Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring plan regarding priority of secured creditors under Greek law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the bank's appeal against a first-instance court's decision on a debt restructuring plan for an over-indebted individual. The appellant argued that the timeline for joint payments to unsecured creditors constituted a grace period, but the court found it merely marked the completion of priority payments to secured creditors. Consequently, the lower court correctly applied the statutory provisions governing the sequence of debt repayment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 9, paragraph 2 of Law 3869/2010: The timeline for joint payments to unsecured creditors following the priority satisfaction of secured creditors does not constitute a grace period but marks the completion of preferential repayment, thereby commencing the joint payment obligation to unsecured creditors.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1543 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1543/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. E. E. A. Ε." και ήδη "Τ. E. Α. Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 17-8-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 10-9-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Τ. Τ. Ε. ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Π. Σ. Τ. Σ.Π.Ε." και ήδη ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Π. Τ. Α. Ε." και το δ.τ. "Π. Τ. ΑΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Π. AE", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπασίμο, ο 3ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Δοκόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 9-9-2021 δήλωση, καθώς και με τις από 9-9-2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή του αναιρεσίβλητου πιστωτικού συνεταιρισμού, ενώ οι 2η και 4η δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-8-2012 αίτηση του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βάμου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 341/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-7-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 3ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του 1ου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 28-07-2019 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΑΝ3/30-07-2019) αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλει την υπ' αριθμ. 341/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), ερήμην της τρίτης και της τέταρτης των εφεσίβλητων στη με αριθμό 78/02-02-2015 έφεση και ερήμην της δεύτερης και της τέταρτης των εφεσίβλητων στη με αριθμό 166/03-03-2015 έφεση, και ήδη δεύτερης, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων.
Συνεπώς, για την παραδεκτή άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης πρέπει να ερευνηθεί το ζήτημα της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις ανωτέρω εφεσίβλητες, που δικάστηκαν ερήμην στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Έτσι η ύπαρξη ερήμην απoφάσεως, δηλαδή απoφάσεως που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.
ΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα ασκήσεως κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απoφάσεως αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απoφάσεως είναι επιτρεπτή, μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (Ολ.
ΑΠ 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής ασκήσεως των προβλεπόμενων ένδικων μέσων (ΑΠ 58/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 805/2019, ΑΠ 154/2017, ΑΠ 1049/2017, ΑΠ 180/2014). Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επιτρεπτά επισκοπείται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για την έρευνα του ανωτέρω δικονομικού ζητήματος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ως δικογράφου (άρθρο 577 παρ. 1, σε συνδ.
με 553 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε : Α) στη με αριθμό 78/02-02-2015 έφεση, ερήμην των εφεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία : α) "Π. Σ. Τ. Σ..Π.Ε." και β) "Τ. Π. Α.Ε." και ήδη τρίτης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα και Β) στη με αριθμό 166/03-03-2015 έφεση, ερήμην των εφεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιρειών, με την επωνυμία: "Ε.
Τ. Τ. Ε. ΑΕ" και β) "Τ. Π. Α.Ε." και ήδη δεύτερης και τέταρτης των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σελ. 3 αυτής) είχαν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παρασταθούν στη δικάσιμο της 26-01-2017 ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων και ότι η συζήτηση της υποθέσεως (κατά την ανωτέρω δικάσιμο) χώρησε σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρο 764 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.).
Επομένως, ως προς τις ανωτέρω τραπεζικές εταιρείες (εφόσον αυτές είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα) η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί πλέον τελεσίδικη, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν. 3869/2010 δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας. Συνακόλουθα, η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 παρ. 1, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του Κ.Πολ.Δικ.
και ως προς τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα, από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, εάν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους, η συζήτηση της αιτήσεως κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, εάν όμως κλητεύθηκε αυτός νόμιμα είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικό του και δεν εμφανιστεί στη συζήτηση, τότε θεωρείται σαν να είναι παρών και η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αναγκαίο ομόδικο παρά την απουσία του (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017).
Εξάλλου, στη δίκη περί ρυθμίσεως οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, ο δεσμός που συνδέει τους πιστωτές του αιτούντος - οφειλέτη, ενόψει του ότι η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους "μετέχοντες στη δίκη" πιστωτές, είναι αυτός της αναγκαστικής παθητικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ.
β` του ΚΠολΔ (ΑΠ 516/2020, ΑΠ757/2019, ΑΠ 1049/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του Προέδρου του τμήματος ή του Προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων". Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθμ. 10213 Δ'/01-06-2020 και 10233 Δ'/02-06-2020 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Γ.
Κατσιβάρδα, που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, προκύπτει ότι ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 28-07-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ΑΝ3/30-07-2019) αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19-02-2021, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη και στην τέταρτη των αναιρεσίβλητων αντίστοιχα.
Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω ειδικών συνθηκών (πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19) και με την από 26-04-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως νομίμως επαναπροσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 10-09-2021.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (10-09-2021) όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες ήταν απούσες και ειδικότερα δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσαν δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνησή της.
Επομένως, εφόσον η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, για την παρούσα δικάσιμο της 10-09-2021, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 και οι ανωτέρω αναιρεσίβλητες, δεν εμφανίστηκαν κατά την εν λόγω δικάσιμο, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους.
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α` 94/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Ακολούθως, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές ..... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".
Επίσης, με τη διάταξη της παρ. 2 του ιδίου αυτού άρθρου (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 Ν.4161/2013) ορίζεται ότι "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τριών έως πέντε ετών, κατά την κρίση του, ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο".
Ακολούθως με το άρθρο 9 παρ. 1 εδαφ. α' του ιδίου Ν. 3869/2010 ορίζεται ότι "Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν, υπό προϋποθέσεις, τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, έτσι ώστε όμως να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1460/2019, ΑΠ 418/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 551/2018).(ΑΠ 735/2019, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/2015).
Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας, προκειμένου να κριθεί η αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη, λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση τη σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.
Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Επισημαίνεται ότι η επίμαχη αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 257/2020, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 735/2019, ΑΠ 641/2019, ΑΠ 1208/2017).
Η ύπαρξη απλώς περιουσιακών στοιχείων, που είναι γενικά ρευστοποιήσιμα, δεν επηρεάζει, ούτε βελτιώνει τη ρευστότητα του οφειλέτη και τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στα χρέη του και δεν είναι σε θέση να ανατρέψει το χαρακτηρισμό της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, γιατί, όπως προεκτέθηκε, η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.
Ειδικότερα, ρευστοποιήσιμη περιουσία σημαίνει, ότι είναι δεκτική εκποίησης κατά τρόπο που παρέχει προσδοκία απολήψεως αναλόγου ανταλλάγματος, δηλαδή ότι μπορεί και αξίζει να εκποιηθεί για τον παραπάνω σκοπό. Αυτό συμβαίνει, όταν εκτιμάται, ότι σε εύλογο διάστημα θα επιτευχθεί τίμημα τέτοιο, που θα επιφέρει σοβαρή ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.
Πότε συμβαίνει αυτό είναι θέμα συγκεκριμένης περίπτωσης και πρέπει να κριθεί από το δικαστήριο, ότι είναι αναγκαία η ρευστοποίηση για την ικανοποίηση των πιστωτών κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 632/2019). Ειδικότερα, κατά τη ρύθμιση των χρεών του οφειλέτη από το δικαστήριο, λαμβάνεται υπόψη τότε, όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του, κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές.
Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ.
Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 552/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδάφ.
β' του Ν. 3869/2010 (όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 85 Ν.3996/2011, ΦΕΚ Α 170/5.8.2011) ορίζεται ότι: "Για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων εφαρμόζεται και το άρθρο 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας". Σύμφωνα με το άρθρο 781 Κ.Πολ.Δ., που εντάσσεται στις ρυθμίζουσες τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας διατάξεις, το Δικαστήριο που δικάζει την αίτηση μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ύστερα από σχετικό αίτημα ή αυτεπαγγέλτως να εκδώσει προσωρινή διαταγή και να διατάξει ασφαλιστικά μέτρα για να εξασφαλιστεί ή να διατηρηθεί δικαίωμα ή να ρυθμιστεί κατάσταση έως την έκδοση απόφασης του.
Με την ως άνω διάταξη και τις ειδικότερες για την εφαρμογή της προϋποθέσεις παρέχεται από το νομοθέτη επαρκής πρόνοια για την αντιμετώπιση τυχόν επειγουσών περιπτώσεων σε υποθέσεις που εκδικάζονται σύμφωνα με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν.3869/2010 κατά την αρχική της έκδοση, ορίζεται ότι : "1.
Η υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 δεν επιφέρει αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη. Μετά την υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά του οφειλέτη.
Η αναστολή χορηγείται έως την έκδοση της οριστικής απόφασης επί του σχεδίου διευθέτησης εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. 2.
Το δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον που δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4".
Ακολούθως, με τη διάταξη του ιδίου άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3869/2010 (όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθρου 14 Ν.4161/2013) ορίστηκε ότι: 1."Μετά τη συζήτηση ενώπιον του Ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη" και 2. "Το δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον που δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4".
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3869/2010 με τη διάταξη αυτή προβλέπεται η δυνατότητα, κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε έχει έννοµο συµφέρον, να διαταχθεί όποιο µέτρο κρίνεται αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήµια για τους πιστωτές µεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή µείωση της αξίας της µέχρι να δηµοσιευθεί απόφαση επί της αίτησης ρύθµισης των οφειλών.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010 (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.1 άρθρου 17 Ν.4161/2013) ορίζεται ότι : 2. " Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος και χωρίς ανατοκισμό.
Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο". Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διατάξεως συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται κατ` αρχάς από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου).
Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευμένου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης (ΑΠ 418/2019). Δημιουργείται με τη διάταξη αυτή ένα προστατευτικό πλέγμα της κύριας κατοικίας του οφειλέτη έναντι των πιστωτών του, οι οποίοι κωλύονται κατά νόμο να επιχειρήσουν εκτέλεση της κατοικίας του αυτής, εφόσον το σχετικό αίτημά του γίνει δεκτό από το δικαστήριο.
Ειδικότερα, για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία από την εκποίηση πρέπει να υποβληθεί αίτημα από τον οφειλέτη, οπότε το δικαστήριο, εφόσον διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου, θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών για τη διάσωσή της. Από τις καταβολές αυτές του οφειλέτη δεν ικανοποιούνται μόνο οι πιστωτές που έχουν εμπράγματη εξασφάλιση επί του υπό εξαίρεση ακινήτου, αλλά και οι λοιποί πιστωτές, πλην όμως δεν ικανοποιούνται όλοι οι πιστωτές συμμέτρως, όπως στις καταβολές του άρθρου 8 παρ. 2, αλλά προνομιακά ικανοποιούνται από τις εν λόγω καταβολές του άρθρου 9 παρ. 2, οι πιστωτές που έχουν εμπράγματη εξασφάλιση της απαιτήσεώς τους, όπως είναι οι έχοντες δικαίωμα υποθήκης ή προσημείωσης και μετά την προνομιακή ικανοποίηση αυτών, ικανοποιούνται συμμέτρως οι πιστωτές χωρίς εμπράγματη εξασφάλιση.
Δηλαδή οι ενέγγυοι πιστωτές προηγούνται των ανέγγυων πιστωτών. Ειδικότερα, αφού ικανοποιηθούν κατά προτίμηση πλήρως οι απαιτήσεις των πιστωτών με εμπράγματη εξασφάλιση και σε όποιο χρονικό σημείο αυτό συμβεί μέχρι την πάροδο του χρόνου που έταξε το δικαστήριο, μετά αρχίζει η σύμμετρη καταβολή των δόσεων προς τους μη εμπραγμάτως εξασφαλισμένους πιστωτές.
Επίσης, η επιβαλλόμενη στον οφειλέτη με τη δικαστική απόφαση πρόσθετη υποχρέωση καταβολής χρηματικών δόσεων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, μπορεί να προβλέπει και "περίοδο χάριτος", δηλαδή χρονική συνήθως αρχική περίοδο, κατά την οποία ο οφειλέτης δεν καταβάλει κανένα ποσό οφειλής στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 2 του νόμου.
Πάντως για τη χορήγηση περιόδου χάριτος δεν απαιτείται οπωσδήποτε αίτημα του οφειλέτη. Η διάρκεια της χάριτος δεν προβλέπεται στο νόμο, αλλά αφήνεται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου και θεωρείται σκόπιμο να χορηγείται στον οφειλέτη περίοδος χάριτος τόσης διάρκειας, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις, τόσο του άρθρου 8 παρ. 2 του νόμου, όσο και τις υποχρεώσεις με βάση το άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου και να μην επιβαρύνεται συγχρόνως με καταβολές και από τις δύο πηγές.
Τέλος, από το όλο πνεύμα της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική, ενώ αντιθέτως, η περίοδος χάριτος εναπόκειται στην εύλογη κρίση του Δικαστηρίου (ΑΠ 418/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του Ν. 3869/2010 σαφώς συνάγεται η βασική αρχή ότι ο νόμος αυτός επιδιώκει τη συλλογική ή καθολική συμμετοχή των πιστωτών στην ανοιγόμενη διαδικασία ρυθμίσεως των χρεών του οφειλέτη. Εφόσον γίνεται δεκτός ο συλλογικός χαρακτήρας της διαδικασίας του Ν. 3869/2010, καθώς και ότι αυτή διέπεται από το χαρακτηριστικό στοιχείο της καθολικότητας, τούτο δε σημαίνει ότι η διαδικασία εκτείνεται και καταλαμβάνει όλη την περιουσία του οφειλέτη και όλους τους πιστωτές, είναι πρόδηλο ότι δεν επιτρέπεται η δημιουργία προνομιακών καταστάσεων υπέρ ενός δανειστή έναντι των λοιπών δανειστών, οι απαιτήσεις των οποίων υπάγονται στη ρύθμιση του νόμου, αφού έτσι παραβιάζεται, η αρχή της καλής πίστης, της ίσης μεταχείρισης αυτών και δεδομένου ότι πρόκειται, για μια συνολική διευθέτηση των οφειλών του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, που αποσκοπεί στην ελάφρυνση της θέσης του δανειολήπτη, με την όσο δυνατό δικαιότερη μεταχείριση των δανειστών του (ΑΠ 1031/2015).
Στα πλαίσια αυτά, μετά την κατάθεση της αιτήσεως από τον οφειλέτη περί υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010 και ρυθμίσεως των οφειλών του, η δυνατότητα κάποιου πιστωτή να επιτύχει προνομιακή θέση έναντι των λοιπών είναι σαφώς αντίθετη προς τις ανωτέρω αρχές και δεν φαίνεται να είναι αποδεκτή από το νομοθέτη, αφού τέτοια δυνατότητα εξουδετερώνει τη μεγάλη πιθανότητα όλων των μετεχόντων στη διαδικασία πιστωτών να ικανοποιηθούν έστω και κατά ένα μέρος από τον οφειλέτη.
Περαιτέρω, η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης συνιστά κατά τον Κ.Πολ.Δ. ένα από τα ασφαλιστικά μέτρα, τα οποία δύνανται να διαταχθούν από το Δικαστήριο προς εξασφάλιση απαιτήσεως. Ειδικότερα, όταν ο δανειστής δεν έχει τίτλο προς εγγραφή υποθήκης δύναται προς ασφάλεια της απαιτήσεώς του και προς εξασφάλιση της μελλούσης αναγκαστικής εκτελέσεως να προβεί στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, που ορίζει και το ασφαλιστέο ποσό.
Η προσημείωση υποθήκης αποτελεί ουσιαστικά υποθήκη που τελεί υπό την αναβλητική αίρεση, της τελεσίδικης επιδικάσεως της απαιτήσεως και της τροπής σε υποθήκη, με αναδρομικά αποτελέσματα από την ημέρα της εγγραφής της προσημειώσεως (Ολ. ΑΠ 14/2006, ΑΠ 809/2019, ΑΠ 1430/2017 ΑΠ 512/2016). Στη συλλογική διαδικασία του Ν. 3869/2010 η προσημείωση υποθήκης, η οποία έχει εγγραφεί σε ακίνητο του αιτούντος οφειλέτη και υφίσταται πριν από την ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου υποβολή αιτήσεως του οφειλέτη για ρύθμιση των οφειλών του, αποτελεί σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 9, εμπράγματη ασφάλεια, η οποία δίνει στον "εξασφαλισμένο" με αυτή δανειστή το δικαίωμα της προνομιακής ικανοποιήσεώς του στο εκποιούμενο.
Επίσης η προσημείωση υποθήκης, η οποία έχει εγγραφεί σε ακίνητο, εξασφαλίζει, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του άνω νόμου, ένα ακόμη δικαίωμα στον προνομιούχο πιστωτή και δη να λαμβάνει τους τόκους (με επιτόκιο της ενήμερης οφειλής), μέχρι την ημέρα της εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως επί της αιτήσεως.
Τα προαναφερθέντα προνόμια των εξασφαλισμένων πιστωτών δεν δύνανται, σύμφωνα και με τις ανωτέρω αρχές που διέπουν τη συλλογική διαδικασία του Ν. 3869/2010, να έχουν εφαρμογή και σ' αυτούς, που μετά την υποβολή αιτήσεως του οφειλέτη για τη ρύθμιση των οφειλών του στο αρμόδιο Δικαστήριο, θα επιχειρήσουν και θα επιτύχουν την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, σε ακίνητο του οφειλέτη.
Επομένως η εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, σε ακίνητο του οφειλέτη, μετά την υποβολή της αιτήσεως του οφειλέτη για την ρύθμιση των οφειλών του στο αρμόδιο Δικαστήριο, είτε δυνάμει δικαστικής απόφασης, είτε δυνάμει διαταγής πληρωμής χρηματικής απαιτήσεως, αν και δεν αποτελεί πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, προβλεπόμενη από τον Κ.Πολ.Δ.
που οδηγεί στην απαλλοτρίωση της περιουσίας, αποτελεί πράξη επιζήμια και βλαπτική κατά του ενεργητικού της εισφερόμενης προς ρύθμιση περιουσίας, καθώς αλλοιώνει τη σειρά προτεραιότητας ικανοποίησης των μεταξύ ανέγγυων και ενέγγυων πιστωτών, οι οποίοι θα ικανοποιηθούν κατά προτεραιότητα κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010.
Ειδικότερα η προσημείωση υποθήκης δεσμεύει το ακίνητο του οφειλέτη με αποτέλεσμα οποιαδήποτε διάθεση του ακινήτου μετά την εγγραφή της προσημειώσεως να γίνεται αυτοδικαίως από κοινού με το βάρος αυτό, το οποίο συνακόλουθα μειώνει την προς διαπραγμάτευση περιουσία, την οποία θέτει στη συλλογική διαδικασία ο οφειλέτης και περαιτέρω προκαλεί ουσιώδη βλάβη στα συμφέροντα των υπολοίπων δανειστών του αιτούντος οφειλέτη, που δεν θα έχουν σπεύσει να αποκτήσουν το ίδιο προνόμιο, αφού με την πράξη αυτή θα ελαττωθεί το ενεργητικό της περιουσίας του οφειλέτη εις βάρος τους.
Έτσι η, μετά την υποβολή αιτήσεως του οφειλέτη για τη ρύθμιση των οφειλών του, εγγραφή προσημείωσης υποθήκης από έναν πιστωτή λειτουργεί για τους άλλους πιστωτές ως λόγος απομείωσης της αξίας της περιουσίας, την οποία έχει ο οφειλέτης και αλλοιώνει, κατά παράβαση των ανωτέρω αρχών, που διέπουν τη διαδικασία του Ν. 3869/2010, την πιστωτική τους θέση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 31/2009). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (30.07.2019), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).
Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 341/2017 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " Η εκκαλούσα τράπεζα E. με τον πρώτο λόγο έφεσής της ισχυρίζεται ότι έσφαλε η εκκαλουμένη, διότι αναφορικά με τον προσδιορισμό των εισοδημάτων του αιτούντος στήριξε την κρίση της σε αποδεικτικά μέσα τα οποία ήταν ελλιπή, καθώς μεταξύ αυτών δεν συμπεριλαμβάνονταν και εκκαθαριστικά φόρου εισοδήματος τα οποία αποδεικνύουν πλήρως τα πραγματικά εισοδήματα και την προέλευσή τους.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως μη νόμιμος, διότι τα εκκαθαριστικά φόρου εισοδήματος αποδεικνύουν τα δηλωθέντα και όχι τα πραγματικά εισοδήματα του δηλούντος, για τα οποία δεν παράγουν πλήρη απόδειξη άνευ πραγματοποίησης φορολογικού ελέγχου, ο οποίος μάλιστα διενεργείται δειγματοληπτικά, ενώ επιπλέον τα ως άνω φορολογικά έγγραφα δεν αποτελούν τη μοναδική πηγή πληροφόρησης του ύψους και της προέλευσης των εισοδημάτων των φορολογούμενων και άρα ούτε το αποκλειστικό μέσο απόδειξής τους.
Σε κάθε περίπτωση ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθώς όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε, χωρίς εξαίρεση, όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, άρα και τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα με τις προτάσεις του αιτούντος αντίγραφα εκκαθαριστικών σημειωμάτων των οικονομικών ετών 2010, 2011, 2012 και 2013, καθώς και τα Ε1 των οικονομικών ετών 2012 και 2013, τα οποία συνεκτιμώντας μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων που ετέθηκαν υπόψη του, ορθώς έκρινε ότι τα μηνιαία εισοδήματα του αιτούντος ανέρχονταν στο ποσό των 300 ευρώ και προέρχονταν κατά το ποσό των 200 ευρώ από περιστασιακές αγροτικές εργασίες και κατά το ποσό των 100 ευρώ από την ετήσια επιδότηση ελαιολάδου ύψους 1173,25 ευρώ.
Με το δεύτερο λόγο έφεσής της ισχυρίζεται, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 η εκκαλουμένη έκρινε ότι δεν εξασφάλιζε προνομιακά την επιδικασθείσα απαίτησή της ύψους 36.000 ευρώ η εγγραφείσα την 15/11/2012 βάσει διαταγής πληρωμής προσημείωση υποθήκης επί τριών ακινήτων του αιτούντος μετά την κατάθεση της αίτησης την 4/10/2012 και την έκδοση την 19/10/2012 προσωρινής διαταγής, με την οποία απαγορευόταν κάθε πράξη εκτέλεσης επί των περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος μέχρι τη συζήτηση της αίτησης και τούτο διότι η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης δεν αποτελεί πράξη εκτέλεσης.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι η ως άνω προσημείωση υποθήκης που ενεγράφη σε ακίνητα του οφειλέτη μετά την υποβολή από τον τελευταίο αίτησης στο αρμόδιο δικαστήριο για τη ρύθμιση των οφειλών του, αν και δεν αποτελεί πράξη εκτέλεσης, εντούτοις συνιστά πρόδρομο αυτής και δη της λεγόμενης υποθηκικής αγωγής και άρα πράξη βλαπτική κατά του ενεργητικού της εισφερόμενης προς ρύθμιση περιουσίας, καθώς αλλοιώνει τη σειρά προτεραιότητας ικανοποίησης μεταξύ ανέγγυων και ενέγγυων πιστωτών και ως εκ τούτου δεν παρέχει στην ως άνω πιστώτρια τα προνόμια του εξασφαλισμένου πιστωτή με προσημείωση υποθήκης, η οποία έχει εγγραφεί σε ακίνητο του αιτούντος οφειλέτη και υφίσταται προ της ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου υποβολής αίτησης του οφειλέτη για τη ρύθμιση των οφειλών του, ήτοι αφενός το δικαίωμα προνομιακής ικανοποίησής του, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 και 2 του Ν. 3869/2010 και αφετέρου το δικαίωμα να λαμβάνει τόκους με το επιτόκιο της ενήμερης οφειλής μέχρι την ημέρα έκδοσης οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως κατ' άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 3869/2010 [......].
Με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε αναιτιολόγητα ότι αιτών έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών του χωρίς να στηρίξει την κρίση του αυτή σε έγγραφα. Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το πρωτοβάθμιο δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προσκομιζόμενα ενώπιον του αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το σύνολο των εγγράφων που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε ότι οι οφειλές του αιτούντος προς τις καθ' ων η αίτηση- πιστώτριές του ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 62.227,59 ευρώ, ότι ο τελευταίος μέχρι την απόλυσή του από το Δήμο ..., το έτος 2011, αποπλήρωνε κανονικά τις δόσεις των δανείων του και ότι μετά την απόλυσή του τα εισοδήματα του δεν ξεπερνούσαν τα 300 ευρώ μηνιαίως, εκ των οποίων τα 200 ευρώ προορίζονταν για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του και του απέμεναν μόλις 100 ευρώ μηνιαίως, ποσό το οποίο δεν επαρκούσε για την προσήκουσα αποπληρωμή των ανερχόμενων στο ως άνω συνολικό ποσό δανειακών υποχρεώσεών του.
Με βάση τις σκέψεις αυτές με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνήγαγε από τη σχέση της ρευστότητας του αιτούντος προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του την πραγματική και μόνιμη αδυναμία του για την αποπληρωμή τους.
Συνεπώς, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς εξέταση, θα πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της [......] Β. Η εκκαλούσα Π. Σ. Τ. με τον πρώτο λόγο έφεσής της ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, παρότι εξαίρεσε την κύρια κατοικία του αιτούντος από την εκποίηση και παρότι επί του εν λόγω ακινήτου έχει εγγραφεί υπέρ της προσημείωση υποθήκης πρώτης τάξης, δεν τη συμπεριέλαβε και δη κατά προνομιακή σειρά μεταξύ των πιστωτών στους οποίους πρέπει να καταβάλει ο αιτών έναντι των οφειλών του για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του ποσοστό 80% επί της αντικειμενικής αξίας της, διότι έκρινε ότι η απαίτησή της πρόκειται να ικανοποιηθεί ολοσχερώς από τα ποσά που θα λάβει από τις μηνιαίες καταβολές του άρθρου 8 παρ.2 του Ν.3869/2010 και από την κατ' άρθρο 9 παρ.1 του ν.3869/2010 διαταχθείσα εκποίηση έτερου ακινήτου του αιτούντος ως προς το προϊόν της οποίας προέβλεψε την προνομιακή κατάταξή της λόγω της προαναφερόμενης εμπράγματης εξασφάλισής της, πλην όμως οι επανειλημμένοι πλειστηριασμοί προς εκποίηση του περιουσιακού αυτού στοιχείου του αιτούντος απέβησαν άκαρποι, καθώς δεν εμφανίστηκαν πλειοδότες.
Ο ως άνω λόγος έφεσης πρέπει γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος για τους εξής λόγους: Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι οι οφειλές του αιτούντος έναντι των καθ' ων η αίτηση-πιστωτριών του ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 62.227,59 ευρώ εκ των οποίων 17.527,46 ευρώ είναι η απαίτηση της εκκαλούσας που απορρέει από τη με αριθμό 40025/23-6-2003 σύμβαση στεγαστικού δανείου και είναι εξοπλισμένη με εμπράγματη ασφάλεια και συγκεκριμένα προσημείωση υποθήκης πρώτης τάξης επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος, που ενεγράφη την 25/6/2003, δυνάμει της υπ' αριθμό 1216/2003 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, στα βιβλία υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Βάμου στον τόμο 105 και φύλλο 12903.
Επίσης, μεταξύ των λοιπών περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος κρίθηκε ως πρόσφορο προς εκποίηση ένα οικόπεδο πλήρους και αποκλειστικής κυριότητάς του, ευρισκόμενου στο Ο.Τ. 146, στη θέση "...", στις ..., με εμβαδό 263,86 τ.μ. και αντικειμενική αξία ανερχόμενη στο ποσό των 37.007,69 ευρώ. Ακολούθως και αφού το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε ότι ο αιτών μπορεί να καταβάλει έναντι των οφειλών του προς τις καθ' ων η αίτηση - πιστώτριές του το ποσό των 100 ευρώ μηνιαίως, έγινε συνδυασμός και των τριών προβλεπόμενων από το Ν. 3869/2010 ρυθμίσεων, ήτοι αυτής του άρθρου 8 παρ.2 για μηνιαίες καταβολές επί πενταετία, αυτής του άρθρου 9 παρ. 1 για εκποίηση του ως άνω ρευστοποιήσιμου περιουσιακού στοιχείου του και αυτής του άρθρου 9 παρ. 2 για σταδιακές καταβολές, προκειμένου να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του.
Μετά την ολοκλήρωση των συμμέτρως προς τις απαιτήσεις των καθ' ων η αίτηση γενόμενων μηνιαίων καταβολών στα πλαίσια της πενταετούς ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 υπολογίστηκε ότι: α) η Ε. Τ. Ε. Α.Ε. θα έχει λάβει ποσό 776,40 ευρώ (12,94 ευρώ Χ 60 μήνες) και από τη συνολική απαίτησή της έναντι του αιτούντος, ύψους 8.057,91 ευρώ, θα έχει απομείνει υπόλοιπο 7.281,51 ευρώ, β) η τράπεζα E. θα έχει λάβει ποσό 3.469,80 ευρώ (57,83 ευρώ Χ 60 μήνες) και από τη συνολική απαίτησή της έναντι του αιτούντος, ύψους 35.988,10 ευρώ, θα έχει απομείνει υπόλοιπο 32.518,30 ευρώ, γ) η εκκαλούσα Π.
Σ. Τ. θα έχει λάβει ποσό 1689,60 ευρώ (28,16 ευρώ Χ 60 μήνες) και από τη συνολική απαίτησή της έναντι του αιτούντος, ύψους 17.527,46 ευρώ, θα έχει απομείνει υπόλοιπο 15.837,86 ευρώ και δ) η τράπεζα Π. θα έχει λάβει ποσό 63 ευρώ (1,05 ευρώ Χ 60 μήνες) και από τη συνολική απαίτησή της έναντι του αιτούντος, ύψους 654 ευρώ, θα έχει απομείνει υπόλοιπο 591,12 ευρώ.
Δηλαδή ο αιτών θα έχει καταβάλει εντός πενταετίας το συνολικό ποσό των 6.000 ευρώ, περιορίζοντας τη συνολική οφειλή του από 62.227,59 ευρώ σε 56.227,59 ευρώ. Περαιτέρω, διατάσσοντας την εκποίηση του ως άνω οικοπέδου και ορίζοντας ως τιμή πρώτης προσφοράς αυτήν της αντικειμενικής αξίας του, δηλαδή το ποσό των 37.007,69 ευρώ, έκρινε ότι η εξοπλισμένη με την ως άνω εμπράγματη ασφάλεια επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος απαίτηση της εκκαλούσας πρέπει να ικανοποιηθεί προνομιακά και από το προϊόν εκποίησης του ως άνω οικοπέδου, επί του οποίου, όμως, η εκκαλούσα δεν είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης, ενώ για τις λοιπές πιστώτριες προέβλεψε τη σύμμετρη ικανοποίησή τους από το απομένον υπόλοιπο.
Κατόπιν αυτής της παραδοχής, έκρινε ότι επειδή αναμενόταν από το συνδυασμό των ρυθμίσεων του άρθρου 8 παρ. 2 και του άρθρου 9 παρ.1 η πλήρης ικανοποίηση της απαίτησης της εκκαλούσας, δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί αυτή και σε εκείνη του άρθρου 9 παρ. 2, παρότι ήταν η μόνη πιστώτρια που είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης στην κύρια κατοικία του αιτούντος, για τη διάσωση της οποίας υποχρέωσε τον τελευταίο να καταβάλει σε χρονικό διάστημα 20 ετών το 80% της αντικειμενικής αξίας της, δηλαδή 31.268,88 ευρώ, για τη σύμμετρη ικανοποίηση μόνο των λοιπών πιστωτριών του, εκ των οποίων η Ε.
Τ. και η τράπεζα Π. ήταν ανέγγυες, ενώ η τράπεζα E. είχε εγγράψει δεύτερη προσημείωση υποθήκης, σε χρόνο όμως μετά την κατάθεση της αίτησης και την έκδοση της ως άνω προσωρινής διαταγής, γεγονός το οποίο, κατά τα προαναφερόμενα, δεν της επέτρεπε να την αντιτάξει έναντι των ως άνω ανέγγυων πιστωτριών. Με την κρίση του όμως αυτή έσφαλε διττώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς εκ της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 9 παρ.1 του Ν. 3869/2010 οδηγήθηκε στην εσφαλμένη εφαρμογή και του άρθρου 9 παρ. 2 του ίδιου νόμου.
Ειδικότερα στο άρθρο 9 παρ. 1 υποπαρ. 2 εδ. γ του Ν.3869/2010, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αναφέρεται ρητά ότι προνομιακής ικανοποίησης από το προϊόν της εκποίησης τυγχάνουν μόνον οι πιστωτές που έχουν εμπράγματη εξασφάλιση στο εκποιούμενο πράγμα, ενώ οι ανέγγυοι πιστωτές ικανοποιούνται συμμέτρως.
Επομένως, εφόσον η εκκαλούσα δεν είχε εγγράψει προσημείωση υποθήκης στο ως άνω οικόπεδο, του οποίου διατάχθηκε η εκποίηση, ήταν ανέγγυα πιστώτρια ως προς αυτό και άρα εσφαλμένως προέβλεψε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την προνομιακή ικανοποίησή της από το προϊόν της εκποίησης του εν λόγω ακινήτου και με βάσει το δεδομένο αυτό έκρινε ότι σε συνδυασμό με το συνολικό ποσό που θα εισέπραττε στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ. 2 θα επερχόταν η πλήρης ικανοποίηση της ένδικης απαίτησής της.
Συνεπώς, έπρεπε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να προβλέψει τη σύμμετρη ικανοποίηση της αιτούσας από το προϊόν της εκποίησης του ως άνω ακινήτου και ακολούθως να τη συμπεριλάβει στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ.2, προβλέποντας στα πλαίσια αυτής την προνομιακή ικανοποίηση της απαίτησής της ως της μόνης εμπραγμάτως εξασφαλισμένης πιστώτριας επί της κύριας κατοικίας του αιτούντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανιστεί εν μέρει ως προς τη διάταξή της με την οποία εξαιρέθηκε από τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 η εκκαλούσα και προβλέφθηκε η σύμμετρη ικανοποίηση μόνο των λοιπών πιστωτριών του αιτούντος από το ως άνω συνολικό ποσό που υποχρεώθηκε να καταβάλει για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του [......].
Συνεπώς, δεκτού γενομένου μόνον του πρώτου λόγου της έφεσης της Π. Σ. Τ., πρέπει να εξαφανιστεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς τη διάταξη τη σχετική με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και στην έκταση που διαγράφεται από την εμβέλεια του παραπάνω λόγου και να υποχρεωθεί ο αιτών για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του να ικανοποιήσει προνομιακά την εξασφαλισμένη με την ως άνω προσημείωση υποθήκης απαίτηση της εν λόγω τράπεζας που απορρέει από τη με αριθμό 40025/23-6-2003 σύμβαση και θα ανέρχεται μετά την ολοσχερή αποπληρωμή των δόσεων που καθορίστηκαν στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 8 παρ.2 του Ν. 3869/2010 στο ποσό των 15.837,86 ευρώ και με το απομένον υπόλοιπο των 15.431,02 (31268,88-15.837,86) ευρώ συμμέτρως τις απαιτήσεις των λοιπών πιστωτριών του, έτσι ώστε οι πρώτες 121 δόσεις, ποσού 130,28 ευρώ η καθεμία, καθώς και μέρος της 122ης δόσης, ποσού 73,98 ευρώ, να καταβληθούν για την εξόφληση της απαίτησης της Π.
Σ. Τ., ενώ μέρος της 122ης δόσης, ποσού 56,3 ευρώ και οι υπόλοιπες 118 δόσεις να καταβληθούν συμμέτρως στις λοιπές πιστώτριες για την ικανοποίηση μέρους των απαιτήσεων τους. Ειδικότερα, ως προς το μέρος της 122ης δόσης, ποσού 56,3 ευρώ, στην Ε. Τ. πρέπει να καταβληθεί το ποσό των 10,15 ευρώ, στην τράπεζα E. το ποσό των 45,33 ευρώ και στην τράπεζα Π.
το ποσό των 0,82 ευρώ, ενώ ως προς την καθεμία από τις υπόλοιπες 118 δόσεις στην πρώτη εκ των εν λόγω τραπεζών το ποσό των 23,5 ευρώ, στη δεύτερη το ποσό των 105 ευρώ και στην τρίτη το ποσό των 1,78 ευρώ. Μετά τις ως άνω καταβολές και εφόσον μέχρι τότε δεν έχει ρευστοποιηθεί το ως άνω οικόπεδο του αιτούντος η Ε. Τ. θα έχει εισπράξει στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 το συνολικό ποσό των 2.783,15 ευρώ, με απομένον υπόλοιπο της απαίτησής της το ποσό των 4.498,36 ευρώ, η τράπεζα E. θα έχει εισπράξει στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 το συνολικό ποσό των 12.435,33 ευρώ, με απομένον υπόλοιπο της απαίτησής της το ποσό των 20.082,97 ευρώ και η τράπεζα Π.
θα έχει εισπράξει στα πλαίσια της ρύθμισης του άρθρου 9 παρ. 2 το συνολικό ποσό των 210,86 ευρώ, με απομένον υπόλοιπο της απαίτησής της το ποσό των 380,26 ευρώ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και την αντέφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου και αφού δέχθηκε εν μέρει την έφεση της τρίτης αναιρεσίβλητης ("Π.
Σ. Τ. Σ..Π.Ε.") κατά της υπ' αριθμ. 10/2014 πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Βάμου [ με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση του πρώτου αναιρεσίβλητου περί υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010, είχαν ρυθμιστεί τα χρέη του προς τις καθ' ών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες με μηνιαίες καταβολές για μία πενταετία, κατ' άρθρο 8 παρ. 2 Ν. 3869/2010, είχε διαταχθεί η εκποίηση ενός, κριθέντος ως ρευστοποιήσιμου, ακινήτου του (οικοπέδου), προκειμένου να εξοφληθεί το υπόλοιπο των χρεών του, κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και είχε εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία του κατ' άρθρο 9 παρ. 2 του ιδίου νόμου, υπό τον όρο καταβολής των σ' αυτή αναφερομένων ποσών προς την αναιρεσείουσα και τη δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσίβλητων], εξαφάνισε εν μέρει την ως άνω πρωτόδικη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της σχετικά με τη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 και υποχρέωσε τον αιτούντα για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του να καταβάλει το συνολικό ποσό των 31.268,88 ευρώ, με προνομιακή ικανοποίηση της εξασφαλισμένης με προσημείωση υποθήκης απαίτησης της τρίτης αναιρεσίβλητης και ακολούθως με σύμμετρη ικανοποίηση των απαιτήσεων των λοιπών πιστωτριών τραπεζών.
Ήδη, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., καθόσον περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, λόγω αδυναμίας ελέγχου της ορθής εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010.
Με βάση τις ανωτέρω συνολικές παραδοχές και κρίσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, συνέτρεχαν στην ένδικη υπόθεση οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προαναφερομένης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010 και το άνω Δικαστήριο της ουσίας, με το να αποφανθεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρεών του και να υπαγάγει αυτόν στις ρυθμίσεις του νόμου τούτου, δεχόμενο ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν παραβίασε την εν λόγω διάταξη, την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά.
Ειδικότερα το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερομένη ουσιαστικού δικαίου διάταξη, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας της άνω διατάξεως που εφαρμόσθηκε και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου των χρηματικών του οφειλών.
Ειδικότερα, η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αιτίαση ότι δεν εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το μηνιαίο ποσό, που απαιτούνταν για την εξυπηρέτηση των δανείων του, καθώς και οι τυχόν προτάσεις των μετεχόντων δανειστών σχετικά με αυτό το ζήτημα, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον δεν απαιτείται η αναφορά στην απόφαση του ύψους των μηνιαίων δόσεων προς τις πιστώτριες τράπεζες για να κρίνει το Δικαστήριο της ουσίας αν συντρέχει η μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, ενόψει μάλιστα και της σαφούς παραδοχής στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα εισοδήματα του πρώτου αναιρεσίβλητου δεν ξεπερνούσαν τα 300 ευρώ μηνιαίως, εκ των οποίων τα 200 ευρώ απαιτούνταν για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του και του απέμενε μόλις το ποσό 100 ευρώ μηνιαίως, το οποίο δεν επαρκούσε για την αποπληρωμή των ανερχόμενων στο συνολικό ποσό των 62.227,59 ευρώ, δανειακών υποχρεώσεων του, ενώ περαιτέρω ούτε οι προτάσεις των μετεχόντων δανειστών ήταν αναγκαίο να αναφέρονται για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αναφορικά με την κρίση της, περί περιέλευσης του πρώτου αναιρεσίβλητου σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο να αναφέρει ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος δεν είχε δυνατότητα να ρευστοποιήσει την ακίνητη περιουσία του και δη το προαναφερόμενο οικόπεδό του, όταν άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα στην εξυπηρέτηση των δανείων του, καθόσον, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η ύπαρξη απλώς περιουσιακών στοιχείων, που είναι γενικά ρευστοποιήσιμα, δεν επηρεάζει, ούτε βελτιώνει τη ρευστότητα του οφειλέτη και τη δυνατότητα να ανταποκριθεί στα χρέη του και δεν είναι σε θέση να ανατρέψει το χαρακτηρισμό της μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, αφού η έλλειψη ρευστότητας θεμελιώνει αδυναμία πληρωμών, έστω και αν ο οφειλέτης έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως, η δε αναγκαιότητα ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη για την ικανοποίηση των πιστωτών του, πρέπει να κριθεί από το Δικαστήριο, κατά τη δικαστική ρύθμιση των χρεών του στα πλαίσια του άρθρου 9 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως και πράγματι κρίθηκε από το Δικαστήριο στην ένδικη περίπτωση, ως ρευστοποιήσιμο το ανωτέρω ακίνητό του (οικόπεδο).
Περαιτέρω δεν υφίσταται ανεπάρκεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή δεν προσδιορίζεται ειδικότερα κατά το χρόνο συζητήσεως της ένδικης αιτήσεως, το έτος 2014, το εισόδημα του αιτούντος και το ποσό που απέμενε, μετά την αφαίρεση αυτού που απαιτούνταν για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειας του, ώστε να πιστοποιηθεί ότι συνεχιζόταν η αδυναμία πληρωμών του, καθόσον σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αδυναμία πληρωμών του πρώτου αναιρεσίβλητου ήταν γενική και μόνιμη, αναγόμενη δηλαδή τόσο στο χρόνο καταθέσεως της αιτήσεώς του, όσο και στο χρόνο συζητήσεως αυτής, ενώ τα προσδιορισθέντα στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως εισοδήματά του, αφορούν, όπως συνάγεται από τις εν γένει παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, τόσο την υφιστάμενη κατά το χρόνο καταθέσεως της αιτήσεώς του και κατά το χρόνο συζητήσεως αυτής, ρευστότητά του, αλλά και τη μελλοντική, καθόσον δεν υπάρχει παραδοχή περί διαφοροποίησης των άνω εισοδημάτων του αιτούντος, ούτε κατά το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεώς του, ούτε και μελλοντικά, ήτοι δεν κρίθηκε ότι αυτά είχαν μεταβληθεί κατά το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως, ούτε ότι πρόκειται να μεταβληθούν στο μέλλον, οπότε δεν ήταν αναγκαία χωριστή και ειδική αναφορά των εισοδημάτων του για τα ανωτέρω χρονικά σημεία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Εξάλλου, το άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε, όπως συνάγεται από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, μελλοντική διαφοροποίηση των, προσδιορισθέντων στο ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, εισοδημάτων του αιτούντος και ως εκ τούτου δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρει, ειδικά άλλα προσδιοριστικά στοιχεία όπως η ηλικία, η εκπαίδευση, η επαγγελματική εμπειρία και οι δεξιότητες του αιτούντος προκειμένου να πιθανολογηθεί η μελλοντική του ρευστότητα, αφού κατά τον άνω προσδιορισμό των εισοδημάτων του λήφθηκαν υπόψη οι εν γένει δυνατότητες αυτού.
Επομένως, σύμφωνα με όλα τα προεκτεθέντα, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του στο άρθρο 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δικ., η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, ενώ επίσης οι αναφερόμενες σε αυτόν αιτιάσεις ανάγονται, απαραδέκτως, σε ελλείψεις για την πληρέστερη ανάλυση των αποδείξεων κατά την άποψη της αναιρεσείουσας.
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το άνω Δικαστήριο της ουσίας, κατά την κατάταξη και τον τρόπο εξόφλησης του ποσού για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του πρώτου αναιρεσίβλητου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 και 2 και 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, εφαρμόζοντας την πρώτη η οποία, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, δεν ήταν εφαρμοστέα και μη εφαρμόζοντας τη δεύτερη, η οποία ήταν εφαρμοστέα.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το άνω Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Ειδικότερα, το άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3869/2010, αλλά ανεξαρτήτως της διατάξεως αυτής, δέχθηκε ότι η εγγραφείσα την 15/11/2012, βάσει διαταγής πληρωμής, προσημείωση υποθήκης επί τριών ακινήτων του αιτούντος μετά την κατάθεση, την 4/10/2012, της αιτήσεώς του περί υπαγωγής του στο Ν.3869/2010, και μετά την έκδοση την 19/10/2012 προσωρινής διαταγής [ που εκδόθηκε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 εδάφ.
β' του Ν. 3869/2010, όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 85 Ν.3996/2011 και ίσχυε κατά το χρόνο εκδόσεως αυτής, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 781 Κ.Πολ.Δ.], με την οποία απαγορευόταν κάθε πράξη εκτελέσεως επί των περιουσιακών στοιχείων του μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεώς του, ναι μεν δεν αποτελεί πράξη εκτελέσεως, συνιστά όμως πρόδρομο αυτής και δη της λεγόμενης υποθηκικής αγωγής και άρα πράξη βλαπτική κατά του ενεργητικού της εισφερόμενης προς ρύθμιση περιουσίας, καθώς αλλοιώνει τη σειρά προτεραιότητας ικανοποίησης μεταξύ ανέγγυων και ενέγγυων πιστωτών και ως εκ τούτου δεν παρέχει στην αναιρεσείουσα - πιστώτρια τα προνόμια του εξασφαλισμένου πιστωτή με προσημείωση υποθήκης, η οποία έχει εγγραφεί σε ακίνητο του αιτούντος οφειλέτη και υφίσταται πριν από την υποβολή της αιτήσεως του οφειλέτη για τη ρύθμιση των οφειλών του, οι ως άνω δε παραδοχές της δεν συνιστούν, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας, παράβαση της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 3869/2010, η οποία δεν εφαρμόστηκε από το άνω Δικαστήριο, ενώ περαιτέρω, εφόσον με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό, σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές της, ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε απαίτηση με εμπράγματη εξασφάλιση, αλλά ήταν ανέγγυα πιστώτρια, ορθώς δεν διέταξε την προνομιακή της ικανοποίηση από τις καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, τη οποία, κατόπιν αυτών, δεν παραβίασε.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το άνω Δικαστήριο της ουσίας κατά τη ρύθμιση της καταβολής των δόσεων για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, προέβη σε παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, καθόσον εσφαλμένα, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, καθόρισε προνομιακή είσπραξη και κατά προτίμηση εξόφληση του πρώτου καταταγέντος δανειστή και όχι κατανομή κάθε μηνιαίας δόσης σε όλους τους πιστωτές, με συνέπεια η περίοδος χάριτος κάθε δανειστή να είναι διαφορετική.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα αντίστοιχη νομική σκέψη της παρούσας, από τις καταβολές που ορίζει το Δικαστήριο για την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, ικανοποιούνται προνομιακά και χρονικά κατά προτίμηση οι απαιτήσεις των πιστωτών με εμπράγματη εξασφάλιση και σε όποιο χρονικό σημείο αυτό συμβεί μέχρι την πάροδο του χρόνου που έταξε το Δικαστήριο, τότε ακολούθως μετά αρχίζει η σύμμετρη καταβολή των δόσεων προς τους μη εμπραγμάτως εξασφαλισμένους πιστωτές.
Επομένως, το άνω Δικαστήριο της ουσίας έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε και ειδικότερα υποχρέωσε τον αιτούντα - πρώτο αναιρεσίβλητο οφειλέτη για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του να ικανοποιήσει προνομιακά και κατά προτίμηση, πρώτα την εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης απαίτηση της τρίτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, με την επωνυμία "Π.
Σ. Τ. Σ..Π.Ε." και ακολούθως, μετά την κατά τα άνω προνομιακή ικανοποίηση της ενέγγυας αυτής πιστώτριας, με το απομένον υπόλοιπο να ικανοποιήσει συμμέτρως τις απαιτήσεις των λοιπών πιστωτριών του τραπεζών, των οποίων οι απαιτήσεις δεν ήταν εξασφαλισμένες με εμπράγματη ασφάλεια, μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα, δεν έσφαλε, ενώ περαιτέρω το χρονικό σημείο από το οποίο όρισε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι θα αρχίσει η καταβολή των δόσεων συμμέτρως στις ανέγγυες πιστώτριες (ήτοι από τμήμα της 122ης δόσης και μέχρι τη 240η δόση που έταξε η προσβαλλόμενη απόφαση), δεν συνιστά περίοδο χάριτος, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αλλά συνιστά το χρονικό σημείο κατά το οποίο, θα ολοκληρωθεί, προνομιακά και κατά προτίμηση, όπως προεκτέθηκε, η αποπληρωμή των δόσεων προς την έχουσα εμπράγματη εξασφάλιση επί του υπό εξαίρεση ακινήτου, τρίτη αναιρεσίβλητη, οπότε, από τότε και μετά αρχίζει η σύμμετρη καταβολή των δόσεων προς τις μη εμπραγμάτως εξασφαλισμένες πιστώτριες τράπεζες, ήτοι το άνω χρονικό σημείο ενάρξεως καταβολής των δόσεων προς τις ανέγγυες πιστώτριες, δεν είναι περίοδος χάριτος, αλλά χρονικό σημείο ολοκληρώσεως της κατά προτίμηση καταβολής των δόσεων προς την προνομιούχο ανωτέρω ενέγγυα πιστώτρια, μετά την οποία αρχίζει η καταβολή των δόσεων προς τις ανέγγυες πιστώτριες.
Σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω, το άνω Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αλλά ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτή. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-07-2019 και με αριθμό καταθέσεως ΑΝ3/30-07-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 341/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ