1543/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1543/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην ανοιγείσα δίκη παρενέβη κυρίως η πρώτη αναιρεσίβλητη (Εθνική Τράπεζα) και αξίωσε να καταβληθεί τμήμα του ασφαλίσματος στην ίδια, μερικώς μεν ως ενυπόθηκο δανείστρια, μερικώς δε ως έχουσα ενέχυρο επ' αυτού. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 5370/2003 απόφασή του, δέχθηκε μερικώς την αγωγή και στο σύνολό της την παρέμβαση.
Full text
Απόφαση 1543 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1543/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..... ΟΕ" που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γεροντίδη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και 2.Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν η πρώτη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λουκία Βαρελά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και η δεύτερη από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2000 αγωγή της αναιρεσείουσας και την από 30-5-2002 κύρια παρέμβασή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5370/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5250/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 1-9-2005 αίτησή της και τους από 10-10-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουρομάνος ανέγνωσε την από έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει μερικώς δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η απόφαση α)κατά την διάταξη της με την οποία απερρίφθησαν ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως της αναιρεσείουσας εταιρίας β)κατά την διάταξή της με την οποία επιδικάσθηκε στην αναιρεσίβλητη τράπεζα χρηματική απαίτηση κατά της αναιρεσείουσας, ως ασφαλισμένη με υποθήκη ή προσημείωση (επί του ασφαλισμένου και καταστραφέντος εργοστασίου).
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-3-2000 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ομόρρυθμη εταιρία, ζητούσε - πλην άλλων που δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης - να της επιδικασθεί χρηματικό ποσό 418.847.079 δραχμών, το οποίο της οφείλει η εναγομένη και ήδη δευτέρα των αναιρεσιβλήτων, ασφαλιστική εταιρία, ως ασφαλιστική αποζημίωση, επειδή η ασφαλισμένη επιχείρησή της (εργοστάσιο επίπλων στη ....) είχε καταστραφεί ολοσχερώς λόγω πυρκαϊάς την 1-10-1998.
Στην ανοιγείσα δίκη παρενέβη κυρίως η πρώτη αναιρεσίβλητη (Εθνική Τράπεζα) και αξίωσε να καταβληθεί τμήμα του ασφαλίσματος στην ίδια, μερικώς μεν ως ενυπόθηκο δανείστρια, μερικώς δε ως έχουσα ενέχυρο επ' αυτού. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 5370/2003 απόφασή του, δέχθηκε μερικώς την αγωγή και στο σύνολό της την παρέμβαση.
Μετά την άσκηση εφέσεων εκδόθηκε η 5250/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, εξήτασε εκ νέου την υπόθεση και την μεν αγωγή δέχθηκε μερικώς για το ποσό των 652.459 ευρώ, την δε παρέμβαση στο σύνολό της, επιδικάζοντας στην παρεμβαίνουσα τράπεζα συνολικώς 385.175 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη με την κρινόμενη αίτησή της η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα εμπορική εταιρία.
Κατά το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο... ". Ως "κεφάλαιο", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής (και εκείνης του άρθρου 523 παρ. 1 ΚΠολΔ) νοείται η οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία το δικαστήριο αποφάνθηκε για το ορισμένο και παραδεκτό (ή) και την βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας και οποιασδήποτε κατά του αιτήματος αυτού ενστάσεως (ΑΠ 1124/1997, ΑΠ 238/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως απαράδεκτους τους πρόσθετους λόγους εφέσεως που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα εταιρία με την αιτιολογία ότι "με την μεν έφεση πλήττεται η κρίση της - πρωτοβάθμιας - απόφασης αναφορικά (α) με το χαρακτήρα της ασκηθείσας...
παρέμβασης ως κυρίας και (β) με το ορισμένο του δικογράφου αυτής, ενώ με τους πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η κρίση αυτής αναφορικά με την ουσιαστική βασιμότητά της... ευχερώς εντεύθεν συναγομένου ότι οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι δεν αναφέρονται ούτε στα εκκληθέντα με την έφεση, αλλά ούτε και σε αναγκαίως μ' αυτά συνεχόμενα...
κεφάλαια". Με βάση όμως τα προεκτεθέντα η ως άνω έφεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι αφορούσαν τα ίδια αγωγικά αιτήματα, δηλαδή τα αυτά κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, ήτοι τα αιτήματα για επιδίκαση στην αναιρεσείουσα χρηματικών ποσών που της οφείλονταν από δανειστικές συμβάσεις και ήταν ασφαλισμένες με υποθήκη ή ενέχυρο επί απαιτήσεως.
Κατά συνέπεια οι πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως είχαν ασκηθεί παραδεκτώς, το δε Εφετείο, που έκρινε διαφορετικά, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Έτσι, πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός (πρώτος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση για την αιτία αυτή. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14, ιδρύεται, αντιστοίχως λόγος αναιρέσεως αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Σε κάθε όμως περίπτωση, η αοριστία του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας, για να δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα:
α) Δεν είχε προβάλει στο Εφετείο ένσταση αοριστίας του δικογράφου της κυρίας παρεμβάσεως, ερειδόμενη στο γεγονός ότι δεν διαλαμβανόταν σ' αυτό χωριστά το ύψος κάθε απαιτήσεως που ασφαλιζόταν με υποθήκη ή ενέχυρο επί του ασφαλίσματος και για την οποία είχε χωρήσει υποκατάσταση της παρεμβαίνουσας στη θέση της αρχικής δικαιούχου του ασφαλίσματος, κατά τους αντίστοιχους χρόνους (η πράγματι προταθείσα αοριστία της παρέμβασης στηριζόταν σε εντελώς άλλη βάση). (β) Δεν είχε διατυπώσει κατά της πρωτόδικης απόφασης παράπονο, σχετικό με την τοκοφορία της απαίτησης των 100.000.000 δραχμών που ήταν ασφαλισμένη με ενέχυρο επί του ασφαλίσματος, ούτε περί του παραδεκτού του αιτήματος της κυρίως παρεμβαίνουσας.
Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι οι λόγοι της αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ των ανωτέρω διατάξεων πλημμέλειες, και δη ότι το Εφετείο δεν απέρριψε την παρέμβαση ως αόριστη και το δι' αυτής υποβληθέν αίτημα ως απαράδεκτο και ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 455, 462, 416, 417 και 345 ΑΚ (δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου και τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου του δικογράφου των προσθέτων λόγων).
Κατά το άρθρο 1257 ΑΚ: "Σε ξένο ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα υποθήκης για την εξασφάλιση απαίτησης με την προνομιακή ικανοποίηση του δανειστή από το πράγμα". Κατά το άρθρο 1272 παρ.1 ΑΚ: "Η ημέρα της εγγραφής κανονίζει την προτίμηση των υποθηκών". Κατά το άρθρο 1274 ΑΚ: "Εγγραφή προσημείωσης υποθήκης γίνεται μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση".
Κατά το άρθρο 1277 ΑΚ: "Η προσημείωση χορηγεί μόνο δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης. Όταν η απαίτηση επιδικασθεί τελεσίδικα, η προσημείωση τρέπεται σε υποθήκη, η οποία λογίζεται ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης". Κατά το άρθρο 1279 ΑΚ: "Αν πριν από την τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη χωρήσει αναγκαστική εκτέλεση στο ακίνητο, η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί η προσημείωση κατατάσσεται τυχαία και το ακίνητο περιέρχεται στον αγοραστή ελεύθερο".
Κατά το άρθρο 1287 ΑΚ: "Όταν το ενυπόθητο είναι ασφαλισμένο, το δικαίωμα της υποθήκης ασκείται και στην οφειλόμενη ασφαλιστική αποζημίωση. Ο δανειστής έχει υποχρέωση να καταθέσει το ποσόν της αποζημίωσης δημόσια, για να γίνει η διαδικασία της κατάταξης...". Κατά το άρθρο 1007 εδ.γ΄ ΚΠολΔ: "Η απαίτηση, υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτουν τα ακόλουθα: (α) Ότι η ενυπόθητη απαίτηση ασφαλίζεται υπό την έννοια όχι ότι ο δανειστής λαμβάνει και ενσωματώνει στην περιουσία του το υπέγγυο ακίνητο, αλλά ικανοποιείται προνομιακώς έναντι των εγχειρογράφων και των χρονικώς επομένων ενυποθήκων πιστωτών, από το τίμημα που επιτυγχάνεται κατά την αναγκαστική εκποίηση αυτού? δηλαδή με τον πλειστηριασμό υποκαθίσταται στη θέση του υπεγγύου πράγματος, η χρηματική του αξία, και, ακριβέστερα, το επιτυγχανόμενο τίμημα. (β) Ότι ταυτόσημη ασφάλεια προς εκείνη του ενυπόθηκου δανειστή αποκτά και ο προσημειούχος, εφόσον πληρωθούν οι (δύο) αιρέσεις υπό τις οποίες τελεί η προσημείωση, ήτοι η τελεσίδικη επιδίκαση της ουσιαστικής απαίτησης και η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη. (γ) Ότι δεν είναι νομικώς αναγκαία η πλήρωση της δευτέρας των αιρέσεων αυτών, ήτοι η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, στην περίπτωση που, πριν συμβεί τούτο, το υπέγγυο ακίνητο εκποιείται αναγκαστικώς, οπότε τούτο μετουσιώνεται σε χρηματική αξία έναντι των δανειστών και του οφειλέτου, ο δε υπερθεματιστής το αποκτά ελεύθερο εμπράγματων βαρών.
Τότε ο προσημειούχος δανειστής κατατάσσεται στο πλειστηρίασμα "τυχαίως" ήτοι προσωρινώς μέχρι να κριθεί τελεσίδικα η ουσιαστική βασιμότητα της ασφαλιζόμενης απαίτησής του) και, πάντως, προνομιακώς, με την έννοια ότι η κατάταξή του θα λάβει την τάξη και τη σειρά που θα ελάμβανε, αν αντί της προσημείωσης είχε εγγράψει υπέρ αυτού από την αρχή υποθήκη. (δ) Ότι, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ισχύουν αναλογικώς τα ανωτέρω, ήτοι δεν απαιτείται τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, όταν στην θέση του υπεγγύου πράγματος υπεισέρχεται (για την ικανοποίηση των πιστωτών) χρηματική αξία, όχι λόγω αναγκαστικής εκποιήσεως του ακινήτου, αλλά λόγω καταστροφής του, που συνιστά συγχρόνως και επέλευση ασφαλιστικής περιπτώσεως, οπότε οι πιστωτές κατατάσσονται όχι επί του πλειστηριάσματος αλλά επί του ασφαλίσματος.
Έτσι, σε περίπτωση πλειστηριασμού ή καταστροφής του υπεγγύου και ασφαλισμένου ακινήτου, η μόνη διαφορά μεταξύ ενυποθηκών και προσημειούχων πιστωτών συνίσταται στον τρόπο της κατάταξής τους στο πλειστηρίασμα ή στο ασφάλισμα, αφού οι μεν πρώτοι κατατάσσονται οριστικώς, οι δε δεύτεροι "τυχαίως". Ενόψει τούτων και του γεγονότος ότι ο προσημειούχος πιστωτής έχει και αυτός την υποθηκική αγωγή, ήτοι την δυνατότητα να επισπεύσει την αναγκαστική εκποίηση του υπεγγύου ακινήτου, εάν έχει εκτελεστό τίτλο (ΟλΑΠ 14/2006), προβάλλονται αλυσιτελώς και είναι γι' αυτό απορριπτέοι οι λοιποί αναιρετικοί λόγοι του προσθέτου δικογράφου, με τους οποίους - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους - αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚπολΔ πλημμέλεια και υποστηρίζεται ότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας, επειδή είναι ασαφές αν τελικώς οι επίμαχες προσημειώσεις είχαν τραπεί σε υποθήκες (είτε πριν είτε μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, δηλαδή μετά την καταστροφή του υπεγγύου και ασφαλισμένου εργοστασίου).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5250/2004 απόφαση του εφετείου Αθηνών, και δη κατά την διάταξή της με την οποία απερρίφθησαν ως απαράδεκτοι οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως της αναιρεσείουσας εταιρίας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους αυτής λόγους.
Επιβάλλει στις αναιρεσιβλήτους την δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια εξακόσια σαράντα (1640) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ