Supreme Court dismisses appeal against eviction due to invalid subletting and inadmissible joinder of parties.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled the Court of Appeal's decision and rejected the tenant's eviction claim. The court found the tenant's attempt to join multiple co-owners as substitute defendants legally invalid because their identities were not definitively established at the time of filing. Consequently, the court ruled the lawsuit inadmissible and ordered the tenant to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 68, 74, 75, 79, 118, 216, 218, 219 of the Code of Civil Procedure; Joinder of parties is inadmissible when the identity of the defendant is uncertain or not positively defined by the legal relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1543 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1543/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Βαρνάβα και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/8/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2092/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6098/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/11/2007 αίτησή του κοινοποιούμενη προς: α) ..., β) ... .
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Γεωργία Λαλούση, ανέγνωσε την από 5/1/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, του τρίτου και τέταρτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 74, 75, 79, 118, 216 παρ. 1, 218 και 219 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η διαζευκτική ή επικουρική εναγωγή, γιατί το πρόσωπο του δικαιούχου και του υπόχρεου εναγομένου πρέπει να είναι ορισμένο και θετικό και να συνάπτεται με τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την ιδιότητα αυτού, ως ενάγοντος ή εναγομένου.
Διαζευκτική εναγωγή υπάρχει, όταν ενάγονται περισσότερα πρόσωπα, χωρίς να προσδίδεται σε ένα από αυτά, κατά τρόπο οριστικό ή θετικό, η ιδιότητα του εναγομένου και υπόχρεου, από την έννομη σχέση της δίκης. Επικουρική δε εναγωγή υπάρχει, όταν ο δεύτερος και οι επόμενοι ενάγονται για την περίπτωση της απόρριψης της αγωγής κατά του αμέσως προηγούμενου αυτών.
Και στις δύο περιπτώσεις συντρέχει το γνώρισμα της αβεβαιότητας ως προς το πρόσωπο του εναγομένου, ενώ εξάλλου δεν πρόκειται για παθητική ομοδικία, των άρθρων 74 επ. ΚΠολΔ, καθόσον οι εναγόμενοι δεν είναι κοινωνοί της ίδιας υποχρέωσης έναντι του ενάγοντος, αφού ένας μόνο ευθύνεται, στη διαζευκτική δε εναγωγή ο ενάγων δεν εκφράζει την προτίμησή του ως προς το πρόσωπο αυτού, ενώ στην επικουρική εναγωγή ζητεί από το δικαστήριο να εξετάσει την αγωγή του ως προς τον εκάστοτε επόμενο εναγόμενο μόνο σε περίπτωση απόρριψής της έναντι του αμέσως προηγουμένου.
Επομένως, επί διαζευκτικής ή επικουρικής εναγωγής περισσοτέρων προσώπων, η αγωγή είναι απαράδεκτη, λόγω της ακυρότητας του δικογράφου που δημιουργείται, επί μεν διαζευκτικής εναγωγής από την πλήρη αοριστία της αγωγής ως προς το πρόσωπο του διαδίκου, επί δε της επικουρικής εναγωγής, λόγω της άσκησης της αγωγής υπό την αίρεση της απόρριψης αυτής, ως προς τον πρώτο εναγόμενο, η οποία δεν επιτρέπεται, διότι δημιουργεί εκκρεμοδικία υπό αίρεση, και συνεπώς απορρίπτεται και με αυτεπάγγελτη από το δικαστήριο έρευνα (ΑΠ 1821/2007, 1495/2007).Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από την επισκόπηση της από 20-8-2005 ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα εκθέτει πως η ίδια και η δεύτερη και τρίτη από τις εναγόμενες είναι συγκύριες ενός καταστήματος, το οποίο χρησιμοποιούνταν ως αρτοποιείο, κατά ποσοστά 38,25%, 38,25% και 23,50% αντίστοιχα, και το οποίο εκμίσθωσαν μαζί με τον εξοπλισμό που περιγράφεται στον πρώτο εναγόμενο με το από 1-7-1996 μισθωτήριο.
Επίσης εκθέτει ότι η ίδια και η πρώτη από τις επικουρικώς εναγόμενες (...) αντικατέστησαν τον αρτοκλίβανο με καινούριο, τον οποίο εκμίσθωσαν στον πρώτο εναγόμενο με το από 1-9-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό με ιδιαίτερο μίσθωμα και τους ίδιους κατά τα λοιπά όρους με το μισθωτήριο για το κατάστημα. Ο πρώτος εναγόμενος θεωρώντας ότι το καταβαλλόμενο μίσθωμα (συμφωνηθέν με τα δύο μισθωτήρια) ήταν υπερβολικό ζήτησε τη μείωση αυτού με την από 25-6-2001 αγωγή του, η οποία όμως απορρίφθηκε με την από 458/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία μετά την απόρριψη της έφεσης με την 7785/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη.
Το μίσθωμα κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής και για τις δύο συμβάσεις είχε διαμορφωθεί στο ύψος των 3011,42 ευρώ και η ενάγουσα δικαιούνταν με βάση το ποσοστό συγκυριότητας 1627,80 ευρώ πλέον χαρτοσήμου 58,60 ευρώ. Στη συνέχεια η ενάγουσα εκθέτει ότι ο εναγόμενος με το από 10-1-2005 εξώδικο έγγραφο κατήγγειλε τη μίσθωση σύμφωνα με το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995 και προσέφερε την προβλεπόμενη από το άρθρο αυτό αποζημίωση.
Ακολούθως, οι δύο άλλες συγκύριες (οι δύο επικουρικώς εναγόμενες) πριν από την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, ως έχουσες την πλειοψηφία μερίδων του κοινού ακινήτου, εκμίσθωσαν το ακίνητο με τα εξαρτήματα που αναφέρονται στην αγωγή εκ νέου στον πρώτο εναγόμενο, με μηνιαίο μίσθωμα 2000 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 έως 30-6-2014.
Η ενάγουσα εκθέτει ακόμη ότι η απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών είναι άκυρη γιατί καταρτίστηκε πριν από τη λήξη της υφιστάμενης ήδη μίσθωσης, αλλά και κατά τρόπο μη προσήκοντα, αφού η συμφωνία για τη μίσθωση τη ζημιώνει κατά 695,70 ευρώ ανά μήνα και θα εξακολουθήσει να τη ζημιώνει μέχρι τη λήξη της μίσθωσης (30-6-2014).
Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η καταγγελία της μίσθωσης από τον πρώτο εναγόμενο μισθωτή είναι άκυρη ως εικονική, διότι η περίπτωση καταγγελίας του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995, προβλέπεται σε περίπτωση μεταμέλειας του μισθωτή, τέτοια δε μεταμέλεια του εναγομένου δεν υφίσταται, αφού η δήλωσή του δεν ήταν σοβαρή και πραγματική αλλά μόνο φαινομενική, μιας και ουδέποτε παρέδωσε το μίσθιο ακίνητο.
Έτσι τα δύο συμφωνητικά μισθώσεως που είχαν συνάψει βρίσκονται σε ισχύ και ο πρώτος εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα και γι' αυτό ζητάει, μετά τον περιορισμό του αιτήματος σε αναγνωριστικό, α) να αναγνωριστεί ότι ο πρώτος εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 7.441,20 ευρώ ως οφειλόμενη σ' αυτήν αναλογία του μισθώματος για το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 έως και 30-11-2205 με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μήνα μέχρι την εξόφληση, και β) επικουρικά, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θεωρήσει απαράδεκτη την αγωγή κατά του πρώτου εναγομένου, να αναγνωριστεί ότι οι δύο άλλες εναγόμενες συγκύριες του ακινήτου οφείλουν να καταβάλουν σ' αυτή ως αποζημίωση 695,70 ευρώ ανά μήνα για το χρονικό διάστημα από 1-7-2005 έως και 30-6-2014.
Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, εφόσον η ενάγουσα ζητεί να αναγνωριστεί η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να της καταβάλει το αιτούμενο ποσό επειδή θεωρεί ισχυρές τις αρχικές συμβάσεις μίσθωσης, και σε περίπτωση που απορριφθεί το αίτημα αυτό, να αναγνωριστεί ότι οι δύο επικουρικώς εναγόμενες οφείλουν να της καταβάλουν το ίδιο ποσό ως αποζημίωση, επικαλούμενη ακυρότητα της νέας σύμβασης μίσθωσης, αλλά και μη προσήκοντα τρόπο εκμετάλλευσης του κοινού ακινήτου, περιέχει επικουρική εναγωγή, και πρόκειται για αγωγή υπό αίρεση, η οποία είναι κατά τα ανωτέρω απαράδεκτη και συνεπώς έπρεπε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου να απορριφθεί συνολικά.
Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, επομένως, με τον οποίο αληθώς προσάπτεται στην απόφαση μόνο η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων της αναίρεσης. Περαιτέρω, εφόσον ο Άρειος Πάγος κατ' άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι το δικόγραφο της αγωγής είναι συνολικά απολύτως άκυρο, και συνεπώς δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω έρευνας για το εφετείο, το οποίο κατ' ανάγκην θα δεχθεί την έφεση του αναιρεσείοντος και θα απορρίψει την αγωγή, παρέλκει η παραπομπή της υπόθεσης σ' αυτό και για λόγους οικονομίας επιβάλλεται, για λόγους οικονομίας της δίκης, η εκδίκασή της από τον Άρειο Πάγο, ακολούθως δε η παραδοχή της έφεσης και η απόρριψη της αγωγής(ΟλΑΠ 18/2003).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6098/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται την από 17-10-2006 έφεση και τους από 2-1-2007 προσθέτους λόγους του αναιρεσείοντος κατά της 2092/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Απορρίπτει την από 20-8-2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη (των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης) την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ