την εφαρμογή του παρόντος νοούνται τα επικουρικά ταμεία ή κλάδοι ή λογαριασμοί, που λειτουργούν με τη μορφή ν.π.δ.δ., καθώς και κάθε άλλος φορέας, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές, υπό τύπο συντάξεων, βοηθημάτων ή μερισμάτων, εφ' όσον τα έσοδα αυτών από εργοδοτικές εισφορές, κοινωνικούς πόρους ή άλλη επιχορήγηση υπερβαίνουν τα έσοδα από εισφορές των ασφαλισμένων", με την παρ.1 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου με τίτλο άρθρου "ασφαλιστικές εισφορές Ειδικών Ταμείων" ορίζεται ότι "Από 1.1.1996 το ασφάλιστρο που καταβάλλουν οι ασφαλισμένοι στα ταμεία κύριας ασφάλισης μισθωτών του άρθρου 10 δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 7,5%.

Αν κατά την έναρξη ισχύος αυτού του νόμου αυτό είναι μικρότερο, αυξάνεται προοδευτικά το λιγότερο κατά μία εκατοστιαία μονάδα ανά έτος, προκειμένου να φθάσει σε 7,5%" και με την παρ.2 του ιδίου άρθρου, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του δευτέρου εδαφίου της με την παρ.1 του άρθρου 10 του ν. 1976/1991 ορίζεται ότι "Τυχόν καταβολή από τον εργοδότη εισφοράς ασφαλισμένου με οποιαδήποτε μορφή και οποιονδήποτε τρόπο (καταβολή υπό του ιδίου αντί αυξήσεως μισθού, επιδότηση ασφαλισμένου κ.λπ.) μειώνεται προοδευτικά κατά το ποσοστό που αυξάνεται η καταβαλλόμενη από τον ασφαλισμένο εισφορά.

Ο εργοδότης υποχρεούται να παρακρατεί και αποδίδει από τις αποδοχές των ασφαλισμένων το ασφάλιστρο της παρ. 1 αυτού του άρθρου, καθώς επίσης και να καλύπτει τα τυχόν προκύπτοντα σε κάθε οικονομική χρήση ή κατά τη διάρκεια χρήσης ελλείμματα του αντίστοιχου φορέα....".

Εξάλλου, με το ήδη αναφερθέν άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2084/1992 "Αναμόρφωση της Κοινωνικής Ασφάλισης και άλλες διατάξεις" (Α 165), όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του πρώτου εδαφίου του με το άρθρο 11 παρ.1 του ν. 2227/1994 (Α 129), ορίζεται ότι" Στον παρόντα νόμο οι παρακάτω όροι σημαίνουν αντίστοιχα: 1. [...]. 2. [...]. 3. [...]. 4. Φορείς κοινωνικής ασφάλισης:

Όλα τα ασφαλιστικά Ταμεία και οργανισμοί που λειτουργούν με τη μορφή Ν.Π.Δ.Δ. και υπάγονται στην εποπτεία του Υπουργείου Οικονομικών και του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επίσης φορείς ασφάλισης νοούνται τα Ταμεία ή Κλάδοι ή Λογαριασμοί, που λειτουργούν με την μορφή ν.π.ι.δ., οι υπηρεσίες και κάθε άλλος φορέας ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής, που χορηγούν περιοδικές παροχές υπό τύπο συντάξεων (κύριες και επικουρικές), βοηθημάτων ή μερισμάτων ή παροχές ασθένειας ή Εφάπαξ βοηθήματα, εφόσον καταβάλλεται εργοδοτική εισφορά ή κοινωνικός πόρος.

Με το άρθρο 46 παρ.1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1.1.1993 το ποσοστό εισφοράς εργοδότη στα ειδικά ταμεία κύριας ασφάλισης του προσωπικού των Τραπεζών Αγροτικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Εθνικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής - Λαϊκής, του Τ.Α.Π. - Ο.Τ.Ε. και του Τ.Σ.Π.Η.Σ.Α.Π. καθορίζεται σε 22%. Μεγαλύτερα ποσοστά προβλεπόμενα από τις καταστατικές διατάξεις των παραπάνω ταμείων για τον εργοδότη εξακολουθούν να ισχύουν.

Το ποσοστό εισφοράς των ασφαλισμένων στα παραπάνω Ταμεία ορίζεται από 1.1.1995 σε 11%" και με την παρ. 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "Με επιφύλαξη των διατάξεων της επόμενης παραγράφου και της παρ. 2 από 1.1.1993 οι εργοδότες των ασφαλισμένων των Ειδικών Ταμείων κύριας ασφάλισης του άρθρου 9 του ν. 1976/1991 θα καλύπτουν τα ετήσια οργανικά ελλείμματα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 1902/1990, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 1976/1991, που τυχόν θα προκύψουν και μέχρι ποσού, που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του 1992" και με το άρθρο 52 με τίτλο άρθρου "Επικουρική Ασφάλιση" ορίζεται στην παρ.1 ότι "Το ποσοστό εισφοράς στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών δεν μπορεί να είναι, για τον ασφαλισμένο, κατώτερο του 3% επί των αποδοχών αυτού, που υπόκεινται σε εισφορές σύμφωνα με τις καταστατικές διατάξεις κάθε φορά και του 3% για τον εργοδότη.

Μικρότερα ποσοστά αναπροσαρμόζονται σταδιακά από 1-1-1993 σε τρία έτη" και στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου του ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Από 1-1-1995 η σχέση εισφοράς ασφαλισμένου προς την εισφορά εργοδότη στους φορείς επικουρικής ασφάλισης μισθωτών, στους οποίους προβλέπεται εισφορά εργοδότη ορίζεται σε 1 προς 1.

Η παραπάνω σχέση δεν ισχύει για τους φορείς Επικουρικής Ασφάλισης, οι οποίοι χορηγούν σύνταξη σε υποκατάσταση κύριας ασφάλισης. Αν οι εργοδότες των ασφαλισμένων των επικουρικών αυτών φορέων καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα σύμφωνα με τις καταστατικές ή άλλες διατάξεις, η κάλυψη γίνεται μέχρι ποσού που δεν θα υπερβαίνει σε καμιά περίπτωση το ποσό που καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992".

Από την τελευταία ως άνω διάταξη προκύπτει ότι οι εργοδότες των ασφαλισμένων σε φορείς επικουρικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως ονομασίας και νομικής μορφής των φορέων αυτών, που κάλυπταν τα οργανικά ελλείμματα αυτών, σύμφωνα με διατάξεις των καταστατικών τους ή και με άλλες διατάξεις, η κάλυψη αυτή από 1.1.1995 και εφεξής γίνεται μέχρι του ποσού που δεν θα υπερβαίνει το ποσό που (τυχόν) καταβλήθηκε για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 2992/2002, ο οποίος εκδόθηκε σε συμμόρφωση του εσωτερικού νομοθέτη προς τον Κανονισμό 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της 19-7-2002 "Για την Εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων" και σύμφωνα με τον Κανονισμό 1725/2003 της Επιτροπής της 19-9-2003 "Για την υιοθέτηση ορισμένων Διεθνών Λογιστικών Προτύπων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου", οι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών επιχειρήσεις, όπως είναι και οι τράπεζες, υποχρεώθηκαν από την 1-1-2005 (ΥΑ 53705/994/2003, ΦΕΚ Β' 1129/2003) να εφαρμόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (ΔΛΠ), μεταξύ των οποίων το ΔΛΠ αρ. 19, που επιβάλλει την ακριβή λογιστική αποτύπωση όλων των παροχών του εργοδότη προς το προσωπικό του (ημερομίσθια, μισθούς, εισφορές κοινωνικών ασφαλίσεων, μελλοντικά προγράμματα παροχών μετά την απασχόληση κλπ), ακόμη και των μη ληξιπροθέσμων.

Ειδικότερα, στις παραγράφους 4, 5 και 6 εδαφ. α' και β' του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου (ΔΛΠ) 19, που φέρει τον τίτλο "Παροχές σε εργαζόμενους" του ως άνω Κανονισμού 1725/2003 ορίζεται ότι: "4. Προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία ταξινομούνται είτε ως προγράμματα καθορισμένων εισφορών, είτε ως προγράμματα καθορισμένων παροχών.

Το Πρότυπο παρέχει συγκεκριμένες οδηγίες για την ταξινόμηση των προγραμμάτων πολλών εργοδοτών, κρατικών προγραμμάτων και των προγραμμάτων με ασφαλιστικές παροχές. 5. Σύμφωνα με τα προγράμματα καθορισμένων εισφορών, η επιχείρηση καταβάλει σταθερές εισφορές σε μια ξεχωριστή οικονομική μονάδα (Ταμείο) και δε θα έχει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλει περαιτέρω εισφορές, αν το Ταμείο δεν κατέχει επαρκή περιουσιακά στοιχεία για να πληρώσει όλες τις παροχές σε εργαζόμενους που αφορούν σε υπηρεσία εργαζομένου στην τρέχουσα και σε προηγούμενες περιόδους.

Το Πρότυπο απαιτεί η επιχείρηση να καταχωρεί εισφορές σε ένα πρόγραμμα καθορισμένων εισφορών, όταν ένας εργαζόμενος έχει παράσχει υπηρεσία με αντάλλαγμα αυτές τις εισφορές. 6. Όλα τα λοιπά προγράμματα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία είναι προγράμματα καθορισμένων παροχών. Τα προγράμματα καθορισμένων παροχών μπορεί να είναι μη χρηματοδοτούμενα ή μπορεί να είναι ολικά ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα [....]".

Από τις ως άνω διατάξεις του ΔΛΠ 19 του Κανονισμού 1725/2003 συνάγεται ότι δίδεται μόνο ο ορισμός των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, ενώ τα προγράμματα καθορισμένων παροχών ορίζονται εξ αντιδιαστολής, καθώς προβλέπεται ότι στην έννοια αυτή εντάσσονται όλα τα υπόλοιπα προγράμματα, που δεν θεωρούνται προγράμματα καθορισμένων εισφορών.

Οι ίδιοι ως άνω ορισμοί επαναλαμβάνονται και στην παράγραφο 7 του ΔΛΠ 19 του Κανονισμού. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον κατά τον Κανονισμό 1725/2003 ορισμό των προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών, όταν πρόκειται περί προγραμμάτων καθορισμένων εισφορών συνταξιοδοτικών οργανισμών τράπεζας, η υποχρέωση της τελευταίας, όσον αφορά τις παροχές στους εργαζομένους μετά τη συνταξιοδότησή τους, περιορίζεται στο ποσό και μόνο που συνεισφέρει στο ασφαλιστικό ταμείο που χορηγεί τις σχετικές παροχές, ήτοι συνήθως στο ποσοστό επί των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου, το οποίο αποτελεί την εισφορά του εργοδότη.

Το ποσό δε των παροχών, που λαμβάνεται από τον εργαζόμενο μετά την έξοδο από την υπηρεσία, προσδιορίζεται από το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται από την Τράπεζα- εργοδότη και τον εργαζόμενο, καθώς και από την απόδοση των επενδύσεων που επιχειρεί ο ασφαλιστικός φορέας.

Ενόψει του ότι επί προγράμματος καθορισμένων εισφορών η υποχρέωση των τραπεζών εξαντλείται στην καταβολή των εργοδοτικών εισφορών, αφού προϋποτίθεται για τον χαρακτηρισμό ενός προγράμματος ως καθορισμένων εισφορών ότι οι τράπεζες δεν έχουν αναλάβει νόμιμη ή τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι δεν έχουν αναλάβει υποχρέωση κάλυψης ελλειμμάτων, ο αναλογιστικός και επενδυτικός κίνδυνος, ο σχετικός με την επάρκεια των περιουσιακών στοιχείων του προγράμματος για την κάλυψη των αναμενόμενων παροχών βαρύνει τον εργαζόμενο. Αντιθέτως, επί προγραμμάτων καθορισμένων παροχών, τα οποία εξ αντιδιαστολής προϋποθέτουν ότι οι τράπεζες έχουν αναλάβει την νόμιμη ή την τεκμαιρόμενη δέσμευση να καταβάλλουν περαιτέρω εισφορές, ήτοι έχουν αναλάβει την υποχρέωση κάλυψης των τυχόν ελλειμμάτων των εν λόγω προγραμμάτων, ο αντίστοιχος κίνδυνος βαρύνει τις ίδιες τις τράπεζες.

Σύμφωνα, λοιπόν, με όσα προεκτέθηκαν πέραν των λογιστικής και εν γένει οικονομικής φύσης διαφορών των δύο προγραμμάτων (καθορισμένων εισφορών και καθορισμένων παροχών), ιδίως αναφορικά και με τις επιπτώσεις τους στην οικονομική θέση των τραπεζών, κύρια διαφορά τους, η οποία σηματοδοτεί και την ένταξη ενός προγράμματος στην αντίστοιχη κατηγορία, συνιστά η ύπαρξη ή μη δέσμευσης των τραπεζών για την κάλυψη των ελλειμμάτων τους.

Συνεπώς, πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, στο πλαίσιο του οποίου ο αναλογιστικός και ο επενδυτικός κίνδυνος βαρύνει τις τράπεζες, μπορεί να νοηθεί, κατά λογική αναγκαιότητα, μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, οι τράπεζες έχουν αναλάβει, έστω και τεκμαιρόμενα, τη δέσμευση να συνεισφέρουν οποιοδήποτε ποσό για την κάλυψη των δαπανών από τις συμφωνηθείσες παροχές.

Ακολούθως, με την εφαρμογή των ανωτέρω λογιστικών προτύπων και ιδίως εκείνου του ΔΛΠ αρ. 19, τα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992, που με βάση ιδιωτικές συμφωνίες είχαν αναλάβει στο διηνεκές τη δέσμευση να καλύπτουν τα ελλείμματα των ταμείων επικουρικής ασφάλισης του προσωπικού τους για την καταβολή συντάξεων, οφείλουν να αναγράφουν στους ισολογισμούς τους τις υποχρεώσεις αυτές σαν υποχρεώσεις προς οποιαδήποτε ιδιωτική ασφάλιση, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να εμφανίζουν μεγαλύτερο παθητικό και χαμηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας.

Το αποτέλεσμα αυτό δεν θα υπήρχε, αν το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων ασφαλιζόταν και για τις επικουρικές παροχές (πολύ περισσότερο γι' αυτές που μέχρι τότε καταβάλλονταν στο πλαίσιο προγραμμάτων προκαθορισμένων παροχών) σε κρατικό φορέα κοινωνικής ασφάλισης, διότι τότε οι σχετικές υποχρεώσεις θα αντιμετωπίζονταν ως υποχρεώσεις του αρμόδιου κρατικού φορέα και, κατ' επέκταση, του κοινωνικού συνόλου, αλλά όχι των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιορίζονταν στις εργοδοτικές εισφορές (όπως συμβαίνει στα ασφαλιστικά προγράμματα προκαθορισμένων εισφορών) και θα απαλλάσσονταν από την κάλυψη των ελλειμμάτων.

Προκειμένου να αποσοβηθούν οι κίνδυνοι, τους οποίους τα πιστωτικά ιδρύματα θα αντιμετώπιζαν ως προς την περαιτέρω λειτουργία τους από την εφαρμογή των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων και την εξ αυτής λογιστική μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας και, παράλληλα, προκειμένου να ενοποιηθεί η κρατική μέριμνα στο πεδίο της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, με το ν. 3371/2005 "Θέματα Κεφαλαιαγοράς και άλλες διατάξεις", επεκτάθηκε το δημόσιο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Οι σχετικές διατάξεις περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο Η' του νόμου αυτού (άρθρα 57 έως 64), σύμφωνα με τις οποίες, το προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, ως προς την κυρία ασφάλιση υπήχθη στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων- Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Μισθωτών (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) (άρθρο 57), ενώ ως προς την επικουρική ασφάλιση προβλέφθηκε η υποχρεωτική και αυτοδίκαιη υπαγωγή όλων των προσλαμβανομένων στα πιστωτικά ιδρύματα από 1.1.2005 στο Ενιαίο Ταμείο Επικούρησης Ασφάλισης Μισθωτών (ΕΤΕΑΜ) (άρθρο 58).

Ως προς τους ήδη ασφαλισμένους και συνταξιούχους των ταμείων επικουρικής ασφάλισης των πιστωτικών ιδρυμάτων προβλέφθηκε, επίσης, η υπαγωγή στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση του ΕΤΕΑΜ, συντελούμενη, όμως, μετά τη διάλυση των ήδη υφισταμένων ταμείων, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 58).

Για την αντιμετώπιση, κυρίως, ζητημάτων μεταβατικής φύσεως, ιδρύθηκε το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (ΕΤΑΤ) (άρθρο 60), στην ασφάλιση του οποίου ορίσθηκε ότι υπάγονται υποχρεωτικά τα πρόσωπα που εργάζονται στα πιστωτικά ιδρύματα του ν. 2076/1992 και ασφαλίζονται για επικουρική ασφάλιση στα οικεία ταμεία ασφάλισης του προσωπικού τους, μετά τη διάλυσή τους σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις ή τα καταστατικά αυτών (άρθρο 62).

Περαιτέρω, με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 (Α' 41) συστάθηκε ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" (Ε.Τ.Ε.Α.), υπό την εποπτεία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, με σκοπό την "παροχή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό, δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς και στα μέλη των οικογενειών τους", εντάχθηκε δε στο εν λόγω Ταμείο, με το άρθρο 36 του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων (Ε.Τ.Α.Τ.) ως προς την επικουρική ασφάλιση.

Το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (Ε.Τ.Ε.Α.) με το άρθρο 74 του ν. 4387/2016, (Α 85) με το οποίο αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 35 του προαναφερθέντος ν. 4052/2012, μετονομάσθηκε σε "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης και Εφάπαξ Παροχών" (Ε.Τ.Ε.Α.Ε.Π.). Από τις ως άνω παρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις προκύπτει ότι με τις εν λόγω ρυθμίσεις ο νομοθέτης απέβλεψε, προεχόντως, στην επέκταση του δημόσιου, καθολικού και υποχρεωτικού χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης και στο προσωπικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 22 παρ.5 του Συντάγματος και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, ούτως ώστε η επιβαλλόμενη από αυτές κρατική μέριμνα για την κοινωνική ασφάλιση των τραπεζοϋπαλλήλων να μην υπολείπεται εκείνης για την κοινωνική ασφάλιση των λοιπών εργαζομένων (ΟλΑΠ 9/2012, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1238/2020, ΑΠ 1243/2019, ΟλΣτΕ 2197 έως 2202/2010).

Ειδικότερα από το συνδυασμό όλων των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου κανόνων προκύπτει ότι: α) υπό το αρχικό νομοθετικό καθεστώς ήταν δυνατόν να συσταθεί νομίμως με ιδιωτική συμφωνία και ειδικότερα με συλλογική σύμβαση μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, λογαριασμός που έχει τη μορφή της συγκέντρωσης περιουσίας και λειτουργεί εφεξής ως ασφαλιστικός οργανισμός με αντικείμενο τη χορήγηση περιοδικών συνταξιοδοτικών παροχών σε πρώην εργαζομένους, β) ο λογαριασμός αυτός, αν και στερείται νομικής προσωπικότητας, είναι ομόλογος των ασφαλιστικών ταμείων που συνιστούν νομικά πρόσωπα και λειτουργεί κατά όμοιο με αυτά τρόπο, δεδομένου ότι με τις παρατιθέμενες διατάξεις ο νομοθέτης, υιοθετώντας το λειτουργικό κριτήριο, περιλαμβάνει στις ρυθμίσεις τους όλους τους ασφαλιστικούς φορείς, χωρίς να απαιτεί αυτοί να έχουν συγκεκριμένη νομική μορφή για τη σύννομη λειτουργία τους, γ) υπό την έννοια αυτή, αν και ο λογαριασμός στερείται νομικής προσωπικότητας, διακρίνεται από το πρόσωπο του εργοδότη και λειτουργεί αυτόνομα, δ) τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη λειτουργία του λογαριασμού, καθώς και η χρηματοδότησή του με εργοδοτικές εισφορές και εισφορές των υπαλλήλων ρυθμίζονται από τον κανονισμό λειτουργίας του, κατά το μέτρο που αυτός δεν αντίκειται στις προαναφερθείσες νομοθετικές ρυθμίσεις και ε) το εύρος της χρηματοδότησης του συγκεκριμένου λογαριασμού υπάγεται στη ρυθμιστική εμβέλεια του ν. 2084/1992 και ειδικότερα του τρίτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 52 αυτού, το οποίο, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τις εκτεθείσες διατάξεις των ν. 2076/1992 και 3371/2005 και την πρόθεση του νομοθέτη να θέσει όριο στην επιχορήγηση των ασφαλιστικών ταμείων από τα πιστωτικά ιδρύματα για να προστατεύσει την κεφαλαιακή επάρκεια των τελευταίων, συνιστά διάταξη αναγκαστικού δικαίου, ανεξαρτήτως της μορφής που λαμβάνει η επιχορήγηση και ειδικότερα αν γίνεται μέσω καταστατικής ή άλλης ειδικής πρόβλεψης ή οικειοθελώς από το πιστωτικό ίδρυμα.

Εξάλλου όσον αφορά το προσωπικό των Τραπεζών το έτος 1949 είχε συσταθεί από το Ταμείο Αλληλοβοήθειας των Υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και από το Ταμείο Αλληλοβοήθειας Εισπρακτόρων και Κλητήρων Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ο Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Τραπεζών Εθνικής και Εθνικής Κτηματικής ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός και ο Κανονισμός του, ο οποίος εγκρίθηκε από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας, τέθηκε σε ισχύ από 1.10.1949.

Μετά από τις γενόμενες κατά το παρελθόν τροποποιήσεις του, ο Κανονισμός φέρει ήδη τον τίτλο "Ειδικός Κανονισμός Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος", ο δε παραπάνω Λογαριασμός τιτλοφορείται "Λογαριασμός Επικουρήσεως Προσωπικού Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος" [ΛΕΠΕΤΕ] (άρθρο 1 παρ. 1 του Κανονισμού) και σκοπός του είναι η παροχή μηνιαίας επικούρησης στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΕΤΕ), το προερχόμενο από αμφότερες τις Τράπεζες Εθνική και Αθηνών, που συγχωνεύθηκαν το έτος 1953 σε μία τράπεζα υπό τον τίτλο "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και τα άλλα πρόσωπα που καθορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 2 του Κανονισμού (ΑΠ 929/2023, ΟλΣτΕ 431- 436/2022).

Με τον ως άνω Κανονισμό προβλέπονται μεταξύ των άλλων τα εξής : Η διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ειδικού λογαριασμού ανήκει σε Διαχειριστική Επιτροπή, η οποία απαρτίζεται από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της Εθνικής Τράπεζας (ΕΤΕ), ως Πρόεδρο, δύο υπαλλήλους της ΕΤΕ με βαθμό τουλάχιστον Υποδιευθυντή Β', οι οποίοι ορίζονται από τη διοίκηση της ΕΤΕ, τους προέδρους των Διοικητικών Συμβουλίων (Δ.Σ.) του Τ.Υ.Π.-Ε.Τ.Ε. (Ταμείο Υγείας Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος), του Συλλόγου Υπαλλήλων ΕΤΕ και του Συλλόγου Εργαζομένων στην ΕΤΕ Ταμιακών- Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), από ένα μέλος του Δ.Σ.

του Τ.Υ.Π.- Ε.Τ.Ε. και τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ (άρθρο 2 παρ. 1). Η Διαχειριστική Επιτροπή, μεταξύ άλλων, μεριμνά για την επωφελέστερη τοποθέτηση των διαθέσιμων κεφαλαίων του λογαριασμού, μεριμνά και ελέγχει την κανονική είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, όπως και των ενεργούμενων καταβολών και αποφασίζει κυριαρχικά περί του ποσού της εκάστοτε καταβλητέας στους δικαιούχους επικούρησης, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητες του ειδικού λογαριασμού, η δε απόφασή της αυτή ισχύει καθολικώς για όλους τους επικουρουμένους (άρθρο 2 παρ. 2).

Πόροι του ΛΕΠΕΤΕ είναι οι εισφορές των μισθωτών της ΕΤΕ 3,5% επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών, εργοδοτική εισφορά 9% επί των αυτών ποσών που υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών, εισφορά γάμου και εισφορά για την απόκτηση τέκνου εργοδότη και εργαζομένου, ποσό από τις προμήθειες για ασφαλιστικές εργασίες, οι τόκοι των κεφαλαίων του ειδικού λογαριασμού και οι πρόσοδοι από την επένδυση αυτών, οι πρόσοδοι από την εκποίηση άχρηστου για την Τράπεζα υλικού και κάθε άλλη πρόσοδος από δωρεά κ.λ.π. (άρθρο 5).

Περαιτέρω, στο άρθρο 9, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του ως άνω άρθρου με την 241η Συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής του ως άνω Λογαριασμού, που εγκρίθηκε με το με αριθμό ... πρακτικό του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης, καθορίζονταν οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, αυξανόμενο ή μειούμενο κατά την κυριαρχική κρίση της Διαχειριστικής Επιτροπής, βάσει των εσόδων και των οικονομικών δυνατοτήτων του Λογαριασμού και με έγκριση του Δ.Σ.

της Τραπέζης, ενώ μετά την ως άνω τροποποίηση καθορίζονται οι παροχές σε ποσοστό επί των συντάξιμων αποδοχών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων (παρ.2), ορίζεται ότι το κατώτατο όριο καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών ΙΚΑ- ΕΤΕΑΜ για τις περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου (παρ. 8) και ορίζεται ότι με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τράπεζας η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσης και τα προϋπολογιστικά στοιχεία της τρέχουσας, σε περίπτωση δε που κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό (παρ. 9).

Εξάλλου, με το εικοστό τέταρτο άρθρο του ν. 4618/2019 (Α' 89/10.6.2019) ορίσθηκαν στις παρ.1 εδαφ. α και 2 τα εξής "1. Από 1.1.2019 το Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Εφάπαξ Παροχών (ΕΤΕΑΕΠ) αναλαμβάνει την καταβολή μηνιαίας επικουρικής σύνταξης στους δικαιούχους έως την έναρξη ισχύος του παρόντος σύνταξης του Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΛΕΠΕΤΕ) και του Ειδικού Λογαριασμού Επικούρησης Προσωπικού Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος - Πρώην Προσωπικού Εθνικής Ακινήτων Α.Ε. (ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π.

ΕΘΝΑΚ).... 2. Από 1.1.2019 η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στο ΕΤΕΑΕΠ τις αναλογούσες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, εισφορές επικουρικής ασφάλισης για το σύνολο των ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ και του ΕΛΕΠΕΤΕ - Π.Π. ΕΘΝΑΚ, πλέον συμπληρωματικής ασφαλιστικής εισφοράς, η οποία για τα έτη 2019 έως 2023 ανέρχεται στο ποσό των 40 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως [...]".

Με το άρθρο 63 του ν. 4680/2020 (Α 72/23.3.2020) αντικαταστάθηκε η ως άνω διάταξη του εικοστού τέταρτου άρθρου του ν. 4618/2019 και ορίσθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ υπάγονται οι ασφαλισμένοι και συνταξιούχοι ΛΕΠΕΤΕ (παρ.1), ότι η επικουρική σύνταξη, ως καθορίζεται με τις παραγράφους 2 και 5, καταβάλλεται στους μεν συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ από 1.3.2018 και ότι ποσά συντάξεων που έχουν ήδη καταβληθεί κατ' εφαρμογή του ως άνω άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του, εξαντλούν την υποχρέωση του ΕΤΕΑΕΠ για το χρονικό διάστημα για το οποίο έχουν καταβληθεί (παρ. 4), ότι οι ασφαλισμένοι του ΛΕΠΕΤΕ από 1.1.2019 καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑΕΠ και διέπονται ως προς τις εισφορές ασφαλισμένου και εργοδότη, τον χρόνο ασφάλισης, τις προϋποθέσεις θεμελίωσης δικαιώματος σε σύνταξη και κάθε άλλο θέμα που αφορά στην ασφάλιση και στις παροχές από τις διατάξεις της νομοθεσίας του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ (παρ. 7), ότι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΤΕ) καταβάλλει στον Κλάδο Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ για τα έτη 2018 έως 2032 επιπρόσθετη ασφαλιστική εισφορά, η οποία ανέρχεται κατ' έτος σε ποσοστό 12% επί των μεικτών αποδοχών των απασχολούμενων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στην ΕΤΕ στις 31 Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους και ότι με τις ως άνω εισφορές εξαντλείται η υποχρέωση της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος έναντι του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ που προκύπτει από την οικονομική επιβάρυνση του τελευταίου με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, καθώς και οιουδήποτε άλλου τρίτου (παρ. 8).

Με τις ως άνω διατάξεις ο νομοθέτης ενέταξε οριστικά τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του ΛΕΠΕΤΕ στον δημόσιο φορέα επικουρικής ασφάλισης, σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω επιταγές του άρθρου 22 παρ. 5 του Συντάγματος, και προσδιόρισε τους ειδικότερους όρους της ιδρυθείσας κοινωνικοασφαλιστικής σχέσης δημοσίου δικαίου μεταξύ των ανωτέρω και του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α (ΑΠ 929/2023).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, συνάγεται ότι στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας ως μισθός θεωρείται κάθε παροχή, την οποία σύμφωνα με το νόμο ή τη σύμβαση ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει στον εργαζόμενο, ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.

Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά εκουσίως, από ελευθεριότητα. Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως "οικειοθελείς".

Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγηση τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Ωστόσο, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας σε "επιχειρησιακή συνήθεια" και να καταστεί υποχρεωτική.

Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφ' ενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφ' ετέρου του εργαζομένου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή.

Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της (ΑΠ 1174/2017). Για τη διαμόρφωση επιχειρησιακής συνήθειας πρέπει η σύμβαση εργασίας να λειτουργεί και είναι ενεργός. Αν για οποιονδήποτε λόγο η τελευταία έχει λυθεί, ο πρώην εργαζόμενος δεν μπορεί να επικαλεσθεί επιχειρησιακή συνήθεια, εκτός αν πρόκειται για παροχή του εργοδότη που έγινε κατά τη λύση της ή ενόψει αυτής, ή ανάγεται σε χρόνο που η σύμβαση ήταν ενεργός (ΑΠ 1238/2020).

Η συνταξιοδοτική δε παροχή, για την καταβολή της οποίας μεσολαβεί αυτόνομος συνταξιοδοτικός λογαριασμός, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, αποσυνδέεται από το εργοδοτικό αντάλλαγμα και διακρίνεται σαφώς από τα προγράμματα ομαδικής ασφάλισης προσωπικού συνταξιοδοτικού χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τον ΑσφΝ 2496/1997 και για τα οποία απαιτείται συμβατική δέσμευση του εργοδότη, δυνάμενη να προέλθει και από επιχειρησιακή συνήθεια.

Εξάλλου, με το άρθρο 157 παρ. 1 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πρώην άρθρο 119 της Συνθήκης ΕΟΚ και πρώην άρθρο 141 Συνθήκης ΕΚ) ορίζεται ότι "1. Κάθε κράτος μέλος εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας. 2.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως "αμοιβή" νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας. Η ισότητα αμοιβής, χωρίς διακρίσεις φύλου, συνεπάγεται: α) ότι η αμοιβή που παρέχεται για όμοια εργασία που αμείβεται κατ' αποκοπή καθορίζεται με βάση την ίδια μονάδα μετρήσεως β) ότι η αμοιβή που παρέχεται για εργασία που αμείβεται με βάση τη χρονική διάρκεια είναι η ίδια για όμοια θέση εργασίας.3.... 4....".

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 1565/2021). Ακόμη, με το άρθρο 17 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζεται ότι "1.

Κάθε πρόσωπο δικαιούται να είναι κύριος των νομίμως κτηθέντων αγαθών του, να τα χρησιμοποιεί, να τα διαθέτει και να τα κληροδοτεί. Κανείς δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας, στις περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο νόμο και έναντι δίκαιης και έγκαιρης αποζημίωσης για την απώλειά της.

Η χρήση των αγαθών μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς από το νόμο, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο προς το γενικό συμφέρον". Εξάλλου, με το άρθρο 1 της υπ' αριθ. 95 Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, ορίζεται ότι "Εν τη εννοία της παρούσης συμβάσεως, ο όρος "ημερομίσθιον" σημαίνει-οιαδήποτε και αν είναι η ονομασία ή ο τρόπος του υπολογισμού-την αμοιβήν ή τας απολαυάς τας δυναμένας ν' αποτιμηθούν εις χρήμα και να καθορισθούν δια συμφωνίας ή δια της εθνικής νομοθεσίας προς οφειλόμενα δυνάμει συμβάσεως εκμισθώσεως υπηρεσιών, γραπτής ή προφορικής, συναφθείσης υπό εργοδότου δια τον μισθωτόν, είτε δι' εργασίαν εκτελεσθείσαν ή μέλλουσαν να εκτελεσθή, είτε δι' υπηρεσίας προσφερθείσας ή μελλούσας να προσφερθούν".

Περαιτέρω, με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος), ορίζεται ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως....", ενώ με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, το οποίο επίσης κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει την αυτή, κατ' άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων τυπική ισχύ, ορίζεται ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους, ους ήθελεν κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Στην, κατά τις ως άνω υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (ΟλΑΠ 3/2016, 2/2011, 6/2007).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης. Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρέωσης ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση. Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως. Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής (ΑΠ 483/2023, ΑΠ 656/2019).

Περαιτέρω, για να επιδικαστεί αποζημίωση για μελλοντική ζημία θα πρέπει να είναι δυνατός ο προσδιορισμός αυτής κατά τον χρόνο της απόφασης, είτε εφάπαξ, είτε κατά χρονικές περιόδους. Όταν, όμως, αυτή δεν είναι απλώς μέλλουσα, αλλά η πραγμάτωσή της εξαρτάται και από άλλους αστάθμητους παράγοντες, οι οποίοι είναι ενδεχόμενο να επέλθουν στο μέλλον και των οποίων η τυχόν μέλλουσα πραγματοποίηση είναι αδύνατο να προβλεφθεί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, τότε δεν επιδικάζεται, ως πρόωρη, και επιδικάζεται μόνο όταν γεννηθεί (ΑΠ 1445/2018, ΑΠ 325/2016, ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 2153/2013, ΑΠ 869/2013, ΑΠ 601/2010, ΑΠ 2076/2006, ΑΠ 122/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών.

Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 176/2018, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009).

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται μεταξύ άλλων η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 929/2023, ΑΠ 763/2018) και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου και στην περίπτωση που το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη να αναφέρεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 1262/2019).

Στην περίπτωση δε, που το Δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνο ενόψει των ουσιαστικών παραδοχών, οι οποίες δεν πρέπει να αναφέρονται αποσπασματικά, μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 873/2018).

Ειδικότερα δε, όταν πρόκειται για παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 179 και 200 ΑΚ, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό, παρά ταύτα, προσέφυγε στους ανωτέρω ερμηνευτικούς κανόνες, διαφορετικά είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί (ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 1212/2008, ΑΠ 2197/2007).

Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας ότι η δήλωση βούλησης είναι σαφής ή ασαφής και ότι αντίστοιχα, δεν έχει ή έχει ανάγκη ερμηνείας, αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων και, συνεπώς, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1796/2022, ΑΠ 1431/2022). Επιπλέον, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύθηκε ή ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ'αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τί συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 381/2021, ΑΠ 396/2018), ώστε να Διακριβώνεται σε ποιας μορφής παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων υπέπεσε το Δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1557/2023).

Α) ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 30-6-2020 ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ:

Με τους συνεξεταζόμενους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα Τράπεζα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (που, κατά προεκτεθέντα, δέχθηκε την αγωγή κατά τη βάση αυτής που θεμελιώνεται στην παραβίαση δημιουργηθείσας επιχειρησιακής συνήθειας):

α) με το να δεχθεί ότι ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συνιστά φορέα επικουρικής ασφάλισης, που λειτουργεί καθ' υποκατάσταση του κρατικού φορέα επικουρικής ασφάλισης, αλλά ειδικό λογαριασμό ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης, χωρίς μάλιστα να αναφέρεται στην απόφαση αν οι αναιρεσίβλητοι ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ή σε κάποιο άλλο φορέα κοινωνικής ασφάλισης, ώστε να μπορούν να έχουν προαιρετική επικουρική ασφάλιση, καθώς και ότι η επίδικη παροχή δεν συνιστά επικουρική σύνταξη, αλλά εργοδοτική παροχή, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 ν. 997/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 ν. 1902/1990, του άρθρου 10 παρ. 1 εδ.

β του ν. 1902/1990, όπως αντικαταστάθηκε από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 ν. 1976/1991, του άρθρου 2 παρ. 4 εδ. β ν. 2081/1992 και του άρθρου 12 ν. 1405/1983, β) με το δεχθεί ότι δημιουργήθηκε επιχειρησιακή συνήθεια με την κάλυψη εκ μέρους της εναγομένης των τακτικών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ από το έτος 2007 και μάλιστα χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση αν και σε ποιο βαθμό η τελευταία κάλυπτε τα ελλείμματα του έτους 1992, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 εδ.

γ του ν. 2084/1992, που απαγορεύει την κάλυψη ελλειμμάτων των επικουρικών φορέων κοινωνικής ασφάλισης εκ μέρους του εργοδότη, σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν κάλυπτε ελλείμματα του έτους 1992 και γ) με το να δεχθεί ότι δημιουργήθηκε επιχειρησιακή συνήθεια και συγκεκριμένα ότι καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης και των δικαιούχων του ΛΕΠΕΤΕ σιωπηρή συμφωνία, με την οποία η εναγομένη δεσμεύθηκε να χρηματοδοτεί το ΛΕΠΕΤΕ στο μέλλον, μετά τη συνταξιοδότησή τους, παρότι βάση της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές προς μισθωτούς κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης εργασίας και εφόσον οι οικειοθελείς παροχές δεν προσκρούουν σε κανόνα αναγκαστικού δικαίου και μάλιστα χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση αν οι αναιρεσίβλητοι είχαν ή όχι ενεργείς συμβάσεις εργασίας το έτος 2007, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, αυτοτελώς και σε συνδυασμό με το άρθρο 52 παρ. 2 εδ.

γ' του ν. 2084/1992.

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την κατ' ουσίαν έρευνα της, ως άνω, γενόμενης δεκτής νομικής βάσης της αγωγής, δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες είναι πρώην υπάλληλοι της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία " ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", νυν συνταξιούχοι και έχουν κριθεί δικαιούχοι μιας μηνιαίας παροχής, την οποία λαμβάνουν μέσω ενός συσταθέντος ειδικού λογαριασμού, που τιτλοφορείται "ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΗΣΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.).

Από το μήνα Δεκέμβριο 2017, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, έπαυσαν να λαμβάνουν αυτή τη μηνιαία παροχή, καθόσον ο λογαριασμός αυτός δεν διαθέτει επαρκή κεφάλαια και η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη τράπεζα, έπαυσε να καταβάλει τα ποσά που υπολείπονταν, ώστε να καταστεί εφικτή η καταβολή των παροχών στους δικαιούχους τους, επικαλούμενη ότι πέραν από την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 του Κανονισμού του Λογαριασμού καταβολή της εισφοράς της, ανερχομένης στο 9% επί των αποδοχών των εν ενεργεία μισθωτών της, δεν είναι υποχρεωμένη να χρηματοδοτεί το λογαριασμό αυτό.

Κατά την υπ' αριθ. 13/18.11.1949 συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", συστάθηκε ο Λογαριασμός Επικούρησης του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (στο εξής Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.), με ταυτόχρονη έγκριση του Κανονισμού Λειτουργίας του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Κανονισμού του, ο εν λόγω έντοκος ειδικός λογαριασμός ιδρύθηκε με σκοπό την παροχή μηνιαίας επικουρήσεως στο εξελθόν και εξερχόμενο προσωπικό της τράπεζας, με την πρόβλεψη ότι στον λογαριασμό αυτό θα πιστώνονταν οι προβλεπόμενοι από τη διάταξη του άρθρου 3 του Κανονισμού πόροι.

Ο ως άνω εξάλλου εγκριθείς από το Γενικό Συμβούλιο της εναγομένης Κανονισμός, που τέθηκε σε ισχύ την 1/10/1949, μετά τη συγχώνευση της Εθνικής Τράπεζας με την Τράπεζα Αθηνών, (προκειμένου να εισέλθει στην επικούρηση και το προερχόμενο από την Τράπεζα Αθηνών προσωπικό), τροποποιήθηκε και αναμορφώθηκε από την 1/1/1996, μετονομαζόμενος έκτοτε σε "Ειδικό Κανονισμό Επικουρήσεως του Προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος".

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 του νέου Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., ο τελευταίος συστάθηκε ως έντοκος κοινός ειδικός λογαριασμός "επί τω σκοπό της επικουρήσεως, υπό του Ταμείου Αλληλοβοήθειας των υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Εισπρακτόρων και Κλητήρων της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος", των μελών αυτών, εξελθόντων και εξερχομένων της υπηρεσίας της Τραπέζης ταύτης, συμφώνως προς τα εδάφια ε' των άρθρων 2 των Καταστατικών αμφοτέρων των ειρημένων Ταμείων".

Από την παράγραφο δε 2 του άρθρου 1 του νέου Ειδικού Κανονισμού, συνάγεται ότι προϋπόθεση παροχής της μηνιαίας επικουρήσεως στο εξερχόμενο προσωπικό είναι η ιδιότητά του, προ της εξόδου του, ως ασφαλισμένου στα Ταμεία Συντάξεων της Εθνικής Τράπεζας ή της Τράπεζας Αθηνών και η συνταξιοδότηση του παρά των Ταμείων αυτών.

Περαιτέρω, κατά την παρ. Γ του άρθρου 2 του Ειδικού Κανονισμού του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε., όπως αυτός τροποποιήθηκε με την υπ'αριθμ. 1359/2008 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, τον Λογαριασμό διαχειρίζεται οκταμελής Διαχειριστική Επιτροπή, απαρτιζόμενη από: α) Τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της ..

ως Πρόεδρο, β) Δύο υπαλλήλους της .. εκ των υπηρετούντων στην Αθήνα, με τον βαθμό τουλάχιστον του Υποδιευθυντή ΕΓ, οι οποίοι ορίζονται από τη Διοίκηση της Τράπεζας, γ) Τους προέδρους των διοικητικών συμβουλίων: 1) του Τ.Υ.Π.- Ε.Τ.Ε., 2) του Συλλόγου Υπαλλήλων .. και 3) του Συλλόγου Εργαζομένων στην .. Ταμιακών, Τεχνικών και κλάδου Ασφαλείας (ΣΥΤΑΤΕ), οριζόμενων από τα αντίστοιχα διοικητικά συμβούλια, δ) Ένα μέλος του Δ.Σ.

του Τ.Υ.Π.- Ε.Τ.Ε., οριζόμενο από το Δ.Σ. του εν λόγω Ταμείου και ε) Τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του Συλλόγου των Συνταξιούχων ΕΤΕ, οριζόμενο από το Δ.Σ. του Συλλόγου. Κατά δε την παρ. 2 του άρθρου 2 του ανωτέρω Ειδικού Κανονισμού "Η Διαχειριστική Επιτροπή διοικεί και διαχειρίζεται την περιουσίαν του Ειδικού Λογαριασμού και μεριμνά δια την επωφελεστέραν τοποθέτησιν των διαθεσίμων κεφαλαίων, απαγορευομένης πάσης χορηγήσεως δανείων, μεριμνά και ελέγχει την κανονικήν είσπραξη των εισφορών και των λοιπών πόρων αυτού, ως και των υπ' αυτού ενεργούμενων καταβολών, συμφώνως προς τα δια των σχετικών άρθρων καθοριζόμενα.

Ομοίως αποφασίζει κυριαρχικώς, συμφώνως τω άρθρω 9, εδαφ. 3, περί του ποσού της καταβλητέας εκάστοτε εις τους δικαιούχους επικουρήσεως, αναλόγως των οικονομικών δυνατοτήτων του Ειδικού Λογαριασμού, της αποφάσεώς της ισχυούσης καθολικώς δι' άπαντας τους επικουρουμένους, ήτοι τόσον δια τους μέχρι της ισχύος τούτης επικουρουμένους όσον και τους μετ' αυτήν, ή περί επιστροφής γενομένου κρατήσεων εις μη δικαιωθέντας επικουρήσεως, ή περί διακοπής απονεμηθείσης επικουρήσεως και εγκρίνει τους προϋπολογισμούς, ισολογισμούς και απολογισμούς, βάσει του ημερολογιακού έτους", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 5 του Ειδικού Κανονισμού : " Πόροι (του Λ.Ε.Π.Ε.Τ.Ε.) είναι οι κάτωθι : 1) Εισφορά των εν ενεργεία ή δϊαθεσιμότητί μισθωτών της 3,5%, επί των πάσης φύσεως αποδοχών αυτών ως και τυχόν καταβαλλομένων ποσοστών επί των κερδών της Τραπέζης, 2) Εισφορά της .. 9% επί των αυτών ποσών (εφ' ων υπολογίζεται η εισφορά των μισθωτών ως αμέσως ανωτέρω αναφέρεται), 3) Εφ' άπαξ εισφορά των από της ισχύος του παρόντος εις πρώτον γάμον ερχομένων ασφαλισμένων, ίση προς το λόγω γάμου παρεχόμενον υπό της Τραπέζης επίδομα τριών μηνών, 4) Εφ' άπαξ εισφορά δι' έκαστον αποκτώμενον τέκνον, ίση προς το λόγω του δηλουμένου τέκνου παρεπόμενον υπό της Τραπέζης επίδομα τριών μηνών, 5) Εισφορά της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος ίση με την καταβαλλομένην τοιαύτην παρά των ησφαλισμένων ή συνταξιούχων λόγω γάμου και τέκνων, κατά τα εις τα υπ'αριθ. 3 και 4 εδάφια του παρόντος άρθρου αναφερόμενα, 6) Ποσόν εκ των προμηθειών εξ ασφαλιστικών εργασιών διενεργούμενων μέσω των Υπηρεσιών της .., καθοριζομένου εκάστοτε υπό τις Διοικήσεως της Τραπέζης ταύτης, 7) Οι τόκοι των κεφαλαίων του Ειδικού Λογαριασμού και οι πρόσοδοι εξ επενδύσεων τούτων, 8) Οι πρόσοδοι εξ εκποιήσεως αχρήστου τη ..

υλικού και 9) Πάσα άλλη πρόσοδος εκ δωρεάς, κλπ. Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του ως άνω Ειδικού Κανονισμού, περί των αποθεματικών και παροχών του Λογαριασμού, όπως αυτός τροποποιήθηκε κατά την υπ' αριθ. 241/26.10.1995 συνεδρίαση της διαχειριστικής επιτροπής του λογαριασμού: "1. Εκ του συνόλου των ετησίων εσόδων του Ειδικού Λογαριασμού, καθορίζεται υπό της Διαχειριστικής Επιτροπής το ποσοστό της κρατήσεως βάσει των εκάστοτε λογιστικών δεδομένων, δια τον σχηματισμόν αποθεματικού.

Το απομένον υπόλοιπο χρησιμοποιείται προς εξυπηρέτηση των επικουρήσεων, 2. Η Επικούρηση των δικαιούχων του άρθρου 8 του παρόντος, καθορίζεται σε ποσοστά επί των συνταξίμων αποδοχών, ανάλογα των συνταξίμων ετών, πλέον οικογενειακών επιδομάτων, όπως παρακάτω 5. Ως συντάξιμες αποδοχές, με εξαίρεση τις περιπτώσεις της παρ. 6, λαμβάνονται υπόψη αποκλειστικά και μόνο:

α) Ο βασικός μισθός του μισθολογικού κλιμακίου ή του βαθμού που κατείχαν ή κατέχουν οι ασφαλισμένοι ή οι επικουρούμενοι κατά την ημερομηνία κατά την οποία εξήλθαν ή εξέρχονται από την ενεργό υπηρεσία της Τραπέζης β) Τυχόν προσαυξήσεις των βασικών μισθών, εφόσον λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της χορηγούμενης συντάξεως, κατά τις διατάξεις του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεων, γ) Το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, το οποίο υπολογίζεται επί του βασικού μισθού και των προσαυξήσεων των εδ.

σ'και β'της παρούσης, για κάθε συντάξιμο έτος, κατά τα οριζόμενα στην παρ. 3 του παρόντος, με τα ίδια ποσοστά, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και στην ίδια έκταση, όπως κατ'αναλογία χορηγείται κάθε φορά από την Τράπεζα στο εν ενεργεία προσωπικό της, δ) Το επιστημονικό επίδομα το οποίο υπολογίζεται επί του βασικού μισθού και των προσαυξήσεων των εδ.

α ' και β' της παρούσης, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις και στην ίδια έκταση, όπως κατ'αναλογία χορηγείται κάθε φορά από την Τράπεζα στο εν ενεργεία προσωπικό της ε) Το επίδομα του βαθμού, τον οποίο οι ασφαλισμένοι ή επικουρούμενοι κατείχαν κατά την έξοδό τους από την Τράπεζα και το οποίο υπολογίζεται όπως το χορηγεί η Τράπεζα στους εν ενεργεία υπαλλήλους της του αντίστοιχου βαθμού. 8.

Το κατώτατο ποσό καταβλητέας επικούρησης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τα εκάστοτε ισχύοντα κατώτατα όρια των παροχών του ΙΚΑ - TEAM για περιπτώσεις γήρατος ή θανάτου, 9. Με κάθε αναπροσαρμογή του μισθολογίου του εν ενεργεία προσωπικού της Τραπέζης, η Διαχειριστική Επιτροπή αποφασίζει ανάλογη αναπροσαρμογή των επικουρήσεων, με βάση τα απολογιστικά στοιχεία της προηγούμενης χρήσεως και τα προϋπολογιστικά της τρέχουσας.

Η Διαχειριστική Επιτροπή, αν κρίνει, βάσει των παραπάνω στοιχείων, ότι η οικονομική κατάσταση του Λογαριασμού δεν το επιτρέπει, μπορεί να αποφασίζει την αναστολή της αναπροσαρμογής για όσο διάστημα κρίνει αναγκαίο ή τη σταδιακή αναπροσαρμογή των επικουρήσεων ή την αναπροσαρμογή τους σε μικρότερο ποσοστό ... ".

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο ΛΕΠΕΤΕ συνιστά συμβατικής προέλευσης (ΑΚ 361) ειδικό λογαριασμό συγκέντρωσης περιουσίας, ο οποίος στερείται νομικής προσωπικότητας και έχει ως βασικό σκοπό την μετεργασιακή επικούρηση των αποχωρούντων από την ενεργό υπηρεσία υπαλλήλων της εναγομένης (με τη μορφή της παροχής σε αυτούς εν είδει επικουρικής μηνιαίας σύνταξης).

Πρόκειται επομένως για ειδικό λογαριασμό ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης, ο οποίος ιδρύθηκε και διατηρείται επί περίπου εβδομήντα έτη από την εναγόμενη ως εργοδότρια, λειτουργώντας ως εσωτερική υπηρεσία της, στελεχωμένη από υπαλλήλους της, οι οποίοι ορίζονται κάθε φορά από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και Πρόεδρο της Διαχειριστικής Επιτροπής του λογαριασμού (βλ.

σχετικά άρθρο 3 του Ειδικού Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ). Συνακόλουθα ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, ενόψει και του ότι ουδέποτε υπήρξε στον εν λόγω λογαριασμό οιαδήποτε κρατική εποπτεία ή παρέμβαση τόσο κατά την ίδρυσή του όσο και κατά τη λειτουργία του και ιδίως τη χρηματοδότησή του (βλ.

σχετικά με την αρχή της τριμερούς χρηματοδότησης της κοινωνικής ασφάλισης Κ. Κ., Γνωμοδοτήσεις κοινωνικού δικαίου, Αθήνα 2000, σελ. 308). Οι ανωτέρω παραδοχές δεν αναιρούνται από την, κατά τα άρθρα 57-64 του ν. 3371/2005, υποχρεωτική υπαγωγή στην ασφάλιση των προσλαμβανόμενων από την 1/1/2005 εργαζομένων της εναγομένης στο επικουρικό κοινωνικοασφαλιστικό ταμείο του Ε.Τ.Ε.Α.Μ. (Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Μισθωτών) αντί αυτής του ΛΕΠΕΤΕ, δοθέντος ότι ο νομοθέτης δύναται να δημιουργεί ασφαλιστικούς φορείς, υπάγοντας υποχρεωτικώς σε αυτούς κατηγορίες εργαζομένων και συνταξιούχων, έστω και αν αυτοί καλύπτονται ασφαλιστικώς από ταμεία, στηριζόμενα στην ιδιωτική βούληση και, μάλιστα, ανεξαρτήτως των συμφωνιών μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών, εφόσον, όμως, τα ταμεία αυτά ούτε διαλύονται με νόμο, ούτε αφαιρείται η περιουσία τους και, ως εκ τούτου, καταλείπεται έδαφος να συνεχίσουν τη λειτουργία τους, σύμφωνα, κατ' αρχήν, με τις ειδικότερες συμφωνίες των μερών (ΟλΣτΕ 2200/2010 ΝΟΜΟΣ).

Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών και εφόσον ο ΛΕΠΕΤΕ δεν συστάθηκε ούτε λειτούργησε ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης, ουδέποτε η εναγόμενη, μέχρι και το έτος 2017, εφάρμοσε στον λογαριασμό τις κοινωνικοασφαλιστικές διατάξεις του ν. 2084/1992, όπως εκείνη του άρθρου 52 παρ. 2 περί εισφοράς 1 προς 1 ασφαλισμένου και εργοδότη στους πόρους του λογαριασμού., ενώ αντίθετα εξακολούθησε να εφαρμόζει την προβλεπόμενη από το άρθρο 5 του Ειδικού Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ εισφορά 3,5% από τους ασφαλισμένους επί των πάσης φύσεως μισθολογικών αποδοχών τους προς 9% επί των ως άνω αποδοχών από την ίδια.

Το γεγονός δε ότι ο λογαριασμός δεν συνιστά φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αλλά φορέα ιδιωτικής προαιρετικής επικουρικής ασφάλισης επιβεβαίωσε ομόφωνα και η Διαχειριστική Επιτροπή του ΛΕΠΕΤΕ κατά την υπ'αριθμ. ...-1995 συνεδρίασή της, κατά την οποία ρητώς αποδέχθηκε τη συμβατική φύση του λογαριασμού και προσδιόρισε τον κύριο σκοπό του, ως αναγόμενο στην οικονομική ενίσχυση των αποχωρούντων από την υπηρεσία εργαζόμενων της Ε.Τ.Ε., εκ των οποίων συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό του ΛΕΠΕΤΕ μηνιαία επικούρηση δεν έχει τον χαρακτήρα της επικουρικής σύνταξης, αλλά εκείνον της εργοδοτικής παροχής, που είχε καταστεί περιεχόμενο των ατομικών συμβάσεων εργασίας του προσωπικού της εναγομένης.

Επιχείρημα υπέρ της θέσεως αυτής προκύπτει και από το γεγονός ότι ήδη από το έτος 1995, με τροποποίηση του άρθρου 9 του Ειδικού Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ και κατόπιν ομόφωνης απόφασης της Διαχειριστικής του Επιτροπής, αποσυνδέθηκε ο υπολογισμός των χορηγούμενων επικουρήσεων του λογαριασμού επί των εκάστοτε καταβαλλόμενων συντάξιμων αποδοχών των δικαιούχων και πλέον έκτοτε γίνεται επί των εκάστοτε καταβαλλόμενων μισθολογικών αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων της εναγομένης (βλ.

ιδίως άρθρο 9 παρ. 5 Ειδικού Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ όπως τροποποιήθηκε το έτος 1995, κατά την προαναφερόμενη υπ'αριθμ. ...-1995 συνεδρίαση της Διαχειριστικής Επιτροπής σε συνδυασμό και με την υπ'αριθμ. ...-1995 συνεδρίασή της). Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι, με την ίδια, από έτους 1995 τροποποίηση του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ, καταργήθηκε η παρ. 3 του άρθρου 9 του εν λόγω Κανονισμού, η οποία προέβλεπε τη δυνατότητα μείωσης των χορηγούμενων επικουρήσεων, κατόπιν απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής και έγκρισης του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, βάσει της εκάστοτε οικονομικής κατάστασης του λογαριασμού και ως εκ τούτου δεν υπόκειται πλέον έκτοτε στη διακριτική ευχέρεια των οργάνων διαχείρισης του ΛΕΠΕΤΕ η περικοπή του ύψους των καταβαλλόμενων επικουρήσεων στους δικαιούχους του.

Ωστόσο, επειδή από την επισκόπηση του Ειδικού Κανονισμού του Λογαριασμού, δεν προκύπτει ότι προβλέπεται από συγκεκριμένη διάταξή του νομική δέσμευση της εναγομένης να καλύπτει, πέραν της προβλεπόμενης στο άρθρο 5 εισφοράς της, τα όποια προκύπτοντα χρηματικά ελλείμματα του λογαριασμού, ώστε να συνεχίζεται απρόσκοπτα η καταβολή στους ασφαλισμένους του των προβλεπόμενων μηνιαίων επικουρήσεων, συνάγεται καταρχήν ότι προϋπόθεση καταβολής των επικουρήσεων αυτών είναι η οικονομική βιωσιμότητα του Λογαριασμού, ο οποίος επομένως δεν λειτουργεί ρητά ως πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, σύμφωνα με το υπ'αριθμ. 19 Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο.

Ερευνητέο συνεπώς εάν υφίσταται τεκμαιρόμενη δέσμευση της εναγομένης ως εργοδότριας να καλύπτει τις οικονομικές αδυναμίες του Λογαριασμού νια την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, βάσει πρακτικής, με την μακρόχρονη εκ μέρους της κάλυψη των σχετικών ταμειακών ελλειμμάτων, ώστε να προκύπτει η κατάρτιση σιωπηρής συμφωνίας των μερών για τη συνέχιση της πρακτικής αυτής στο διηνεκές.

Όπως εκτίθεται στην υπό κρίση αγωγή και συνομολογείται από την εναγόμενη, η τελευταία προέβαινε, κατά τα τελευταία δέκα τουλάχιστον έτη, σε αδιάλειπτη κάλυψη των ταμειακών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ και μάλιστα, παρά τα οριζόμενα στη διάταξη του εδ. γ' της παρ. 2 του άρθρου 52 του ν. 2084/1992, ο οποίος απαγόρευε στους εργοδότες των ασφαλισμένων σε επικουρικούς φορείς κοινωνικής ασφάλισης (όπως ο ΛΕΠΕΤΕ κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης) να καλύπτουν τα οργανικά ελλείμματα των φορέων αυτών με ποσά που υπερέβαιναν τα καταβληθέντα για την κάλυψη των ελλειμμάτων του έτους 1992.

Η ανάγκη χρηματοδότησης του ΛΕΠΕΤΕ ανέκυψε επιτακτικά από το 2005, όταν ο λογαριασμός άρχισε να εμφανίζει ταμειακά ελλείμματα, οφειλόμενα αφενός στις αποφασισθεϊσες αυξήσεις των καταβαλλόμενων επικουρήσεων σε όλους του εξερχόμενους πριν την 1/11/2004 δικαιούχους του και αφετέρου - ιδίως - στην υποχρεωτική, βάσει του ν. 3371/2005, υπαγωγή των νεοπροσλαμβανόμενων από την 1/1/2005 εργαζομένων της εναγομένης στο Ε.Τ.Ε.Α.Μ.

και όχι στον ΛΕΠΕΤΕ με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταστεί χρηματοδοτούμενος από κλειστή ομάδα εν ενεργεία εργαζομένων της Ε.Τ.Ε., που έβαιναν συνεχώς μειούμενοι, γεγονός που είχε ως συνέπεια να μειώνεται βαθμιαία η τροφοδότηση του λογαριασμού από εισφορές των εργαζομένων και της εναγόμενης και να αναμένεται μελλοντικά η παύση χρηματοδότησης του λογαριασμού από τις πηγές αυτές.

Για τον λόγο δε αυτό και προκειμένου να διασφαλιστεί η ταμειακή επάρκεια του λογαριασμού, ο οποίος από την ίδρυσή του λειτουργεί ως ομάδα περιουσίας, αποφασίστηκε ομόφωνα, κατά την υπ' αριθμ. ...-2005 συνεδρίαση της Διαχειριστικής του Επιτροπής, η ανασυγκρότηση της επιτροπή επενδύσεών του, έτσι ώστε να μετέχουν σε αυτήν, εκτός από τους Προέδρους των Δ.Σ.

του Τ.Υ.Π.Ε.Τ., του Σ.Υ.Ε.Τ.Ε. και του Συλλόγου Συνταξιούχων της Ε.Τ.Ε., που την συγκροτούσαν μέχρι τότε και δύο υψηλόβαθμα διευθυντικά στελέχη της εναγομένης και συγκεκριμένα ο Γενικός Διευθυντής της Διεθνικής Α.Ε. και ο Διευθυντής Διαχείρισης και Χρηματαγοράς, οι οποίοι διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις της χρηματαγοράς και οι οποίοι, κατόπιν ρητής απόφασης της Διαχειριστικής Επιτροπής του ΛΕΠΕΤΕ θα συνεργάζονταν υποχρεωτικά με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης και Πρόεδρο του ΛΕΠΕΤΕ για θέματα επενδύσεων του αποθεματικού του λογαριασμού (βλ.

σχετικά την πέμπτη ομόφωνη απόφαση της υπ'αριθμ. ...-2005 συνεδρίασης της Διαχειριστικής Επιτροπής). Έκτοτε έγινε προσπάθεια οικονομικής ενδυνάμωσης του ΛΕΠΕΤΕ με επενδυτικές κινήσεις, που οδήγησαν μάλιστα την κατηγοριοποίηση του ΛΕΠΕΤΕ σε "επαγγελματία πελάτη" κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 3606/2007, όπως άλλωστε επιβεβαιώθηκε ομόφωνα στην υπ' αριθμ. ...-2010 συνεδρίαση Διαχειριστικής Επιτροπής του.

Πλην όμως, αν και μοναδικός σκοπός της επενδυτικής επιτροπής ήταν η επωφελής τοποθέτηση των διαθεσίμων κεφαλαίων του λογαριασμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ειδικού Κανονισμού του, η επιτροπή, υπό τη νέα διευρυμένη σύνθεσή της, προέβη συστηματικά σε επένδυση των αποθεματικών του ΛΕΠΕΤΕ αποκλειστικά σε μετοχές της Ε.Τ.Ε., με αποτέλεσμα, όταν με την πάροδο των ετών μειώθηκε ραγδαία η αξία των εν λόγω μετοχών, να μειωθούν αναλόγως τα αποθεματικά του ΛΕΠΕΤΕ και να σημειωθούν τα πρώτα ταμειακά του ελλείμματα.

Στην οικονομική αποδυνάμωση του ΛΕΠΕΤΕ συνέτειναν περαιτέρω οι επιχειρηματικές αποφάσεις της εναγομένης να εξαγγέλλει, κατά καιρούς, προγράμματα εθελούσιας εξόδου των εργαζομένων της, προκειμένου να πετύχει μείωση των δαπανών της από μισθολογικό κόστος (ενδεικτικά αναφέρονται τα προγράμματα εθελούσιας εξόδου των ετών 2000, 2001, 2002, 2004, 2006, 2008, 2013, 2016, κατά τη διάρκεια των οποίων αποχώρησαν από την Ε.Τ.Ε.

πάνω από 7.000 εργαζόμενοι). Συγκεκριμένα από την εφαρμογή των διαφόρων προγραμμάτων εθελούσιας εξόδου ο ΛΕΠΕΤΕ αφενός απώλεσε σημαντικό ποσοστό των πόρων του και δη των εργατικών και εργοδοτικών εισφορών, λόγω της αποχώρησης προώρως από την ενεργό υπηρεσία μεγάλου αριθμού εργαζομένων και αφετέρου υποβλήθηκε πολύ νωρίτερα απ' ό,τι αναμενόταν στο κόστος της καταβολής επικουρήσεων στους συμμετέχοντες στις εθελούσιες εξόδους και συνακόλουθα συνταξιοδοτούμενους δικαιούχους.

Ως εκ τούτου με τα προγράμματα εθελούσιας εξόδου της εναγομένης ανατράπηκε η αναλογιστική ισορροπία του Λογαριασμού, αφού αποδυναμώθηκε το κεφάλαιο του. Κατόπιν των ανωτέρω, σε όλους τους προϋπολογισμούς του ΛΕΠΕΤΕ από το έτος 2005 και μετά, τα έξοδα του Λογαριασμού (από τις παροχές) άρχισαν να υπερβαίνουν βαθμιαία τα έσοδά του (από τις εισφορές), γεγονός που οδήγησε σε κίνδυνο βιωσιμότητάς του και σε οξύ πρόβλημα ταμειακής ρευστότητας, ως προς την δυνατότητα μηνιαίων επικουρήσεων στους δικαιούχους του.

Εξάλλου, σε σχέση με την κάλυψη από την εναγόμενη των ταμειακών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ παρατηρείται ότι, από το έτος 2007 μέχρι και το έτος 2017, ακολουθήθηκε η αδιάλειπτη χρηματοδότηση του λογαριασμού εκ μέρους της, με την καταβολή, πέραν της προβλεπόμενης εισφοράς της 9% επί των αποδοχών των εν ενεργεία εργαζομένων της, των απαιτούμενων κάθε φορά ταμειακών ελλειμμάτων του λογαριασμού, ώστε να καθίσταται εφικτή η συνέχιση καταβολής των προβλεπόμενων επικουρήσεων στους δικαιούχους του ΛΕΠΕΤΕ σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του Κανονισμού του.

Ειδικότερα, το έτος 2007, η Ε.Τ.Ε. κατέβαλε στον ΛΕΠΕΤΕ το ποσό των 13.631.000 ευρώ, το έτος 2008 τα ποσά των 3.500.000, 3.000.000, 6.100.000 και 3.550.000 ευρώ, το έτος 2009 τα ποσά των 3.500.000, 3.550.000 και 3.600.000 ευρώ, το έτος 2010 το ποσό των 2.260.000 ευρώ, το έτος 2011 το ποσό του 1.565.000 ευρώ, το έτος 2012 το ποσό των 5.350.000 ευρώ, το έτος 2013 το ποσό των 3.900.000 ευρώ, το έτος 2014 το ποσό των 6.600.000 ευρώ, το έτος 2015 το ποσό των 7.800.000 ευρώ, το έτος 2016 το ποσό των 6.900.00 ευρώ και το έτος 2017 το ποσό των 12.160.000 ευρώ.

Για όλες τις ανωτέρω καταβολές καταρτίστηκαν μεταξύ της καταβάλλουσας εναγομένης και του ΛΕΠΕΤΕ εκπροσωπούμενου από τον Διευθυντή της Διαχειριστικής Επιτροπής του, ιδιωτικά συμφωνητικά συμβάσεων δανείων, στα οποία προβλέφθηκε ότι οι χορηγήσεις των αντίστοιχων ποσών συνιστούσαν απλώς έκτακτες ταμειακές διευκολύνσεις, χωρίς να δημιουργούν δέσμευση της εναγομένης για την καταβολή τους στο μέλλον και χωρίς να συνιστούν αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης να τις καταβάλλει και ότι, περαιτέρω, ο δανειζόμενος ΛΕΠΕΤΕ αναλάμβανε την υποχρέωση να επιστρέφει στην εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη τις εν λόγω καταβληθείσες ταμειακές διευκολύνσεις, το συντομότερο δυνατόν, ανάλογα με τις οικονομικές δυνατότητές του.

Οι ανωτέρω ωστόσο επικαλούμενες από την εναγόμενη δανειακές συμβάσεις είναι άκυρες, καθόσον καταρτίστηκαν εκ μέρους της με αντισυμβαλλόμενο τον ΛΕΠΕΤΕ ο οποίος, ως μη αυτοτελές νομικό πρόσωπο ή αναγνωρισμένη από την έννομη τάξη αυτόνομη οντότητα και δη ως ομάδα περιουσίας, δεν διαθέτει νομική προσωπικότητα ούτε ικανότητα διαδίκου (βλ.

ανωτέρω ΟλΑΠ 25/2008) και ως εκ τούτου στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας για την ανάληψη συμβατικής ευθύνης από την κατάρτιση δανείου, δοθέντος και του ότι αφίσταται του καταστατικού σκοπού του συγκεκριμένου νομικού μορφώματος η κατάρτιση εκ μέρους του αμφοτεροβαρών συμβάσεων, όπως το - άτοκο έστω εν προκειμένω - δάνειο (ΑΠ 1081/2015 ΝΟΜΟΣ), ως νομικώς αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου συγκεκριμένου σκοπού του δικαιοπραξία (βλ.

σχετικά με την ατελή ικανότητα δικαίου οντοτήτων χωρίς νομική προσωπικότητα, όπως οι ομάδες περιουσίας, Κ. Π., Τα "οιονεί" νομικά πρόσωπα ως υποκείμενα δικαίου, εκδ. 2016, σελ. 41). Περαιτέρω, ο ΛΕΠΕΤΕ δεν δύνατο να εκπροσωπηθεί δικαιοπρακτικά για την κατάρτιση των δανειακών συμβάσεων από την Διαχειριστική του Επιτροπή, καθόσον από καμία διάταξη του Ειδικού Κανονισμού του δεν χορηγείται αρμοδιότητα ανάληψης υποχρεώσεων για τον Λογαριασμό από την Επιτροπή αυτή, η οποία δύναται να διαχειρίζεται την περιουσία του (βλ.

σχετικά άρθρο 2 παρ. 2 του Κανονισμού, όπου περιοριστικά αναφέρονται οι αρμοδιότητες της Διαχειριστικής Επιτροπής, χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτές η ικανότητά της να δεσμεύει νομικά το λογαριασμό, με την κατάρτιση επαχθών ή μη δικαιοπραξιών στο όνομά του). Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι ανωτέρω συμβάσεις είχαν καταστιστεί νόμιμα μεταξύ της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης και του ΛΕΠΕΤΕ προκύπτει αδιαμφισβήτητα από το περιεχόμενο τους ότι επρόκειτο για συμβάσεις, που χαρακτηρίστηκαν προσχηματικά από αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη ως δανειακές, καθόσον αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι γνώριζαν εξαρχής ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία επιστροφής των χρημάτων από τον ΛΕΠΕΤΕ στην εναγόμενη εις το διηνεκές, ενόψει της προδιαγεγραμμένης αδυναμίας οικονομικής ανάκαμψης του λογαριασμού στο μέλλον.

Επρόκειτο συνεπώς για εικονικές και ως εκ τούτου άκυρες δανειακές συμβάσεις, οι οποίες συνιστούσαν στην πραγματικότητα οικειοθελείς παροχές της εναγομένης προς τους δικαιούχους του ΛΕΠΕΤΕ με τη μορφή της άνευ νομικής υποχρέωσης διαρκούς χρηματοδότησής του, προς επίτευξη της αδιάλειπτης εκ μέρους του παροχής των επικουρήσεων.

Οι ως άνω μάλιστα οικειοθελείς παροχές της εναγομένης έλαβαν χώρα χωρίς διατύπωση ρητής επιφύλαξης διακοπής τους στο μέλλον, καθόσον προϋπόθεση της "επιφύλαξης ελευθεριότητας" της οικειοθελούς παροχής στο μέλλον συνιστά η προηγούμενη γνωστοποίησή της από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, η οποία ωστόσο (γνωστοποίηση) ουδέποτε υπήρξε στην υπό κρίση περίπτωση, καθόσον δεν προέκυψε ότι το περιεχόμενο των επικαλούμενων από την εναγόμενη ιδιωτικών συμφωνητικών δανείων κατέστη γνωστό στους εργαζομένους της εναγομένης ή ότι ενημερώθηκαν αυτοί καθοιονδήποτε τρόπο από την εναγόμενη για το ενδεχόμενο διακοπής της καταβολής των επικουρήσεων στο μέλλον.

Συνεπώς ευλόγως δημιουργήθηκε στους δικαιούχους των επικουρήσεων (πρώην και νυν εργαζομένους της Ε.Τ.Ε.), μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, η πεποίθηση ότι οι επικουρήσεις θα εξακολουθούσαν να καταβάλλονται ανελλιπώς και στο μέλλον, παρά τις όποιες ταμειακές δυσχέρειες του Λογαριασμού, δημιουργώντας βάσιμο δικαίωμα προσδοκίας για την παροχή τους.

Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι από την γενική, μακρόχρονη και ομοιόμορφη συμπεριφορά της εναγομένης, που συνίστατο στην κάλυψη, επί έντεκα τουλάχιστον συναπτά έτη, των ταμειακών ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, ώστε να λαμβάνουν οι δικαιούχοι του τις προβλεπόμενες από τον Κανονισμό του μηνιαίες επικουρήσεις, καταρτίστηκε μεταξύ αφενός της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης και αφετέρου των εργαζομένων της- δικαιούχων του ΛΕΠΕΤΕ σιωπηρή συμφωνία, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη δεσμεύτηκε να χρηματοδοτεί και στο μέλλον τον Λογαριασμό, ώστε να καθίσταται εφικτή η καταβολή των μηνιαίων επικουρήσεων τόσο στο σύνολο των δικαιούχων του Λογαριασμού όσο και για το σύνολο των οφειλόμενων παροχών του.

Όταν επομένως τον Δεκέμβριο του 2017 η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη διέκοψε αιφνιδίως τη χρηματοδότηση του ΛΕΠΕΤΕ με αποτέλεσμα την άμεση διακοπή καταβολής των μηνιαίων επικουρήσεων στους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες καθώς και στους λοιπούς δικαιούχους του ΛΕΠΕΤΕ, παραβίασε συμβατική της υποχρέωση.

Επομένως η απόφαση της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης να σταματήσει τη χρηματοδότηση του Λογαριασμού και να παύσει μονομερώς τη χορήγηση των επικουρήσεων αποτελεί μη νόμιμη ανάκληση συμβατικής παροχής και ως εκ τούτου συνιστά αυθαίρετη αθέτηση την προαναφερόμενης σιωπηρής συμφωνίας. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ'ουσίαν, κατά το σκέλος που αφορά στην παραβίαση διαμορφωθείσας επιχειρησιακής συνήθειας από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτής να καταβάλλει στους ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες τις προβλεπόμενες από το άρθρο 9 του Ειδικού Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ μηνιαίες επικουρήσεις, σύμφωνα με το αιτητικό της αγωγής καθόσον προέκυψε από τα ως άνω αποδειχθέντα περιστατικά ο χαρακτήρας του Λογαριασμού ως συνόλου περιουσίας ειδικού σκοπού, αφενός τηρούμενου από την εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ("παρ' αυτή", κατά τη διατύπωση του Κανονισμού του ΛΕΠΕΤΕ) και αφετέρου, κατά το πλείστον, χρηματοδοτούμενου από την ίδια.

Αντίθετα και συνεπώς εσφαλμένα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων περί παραβίασης διαμορφωθείσας επιχειρησιακής συνήθειας από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη και ο σχετικά υποστηρίζων λόγος έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, συνεπώς παρελκομένης της έρευνας των λοιπών ισχυρισμών των εκκαλούντων πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ'ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη και αφού κρατηθεί η αγωγή προς εκδίκαση να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν ...".

Κρίνοντας έτσι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεβαλλομένη απόφαση παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του ν. 997/1979, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 3 του ν. 1902/1990, 10 παρ. 1 εδ. β' του ν. 1902/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1976/1991, 2 παρ. 4 εδ. β' του ν. 2084/1992 και 12 του. 1405/1983, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 361, 648, 649, 653 ΑΚ και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, καθώς σύμφωνα με όσα δέχθηκε για την ίδρυση και τη λειτουργία του ΛΕΠΕΤΕ, καθώς και τον Κανονισμό που τον διέπει, θα έπρεπε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν και στερούμενος νομικής προσωπικότητας, συνιστά φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης προκαθορισμένων εισφορών, ο οποίος λειτουργεί καθ' υποκατάσταση του κρατικού φορέα επικουρικής σύνταξης και ως ομόλογος αυτού, η δε μηνιαία επικούρηση, που καταβάλλεται από το ταμείο του έχει τον χαρακτήρα της επικουρικής σύνταξης και όχι εκείνον της εργοδοτικής παροχής, που μπορεί υπό συνθήκες επαναλαμβανόμενης και ανεπιφύλακτης εργοδοτικής πρακτικής, να καταστεί, ως μορφή επιχειρησιακής συνήθειας, όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας των αναιρεσιβλήτων, όπως εσφαλμένα υπέλαβε, υποπίπτοντας έτσι ' στην παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Οι δε παροχές της αναιρεσείουσας προς κάλυψη των ελλειμμάτων του λογαριασμού, ανεξαρτήτως της μορφής αυτών, δόθηκαν με σκοπό την ενίσχυση του τελευταίου, συνιστούσαν δηλαδή ενίσχυση του αυτόνομου συνταξιοδοτικού ταμείου και όχι μισθολογική παροχή για την οποία η αναιρεσείουσα ανέλαβε συμβατική υποχρέωση με τη μορφή της επιχειρησιακής συνήθειας απέναντι στους αναιρεσιβλήτους.

Περαιτέρω η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε και τη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 2 εδ. γ του ν. 2084/1992), υποπίπτοντας ομοίως στην παράβαση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεχόμενη ότι επιτρεπόταν η κάλυψη των ελλειμμάτων του ΛΕΠΕΤΕ, ενώ η χρηματοδότηση αυτού από την αναιρεσείουσα έλαβε χώρα μετά το έτος 1992, καθώς έως το έτος εκείνο ο ΛΕΠΕΤΕ δεν είχε ανάγκη και δεν έτυχε οποιασδήποτε ενίσχυσης (γεγονός άλλωστε που δεν ισχυρίζονται οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι) και επομένως η ενίσχυση αυτή κατά τα έτη 2007-2017 απαγορευόταν από τον νόμο, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως οι, ως άνω, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

Β) ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΠΟ 4-10-2021 ΚΑΙ ΑΠΌ 10-1-2022 ΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ :

Με τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 2° και 3°, αντίστοιχα, συναφείς λόγους της από 4-10-2021 και της από 10-1-2022 αιτήσεων αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης την αγωγή, κατά το αίτημα αυτής να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει απευθείας στους ίδιους την επίδικη παροχή, με βάση την ενδοσυμβατική ευθύνη, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 68, 70 και 73 ΚΠολΔ.

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες ελέγχου των, ως άνω, αναιρετικών λόγων, της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε, για το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, τα ακόλουθα: " Η αγωγή είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων, κατά το σκέλος που αφορά το αίτημα της απευθείας καταβολής εκ μέρους της εναγομένης προς τους ίδιους τους ενάγοντες κατά το μέρος που επιχειρεί να θεμελιωθεί στην ενδοσυμβατική ευθύνη, κατά το βάσιμο ως προς τούτο ισχυρισμό της εναγομένης, γεγονός που εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο, ως αναγόμενο σε διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης.

Τούτο διότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ανέκαθεν η συμβατική υποχρέωση της εναγομένης (ως προς όλες τις μορφές ων επικαλούμενων συμβατικών ενοχών), συνίσταται όχι στην απευθείας καταβολή σε αυτούς, αλλά στη χρηματοδότηση του ΛΕΠΕΤΕ προς κάλυψη των ελλειμμάτων του, προκειμένου μέσω αυτού (ΛΕΠΕΤΕ) οι ίδιοι να λαμβάνουν τις επιμέρους επίδικες μηνιαίες παροχές που δικαιούνται.

Ουδόλως γίνεται μνεία ότι η εναγομένη ανέλαβε με οποιονδήποτε τρόπο (συμβατικά ή εν τοις πράγμασι) την υποχρέωση να καταβάλλει απευθείας, ούτε και άλλωστε ότι σε οποιονδήποτε χρόνο η ίδια προέβη σε απευθείας καταβολή στους δικαιούχους, μεταξύ των οποίων οι ενάγοντες, της επίδικης παροχής, βάσει οποιασδήπουτε έννομης σχέσης και νόμιμου λόγου.

Συνεπώς, εφόσον η απευθείας καταβολή των επίδικων μηνιαίων παροχών στους ενάγοντες δεν συνιστούσε περιεχόμενο οποιασδήποτε μεταξύ τους σύμβασης, ούτε συμφωνηθέντα τρόπο εκπλήρωσης των επίδικων παροχών, οι ίδιοι δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς στην προκείμενη δίκη, ως προς το ανωτέρω αίτημά τους, κατά το μέρος που αυτό ερείδεται στη βάση της επικαλούμενης ενδοσυμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης. Ενεργητική νομιμοποίηση των εναγόντων ως προς τα ίδια ως άνω αιτήματα και κατά το ίδιο ως άνω μέρος που αφορούν, όπως προεκτέθηκε, αναγνώρισης εκπλήρωσης της επικαλούμενης συμβατικής υποχρέωσης της εναγομένης, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στο πλαίσιο σύμβασης υπέρ τρίτου, την οποία επικουρικά επικαλούνται οι ενάγοντες, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίσταται τέτοιου είδους σύμβαση. Συγκεκριμένα, και στην περίπτωση αυτή, ακόμα και θεωρούμενης της σχετικής υπέρ τρίτου σύμβασης ως γνήσιας, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να ζητήσουν μόνο την εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, η δε, εκ μέρους της εναγομένης, απευθείας καταβολή σ' αυτούς δεν συγκαταλέγεται μεταξύ αυτών ... ".

Εξάλλου, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει πράγματι, κατά τα γενόμενα δεκτά, ως άνω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι ενάγοντες δεν ισχυρίζονται ότι η εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση καταβολής της επίδικης παροχής απευθείας στους ίδιους, ούτε ότι προέβη σε τέτοια ενέργεια, δηλαδή σε απευθείας καταβολή της επίδικης παροχής στους ίδιους. Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν αιτιολογείται ο απαιτούμενος σύνδεσμος των διαδίκων, ως υποκειμένων της θεμελιούμενης στην ενδοσυμβατική ευθύνη έννομης σχέσης, με αποτέλεσμα σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η αγωγή να είναι ανομιμοποίητη και, για το λόγο αυτό απορριπτέα ως απαράδεκτη. Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 68, 70 και 73 ΚΠολΔ και πρέπει οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Με τους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτο λόγο της από 4-10-2021 αίτησης αναίρεσης και τέταρτο λόγο της από 10-1-2022 αίτησης αναίρεσης, αντίστοιχα, που είναι απολύτως συναφείς, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να απορρίψει, ως προώρως ασκηθέν το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να τους καταβάλλει την επίδικη μηνιαία παροχή για το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 11, 68, 69, 70 ΚΠολΔ, των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, του άρθρου 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, του άρθρου 3 παρ. 2 ν. 2112/1920, του άρθρου 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της EE, της ΕΣΔΑ και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου.

Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν, σε σχέση με το, ως άνω, ζήτημα, ότι η εναγομένη "υποχρεούται να τους καταβάλλει ως εργοδότρια κάθε μήνα από το Δεκέμβριο 2017 και εις το διηνεκές τη μηνιαία επικουρική παροχή που δικαιούται και ελάμβανε κάθε ένας από αυτούς μέχρι και το Νοέμβριο 2017", υποβάλλοντας αίτημα να αναγνωρισθεί η, ως άνω, υποχρέωσή της.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε το εν λόγω αίτημα με τις ακόλουθες παραδοχές: " ... Η κρινόμενη αγωγή είναι παραδεκτή, πλην των επιμέρους εκείνων αποζημιωτικών κονδυλίων (ήτοι των επιμέρους μηνιαίων παροχών) που αντιστοιχούν στο χρόνο μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, τα οποία κρίνονται προώρως ασκηθέντα και πρέπει να απορριφθούν, για το λόγο αυτό, ως απαράδεκτα.

Τούτο διότι η αποζημίωση που ζητείται , υπό τη μορφή περιοδικών παροχών, κατά το μέρος που αφορά το χρόνο μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, δεν εξαρτάται μεν από αντιπαροχή, στοχεύει όμως στην αποκατάσταση μελλοντικής ζημίας. Η έκταση της τελευταίας, αναφορικά με τον αναγόμενο στο μετά τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής χρόνο, δεδομένου ότι οι ενάγοντες ζητούν αποκατάσταση της ζημίας τους στο διηνεκές, χωρίς σαφή χρονικό προσδιορισμό (λχ έως το εκτιμώμενο, κατά περίπτωση, προσδόκιμο ζωής), δεν δύναται να προσδιορισθεί ήδη από τώρα, καθίσταται δηλαδή άδηλη ..." Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε τις, ως άνω, νομικές διατάξεις, καθόσον (ανεξαρτήτως του ότι δεν προσδιορίζεται στις αιτήσεις αναίρεσης το διαγνωστικό σφάλμα, στο οποίο υπέπεσε το Δικαστήριο ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή κάθε επιμέρους διάταξης), με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στην οποία δεν προσδιορίζεται, κατά το μέρος που αφορά το μετά τη συζήτηση της αγωγής χρονικό διάστημα, ούτε το ύψος του ποσού κάθε μηνιαίας παροχής, ούτε ο τρόπος υπολογισμού του, ούτε το ακριβές χρονικό διάστημα καταβολής του, η έκταση της, από τη μη καταβολή της επίδικης παροχής στους ενάγοντες, μέλλουσας ζημίας τους δεν ήταν δυνατό να προσδιορισθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής.

Επομένως, σύμφωνα και με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Με τον δεύτερο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο της από 10-1-2022 αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 172 και 200 ΑΚ, καθόσον: α) έκρινε εσφαλμένα ότι υπήρχε κενό και ασάφεια στον Κανονισμό Επικούρησης του ΛΕΠΕΤΕ, όσον αφορά την κάλυψη των οικονομικών αδυναμιών του λογαριασμού, β) παρά την ανωτέρω κρίση του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης των συμβαλλομένων, γ) αν χρησιμοποιούσε τους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες θα είχε διαπιστώσει ότι, κατά τη βούληση των συμβαλλομένων, η επικουρική παροχή αποτελούσε αμοιβή καταβαλλόμενη μετεργασιακά από την εναγομένη.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αόριστος και, για το λόγο αυτό, απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται στην αίτηση αναίρεσης, παρά μόνο αποσπασματικά, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και ασάφειας στον Κανονισμό Επικούρησης, μόνη δε η διαλαμβανόμενη στο αναιρετήριο παραδοχή ότι στον εν λόγω Κανονισμό δεν προβλέπεται νομική δέσμευση της εναγομένης να καλύπτει τα ελλείμματα του λογαριασμού, δεν συνιστά παραδοχή του Δικαστηρίου ότι υφίσταται κενό και ασάφεια, που πρέπει να ερμηνευθούν. Επίσης δεν διαλαμβάνεται το ακριβές περιεχόμενο της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων, που ερμηνεύθηκε εσφαλμένα. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος και για το λόγο ότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η κρίση του Δικαστηρίου σχετικά με την ύπαρξη ή μη κενού και ασάφειας αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Με τους, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτο λόγο της από 4-10-2021 αίτησης αναίρεσης και πρώτο λόγο της από 10-1- 2022 αίτησης αναίρεσης, που είναι συναφείς, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να δεχθεί ότι η επίδικη επικουρική παροχή, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς τους, είχε καταστεί πρόσθετος όρος των συμβάσεών τους και αποτελεί μισθολογικού χαρακτήρα αντάλλαγμα της εργασίας τους, εμπίπτουσα στην έννοια της αμοιβής και της περιουσίας, που προστατεύεται (η αμοιβή και η περιουσία), σύμφωνα και με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (κάποιες από τις οποίες διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της από 10-1-2022 αίτησης αναίρεσης), από το ενωσιακό δίκαιο, δεν αποτελεί εξ αρχής συμφωνημένο όρο των συμβάσεων τους και μέρος των αμοιβών τους και ότι η εναγομένη δεν ευθύνεται για την καταβολή της από τη σύμβαση και από το νόμο, καθώς και για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 200, 288, 281, 361, 648, 649, 653 ΑΚ, 1 της 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το ν. 3248/1955, άρθρου 3 παρ. 2 ν. 2112/1920, άρθρου 157 παρ. 2 της Σύμβασης λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άρθρου 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της EE, της ΕΣΔΑ και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την προστασία της περιουσίας και των άρθρων 914, 919 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 932 ΑΚ.

Οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι, που τελικό αίτημα έχουν, με βάση την από 4-10-2021 αίτηση αναίρεσης, την αποδοχή της αγωγής κατά το αίτημα αυτής να αναγνωρισθεί η ενδοσυμβατική και νόμιμη υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή σε κάθε ενάγοντα της ένδικης επικουρικής παροχής και κατά το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και με βάση την από 10-1-2022 αίτηση αναίρεσης την αποδοχή της αγωγής κατά το ίδιο, ως άνω, τελευταίο αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης με βάση την αδικοπρακτική ευθύνη, πρέπει να απορριφθούν διότι, συγκεκριμένα:

α) κατά το μέρος που αφορούν την κύρια βάση της αγωγής, από την ενδοσυμβατική ευθύνη οι αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι ως ερειδόμενοι σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την, ως άνω, κύρια βάση της αγωγής, με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά, ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και δεν θεμελίωσε την απόφασή του στις, ως άνω, επικαλούμενες και φερόμενες ως παραβιασθείσες νομικές διατάξεις, β) κατά το μέρος που αφορά την εκ του νόμου ευθύνη της εναγομένης, οι αναιρετικοί λόγοι είναι αόριστοι και για το λόγο αυτό απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι δεν προσδιορίζονται οι κατ' ιδίαν αγωγικές νομικές βάσεις που απορρίφθηκαν, το αποδιδόμενο στο Δικαστήριο της ουσίας νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή κάθε μίας από τις φερόμενες ως παραβιασθείσες νομικές διατάξεις και μάλιστα σε σχέση με τις απορριφθείσες νομικές βάσεις της αγωγής, ενώ όσον αφορά την απορριφθείσα, ως μη νόμιμη, νομική βάση από την αδικοπραξία και το αίτημα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, οι λόγοι είναι επίσης αόριστοι διότι δεν προσδιορίζεται με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που επικαλέσθηκαν οι ενάγοντες στο δικόγραφο της για τη θεμελίωση αυτής, ούτε προσδιορίζεται επακριβώς το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να την απορρίψει, υπέπεσε στις επικαλούμενες πλημμέλειες, γ) κατά το μέρος που αφορούν την παραβίαση της διάταξης του άρθρου 157 παρ. 2 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του άρθρου 17 παρ. 1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, της ΕΣΔΑ, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου για την προστασία της περιουσίας, οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ο ΛΕΠΕΤΕ, αποτελεί φορέα επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, μέσω δε αυτού και όχι μέσω της εναγομένης οι αναιρεσείοντες ελάμβαναν την επίδικη παροχή, ενώ, όσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 157 παρ. 2 της ΣΛΕΕ, στην έννοια της "αμοιβής", όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, εμπίπτουν οι αποδοχές των εργαζομένων που καταβάλλει ο εργοδότης, στις οποίες περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός και τα πρόσθετα οφέλη που καταβάλλει ο τελευταίος, δεν εμπίπτει, όμως, η ένδικη μηνιαία επικούρηση που καταβάλλεται από τον ΛΕΠΕΤΕ στους ασφαλισμένους του, πρώην εργαζομένους στην αναιρεσίβλητη, καθότι η ένδικη μηνιαία επικούρηση δεν αποτελεί μετεργασιακή παροχή, αλλά μηνιαία ιδιωτική επικουρική συνταξιοδοτική παροχή.

Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) ορίζεται, ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις... (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή Οργανισμών της Ένωσης, επομένως και των Οδηγιών, περαιτέρω δε, ότι Δικαστήριο κράτους-μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το από 18-11-2022 υπόμνημα τους ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, υποβάλλουν αίτημα υποβολής των αναφερομένων σε αυτό "προδικαστικών ερωτημάτων" προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τα οποία (προδικαστικά ερωτήματα) συνοψίζονται στο εάν η μηνιαία επικούρηση που καταβάλλεται μετά τη συνταξιοδότηση των πρώην εργαζομένων της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και ασφαλισμένων του ΛΕΠΕΤΕ, από λογαριασμό που χρηματοδοτείται από εισφορές των εργαζομένων της και της αναιρεσίβλητης ως εργοδότριας, εμπίπτει στην έννοια της αμοιβής του άρθρου 157 παρ. 2 της ΣΛΕΕ, εάν οι ως άνω εισφορές των εργαζομένων και της εργοδότριας αποτελούν μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής τους κατά την έννοια της ως άνω διάταξης και εάν η αμοιβή αυτή αποτελεί περιουσιακό δικαίωμα των συνταξιούχων εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το αίτημα τούτο πρέπει να απορριφθεί, διότι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η επίδικη μηνιαία επικούρηση έχει το χαρακτήρα επικουρικής σύνταξης, καταβαλλόμενης από το ΛΕΠΕΤΕ και όχι από την εναγομένη, ενώ οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 157 παρ. 2 της ΣΛΕΕ ορίζουν την έννοια της αμοιβής από τη σχέση εργασίας για τον σκοπό της εφαρμογής της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών, περίπτωση που δεν συντρέχει στην ένδικη υπόθεση, η οποία αφορά την επικουρική συνταξιοδοτική παροχή που καταβάλλεται από τον φορέα επικουρικής ιδιωτικής κοινωνικής ασφάλισης "ΛΕΠΕΤΕ" στους ασφαλισμένους του, πρώην εργαζομένους της αναιρεσίβλητης.

Κατόπιν των παραπάνω, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, οι κρινόμενες από 4-10-2021 και από 10-1-2022 αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν. Η από 30-6-2020 αίτηση αναίρεσης, της οποίας οι λόγοι κρίθηκαν βάσιμοι, πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος με το οποίο έγινε δεκτή κατ'ουσίαν η από 7-2-2019 έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την, ως άνω, από την επιχειρησιακή συνήθεια, νομική βάση αυτής.

Εφόσον δε η υπόθεση δεν απαιτεί περαιτέρω έρευνα, πρέπει, κατ' άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η εν λόγω έφεση, κατά το, ως άνω, μέρος. Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

- Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης επί των α) από 4-10-2021 και με αριθ. κατ. 7656/964/5-10-2021 και β) από 10-1-2022 και με αριθ. κατ. 189/15/11-1-2022 αιτήσεων αναίρεσης ως προς την 7η αναιρεσείουσα Γ. Γ. του Ν. Σ.

- Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση των, ως άνω αναιρέσεων ως προς την, ως άνω, αναιρεσείουσα.

- Συνεκδικάζει τις, ως άνω, αιτήσεις αναίρεσης καθώς και την από 30-6- 2020 και με αριθ. κατ. 4135/491/7-7-2020 αίτηση αναίρεσης.

- Απορρίπτει τις, ως άνω, από 4-10-2021 και από 10-1-2022 αιτήσεις για αναίρεση της με αριθ. 3550/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

- Δέχεται την, ως άνω, από 30-6-2020 αίτηση αναίρεσης.

- Αναιρεί τη με αριθ. 3550/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος, με το οποίο έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 7-2-2019 και με αριθ. κατ. 12070/847/7-2-2019 έφεση κατά της με αριθ. 2421/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

- Κρατεί την υπόθεση και απορρίπτει κατά το, ως άνω μέρος, την ως άνω, από 7-2-2019 έφεση.

- Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ANTIΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και των τριών αρχαιότερων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ