1543/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).
Legislator headnote
AI generated1543/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την εξέλιξη αυτή της υγείας του έλαβε γνώση από 8-4-2002. Άσκησε δε την από 16-10-2002 αγωγή του, για την οποία εκδόθηκε η 3966/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία του επιδίκασε 11.577 ευρώ για αποζημίωσή του κατ' άρθρ. 931 ΑΚ και 4.416 ευρώ μηνιαίως για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του ηλεκτρολόγου κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2000 μέχρι Δεκέμβριο 2002.
Full text
Απόφαση 1543 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1543/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελου Μπέη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του, Ευτέρπης-Ιωάννας Μπλάτσιου βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 453/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 593/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-12-2011 αίτησή του και τους από 16-8-2012 πρόσθετους λόγους του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Σακκάς ανέγνωσε την από 11-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς τον πρώτο, δεύτερο λόγο της και τον δεύτερο και τρίτο πρόσθετους λόγους αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά το άρθρο 559 αρ. 16 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ενώ ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).
Κατά δε τα άρθρα 321 και 324 ΚΠολΔ δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση και εφόσον πρόκειται για το αυτό αντικείμενο και την αυτή ιστορική και νομική αιτία. Εξάλλου, αν πρόκειται για αγωγή με περισσότερα κεφάλαια, από τα οποία ένα κεφάλαιο για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία, οφειλόμενη σε ανικανότητα για εργασία λόγω αδικοπραξίας σε βάρος του ενάγοντος, έγινε εν μέρει δεκτό από το Πρωτοδικείο και κατά της αποφάσεως αυτού παραπονείται με την έφεσή του ο μεν ενάγων για τη μερική απόρριψη της αγωγής ως προς το κεφάλαιο αυτό, ο δε εφεσίβλητος για τη μερική παραδοχή του κεφαλαίου αυτού, η απόρριψη στη συνέχεια της έφεσης του εφεσίβλητου ως ανυποστήρικτης λόγω της ερημοδικίας του, δημιουργεί δεδικασμένο τουλάχιστον ως προς τη μερική παραδοχή του κεφαλαίου, η δε εκκρεμοδικία υπάρχει μόνο για το μέρος του κεφαλαίου που απορρίφθηκε και αφορά την έφεση του ενάγοντος (βλ.
σχετ. ΑΠ 802/2005). Κατά συνέπεια, η τελεσιδικία της πρωτόδικης απόφασης κατά το κεφάλαιο αυτό, που έγινε εν μέρει δεκτό, επιφέρει ως προς το μέρος αυτό, κατά το άρθρο 268 εδ.α' του ΑΚ, επιμήκυνση της 5ετούς παραγραφής (ΑΚ 937) της σχετικής αξίωσης που βεβαιώθηκε σε 20ετή, αρχόμενη από την τελεσιδικία και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης, που αφορά την απώλεια εισοδημάτων από την εργασία χρονικού διαστήματος μεταγενέστερου εκείνου, για απώλεια εισοδημάτων του οποίου είχε ζητηθεί με την αγωγή και επιδικασθεί, υπό την προϋπόθεση ότι το μη επίδικο στην προηγούμενη δίκη αυτό μέρος δεν έχει υποκύψει στη βραχυχρόνια για την αξίωση αυτή 5ετή παραγραφή πριν τη δημοσίευση της τελεσίδικης αποφάσεως που εκδόθηκε στην προηγούμενη δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε "ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα την 26-10-2000, κατά το οποίο τραυματίστηκε ο ενάγων (αναιρεσείων) που υπέστη κάταγμα δεξιάς κνήμης με περαιτέρω συνέπεια τη στένωση του 05-11 μεσοσπονδυλίου διαστήματος της σπονδυλικής στήλης και σφηνοειδή παραμόρφωση του σώματος 05 σπονδύλου και από 8-4-2002 εμφάνισε χωλότητα στη βάδιση και βράχυνση του δεξιού ποδιού κατά δύο χιλιοστά, με αποτέλεσμα να καταστεί ανίκανος να συνεχίσει το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου που ασκούσε.
Για την εξέλιξη αυτή της υγείας του έλαβε γνώση από 8-4-2002. Άσκησε δε την από 16-10-2002 αγωγή του, για την οποία εκδόθηκε η 3966/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία του επιδίκασε 11.577 ευρώ για αποζημίωσή του κατ' άρθρ. 931 ΑΚ και 4.416 ευρώ μηνιαίως για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του ηλεκτρολόγου κατά το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2000 μέχρι Δεκέμβριο 2002.
Κατά της απόφασης αυτής τα διάδικα μέρη άσκησαν δύο αντίθετες εφέσεις ο μεν εναγόμενος (αναιρεσίβλητος) την από 21-7-2005 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2925/27-4-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεση αυτή, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου, ο δε ενάγων (αναιρεσείων) την από 18-7-2005 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 2924/27-4-2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης αυτής λόγω μη νόμιμης κλήτευσης του εφεσιβλήτου.
Με την τελευταία αυτή απόφαση δεν δημιουργήθηκε τελεσιδικία. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων με σχετική κλήση επέσπευσε τη συζήτηση της εφέσεώς του και ορίστηκε δικάσιμος η 18-1-2007, ενώ με την από 4-8-2006 δήλωσή του, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών, παραιτήθηκε από το δικόγραφο της εφέσεως. Η παραίτηση όμως αυτή δεν ήταν νομότυπη, διότι δεν επιδόθηκε στον αντίδικό του και συνεπώς η ανωτέρω απόφαση (3966/2004) δεν τελεσιδίκησε, με περαιτέρω συνέπεια να μην έχει επιμηκυνθεί σε εικοσαετή, κατ' άρθρο 268 εδ.α' ΑΚ, η πενταετής παραγραφή του άρθρου 937 παρ.1α ΑΚ των επιδίκων αξιώσεων του ενάγοντος''.
Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι οι περιεχόμενες στην κρινόμενη από 8-7-2007 αγωγή αξιώσεις αποζημιώσεως, ήτοι α) ποσό 4.416 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-10-2006 για απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του ηλεκτρολόγου, και β) ποσό 50.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη ο ενάγων από την αδικοπραξία, δοθέντος ότι από την επομένη της 8-4-2002, ήτοι της γνώσεως των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως και του προς αποζημίωση υποχρέου (που λογίζεται ως έναρξη της παραγραφής) μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, η οποία κοινοποιήθηκε στον εναγόμενο στις 5-7-2007 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 5ετίας, με αποτέλεσμα οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος να έχουν αποσβεσθεί λόγω παραγραφής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ελάχιστο ποσό των 4.416 ευρώ μηνιαίως από απώλεια εισοδημάτων από την εργασία του αναιρεσείοντος ως ηλεκτρολόγου, παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.α' ΑΚ, με το να αποφανθεί ότι δεν υπάρχει τελεσιδικία ως προς την αξίωση αυτή από την ανωτέρω απόφαση 3966/2004 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συνεπώς δεδικασμένο, αφού δέχεται ότι η έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της απόφασης αυτής απερρίφθη με την 2925/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών λόγω της ερημοδικίας του, οπότε από τη δημοσίευσή της (27-4-2006) αυτή κατέστη τελεσίδικη τουλάχιστον για το ποσό των 4.416 ευρώ μηνιαίως και συνεπώς επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραγραφής από 5ετία σε 20ετία της ανωτέρω σχετικής αξίωσης.
Και άρα εφόσον περαιτέρω δέχεται ότι ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από 8-4-2002 για την ένδικη αγωγή, με την οποία ο αναιρεσείων ζήτησε το ίδιο ποσό μηνιαίως για μεταγενέστερο διάστημα από 1-1-2003 έως 31-10-2006, αυτή δε κοινοποιήθηκε στις 5-7-2007, ήτοι σε χρόνο που η παραγραφή είχε πλέον επιμηκυνθεί σε 20ετία και πριν παραγραφεί η αξίωση αυτή μέχρι τη δημοσίευση της 2925/2006 αποφάσεως (27-4-2006), η ένδικη αγωγική αξίωση δεν υπέκυψε σε παραγραφή.
Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 16 ΚΠολΔ, καθώς και οι συναφείς από το άρθρο 559 αρ. 16 και 1 ΚΠολΔ, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό, δεύτερος και τρίτος πρόσθετος λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
2. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη για έλλειψη νόμιμης βάσης, επειδή δεν προσδιορίζεται ο χρόνος ενάρξεως της 5ετούς παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσείοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την αδικοπραξία που τελέστηκε σε βάρος του. Όπως προκύπτει όμως από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχεται ως χρόνο ενάρξεως της παραγραφής και για την αξίωση αυτή από την επομένη της 8-4-2002, ήτοι της γνώσεως των επιζήμιων συνεπειών της πράξεως και του προς αποζημίωση υποχρέου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορά απωλεσθέντα εισοδήματα (διαφυγόν κέρδος), που θα αποκέρδαινε ο αναιρεσείων από την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 31-10-2006.
Στη συνέχεια πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση, διότι χρειάζεται διευκρίνιση, στο ίδιο Εφετείο, ήτοι στο Εφετείο Αθηνών, κατά διορθωτική, με συμπλήρωση, ερμηνεία του άρθρου 580 παρ.3 εδ.2 περ.β' ΚΠολΔ, αντικαταστάθηκε με άρθρο 12 παρ.4 του ν.4055/2012, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως παρέλκει. Ακολούθως πρέπει ο αναιρεσίβλητος να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρ. 178 και 183 ΚΠολΔ), ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την 593/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ