Legislator Case Law & Legislation
1543/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on ship accident liability and costs.

Case Number 1543/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by the family of a deceased sailor against the First Instance Court of Piraeus. The appellants argued that the lower court inconsistently accepted the deceased's alcohol consumption as a contributing factor while simultaneously upholding the shipowner's safety protocols. The court ruled that the appeal arguments were unfounded because the lower court did not contradict itself regarding the specific safety procedures followed at the time of the accident. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189 para.1, 191 para. of the Code of Civil Procedure: An appeal is dismissed when the appellate court finds no grounds for re-examination, specifically when the lower court's reasoning regarding the deceased's contributory negligence and the employer's safety protocols does not constitute a legal error warranting reversal.

Keywords

AI generated
appeal dismissal ship accident liability contributory negligence labor dispute procedure legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 189 para.1, 191 para. of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1543 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1543/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.A. I. του Ν., κατοίκου ..., ατομικά και υπό την ιδιότητα της ως έχουσας τη γονική μέριμνα και ασκούσας την επιμέλεια των τριών ανήλικων τέκνων της, F. I., A. I. και L. I., κατοίκων ομοίως ως άνω, 2. F. I. του Σ., κατοίκου ..., 3.G. I. του Μ., κατοίκου ..., 4.L. H. - I. του Γ., κατοίκου ..., 5.E. S. του Γ., κατοίκου ..., 6.F. N. του Γ., κατοίκου ..., 7.A. I. του Γ., κατοίκου ..., 8.Y. M. του Γ., κατοίκου ..., και 9.L. H. του Γ., κατοίκου .... Άπαντες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μυρσίνη - Φρειδερίκη Κασσέλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "EXPLORER SHIPS S.A.", με έδρα στη Μονρόβια της Λιβερίας, αντίκλητος της οποίας είναι η εταιρεία με την επωνυμία "SKY MARE NAVIGATION Co", με καταστατική έδρα στην Λιβερία και νόμιμα εγκατεστημένη στον Πειραιά. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Τζήμα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2020 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1820/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 178/2023 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-7-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25-7-2023 με αριθμ.καταθ.713/82/25-7-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 178/27-3-2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών, επί α) της από 4-10-2021 με αριθμ.καταθ.8150/567/18-10-2021 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και β) της από 22-11-2021 και με αριθμ.καταθ. 9390/636/23-11-2021 έφεσης της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης αλλοδαπής εταιρίας, κατά της με αριθ. 1820/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.

Η απόφαση αυτή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου είχε εκδοθεί, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ίδια ειδική διαδικασία, επί της 16-3-2020 και με αριθμό καταθ.2969/1440/2020 αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, με αντικείμενο την επιδίκαση α) πλήρους αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου, των αρθ. 914 επ.

ΑΚ, κατ'άρθρο 16 παρ.ν.551/1915, άλλως της περιορισμένης αποζημίωσης του άρθρου 3 παρ.5 του ν.551/1915, και β) χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης, λόγω του θανάτου του μέλους της οικογενείας τους, ναυτικού, κατά την παροχή της εργασίας του σε πλοίο, κυριότητας της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης-εργοδότριάς του.

Με την ανωτέρω οριστική απόφαση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά από απόρριψη της αγωγής, ως μη νόμιμης ως προς την κύρια βάση και αίτημά της, της πλήρους αποζημίωσης, και ως ουσιαστικά αβάσιμης ως προς την επικουρικά αιτούμενη, περιορισμένη αποζημίωση, κατά παραδοχή της προταθείσας, από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ένστασης εξόφλησής της (αρθ.416 ΑΚ), δέχθηκε εν μέρει κατ'ουσίαν την αγωγή κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, και μόνο ως προς την ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, και την υποχρέωσε να καταβάλει σε καθένα τούτων τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως, αφού έλαβε υπόψη για τον προσδιορισμό τους και την συνυπαιτιότητα του θανόντος.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτόδικης απόφασης, κρίνοντας όμοια με αυτή την αγωγή, ως προς τα κεφάλαια της αιτούμενης, κυρίως και επικουρικά, αποζημίωσης, και προσδιορίζοντας το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, με λήψη υπόψη (και) της ίδιας συνυπαιτιότητας του θανόντος, σε μεγαλύτερο για τον καθένα τους ποσό, από αυτό που είχε πρωτοδίκως επιδικαστεί, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, απέρριψε κατ'ουσία την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ως προς την πρώτη και τρίτο των εναγομένων και τότε εφεσιβλήτων (μη διαδίκων στην παρούσα αναιρετική δίκη), δέχθηκε κατ'ουσία την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ως προς την δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητη πλοιοκτήτρια εταιρία, και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και από τη δημοσίευση της τελευταίας (27-3-2023) μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, με κατάθεσή της στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (27-7-2023), δεν παρήλθε διετία (άρθ. 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ.577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το βδ της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατ` άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, σύμφωνα δε με τα άρθρα 2 του ίδιου νόμου και 66 περ.

β` του ν. 3816/1958 (ΚΙΝΔ), εφαρμόζεται και επί ναυτικής εργασίας, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, που επήλθε σε ναυτικό κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή με αφορμή αυτήν και θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης, θεωρείται κάθε βλάβη που είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, μη αναγομένου αποκλειστικά σε οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος, η οποία δεν θα υπήρχε χωρίς την εργασία και την εκτέλεσή της υπό τις σχετικές περιστάσεις (ΟλΑΠ 1287/1986, ΑΠ 1517/2021, ΑΠ 943/2020, ΑΠ 1424/2015).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 16 του ανωτέρω ν. 551/1915, προκύπτει σαφώς ότι αυτός που έπαθε ανικανότητα από εργατικό ατύχημα, ή σε περίπτωση θανάτου του, οι κατά το άρθρο 6 του ίδιου νόμου συγγενείς του, έχουν δικαίωμα να εγείρουν την αγωγή του κοινού δικαίου και να ζητήσουν, σύμφωνα με τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ, πλήρη αποζημίωση, μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων ή όταν έγινε σε εργασία ή επιχείρηση, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, βρίσκεται δε σε αιτιώδη συνάφεια με τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών, διαφορετικά, εάν δηλαδή δεν συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις αυτές, μπορεί να ασκήσει σχετική αγωγή για την αξίωση αποζημίωσης, κατ` άρθρο 3 του εν λόγω ν. 551/1915.

Τέτοιες διατάξεις, κατά την έννοια του άρθρου 16 του ν.551/1915, είναι εκείνες που ειδικώς προβλέπουν τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και ειδικότερα προσδιορίζουν τους όρους που πρέπει να τηρηθούν, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφαλείας των εργαζομένων. Δεν αρκεί δηλαδή ότι το ατύχημα επήλθε από την μη τήρηση όρων, οι οποίοι επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση προνοίας και την απαιτούμενη στις συναλλαγές επιμέλεια, χωρίς να προβλέπονται από ειδική διάταξη νόμου (ΟλΑΠ 26/1995, ΑΠ 1517/2021, ΑΠ 541/2020, ΑΠ 1000/2018).

Με το ν.1568/1985 "Υγιεινή-Ασφάλεια εργαζομένων" (ΦΕΚ Α 177), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα-(πλην των αναφερομένων στο άρθρο 1 παρ.2 αυτού εξαιρέσεων)-και στις επιχειρήσεις μεταφορών (κατ'άρθρο 1 παρ.6 περ.δ' του πδ 17/1996), προβλέπονται γενικά μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων κατά την εργασία (ΑΠ 2006/2022, ΑΠ 1000/2018), στο άρθρο δε 32 Α παρ.1 του νόμου αυτού ορίζεται ότι ο εργοδότης έχει υποχρέωση να λαμβάνει κάθε μέτρο που απαιτείται, ώστε να εξασφαλίζονται οι εργαζόμενοι και οι τρίτοι που παραβρίσκονται στους τόπους εργασίας από κάθε κίνδυνο που μπορεί να απειλήσει την υγεία ή τη σωματική τους ακεραιότητα.

Αντίστοιχη με τη ρύθμιση αυτή περιλαμβάνεται στο άρθρο 42 παρ.1 του νόμου ν. 3850/2010 (ΦΕΚ Α 84/2-6-2010) "περί κώδικος νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων", το οποίο ορίζει- κατά συνδυασμό, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, του ν. 1568/1985 και του πδ 17/1994- ότι: " Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων", ενώ με το άρθρο δεύτερο του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι από την έναρξη της ισχύος του καταργείται κάθε διάταξη γενική ή ειδική που αφορά σε θέματα που ρυθμίζει.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 ο κώδικας αυτός έχει αντικείμενο την εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία, και προς το σκοπό αυτό περιέχει γενικές αρχές σχετικά με την πρόληψη επαγγελματικών κινδύνων και την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων.

Ειδικότερα, των άνω, μέτρα ασφαλείας προβλέπονται με το πδ 395/1994 "Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ" (ΑΠ 1000/2018), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, ανεξαρτήτως κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στην οποία κατατάσσονται (αρθ.1 παρ.2).

Συγκεκριμένα, ορίζεται, στο άρθρο 2 ότι: " Για τους σκοπούς του παρόντος νοείται 1. Εξοπλισμός εργασίας: Κάθε μηχανή, συσκευή, εργαλείο ή εγκατάσταση που χρησιμοποιείται κατά την εργασία...", στο άρθρο 3 ότι: "1. Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε ο εξοπλισμός εργασίας που τίθεται στη διάθεση των εργαζομένων μέσα στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση να είναι κατάλληλος για την προς εκτέλεση εργασία ή κατάλληλα προσαρμοσμένος προς τον σκοπό αυτό, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίησή του. 2.

Κατά την επιλογή του εξοπλισμού εργασίας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, ο εργοδότης λαμβάνει υπ` όψη τις ειδικές συνθήκες και τα χαρακτηριστικά της εργασίας, τους κινδύνους που υπάρχουν στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση, ιδίως στις θέσεις εργασίας, για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων, τους κινδύνους που ενδέχεται να προστεθούν λόγω της χρησιμοποίησης του εν λόγω εξοπλισμού εργασίας καθώς και έγγραφη γνώμη του τεχνικού ασφάλειας. 3.

Όταν δεν είναι δυνατό να εξασφαλιστεί πλήρως, κατά τον τρόπο αυτό, η ασφάλεια και η υγεία των εργαζομένων κατά τη χρησιμοποίηση του εξοπλισμού εργασίας, ο εργοδότης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα, ώστε να περιορίσει τους κινδύνους στο ελάχιστο" και στο άρθρο 4 ότι: "1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 3, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή/και να χρησιμοποιεί εξοπλισμό εργασίας ο οποίος:

α).... β) Εάν έχει ήδη τεθεί στη διάθεση των εργαζομένων στην επιχείρηση ή/και την εγκατάσταση πριν τη δημοσίευση του παρόντος, πρέπει να ανταποκρίνεται στις ελάχιστες προδιαγραφές που προβλέπονται στο παράρτημα Ι του άρθρου 9 του παρόντος το αργότερο μέχρι και την 31-12-1996...3. Ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε, ο εξοπλισμός εργασίας, με την κατάλληλη συντήρηση, να διατηρείται σε επίπεδο τέτοιο που να ανταποκρίνεται, ανάλογα με την περίπτωση, στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 καθ' όλη τη διάρκεια της χρησιμοποίησης του".

Περαιτέρω, στο άρθρο 9 του αυτού ως άνω πδ/τος (όπως το πρώτο εδάφιο αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.6 του πδ 89/1999) ορίζεται ότι: "Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος τα παρακάτω παραρτήματα: α. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι: με τίτλο "Ελάχιστες προδιαγραφές που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 1 και 2" και ότι "1. ...Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν παράρτημα ισχύουν στα πλαίσια της τήρησης των διατάξεων του παρόντος και εφόσον υφίσταται ο αντίστοιχος κίνδυνος για το συγκεκριμένο εξοπλισμό εργασίας...2.

Γενικές ελάχιστες προδιαγραφές που ισχύουν για τον εξοπλισμό εργασίας. 2.1...2.12. Εφόσον υπάρχουν πιθανότητες διάρρηξης ή θραύσης στοιχείων εξοπλισμού εργασίας, που ενδέχεται να δημιουργήσουν σημαντικό κίνδυνο για την ασφάλεια ή την υγεία των εργαζομένων, πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα".

Οι ανωτέρω διατάξεις του πδ 394/1995 δεν προβλέπουν ειδικώς όρους ασφαλείας του προσωπικού που χρησιμοποιεί εξοπλισμό, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 16 παρ.1 του ν.551/1915, δηλαδή δεν προσδιορίζουν τα συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους στη λήψη των οποίων υποχρεούται ο εργοδότης προς επίτευξη της ασφάλειας του προσωπικού που χρησιμοποιεί εξοπλισμό κατά την εργασία του, ώστε η μη τήρησή τους να μπορεί να συνδεθεί αιτιωδώς με επισυμβάν ατύχημα υπό τις συνθήκες τις οποίες αυτό συνέβη (σχ.ΟλΑΠ 26/1995).

Συνακόλουθα, σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος η παραβίαση των ως άνω γενικού περιεχομένου διατάξεων που δεν ορίζουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα ή τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειας των εργαζομένων, αλλά αναφέρονται γενικά στην υποχρέωση του εργοδότη να ρυθμίζει τα σχετικά με τις συνθήκες εργασίας του εργαζομένου και την παροχή σε αυτόν του αναγκαίου εξοπλισμού, ώστε να προστατεύεται η ζωή, η σωματική ακεραιότητα και η υγεία του τελευταίου, ως και εκείνης του άρθρου 662 του ΑΚ που επίσης αναφέρεται γενικά την υποχρέωση πρόνοιας του εργοδότη έναντι του εργαζομένου, θεμελιώνουν αδικοπρακτική ευθύνη του εργοδότη [συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων της ευθύνης από αδικοπραξία], μόνο για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του παθόντος μισθωτού ή της ψυχικής οδύνης των μελών της οικογενείας αυτού, σε περίπτωση θανάτου του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 299, 914 και 932 του ΑΚ, για την οποία [χρηματική ικανοποίηση] δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στις ειδικές διατάξεις του ν.551/1915 (ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 1060/2020).

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020).

Κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποτελούν και οι ειδικότεροι περί συγκρούσεως νόμων κανόνες του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (ΟλΑΠ 19/1995, ΑΠ 384/2005). Υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο και η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το αν, με βάση τις πραγματικές του παραδοχές περί των ειδικών συνθηκών του άρθρου 25 εδ.

β' ΑΚ, το καθορισθέν ως εφαρμοστέο δίκαιο, είναι το δίκαιο που πράγματι αρμόζει στη σχέση (ΑΠ 384/2005). Αντιθέτως, οι εγκύκλιοι (ημεδαπής ή αλλοδαπής) δημόσιας υπηρεσίας, δεν αποτελούν κανόνες ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή τους δεν ιδρύει λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1210/2019, ΑΠ 1182/2017, ΑΠ 113/2017, ΑΠ 410/2010).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται, εν όλω ή εν μέρει, εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει ότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, απορρίπτει την αναίρεση χωρίς να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 2/2020, ΟλΑΠ 10/2007), εκτός εάν υφίσταται έννομο προς τούτο συμφέρον του αναιρεσείοντος, οπότε η απόφαση αναιρείται μόνο ως προς τις αιτιολογίες της (ΑΠ 293/2023, ΑΠ 540/2017, ΑΠ 2077/2014, ΑΠ 60/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα των τριών ανηλίκων τέκνων της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τον αριθμό 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απορρίπτοντας κατ'ουσία τον σχετικό λόγο της έφεσής της, αφού έκρινε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μη νόμιμη την αγωγή ως προς την κύρια βάση και αίτημά της για επιδίκαση πλήρους αποζημίωσης κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ., 16 ν.551/1915, λόγω υπαίτιας παραβίασης των προβλεπομένων ειδικώς, από τις διατάξεις των άρθρων 32 του ν.1568/1985, 2, 3,4 και 9 (όπως το πρώτο εδάφιου του τελευταίου αντικαταστάθηκε με το αρθ.2 παρ.6 του πδ 89/1999) του πδ 395/1994, αρθ.28 και 29 της ΣΣΕ της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας, και της Οδηγίας του Λιμενικού της Λιβερίας MLC-005 Rev2/17 σε συνδ.

με το Κεφάλαιο 20 (παρ.20.3 και 20.1) του Κώδικα του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, μέτρων ασφαλείας στο πλοίο, όπου εργαζόταν ο θανών ναυτικός- σύζυγός της και πατέρας των τέκνων της, α) παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, κατά την επικουρική αιτιολογία του, ως και την διάταξη του άρθρου 25 εδ.β'ΑΚ, κατά την κύρια αιτιολογία του ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο (πρώτος λόγος), και β) δεν έλαβε υπόψη του πράγματα προταθέντα με την αγωγή και συγκεκριμένα τους πραγματικούς ισχυρισμούς περί έλλειψης κατάλληλου εξοπλισμού εργασίας, μη λήψης προστατευτικών μέτρων και έλλειψης προστατευτικού πλαισίου για την φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων κατά παράβαση του πδ 395/1994 που επικαλέστηκε για τη θεμελίωση των από αδικοπραξία κατά τις κοινές διατάξεις αξιώσεων αυτής και των ανηλίκων τέκνων της (δεύτερος λόγος).

Ότι εάν το Εφετείο ελάμβανε υπόψη και τον τελευταίο αυτό αγωγικό ισχυρισμό και ορθά ερμήνευε τις προαναφερόμενες διατάξεις που ήταν οι εφαρμοστέες, θα έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση και αίτημά της, και κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσής της, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης, θα την έκανε δεκτή και κατ'ουσία κατά το μέρος τούτο.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προέκυψαν τα ακόλουθα: Με την από 16-3-2020 (αριθμ.καταθ.2969/1440/2020) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η πρώτη ενάγουσα, ατομικά και εκπροσωπώντας τα τρία ανήλικα τέκνα της [ήδη πρώτη αναιρεσείουσα], επικαλούμενη την οικογενειακή της σχέση, με τον Arjana Ismaili, ναυτικό, σύζυγό της και πατέρα των τριών τέκνων της, ως και την μεταξύ εκείνου και της δεύτερης των εναγομένων [ήδη αναιρεσίβλητης], αντιπροσωπευομένης από την πρώτη τούτων, από 16-11-2017, έγγραφη σύμβαση ναυτικής εργασίας ορισμένου χρόνου, που ενσωμάτωνε τη ΣΣΕ της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας "για τα πληρώματα πλοίων με σημαία ευκαιρίας", με την οποία αυτός προσελήφθη ως ναύτης, αντί μηνιαίου μισθού 1.510 δολαρίων ΗΠΑ (1.349 ευρώ), στο υπό σημαία ευκαιρίας Λιβερίας φορτηγό πλοίο, κυριότητας της δεύτερης των εναγομένων και διαχείρισης της πρώτης εναγόμενης τούτων, με νόμιμη εγκατάσταση και έδρα στην Ελλάδα, εκπροσωπούμενη νομίμως από τον τρίτο εναγόμενο, ισχυρίστηκε ότι ο ανωτέρω ναυτικός, την 1-2-2018, ενώ το πλοίο βρισκόταν στο λιμάνι King's Lynn του Ηνωμένου Βασιλείου, τραυματίστηκε θανάσιμα, από την πτώση επάνω του της μεγάλου βάρους πόρτας-κάλυμμα του χώρου αποθήκευσης του πλοίου, όπου φυλάσσονταν το προς εκφόρτωση φορτίο (ξυλεία) του.

Ότι, ειδικότερα, η ακολουθούμενη στο πλοίο διαδικασία-πρακτική για το άνοιγμα και κλείσιμο της πόρτας αυτής, γινόταν με το συντονισμό της χρήσης, χειροκίνητων από τους ναύτες, πείρων ασφάλισής της, και γερανού, χωρίς όμως να διέπεται από ένα ασφαλές κανονιστικό πλαίσιο για τη ζωή των ναυτικών. Ότι, την ημέρα εκείνη, σε αντίθεση με την ανωτέρω ακολουθούμενη στο πλοίο διαδικασία κλεισίματος της πόρτας αυτής, παρουσία του αρμοδίου επικεφαλής του πλοίου, ο θανών ναύτης, με έναν συνάδελφό του, αφαίρεσαν από τον μεντεσέ της τους πείρους ασφάλισής της που την κρατούσαν σε όρθια-κάθετη θέση, πριν ολοκληρωθεί η πρόσδεσή της, με ιμάντες, στο γερανό που την διατηρούσε, μετά την αφαίρεση των πείρων, ανοικτή στην ίδια κάθετη θέση για να κατεβεί ακολούθως με τη χρήση του (γερανού) στην τελική θέση κλεισίματός της, με αποτέλεσμα η πόρτα να μείνει ανασφάλιστη και να καταπλακώσει με το μεγάλο βάρος της τον ανωτέρω ναυτικό που εκείνη την ώρα είχε ανέβει στην εσωτερική πλευρά της για να τοποθετήσει σε αυτήν ιμάντες.

Ότι ο θάνατός του συνδέεται αιτιωδώς με παράνομες παραλείψεις των εναγομένων, με υπαιτιότητα των προστηθέντων τους, συνιστάμενες συγκεκριμένα α) στην έλλειψη μίας έγγραφης ασφαλούς διαδικασίας-προγράμματος για το κλείσιμο της πόρτας-κάλυμμα του αποθηκευτικού χώρου και β) στην υπαίτια παράλειψη εποπτείας, επιτήρησης, οργάνωσης και συντονισμού της εργασίας κλεισίματος της πόρτας αυτής από τον παριστάμενο επικεφαλής του πλοίου, αλλά και από τον πλοίαρχό του, κατά παράβαση των ειδικών μέτρων ασφαλείας που προβλέπονται από α) το άρθρο 32 του ν. 1568/1985, β) τα άρθρα 3 παρ.1, 2 και 3, και 4 παρ.1 β', 3, και 9 Παράρτημα Ι 2.12, 2.13, και 2.14.1 και 2.14.3 του π.δ. 395/1994, γ) τα άρθρα 28 και 29 της ΣΣΕ της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας, περί εξοπλισμού ατομικής προστασίας κάθε ναύτη, σύμφωνα με τους κανονισμούς ΙSM/IMO ή τους εθνικούς κανονισμούς και δ) την οδηγία-αναφορά της Λιμενικής Αρχής της Λιβερίας MLC 005 Rev2/17 προς τους εφοπλιστές και τους πλοιάρχους περί υιοθέτησης και εφαρμογής ενός προγράμματος υγείας και ασφαλείας στην εργασία, με λήψη υπόψη του κώδικα ορθής πρακτικής του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας (ILO), για την πρόληψη ατυχημάτων, στο πλοίο, στη θάλασσα και στο λιμάνι.

Κατόπιν τούτων η πρώτη ενάγουσα με την ανωτέρω ιδιότητά της, [ήδη πρώτη αναιρεσείουσα], ζήτησε με την κύρια βάση της αγωγής να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, η δεύτερη [ήδη αναιρεσίβλητη] ως πλοιοκτήτρια, η πρώτη, ως αντιπρόσωπός της στην Ελλάδα και ο τρίτος ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, να καταβάλουν ως πλήρη αποζημίωση, με βάση τις κοινές διατάξεις του αστικού κώδικα, λόγω στέρησης της δικής διατροφής και των τριών ανηλίκων τέκνων της που αδυνατούν να διατραφούν μέχρι την ολοκλήρωση των σπουδών τους στην ηλικία των 25 ετών, το συνολικό ποσό των 443.800 ευρώ, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες διακρίσεις, νομιμοτόκως.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την με αριθμό 1820/2021 οριστική απόφασή του, αφού διέγνωσε τη διεθνή δικαιοδοσία του- και όχι αυτή της σημαίας του πλοίου λόγω του χαλαρού και τεχνητού συνδέσμου του με αυτή, ως σημαίας ευκαιρίας-εφαρμόζοντας το ελληνικό δίκαιο, ως το στενότερα συνδεόμενο με την επίδικη σύμβαση ναυτικής εργασίας, απέρριψε την αγωγή, κατά την κύρια βάση και αίτημά της, της επιδίκασης πλήρους αποζημίωσης, ως μη νόμιμη.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 178/2023, απόφασή του, απέρριψε κατ'ουσία τον σχετικό, πρώτο, λόγο της από 4-10-2021 έφεσης της ήδη πρώτης αναιρεσείουσας με την άνω ιδιότητά της, κρίνοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μη νόμιμη την αγωγή κατά την ανωτέρω βάση της, με κύρια αιτιολογία ότι εφαρμοστέο για τους κανόνες ασφαλείας στην ένδικη περίπτωση είναι το δίκαιο της Λιβερίας, ως δίκαιο της σημαίας του πλοίου, και με επικουρική ότι όλες οι επικαλούμενες στην αγωγή διατάξεις ελληνικών νόμων και προεδρικών διαταγμάτων-(μεταξύ των οποίων ήταν και αυτές του π.δ 395/1994)-δεν θεσπίζουν ειδικούς όρους ασφαλείας των εργαζομένων στη ναυτική εργασία που να μνημονεύουν συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειάς τους, όπως και οι λοιποί επικαλούμενοι στην αγωγή όροι, κατά την οδηγία -αναφορά της Λιμενικής Αρχής της Λιβερίας και τον Κώδικα Ορθής Πρακτικής του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας 1994 (ILO), που σε κάθε περίπτωση δεν έχουν ισχύ νόμου, διατάγματος ή κανονισμού κατά την έννοια του άρθρου 16 ν.551/1915, αλλά παρέχουν γενικές κατευθυντήριες γραμμές και οδηγίες ασφαλείας των εργαζομένων.

Έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κατά την κύρια βάση και αίτημά της, για επιδίκαση πλήρους αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914, 922, 297, 298, 330 ΑΚ και 15 ΠΚ, κατά το άρθρο 16 του ν.551/1915, είναι μη νόμιμη. Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφό της, αλλά και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η σημαία της Λιβερίας που έφερε το πλοίο όπου παρείχε την επίδικη ναυτική εργασία ο θανών, ήταν σημαία ευκαιρίας με την οποία το πλοίο δεν είχε γνήσιο, αλλά χαλαρό και τεχνητό σύνδεσμο.

Ως εκ τούτου, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 εδ.β' ΑΚ, σε συνδ. με αρθ. 1 επ.του Καν 593/2008 ΕΕ (Ρώμη 1), εφαρμοστέο και για τους κανόνες ασφάλειας δεν ήταν το δίκαιο της Λιβερίας, αλλά το ημεδαπό ουσιαστικό δίκαιο, το οποίο εξάλλου επικαλούνταν και τα διάδικα μέρη, και αμετακλήτως κρίθηκε ως στενότερα συνδεόμενο με την επίδικη σύμβαση και εφαρμοστέο για όλες τις λοιπές αγωγικές αξιώσεις (της περιορισμένης αποζημίωσης του άρθρου 3 του ν.551/1915 της πρώτης αναιρεσείουσας, επικουρικά, και της χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης όλων των αναιρεσειόντων).

Περαιτέρω όμως, στην ένδικη αγωγή δεν διαλαμβάνονται συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόποι που εξασφάλιζαν την ζωή των εργαζομένων στο πλοίο, όπως ο θανών, κατά τη διαδικασία ανοίγματος/κλεισίματος της πόρτας-κάλυμμα του αποθηκευτικού του χώρου, τα οποία να προβλέπονται από διατάξεις νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών και η μη τήρηση των διατάξεων αυτών από τους προστηθέντες της αναιρεσίβλητης πλοιοκτήτριας-εργοδότριας, να βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το θάνατο του ανωτέρω ναυτικού κατά την παροχή της εργασίας του στο πλοίο της, όπως απαιτείται για τη θεμελίωση αξίωσης πλήρους αποζημίωσης, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330, 922 ΑΚ, 15 ΠΚ, κατ'άρθρο 16 του ν.551/1915.

Στο αγωγικό δικόγραφο ιστορείται μόνο ότι η ακολουθούμενη διαδικασία-πρακτική στο πλοίο για το άνοιγμα και το κλείσιμο της πόρτας αυτής, που γινόταν με το συντονισμό της χρήσης πείρων ασφάλισής της και γερανού, δεν εξασφάλιζε τη ζωή των μετεχόντων σε αυτή εργαζομένων, όπως και ο θανών ναυτικός, χωρίς όμως να αναφέρεται ποια ήταν η ενδεδειγμένη και προβλεπόμενη κατά τις κείμενες διατάξεις νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών, διαδικασία προς τούτο, με προσδιοριζόμενους ειδικώς τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων, μνημονεύοντας συγκεκριμένα μέτρα, μέσα και τρόπους προς επίτευξη της ασφάλειάς τους, τις οποίες παρέβησαν, υπαιτίως, οι προστηθέντες της αναιρεσίβλητης στην ένδικη περίπτωση.

Όμως, και για την ακολουθούμενη στο πλοίο διαδικασία του κλεισίματος- που ενδιαφέρει εν προκειμένω- της πόρτας-κάλυμμα του αποθηκευτικού χώρου, δεν αναφέρονται στην αγωγή τα συγκεκριμένα κατάλληλα μέτρα, ειδικώς προβλεπόμενα επίσης από νόμους, διατάγματα και κανονισμούς, για την αποτροπή του πιθανού κινδύνου ζωής των εργαζομένων κατά την εργασία αυτή, από την πτώση της.

Επιπρόσθετα, οι ιστορούμενες, για τη θεμελίωση της αιτιώδους συνάφειας του θανάτου του ναυτικού, παραλείψεις των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης εργοδότριας, συνιστάμενες α) στη μη κατάρτιση μίας έγγραφης ασφαλούς διαδικασίας-προγράμματος με τους σχετικούς κανόνες ασφαλείας για την εν λόγω ναυτική εργασία και β) στην έλλειψη της οφειλόμενης εποπτείας, επιτήρησης, οργάνωσης και συντονισμού της εργασίας αυτής, η μεν υπό το στοιχείο α' παράλειψη, πρωτίστως, ουδόλως συνδέεται αιτιωδώς με τον επελθόντα θάνατο, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτή, όπως και η υπό το στοιχείο β' παράλειψη, δεν συνιστούν περίπτωση μη τήρησης διατάξεων που προβλέπουν ειδικά μέτρα ασφαλείας για τους εργαζομένους, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 16 του ν.551/1915 (βλ.

και OλΑΠ 26/1995), όπως εσφαλμένως θεωρεί η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την παραβίαση, με τις παραλείψεις αυτές, των διατάξεων α) αρθ. 32 του ν.1586/1985, β) αρθ. 3 παρ.1, 2 και 3, και 4 παρ.1 β', 3, και 9 Παράρτημα Ι 2.12 του π.δ. 395/1994, γ) αρθ. 27 και 28 της αναφερόμενης ΣΕΕ, οι οποίες ωσαύτως, ορίζουν κατά τρόπο γενικό, ότι η εταιρεία πρέπει να εξασφαλίζει τον απαραίτητο εξοπλισμό ατομικής προστασίας σύμφωνα με τους κανονισμούς ΙSM/IMO ή τους εθνικούς κανονισμούς που καθορίζουν πρόσθετο εξοπλισμό για κάθε ναύτη κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του και δ) και της οδηγίας της Λιμενικής Αρχής της Λιβερίας για λήψη υπόψη του Κώδικα ορθής πρακτικής του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, οι οποίες, άλλωστε, δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας και ανεξάρτητα από την μη ισχύ της τελευταίας ως κανόνα ουσιστικού δικαίου.

Επιπλέον, οι ανωτέρω παραλείψεις των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης, αλλά και το είδος της παρεχόμενης από τον θανόντα επίδικης ναυτικής εργασίας και οι συνθήκες του θανάτου του, όπως εκτίθενται στην αγωγή, ουδόλως σχετίζονται με την άνω αναφερόμενη και επικαλούμενη, με αριθμ. 2.12 διάταξη του άρθρου 9 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι του πδ 395/1994, που προβλέπει τη λήψη, γενικά, κατάλληλων προστατευτικών μέτρων προς αποφυγή κινδύνου διάρρηξης ή θραύσης στοιχείων εξοπλισμού, αλλά ούτε με τις επικαλούμενες με την αγωγή διατάξεις των με αριθμ. 2.13 και 2.14 του ίδιου άρθρου και Παραρτήματος, που προβλέπουν μεν ειδικά μέτρα προς αποφυγή κινδύνου ατυχημάτων, αλλά λόγω επαφής των εργαζομένων με κινούμενα μηχανικά στοιχεία του εξοπλισμού εργασίας.

Και τούτο διότι, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ο θάνατος του ανωτέρω ναυτικού δεν επήλθε, ούτε από τη θραύση και διάρρηξη στοιχείων του εξοπλισμού της εργασίας που παρείχε, ούτε λόγω επαφής του με κινούμενο μηχανικό στοιχείο του εξοπλισμού της εργασίας του αυτής, αλλά λόγω της άκαιρης εκ μέρους του αφαίρεσης, των χειροκίνητων πείρων ασφάλισης της πόρτας-κάλυμμα του αποθηκευτικού χώρου του πλοίου, κατά τη διαδικασία κλεισίματός της, χωρίς την εποπτεία των υπόχρεων προς τούτων προστηθέντων της αναιρεσίβλητης.

Έχοντας επομένως η αγωγή το ανωτέρω περιεχόμενο, κατά την κύρια βάση και αίτημα επιδίκασης πλήρους αποζημίωσης, δεν βρίσκει έρεισμα στις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου στις οποίες επιχειρείται η θεμελίωσή της.

Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη όλους τους κατά την αγωγή πραγματικούς ισχυρισμούς της πρώτης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας, που (κατά την αγωγή) στηριζόταν στις προαναφερόμενες επικαλούμενες με την αγωγή διατάξεις, μεταξύ των οποίων και οι ανωτέρω του π.δ. 395/1994, (φύλλο 7ο δεύτερη σελίδα της προσβαλλόμενης ), δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κρίνοντας δε την αγωγή μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, όπως και ήταν κατά τα ανωτέρω, και απορρρίπτοντας ως αβάσιμο τον πρώτο λόγο έφεσης της πρώτης αναιρεσείουσας, με την άνω ιδιότητά της, ορθά κατ'αποτέλεσμα έκρινε, αν και με εσφαλμένη κύρια αιτιολογία ότι για τους δημοσίου χαρακτήρα κανόνες ασφάλειας (πρόνοιας) εφαρμοστέο ήταν το δίκαιο της Λιβερίας, ως το κράτος της σημαίας του πλοίου, και επομένως, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, κατ'εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Για να είναι ορισμένη η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση εξόφλησης, εκ του άρθρου 416 ΑΚ, όταν ασκούνται κατ'αυτού περισσότερες αξιώσεις από τη σχέση εργασίας, πρέπει να αναφέρονται τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής τους (ΑΠ 56/2024, ΑΠ 516/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα ατομικά και ως έχουσα τη γονική μέριμνα των τριών ανηλίκων τέκνων της, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με την απόρριψη σχετικού λόγου της έφεσής της, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα έκρινε ορισμένη και παραδεκτή την προβληθείσα και γενόμενη δεκτή κατ'ουσία, πρωτοδίκως, εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένσταση της ήδη αναιρεσίβλητης, ενώ αυτή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, διότι δεν διελάμβανε την αιτία της γενόμενης καταβολής και ειδικότερα εάν αυτή έγινε προς απόσβεση της περιορισμένης αποζημίωσης του άρθρου 3 παρ.5 του ν.551/1915 ή της χρηματικής ικανοποίηση της ψυχικής οδύνης, που ήταν και οι δύο επίδικες αξιώσεις, στερώντας της έτσι το δικαίωμα επί τυχόν περαιτέρω ποσών που δικαιούται για κάθε μία από τις αιτίες αυτές.

Από την παραδεκτή, κατ'άρθρον 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατά το ενδιαφέρον τον κρινόμενο λόγο μέρος τους, προκύπτουν τα εξής: Με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου η δεύτερη εναγομένη, ήδη αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια της προβληθείσας εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένστασής της, ισχυρίστηκε ότι, για την περίπτωση που κριθεί ότι η πρώτη ενάγουσα με την ιδιότητα που παρίσταται δικαιούται την επικουρικά αιτούμενη, εκ του άρθρου 3 παρ.5 του ν.551/1915 περιορισμένη αποζημίωση, η ανωτέρω αξίωση αποζημίωσης αποσβέστηκε ολοσχερώς με την καταβολή εκ μέρους της, στις 28-3-2018 και 16-5-2019, του συνολικού ποσού των 134.285,50 ευρώ (ισόποσο των 163.574 δολαρίων ΗΠΑ), το οποίο την υπερκαλύπτει.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την προαναφερόμενη, 1820/2021, απόφασή του, αφού έκρινε ότι η πρώτη ενάγουσα ατομικά και ως έχουσα τη γονική μέριμνα των τριών ανηλίκων τέκνων της δικαιούται να αξιώνει από την δεύτερη εναγομένη την αιτούμενη (επικουρικά) περιορισμένη αποζημίωση, κατ'άρθρον 6 και 3 παρ.5 του ν.551/1915, ακολούθως δέχθηκε κατ'ουσία την ανωτέρω ένσταση εξόφλησης και κατά παραδοχή της απέρριψε κατά το μέρος αυτό την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Η ανωτέρω ενάγουσα υπό την ίδια ιδιότητα, με τον τρίτο λόγο της από 4-10-2021 έφεσής της, μεταξύ άλλων, επικαλέστηκε αοριστία της ένστασης αυτής της αντιδίκου της και ζήτησε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω μη αναφοράς της αιτίας της γενόμενης καταβολής, δοθέντος ότι με την αγωγή της, υπό την άνω ιδιότητά της, αξίωνε ατομικά και για λογαριασμό των τέκνων της και την άνω αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση ψυχικής οδύνης.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, στα πλαίσια της από 22-11-2021, αντίθετης έφεσης της δεύτερης εναγομένης-αναιρεσίβλητης, έκρινε επίσης βάσιμη την ένδικη αξίωση της πρώτης ενάγουσας και των τέκνων της-εκκαλούσας-εφεσίβλητης, της περιορισμένης αποζημίωση, κατ'άρθρον 6 και 3 παρ.5 του ν.551/1915, ανερχομένης αυτής στο ποσό των 39.167,62 ευρώ.

Ακολούθως δέχθηκε ότι η προβληθείσα εκ του άρθρου 416 ΑΚ ένσταση της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας, που κρίθηκε ορισμένη και έγινε δεκτή κατ'ουσία με την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι ορισμένη, διότι αναφέρεται με σαφήνεια η αιτία για την οποία η εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη κατέβαλε το άνω ποσό των 163.574 δολαρίων ΗΠΑ στην πρώτη ενάγουσα-εκκαλούσα και στα τέκνα της, για την ολοσχερή εξόφληση της ανωτέρω αποζημίωσης του άρθρου 3 παρ.5 του ν.551/2015 και μετά ταύτα απέρριψε ως αβάσιμο το περί του αντιθέτου τρίτο λόγο της έφεσης της πρώτης ενάγουσας-εκκαλούσας- αναιρεσείουσας.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ορθά έκρινε ορισμένη και παραδεκτή την ένσταση εξόφλησης της ήδη αναιρεσίβλητης και απέρριψε τον ανωτέρω λόγο έφεσης της αντιδίκου της, καθόσον, η ένσταση αυτή έχοντας το προαναφερόμενο περιεχόμενο ανέφερε σε ποια από τις δύο επίδικες απαιτήσεις (αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης) αφορούσε η γενόμενη καταβολή και συγκεκριμένα σαφώς ανέφερε ότι αυτή έγινε προς απόσβεση της επίδικης αποζημίωσης.

Έτσι το Εφετείο δεν παρέλειψε να κηρύξει παρά το νόμο απαράδεκτο και συνεπώς ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Στην περίπτωση αυτή, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος κατά την παροχή της εργασίας του χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συνετέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ), με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 1117/1986, ΑΠ 518/2021, ΑΠ 1060/2020, ΑΠ 1000/2018, ΑΠ 327/2017).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ.300 εδ. α' και 932 ΑΚ, προκύπτει, ότι, αν στην γένεση ή την έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του θανόντος κατά το εργατικό ατύχημα, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να μην επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση ή να μειώσει το ποσό της. Προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης είναι (α) η ύπαρξη υποχρέωσης για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης και (β) ο θανών να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στον επέλευση του θανάτου του, δηλ.

να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς του και της επέλευσης ή της έκτασης του αποτελέσματος αυτού, τέτοιος δε αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψή του ήταν ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο διαφορετικά δεν θα επερχόταν (ΑΠ 160/2021, ΑΠ 327/2017).

Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης, δηλ.

ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθ.559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 160/2021, ΑΠ 211/2020, ΑΠ 327/2017, ΑΠ 188/2015, ΑΠ 1812/2012).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, που επιτάσσει κάθε δικαστική απόφαση να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού όταν δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους-αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 509/2022, ΑΠ 1094/2022, ΑΠ 764/2021, ΑΠ 50/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες, η πρώτη, ατομικά σύζυγος και εκπρόσωπος των τριών ανηλίκων τέκνων, η δεύτερη και τρίτος γονείς και οι λοιπές αδελφές του θανόντος ναυτικού, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη για τον υπολογισμό της χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης, το συντρέχον πταίσμα κατ'άρθρο 300 ΑΚ του θανόντος μέλους της οικογενείας τους στην πρόκληση του θανάτου του, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 932 και 300 ΑΚ, ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή τους για το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ενδίκου δυστυχήματος.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (κατ'αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που αφορά τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: " Δυνάμει της από 16-11-2017 έγγραφης σύμβασης ναυτικής εργασίας διαρκείας τεσσάρων μηνών, που συνήφθη μεταξύ του Α.

Ι. του G. και της F., ναυτικού, υπηκόου Αλβανίας, γεννηθέντος την 27-7-1981, συζύγου εν ζωή της πρώτης ενάγουσας [ήδη πρώτης αναιρεσείουσας]..., πατέρα των εκπροσωπούμενων από την αυτήν ανηλίκων τέκνων τους, F. I., A. I. και L. Ι., υιού της δεύτερης ενάγουσας [δεύτερης αναιρεσείουσας] ... και του τρίτου ενάγοντος [τρίτου αναιρεσείοντος]...

και αδελφού των τέταρτης έως και ένατης των εναγουσών...[ήδη τέταρτης ως και ένατης των αναιρεσειόντων] και αφ'ετέρου της πρώτης εναγομένης Λιβεριανής εταιρίας [...], που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και διαχειρίστρια, για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης εταιρίας [ήδη αναιρεσίβλητης]...., πλοιοκτήτριας του υπό Λιβεριανή σημαία Φ/Γ πλοίου γενικού φορτίου με την ονομασία "SMN EXPLORER"..., ο ως άνω ναυτικός ναυτολογήθηκε την 21-11-2017 στο ανωτέρω πλοίο στο Ρότερνταμ Ολλανδίας, προκειμένου να εργασθεί σ'αυτό ως προσοντούχος ναύτης (Able Seaman-A/B) που θα εκτελούσε και πρόσθετα καθήκοντα μάγειρα (λόγω του μικρού μεγέθους του πλοίου, που διέθετε πλήρωμα συνολικά έξι ναυτικών, καίτοι δεν διέθετε ο ίδιος πιστοποίηση ούτε είχε ποτέ ναυτολογηθεί ως μάγειρας), αντί μηνιαίων αποδοχών 1.510,00 δολ.ΗΠΑ και σύμφωνα και με τους όρους της ενσωματωμένης στην άνω σύμβαση εργασίας Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας "για πληρώματα σε πλοία με σημαία ευκαιρίας της 1ης Ιανουαρίου 2017". [.....].

Στις 06.20' της 31ης Ιανουαρίου 2018, το άνω Φ/Γ πλοίο κατέπλευσε και αγκυροβόλησε στο λιμένα King's Lynn Αγγλίας. Στις 08.00 οι ναυτικοί του πλοίου άρχισαν να εκφορτώνουν από το κατάστρωμα το φορτίο του πλοίου από συσκευασμένο ξύλο. Μετά την ολοκλήρωση της εκφόρτωσης ο επικεφαλής αξιωματικός (C/O) υπήκοος Ουκρανίας, ο οποίος ήταν ναυτολογημένος ως C/O για δεύτερη μόνο φορά, άνοιξε τα καλύμματα του καπακιού φορτίου και οι εκφορτωτές άρχισαν να εκφορτώσουν την ξυλεία από την αποθήκη του πλοίου.

Στις 17.00 οι εκφορτωτές έφυγαν από το πλοίο και οι εργασίες φορτίου έκλεισαν για εκείνη την ημέρα. Περί ώρα 08.15 το επόμενο πρωί οι ναυτικοί άρχισαν εκ νέου την εκφόρτωση της ξυλείας από την αποθήκη φορτίου του πλοίου. Στις 09.00 ο C/O πήγε στο χώρο αποθήκευσης εξοπλισμού στοιβασίας στο μπροστινό μέρος του πλοίου...και έθεσε σε λειτουργία το μικρό γερανό που βρισκόταν πίσω από το χώρο αυτό για να ανοίξει-ανυψώσει την πόρτα-κάλυμμα αποθήκευσης.., βάρους περίπου 0,9 τόνων.

Σημειώνεται εδώ, σε σχέση με τη διαδικασία ανοίγματος/κλεισίματος της πόρτας-καλύμματος αυτής χρησιμοποιούνταν δύο ιμάντες προσδεμένοι σε κάθε γωνία της πόρτας-καλύμματος, οι οποίοι κατέληγαν σε κοινή ένωση με κρίκο (αντίστροφο V), από τον οποίο υπήρχε άλλος ιμάντας που ασφάλιζε στο γάντζο του γερανού.

Κατά την ανύψωση, όταν η πόρτα-κάλυμμα έφθανε στην τελική θέση ανοίγματος, που ήταν κάθετη 90 μοίρες προς το κατάστρωμα, ασφαλιζόταν στη θέση αυτή με δύο πείρους ασφαλείας, ώστε τα μέλη του πληρώματος να εισέρχονται με ασφάλεια στο χώρο αποθήκευσης υλικών στοιβασίας. Κατά το κλείσιμο η διαδικασία ήταν σε γενικές γραμμές αντίστροφη, ήτοι, ενώ η πόρτα-κάλυμμα ήταν ασφαλισμένη στην κάθετη θέση, ο γερανός ασφάλιζε τους ιμάντες που κατέληγαν στα άκρα της, το πλήρωμα αφαιρούσε τους πείρους ασφαλείας και με τη χρήση του γερανού η πόρτα-κάλυμμα κατέβαινε στην τελική θέση κλεισίματός της.

Στην προκειμένη περίπτωση, αφού η πόρτα-κάλυμμα ανυψώθηκε στην τελική θέση ανοίγματος στην οπίσθια βάση της και ενώ οι ιμάντες ανύψωσής της ήταν ακόμα πιασμένοι στο γάντζο του γερανού, ο C/O έβγαλε τους πείρους ασφάλισης από την αρχική τους θέση και από τη συσκευή που εμπόδιζε την απελευθέρωση του σχοινιού αγκύρωσης και τους τοποθέτησε σε οπές στην επάνω πλευρά της ανοιχτής πόρτας-καλύμματος, ασφαλίζοντάς τη στη θέση που αυτή βρισκόταν.

Στη συνέχεια αποσύνδεσε το γάντζο του γερανού, χαλάρωσε τους ιμάντες ανύψωσης πάνω από το άνω άκρο της πόρτας-καλύμματος, σταμάτησε την υδραυλική τροφοδοσίας του γερανού και έφυγε από το μπροστινό μέρος του καταστρώματος. Τούτο το έκανε επειδή, μόλις άνοιξε ο μακρόστενος άνω χώρος αποθήκευσης, ο γάντζος του γερανού έπρεπε να απελευθερωθεί από τους ιμάντες ανύψωσης και ο γερανός να απομακρυνθεί από την πόρτα-κάλυμμα, ώστε να επιτραπεί στα σχοινιά του φορτίου να υποχωρήσουν μέσα και έξω από το χώρο αποθήκευσης με χρήση γερανού.

Ήταν δε σαφές ότι σκοπός του ήταν αργότερα (κατά το κλείσιμο του καπακιού) ένας μέλος του πληρώματος να περάσει από τα αποθηκευμένα πράγματα και να ανέβει στο εσωτερικό του ανοιχτού καπακιού για να επανασυνδεθεί ο γάντζος του γερανού, αφού είχε κρεμάσει ο C/O τους ιμάντες ανύψωσης με τρόπου που επέτρεπε να συμβεί αυτό, ενώ και τα σήματα των χεριών και των ποδιών στα άκρα του καπακιού έδειχναν ότι αυτό είχε συμβεί και στο παρελθόν (...).

Η εκφόρτωση του φορτίου ολοκληρώθηκε στις 11.00 π.μ. και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ένας γερανός για να ξανατραβήξει τους ιμάντες ανύψωσης στο κατάστρωμα. Στις 11.05' τον C/O βοηθούσαν να τακτοποιήσει τους ιμάντες ανύψωσης του φορτίου στο χώρο αποθήκευσης ο δεύτερος αξιωματικός του πλοίου (2/Ο) υπήκοος Αλβανίας, ο οποίος ήταν ναυτολογημένος ως 2/Ο για πρώτη φορά και ένας προσοντούχος ναύτης (ΑΒ), υπήκοος Γκάνας, ο οποίος ήταν ναύτης για ένα χρόνο και ήταν η πρώτη του σύμβαση.

Στις 11.20' ο έτερος προσοντούχος ναύτης (Α/Β) Α. I., ο οποίος είχε φύγει από το κατάστρωμα για να ετοιμάσει το γεύμα, επανήλθε στο κατάστρωμα και ανακοίνωσε ότι το γεύμα ήταν έτοιμο. Υπήρξε συζήτηση μεταξύ του πληρώματος και αποφασίστηκε να ολοκληρωθεί πρώτα η τοποθέτηση των άνω ιμάντων ανύψωσης στο γερανό και έτσι ο A.

I. παρέμεινε στο κατάστρωμα για να βοηθήσει στη σχετική εργασία. Περί ώρα 11.24 ο δεύτερος αξιωματικός (2/Ο), ο οποίος βοηθούσε τον επικεφαλής, ανέβηκε στο μπροστινό μέρος της πλώρης, ξεκίνησε την υδραυλική τροφοδοσία του γερανού και έδωσε το κουτί τηλεχειρισμού του γερανού στον επικεφαλής (C/O). Εν τω μεταξύ ο A.

I. περπάτησε γύρω από την εμπρός δεξιά πλευρά της ανοιχτής πόρτας-καπακιού και βλέποντας αυτό, ο άλλος ναύτης (Α/Β) περπάτησε γύρω από την άλλη πλευρά της πόρτας-καπακιού, καθώς η πρόσβαση αυτών στην πίσω πλευρά της πόρτας-καπακιού εμποδίζονταν από τα τέσσερα καλύμματα κάλυψης φορτίου του πλοίου που ήταν τοποθετημένα το ένα πάνω από το άλλο πίσω από το χώρο αποθήκευσης.

Έκαστος εξ αυτών των προσοντούχων ναυτών, ενεργώντας μηχανικά με βάση την προηγούμενη εργασιακή εμπειρία του στο πλοίο, έβγαλε τον αντίστοιχο πείρο ασφάλισης από το μεντεσέ της πόρτας-καλύμματος του χώρου αποθήκευσης και τον τοποθέτησε στην αρχική τους θέση σε οπές της επάνω πλευράς της άνω πόρτας-καπακιού.

Καθώς ο C/O κατέβασε το γάντζο του γερανού, ο A. I., χωρίς να τελεί υπό επίβλεψη του άνω αξιωματικού, ο οποίος είχε αρμοδιότητα και ως εκ τούτου και ευθύνη για επίβλεψη και χορήγηση οδηγιών για λήψη μέτρων ασφαλείας κατά το κλείσιμο της άνω πόρτας-καπακιού με χρήση του άνω γερανού, κινήθηκε στην περιοχή κάτω από την πόρτα-καπάκι, πατώντας στα αποθηκευμένα υλικά έχμασης στον αποθηκευτικό χώρο και στη συνέχεια ανέβηκε επάνω της και πέρασε στα πάνω άκρα της τα σχοινιά των φορτίων.

Έπειτα, ανέβηκε πάνω της από την εσωτερική πλευρά της, χρησιμοποιώντας τα σιδερένια στηρίγματα αυτής ως χειρολαβές, για να πιάσει τους ιμάντες ανύψωσης. Όμως, καθώς έκανε την κίνηση αυτή, επηρεασμένη από το βάρος του, η πόρτα-κάλυμμα έπεσε πάνω του και τον καταπλάκωσε, με αποτέλεσμα να επέλθει επί τόπου ο θάνατός του.[......].

Μετά το ατύχημα, το πλήρωμα του καταστρώματος υποβλήθηκε σε αναπνευστικά τεστ αλκοόλης από τον πλοίαρχο, με αρνητικά αποτελέσματα. Ωστόσο, μετά τη διενέργεια τοξικολογιών εξετάσεων στον A. I., εντοπίσθηκε αλκοόλ στο αίμα του σε ποσοστό 75 mg/100 ml, το οποίο υπερέβαινε το ανώτατο υποχρεωτικό όριο των 50 mg/100 ml, σύμφωνα με τον Κανονισμό 14 του STCW "Περί Προτύπων Εκπαίδευσης και Ασφαλούς τήρησης Φυλακής'-τροποποιήσεις Μανίλα 2012 [....].

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρόκληση του άνω ατυχήματος, που είχε σα συνέπεια το θάνατο του άνω ναυτικού, οφείλεται κυρίως σε υπαιτιότητα των προστηθέντων της πλοιοκτήτριας δεύτερης εναγόμενης εταιρίας και εργοδότριάς του, πλοιάρχου και επικεφαλής αξιωματικού καταστρώματος (C/O) του πλοίου, οι οποίοι, αν και ήταν ιδιαίτερα νομικά υπόχρεοι για την τήρηση των κανόνων ασφαλείας και υγιεινής των εργαζομένων ναυτικών στο κατάστρωμά του, κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν επέδειξαν την απαιτούμενη από τις περιστάσεις προσοχή και επιμέλεια που όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, αλλά εκτέλεσαν πλημμελώς τα καθήκοντά τους.

Συγκεκριμένα, παρέλειψαν να μεριμνήσουν ώστε να εποπτεύεται διαρκώς η διαδικασία κλεισίματος της πόρτας-καλύμματος αποθήκευσης στο μπροστινό μέρος του πλοίου, στην οποία συμμετείχε ο ναύτης A. I. και ο έτερος νεαρός Γκανέζος ναύτης, να δίδονται οι δέουσες οδηγίες ασφαλείας σ'αυτούς και να εφίσταται η προσοχή στους πιθανούς κινδύνους της άνω εργασίας που εκτελούσαν, με τους οποίους δεν ήταν πλήρως εξοικειωμένοι, λόγω του μικρού χρόνου προϋπηρεσίας τους στο συγκεκριμένο πλοίο και επιπλέον, ο πρώτος απ'αυτούς και ενόψει των πρόσθετων καθηκόντων μάγειρα που εκτελούσε.

Ειδικότερα, ο C/O είχε επικεντρωθεί στη λειτουργία του υψηλότερου γερανού όταν οι Α/Β αφαίρεσαν τους πείρους ασφαλείας και δεν πρόσεξε ότι οι τελευταίοι δεν ήταν πλέον σε ασφαλή θέση και έτσι δεν απέτρεψε έγκαιρα το ναύτη A. I. όταν αυτός κινήθηκε κάτω από την πόρτα-κάλυμμα και επιχείρησε να ανεβεί στο εσωτερικό της για να επανασυνδέσει με τους ιμάντες ανύψωσης φορτίων και τους τελευταίους με το γάντζο του γερανού του πλοίου, παραμελώντας έτσι το εποπτικό του ρόλο, που του επέβαλε να ελέγχει διαρκώς την όλη διαδικασία και να μην του επιτρέψει να εισέλθει στην επικίνδυνη αυτή ζώνη εργασίας υπό τις άνω συνθήκες που δεν διασφάλιζαν τη σταθερότητα της ευρισκόμενης σε κάθετη θέση πόρτας-καλύμματος αποθήκευσης.

Επιπλέον, για το κλείσιμο της τελευταίας, δεν ακολουθήθηκε, καθ'υπόδειξη του πλοιάρχου του πλοίου της δεύτερης εναγόμενης, ένα ασφαλές σύστημα εργασίας που να εξασφαλίζει την πρόληψη ή την έγκαιρη διάγνωση του εκάστοτε κινδύνου. Η δε πρακτική να απαιτείται από τους ναύτες να αναρριχώνται συστηματικά στα καπάκια ή στους στενούς χώρους ή να μετακινούνται σε ανομοιόμορφες επιφάνειες για να ανέβουν στις άκρες της πόρτας-καλύμματος αποθήκευσης φορτίων με αυτήν και το γάντζο του γερανού, ενώ μπορούσαν να εντοπιστούν και να χρησιμοποιηθούν εναλλακτικές λύσεις, δεν αποτελούσε διαδικασία που περιόριζε τον κίνδυνο στο ελάχιστο, καθότι ο εκάστοτε ναύτης (όπως εν προκειμένω ο Α.

I.) αναγκάζονταν να κινείται σε μία περιοχή όπου, όποτε, για οποιονδήποτε λόγο, η ευρισκόμενη σε κάθετη θέση πόρτα-κάλυμμα έπαυε να είναι ασφαλώς ακινητοποιημένη, κινδύνευε να πέσει πάνω του και να χάσει τη ζωή του. Η άνω έλλειψη σχετικής εποπτείας από μέρους του επικεφαλής αξιωματικού καταστρώματος (C/O) και η έλλειψη σαφών οδηγιών από μέρους αυτού και του πλοιάρχου του πλοίου της δεύτερης εναγόμενης, προκειμένου η συγκεκριμένη εργασία ανοίγματος και κλεισίματός της, πόρτας-καλύμματος να γίνεται με ασφάλεια από το πλήρωμα, συνέθεταν την ανεπάρκεια της ακολουθούμενης διαδικασίας [.....] και επέφεραν αιτιωδώς το θάνατο του ναύτη A.

I., ο οποίος συνιστά ναυτεργατικό ατύχημα κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν.551/1915, ως δεν αμφισβητείται. [....]. Όμως και ο θανών ναύτης A. I. κρίνεται συνυπαίτιος (κατά ποσοστό 40%) για το άνω ατύχημα που επέφερε το θάνατό του, διότι, κατά παράβαση των γνωστοποιηθέντων σ'αυτόν κατά το χρόνο της ναυτολόγησής του πολιτικών της δεύτερης εναγόμενης πλοιοκτήτριας "να μην λειτουργεί κανείς ναυτικός τον εξοπλισμό του πλοίου υπό την επήρεια αλκοόλ ή εάν υπάρχει περίπτωση τέτοιας επίδρασης", ενήργησε την άνω εργασία επί εξοπλισμού του πλοίου, έχοντας καταναλώσει αλκοόλ και μάλιστα σε ποσοστό υψηλότερο από το ανώτατο υποχρεωτικό όριο [το αίμα του βρέθηκε μετά το ατύχημα με περιεκτικότητα σε αλκοόλ 75 mg/100 ml, ενώ το ανώτατο υποχρεωτικό όριο είναι 50 mg/100 ml σύμφωνα με τον Κανονισμό 14 του STCW "Περί Προτύπων Εκπαίδευσης και Ασφαλούς τήρησης Φυλακής" (τροποποιήσεις Μανίλα 2012)], γεγονός που επίσης συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, καθώς του προκάλεσε μείωσε της προσοχής, της κρίσης και του ελέγχου, υποτίμηση των πιθανών κινδύνων από την εργασία του και αίσθηση επείγοντος να εκτελέσει ταυτόχρονα διάφορες εργασίες (για να μην κρυώσει το φαγητό που είχε ετοιμάσει στο πλήρωμα για μεσημεριανό), όταν εισήλθε στην επικίνδυνη ζώνη κάτω από την πόρτα-κάλυμμα και επιχείρησε να αναρριχηθεί στην τελευταία ενώ δεν συγκρατείτο επαρκώς σε κάθετη θέση από το γερανό και είχαν αφαιρεθεί απ'αυτήν οι πείροι ασφαλείας.

Έτσι, δεν απέδειξε και από μόνος του τη δέουσα προσοχή, κυρίως σε σχέση με το σημείο που θα ήταν τοποθετημένος μετά την αφαίρεση των πείρων ασφαλείας από αυτόν και τον έτερο Α/Β, με τον οποίο επίσης δεν συνεννοήθηκε επαρκώς για την αλληλουχία των κινήσεών τους, καίτοι ήταν προσοντούχος ναύτης που είχε εκτελέσει ξανά την ίδια εργασία στο άνω πλοίο [...].

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, επίσης δέχθηκε ως εν μέρει αποδειχθέντα τον ισχυρισμό των εναγόμενων, για συντρέχον πταίσμα του αποβιώσαντος στην πρόκληση του ατυχήματος και δη στο ίδιο άνω ποσοστό (40%), έστω με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται στο σύνολό της με αυτή την παρούσας (αρθ.534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε κατ'αποτέλεσμα ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τη δεύτερη εναγόμενη με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής της και από τους ενάγοντες με τους πέμπτο και έκτο λόγους της έφεσής τους, είναι αβάσιμα και απορριπτέα [...].

Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες επήλθε ο βίαιος θάνατος του ανωτέρω κατά την εκτέλεση της εργασίας του [...], το βαθμό πταίσματος των προστηθέντων της δεύτερης εναγομένης [....], το ποσοστό συνυπαιτιότητας του αποβιώσαντος [...], τη συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης μετά το ατύχημα [....], την ηλικία τόσο του αποβιώσαντος [...] όσο και των εναγόντων μελών της οικογένειάς του, τα οποία δοκιμάζουν ψυχική οδύνη, καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών [...], το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί στην πρώτη ενάγουσα σύζυγο ατομικά το ποσό των 40.000 ευρώ, στην ίδια για λογαριασμό εκάστου ανήλικου τέκνου της το ποσό των 40.000 ευρώ [πρώτη αναιρεσείουσα], σε έκαστο των δεύτερης και τρίτου των εναγομένων γονέων [δεύτερη και τρίτος των αναιρεσειόντων] το ποσό των 30.000 ευρώ, και σε έκαστη των τέταρτης έως και ένατης των εναγόντων αδελφών [τέταρτη έως και ένατη των αναιρεσειόντων] το ποσό των 10.000 ευρώ, προς ανακούφιση του ψυχικού τους πόνου, τα οποία κρίνεται δίκαιο και εύλογο να επιδικαστούν σύμφωνα και με την αρχή της αναλογικότητας.

Τα ποσά δε αυτά, τελούν σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δεδομένου ότι δεν υπερβαίνουν τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης στις ένδικες συνθήκες. Δεν παραβιάζεται δε η αρχή της αναλογικότητας, διότι εάν επιδικάζονταν μικρότερα ποσά προς αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης των εναγόντων, θα ευτελιζόταν η αξία της ανθρώπινης ζωής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι πρέπει να λάβουν ως χρηματική ικανοποίηση για την παραπάνω αιτία: α) η πρώτη ενάγουσα (σύζυγος) ατομικά και για έκαστο των ανήλικων τέκνων της το ποσό των 20.000 ευρώ και β) έκαστος των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων (γονέων) το ποσό των 20.000 ευρώ, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε, δεκτού γενομένου εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμου του έβδομου λόγου της Α έφεσης [ των ανωτέρω εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων] και απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του λόγου της Β' έφεσης [της δεύτερης εναγομένης-αναιρεσίβλητης], με τους οποίους γίνεται επίκληση άλλων ποσών.

Αντίθετα, κρίνοντας το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι εκάστη των τέταρτης έως και ένατης των εναγόντων πρέπει να λάβουν ως χρηματική ικανοποίηση για την παραπάνω αιτία το ποσό των 10.000 ευρώ, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένων αντίστοιχα του έβδομου λόγο της Α έφεσης και του τρίτου λόγου της Β έφεσης, με τους οποίους γίνεται επίκληση άλλων ποσών".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων μερών, απέρριψε κατ'ουσία την 22-11-2021 έφεση της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, και, κατά παραδοχή της από 4-10-2021 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, προσδιορίζοντας την χρηματική ικανοποίησή τους σε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που είχε επιδικαστεί πρωτοδίκως, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, και την συνυπαιτιότητα του θανόντος (ποσοστού 40%) που είχε ληφθεί υπόψη και πρωτοδίκως, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, ως προς όλα τα κεφάλαιά της, για την ενότητα της εκτέλεσης.

Ακολούθως, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και, αφού την απέρριψε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως μη νόμιμη κατά την κυρίως ασκηθείσα αξίωση, της πλήρους αποζημίωσης, και ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την επικουρικώς ασκηθείσα αξίωση, της περιορισμένης αποζημίωσης, κατά παραδοχή της ένστασης εξόφλησής της-την δέχθηκε εν μέρει ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να καταβάλει για την αιτία αυτή α) στην πρώτη ενάγουσα ατομικά και για λογαριασμό εκάστου των τριών ανηλίκων τέκνων της, ήδη πρώτη αναιρεσείουσα με την ιδιότητα αυτή, το ποσό των 160.000 ευρώ, συνολικά (40.000 ευρώ για κάθε διάδικο), β) σε καθένα των δεύτερης και τρίτου των εναγόντων, ήδη δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων, το ποσό των 30.000 ευρώ και γ) σε καθένα των λοιπών, τέταρτης έως και ένατης, των εναγόντων-αναιρεσειόντων, το ποσό των 10.000 ευρώ, νομιμοτόκως.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, προσδιορίζοντας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την εύλογη χρηματική ικανοποίηση καθενός των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων λόγω της ψυχικής του οδύνης από το θάνατο του ανωτέρω μέλους της οικογενείας του, στο προαναφερόμενο ποσό που επιδίκασε στον καθένα, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των λοιπών αναφερόμενων κριτηρίων, και το συντρέχον πταίσμα του θανόντος στην πρόκληση του θανάτου του κατά την εργασία του, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 932 και 300 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συγκροτούν τη νομική έννοια της συνυπαιτιότητας της διάταξης του άρθρου 300 εδ.α'ΑΚ του θανόντος στην επέλευση του θανάτου του κατά την εργασία του, και δικαιολογούν την εφαρμογή της, με την λήψη της υπόψη (και) της συνυπαιτιότητας αυτής, ως κριτήριο, κατά τον προσδιορισμό της ένδικης "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης των αναιρεσειόντων.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι : α) οι αναιρεσείοντες, μέλη της οικογενείας του ναυτικού, A. I., θανόντος την 1-2-2018 στο πλοίο Φ/Γ πλοίο SMN Explorer κατά την παροχή της εργασίας του στο κλείσιμο της πόρτας-κάλυμμα του αποθηκευτικού χώρου του πλοίου, δικαιούνται να αξιώνουν από την αναιρεσίβλητη πλοιοκτήτρια-εργοδότριά του, χρηματική ικανοποίηση της ψυχικής τους οδύνης εκ του θανάτου του, ο οποίος επήλθε από την πτώση επάνω του της ανωτέρω πόρτας, βάρους ενός περίπου τόνου, κυρίως λόγω υπαιτιότητας (αμέλειας) των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης, πλοιάρχου και επικεφαλής αξιωματικού (μη αμφισβητουμένων των παραδοχών αυτών, υπό τα ειδικώς αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, από τους αναιρεσείοντες) β) όμως και ο θανών ναύτης είναι συνυπαίτιος (κατά ποσοστό 40%), για το ένδικο δυστύχημα που επέφερε το θάνατό του, διότι λόγω της κατανάλωσης αλκοόλ και μάλιστα σε ποσοστό υψηλότερο από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, κατά παράβαση των περί του αντιθέτου επισημάνσεων της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς του κατά την ναυτολόγησή του, μειώθηκε η προσοχή του, η κρίση του και ο έλεγχός του, υποτίμησε τους πιθανούς κινδύνους από την εργασία του, και με αίσθηση επείγοντος να εκτελέσει ταυτόχρονα διάφορες εργασίες (για να μην κρυώσει το φαγητό που είχε ετοιμάσει στο πλήρωμα για μεσημεριανό), ενεργώντας αντίθετα με την ακολουθούμενη μέχρι τότε στο πλοίο πρακτική, ο ίδιος και ο Γκανέζος συνάδελφός του, αφαίρεσαν πρόωρα τους πείρους ασφαλείας από την πόρτα-κάλυμμα του αποθηκευτικού χώρου, δηλαδή πριν αυτή ασφαλιστεί με ιμάντες σε κάθετη θέση από τον γερανό, και ενώ αυτή ήταν ανασφάλιστη αναρριχήθηκε στην εσωτερική πλευρά της, χρησιμοποιώντας ως χειρολαβές τα στηρίγματά της, για να πιάσει τους ιμάντες ανύψωσης, καθώς δε έκανε την κίνηση αυτή, η πόρτα-κάλυμμα, επηρεασμένη από το βάρος του έπεσε πάνω του και τον καταπλάκωσε.

Τα τελευταία γενόμενα ανελέγκτως δεκτά, με την προσβαλλομένη απόφαση, πραγματικά περιστατικά συγκροτούν την έννοια της συνυπαιτιότητας, του άρθρου 300 εδ.α'ΑΚ, συνδεόμενης αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα, και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα της συνυπαιτιότητας του θανόντος (ποσοστού 40%) στην πρόκληση του ενδίκου δυστυχήματος, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται η, κατ'εφαρμογή της άνω διάταξης, λήψη αυτής υπόψη-μεταξύ άλλων κριτηρίων-για τον προσδιορισμό της επίδικης "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης της ψυχικής οδύνης των εναγόντων-αναιρεσειόντων, στα ποσά που τους επιδίκασε, κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της αγωγής τους κατά το κεφάλαιο αυτό.

Περαιτέρω, το Εφετείο, για το ίδιο ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε σ'αυτή την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 932 και 300 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Και τούτο διότι εκτίθενται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενό της, με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις όλα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα της συνδρομής των προϋποθέσεων των άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, λαμβανομένης υπόψη της κριθείσας συνυπαιτιότητας του θανόντος (κατά ποσοστό 40%), ως κριτηρίου για τον προσδιορισμό της χρηματικής ικανοποίησης που επιδικάστηκε.

Κατόπιν των ανωτέρω, ο υπό κρίση, τέταρτος, λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Με τις λοιπές προβαλλόμενες στον ίδιο λόγο αιτιάσεις τους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19, επικαλούμενοι αντιφατικές αιτιολογίες της, ως προς το ίδιο ως άνω ουσιώδες ζήτημα, του συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο, δέχθηκε, αντιφατικά, το μεν ότι η διαδικασία-πρακτική κλεισίματος της πόρτας-κάλυμμα του αποθηκευτικού χώρου του πλοίου, κατά την οποία επήλθε ο θάνατος του μέλους της οικογενείας τους, ακολουθούνταν πάντοτε και ήταν επικίνδυνη για την ακεραιότητα των ναυτικών, το δε ότι στην πρόκληση του επιδίκου δυστυχήματος συνετέλεσε και ο θανών λόγω της κατανάλωσης αλκοόλ.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες πρωτίστως διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιλαμβάνεται παραδοχή ότι στον κρίσιμο χρόνο επέλευσης του θανάτου είχε τηρηθεί η διαδικασία-πρακτική κλεισίματος της πόρτας που ακολουθείτο πάντοτε στο πλοίο. Αντίθετα, γίνεται δεκτό ότι κατά παρέκκλιση της ακολουθούμενης μέχρι τότε πρακτικής, κατά την οποία, όπως αυτή περιγράφεται και είχε επαναληφθεί επανειλημμένως πριν το ένδικο δυστύχημα, οι πείροι ασφάλισης της πόρτας αφαιρούνταν από τους ναύτες αφότου αυτή είχε ασφαλιστεί με ιμάντες από το γερανό, την ώρα του επιδίκου συμβάντος ο θανών ναύτης και ο συνάδελφός του, είχαν αφαιρέσει τους πείρους ασφάλισης της πόρτας που τη διατηρούσαν ανοικτή σε κάθετη θέση, πριν αυτή ασφαλιστεί και σταθεροποιηθεί στην ίδια θέση από τον γερανό.

Εκ των ανωτέρω δε αιτιάσεων των αναιρεσειόντων οι αναφερόμενες στην επικινδυνότητα και της ακολουθούμενης πάντοτε στο πλοίο, πριν το χρόνο του δυστυχήματος, πρακτικής, στο άνοιγμα και κλείσιμο της πόρτας για την ακεραιότητα των εργαζομένων, δεν ιδρύουν τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, καθόσον αφορούν επιχειρήματα του δικαστηρίου στα πλαίσια της κρίσης του για την υπαιτιότητα των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης και όχι για τη συνυπαιτιότητα του θανόντος, όπως θεωρούν οι αναιρεσείοντες.

Κατόπιν τούτων και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, (αρθ.176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.

του 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25 Ιουλίου 2023 και με αριθ. καταθ. 713/82/25-7-2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 178/27-3-2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ