Supreme Court dismisses appeal against insurance companies' liability for death compensation and mental anguish damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against two insurance companies regarding a death compensation and mental anguish award. The lower court had determined the damages based on the deceased's fault, relationship to plaintiffs, and financial circumstances, finding the reasoning sufficient. The court upheld this decision, rejecting the appeal's arguments as they did not violate the principle of proportionality or exceed judicial discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 127 of the Civil Code and 63 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects an appeal against a final judgment on damages for death and mental anguish when the lower court's reasoning regarding fault, relationship, and financial status is clear, complete, and consistent with established practice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1542 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1542/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χας Π. Τ., το γένος Ι. Κ., 2) Α. Τ. του Π., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα και επιμέλεια μητέρα του, Α. χα Π. Τ., 3) Ι. Τ. του Π., όπως εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα και επιμέλεια μητέρα του, Α. χα Π. Τ., κατοίκων ..., 4) Ι. Κ. του Α., 5) Κ. συζ. Ι. Κ., το γένος Σ. Κ., κατοίκων ..., 6) Ε. χας Α. Τ., το γένος Χ. Α. και 7) Α. Τ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Βρεττό, που με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε ότι: ο Α. Τ. του Π. (2ος), τη γονική μέριμνα και επιμέλεια του οποίου ασκούσε η μητέρα του, Α. χα Π. Τ., ενηλικιώθηκε, συνεχίζει ατομικά τη δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO AAEZ" και ήδη "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Α. Λ. του Α., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "INTERLIFE AAEΓΑ", που εδρεύει στη Θέρμη Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Καραβαργιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η οποία στην εν λόγω από 20-2-2025 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις της δήλωσε την ως άνω μεταβολή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 1η και 3ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με τις από 2-1-2017 και 3-4-2017 αγωγές των 1ης και 3ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 608/2017 μη οριστική και 45/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-1-2023 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Παναγιώτα Γιαννακοπούλου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και οι 2η και 4η των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των άρθρων 127 ΑΚ και 63 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτός που συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του είναι ικανός για κάθε δικαιοπραξία και μπορεί να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα. Επομένως, μετά την ενηλικίωση του μέχρι τούδε ανίκανου παράστασης στο δικαστήριο με το δικό του όνομα διαδίκου, παύει αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία του νόμιμου αντιπροσώπου του (ήτοι των ασκούντων, κατ' άρθρο 1510 ΑΚ, την γονική μέριμνα αυτού γονέων του) και χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή της δίκης, κατ' άρθρο 286 ΚΠολΔ, συνεχίζεται η διαδικασία με την συμμετοχή του ήδη ενήλικου διαδίκου (ΑΠ1299/2024, ΑΠ665/2022, ΑΠ175/2022, ΑΠ1126/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, μεταξύ των διαδίκων στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 66/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ήταν και ο ανήλικος Α. Τ. του Π. και της Α., που γεννήθηκε στις .../2005, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τη μητέρα του, Α.
χήρα Π. Τ., ως ασκούσα μόνη τη γονική μέριμνά του, η οποία, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της, εκπροσώπησε αυτόν και κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο ανωτέρω διάδικος ήδη ενηλικιώθηκε και, συνεπώς, κατέστη ικανός για να παρίσταται στο δικαστήριο με το δικό του όνομα και έπαυσε αυτοδικαίως η αντιπροσωπευτική εξουσία της νόμιμης αντιπροσώπου του.
Επομένως, αυτός νομίμως παραστάθηκε με το δικό του όνομα κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Σύμφωνα με το άρθρο 576 §§ 2 και 3 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, οι πρώτη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά της στο πινάκιο. Όμως, οι επισπεύδοντες τη δίκη αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται ούτε προσκομίζουν εκθέσεις επίδοσης, από τις οποίες να προκύπτει ότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι έγινε τέτοια κλήτευσή τους από τις παριστάμενες αναιρεσίβλητες.
Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τους πρώτη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων και, εφόσον συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση και να χωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους λοιπούς, νομίμως παρισταμένους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ.
β' ΚΠολΔ). Με την από 26/1/2023 (αριθμ. καταθ. 5/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 66/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα (άρθρα 591 και 614 αριθμ. 6 ΚΠολΔ).
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 § 1 ΚΠολΔ, και, περαιτέρω, νομότυπα και εμπρόθεσμα, με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 9/2/2023, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (11/2/2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ, αφού, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής.
Συνεπώς, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 §§ 1 και 3 του ΚΠολΔ). Από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 66/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που επιτρεπτώς επισκοπούνται (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα, αναφορικά με τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης:
Οι ήδη αναιρεσείοντες, με την από 5/7/2016 (αριθμ. καταθ. 249/2016) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, εξέθεσαν ότι, στις 5/8/2015, στο 7ο χλμ. της Π.Ε.Ο Λάρισας-Βόλου, από συγκλίνουσα αμέλεια της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγομένη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, και του τρίτου εναγομένου (ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου), οδηγού της υπ' αριθμ.
κυκλ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ασφαλισμένης για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τέταρτη εναγομένη (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία, στην οποία συνεπέβαινε ο Π. Τ., προκλήθηκε σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, με συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβαίνοντος στη δίκυκλη μοτοσικλέτα (Π.
Τ.), συζύγου της πρώτης, πατέρα των δεύτερου και τρίτου, εκ θυγατρός γαμβρού των τέταρτου και πέμπτης, τέκνου της έκτης και αδελφού της έβδομης των αναιρεσειόντων, ζήτησαν, μεταξύ άλλων και μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι να τους καταβάλουν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναφερόμενα στην αγωγή, επιπλέον των αιτηθέντων με καταψηφιστικό αίτημα, ποσά.
Επί της αγωγής αυτής, η οποία συνεκδικάσθηκε με τις από 2/1/2017 (αριθμ. καταθ. 1/2017) και από 3/4/2017 (αριθμ. καταθ. 197/2017) αγωγές των ήδη πρώτης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως (μη στρεφόμενες κατά των ήδη αναιρεσειόντων και μη ενδιαφέρουσες την αναιρετική δίκη), εκδόθηκαν, η υπ' αριθμ. 608/2017 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και η υπ' αριθμ. 45/2019 οριστική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι ως άνω αγωγές, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας: 1) η από 18/3/2019 (αριθμ. καταθ. 82/2019) έφεση των πρώτης, δεύτερου, τρίτου, έκτου και έβδομης των εναγόντων και ήδη πρώτης, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου και πέμπτης των αναρεσειόντων, 2) η από 18/3/2019 (αριθμ. καταθ. 83/2019) των τέταρτης και πέμπτης των εναγόντων και ήδη έκτης και έβδομης των αναιρεσειόντων, 3) η από 18/3/2019 (αριθμ.
καταθ. 86/2019) έφεση της δεύτερης εναγομένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και 4) η από 22/2/2019 (αριθμ. καταθ. 80/2019) έφεση της τέταρτης εναγομένης και ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας. Επίσης ασκήθηκαν οι από 20/3/2019 (αριθμ. καταθ. 85/2019) και από 11/3/2019 (αριθμ. καταθ. 84/2019) εφέσεις των πρώτης και τρίτου των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, οι οποίες δεν ενδιαφέρουν την αναιρετική δίκη, αφού, ως προς αυτούς, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Επί των εφέσεων αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 66/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή, κατά το ενδιαφέρον μέρος της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, α) δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία τις από 18/3/2019 (αριθμ. καταθ. 82/2019) και από 18/3/2019 (αριθμ.
καταθ. 83/2019) εφέσεις των ήδη αναιρεσειόντων και β) δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία, ως προς τους πρώτη, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων, τις από 18/3/2019 (αριθμ. καταθ. 86/2019) και από 22/2/2019 (αριθμ. καταθ. 80/2019) εφέσεις των ήδη δεύτερης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε αυτές κατ' ουσία ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, εξαφάνισε, όσον αφορά τους πρώτη, δεύτερο και τρίτο των αναιρεσειόντων και τις δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, την εκκαλούμενη οριστική απόφαση και την συνεκκαλούμενη μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας επί της από 5/7/2016 (αριθμ.
καταθ. 249/2016) αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, όσον αφορά τους ανωτέρω διαδίκους, δέχθηκε εν μέρει την ως άνω αγωγή και επιδίκασε στους προαναφερόμενους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες τα αναφερόμενα στο διατακτικό της ποσά. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.
β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ' άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 ΑΚ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ502/2020, ΑΠ1060/2017, ΑΠ1309/2017, ΑΠ1591/2014, ΑΠ76/2014, ΑΠ2181/2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ1706/2023, ΑΠ1542/2023, ΑΠ163/2022, ΑΠ1492/2022, ΑΠ183/2021, ΑΠ68/2020, ΑΠ87/2019, ΑΠ66/2019). Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).
Ειδικότερα στη περίπτωση της κατ` ουσία έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 562 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3, 578 του ΚΠολΔ, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ. η αποδιδόμενη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 325/2022, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 109/2020).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005). Όμως, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ.
β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 1053/2021, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 79/2018).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα. Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ687/2024, ΑΠ502/2024, ΑΠ575/2024, ΑΠ1300/2022, ΑΠ1620/2022, ΑΠ1285/2021, ΑΠ870/2020, ΑΠ109/2020, ΑΠ70/2020, ΑΠ555/2019, ΑΠ515/2018, ΑΠ755/2018).
Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ687/2024, ΑΠ1230/2023, ΑΠ109/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). (ΟλΑΠ1/2020, ΟλΑΠ2/2019).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ15/2006, ΑΠ687/2024, ΑΠ6/2022, ΑΠ1217/2020).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 453/2022, ΑΠ 1217/2020). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ687/2024, ΑΠ68/2020, ΑΠ12/2020, ΑΠ1217/2020).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ20/2005, ΑΠ687/2024, ΑΠ58/2023, ΑΠ325/2022, ΑΠ57/2022, ΑΠ64/2022, ΑΠ68/2022, ΑΠ1096/2021, ΑΠ109/2020, ΑΠ550/2017).
Με τους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως ή εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 57/1990, ΑΠ687/2024, ΑΠ549/2022, ΑΠ1217/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).
Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ίδιου Κώδικα, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρισίμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεώς του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Επίσης δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό πόρισμά του με συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ1322/2023, ΑΠ861/2014, ΑΠ 10/2011).
Έγγραφα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα, που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη, όχι δε και εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως είναι οι καταθέσεις μαρτύρων, οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, που διορίστηκαν από το δικαστήριο ή προσώπων με ειδικές γνώσεις.
Έτσι, δεν συνιστούν έγγραφα, κατά την έννοια που προεκτέθηκε, οι ιατροδικαστικές εκθέσεις, στις οποίες αποτυπώνονται οι διαπιστώσεις του ιατροδικαστή, ήτοι προσώπου διαθέτοντος ειδικές γνώσεις, ο οποίος, μετά την εξέταση από αυτόν του σώματος του θανόντος, αποφάνθηκε περί των αιτιών του θανάτου αυτού (ΑΠ1322/2023) ούτε οι προβλεπόμενες στο άρθρο 390 του ΚΠολΔ ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις, που συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου (ΑΠ 287/2018, ΑΠ622/2017, ΑΠ516/2016, ΑΠ86/2015, ΑΠ620/2014), όπως είναι οι ιδιωτικές ιατρικές γνωματεύσεις (ΑΠ990/2023).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) περί των πραγμάτων κρίση του, ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς το κρίσιμο ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος του αποβιώσαντος Π.
Τ. στον θανάσιμο τραυματισμό του: "Ο θανών συναναβάτης της δίκυκλης μοτοσυκλέτας αποδέχθηκε να επιβιβαστεί σ' αυτή για δοκιμαστική διαδρομή γνωρίζοντας ότι θα έπρεπε να αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης για την περιοχή στην οποία κινούνταν και όπου συνέβη το ατύχημα, εφόσον σκοπός της διαδρομής ήταν η δοκιμή των προδιαγραφών της και της οδικής συμπεριφοράς της, επιπροσθέτως δε κατά τη διάρκεια της διαδρομής αυτής δεν έφερε προστατευτικό κράνος, αν και αυτό είναι υποχρεωτικό (άρθρ. 12 παρ. 6, 33 παρ. 3 και 101 ΚΟΚ), αποτέλεσμα δε των πράξεων και παραλείψεών του αυτών ήταν να υποστεί μεταξύ άλλων "βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με συντριπτικά κατάγματα κρανίου διερχόμενα από τη βάση του, εκτεταμένη υποσκληρίδια και υπαραχνοειδή και εγκεφαλική αιμορραγία" με βάση την με αριθμ.
πρωτ. ...-2015 ιατροδικαστική έκθεση της Ιατροδικαστή Ρ. Λ., της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Λάρισας. Η κατά τα ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του συναναβάτη της μοτοσυκλέτας ενόψει του είδους των σωματικών κακώσεων που υπέστη αυτός, συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα.
Συνεπώς ο θανών υπήρξε συνυπαίτιος για τον τραυματισμό του και των εξ αυτού συνεπειών κατά ποσοστό 30% κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό των εναγομένων της πρώτης αγωγής (άρθρ. 300 ΑΚ). Ο ισχυρισμός των εναγόντων της πρώτης αγωγής ότι ο θάνατος του ανωτέρω συγγενή τους θα επερχόταν σε κάθε περίπτωση, έστω κι αν φορούσε προστατευτικό κράνος, διότι τούτος έφερε και άλλες κακώσεις σε ζωτικά του όργανα παρεκτός της κεφαλής του (ήτοι κακώσεις θώρακα με αιμορραγική διήθηση των μυϊκών μαζών των ημιθωρακίων και εκτεταμένο αιμοθώρακα στο αριστερό ημιθωράκιο, με κατάγματα πλευρών του αριστερού ημιθωρακίου και διασχίσεις του πνευμονικού παρεγχύματος, κάταγμα του 7ου θωρακικού σπονδύλου με παρεκτόπιση και διατομή του νωτιαίου μυελού), χωρίς τις οποίες δεν θα επερχόταν ο θάνατός του, ουσία αβάσιμος τυγχάνει διότι δεν αποδείχθηκε έστω και με μεγάλη πιθανότητα εγγίζουσα τα όρια της βεβαιότητας, ότι ο θάνατος του ανωτέρω θα επερχόταν και σε αυτήν την περίπτωση.
Η από 7-6-2017 ιατρική γνωμάτευση της Ειδικής Ιατροδικαστή Α. Χ. - Ρ. που προσκομίζουν δεν παρέχει πίστη στο Δικαστήριο και δεν κρίνεται ικανή να ανατρέψει την άνωθεν κρίση του, καθόσον δεν αιτιολογεί με τη δέουσα πληρότητα το ιατρικό πόρισμα ότι κάθε μία από τις δύο άνωθεν αιτίες, ήτοι και οι κακώσεις θώρακα θα επέφεραν αυτοτελώς και από μόνες (δηλαδή και χωρίς τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις) το θάνατο του ανωτέρω αναβάτη της μοτοσυκλέτας.
Και τούτο διότι η τελευταία ιατροδικαστής χρησιμοποιεί όρους και περιγραφές οι οποίες δεν αποτελούν διαπιστώσεις της ιατροδικαστή που εξέτασε το σώμα του θανόντος (λχ κάνει λόγο για πλήρη διατομή του νωτιαίου μυελού ενώ η ιατροδικαστική έκθεση για διατομή απλώς, για ατελεκτασία πνεύμονα και πλήρη αδυναμία της αναπνευστικής λειτουργίας αυτού ενώ τέτοιοι όροι δεν χρησιμοποιούνται στην ιατροδικαστική έκθεση).
Επομένως δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατά μερική παραδοχή της νομίμως προταθείσας ένστασης των εναγόμενων ομοίως έκρινε τον παθόντα συνυπαίτιο κατά ποσοστό 30% του θανάτου του για τους ανωτέρω λόγους, και πρέπει να απορριφθεί ο συναφής λόγος της τριών πρώτων εφέσεων με τον οποίο η τέταρτη εναγόμενη -εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "INTERLIFE ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ" καθώς και οι ενάγοντες της πρώτης αγωγής ισχυρίζονται αφενός μεν η πρώτη ότι έπρεπε να γίνει δεκτή η ως άνω ένσταση σε ποσοστό μεγαλύτερο του 30% και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 80%, αφετέρου δε οι λοιποί, εκκαλούντες των υπό στοιχείο Β' και Γ' εφέσεων (ενάγοντες), ότι έπρεπε αυτή να απορριφθεί εξ ολοκλήρου και να κριθεί ο θανών ανυπαίτιος του τραυματισμού του".
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενοι απόφαση οι από τους αριθμούς 1 (εδ. α' και β'), 19 και 20 αναιρετικές πλημμέλειες, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, δεχόμενο συντρέχον πταίσμα του ως άνω αποβιώσαντος στον θανάσιμο τραυματισμό του και απορρίπτοντας τον προβληθέντα με τις εφέσεις τους ισχυρισμό ότι ο θανών δεν βαρυνόταν με πταίσμα, διότι η παράλειψή του να φορέσει κράνος δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα και ο θάνατός του θα επήρχετο σε κάθε περίπτωση και χωρίς τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, από τις λοιπές βαρύτατες κακώσεις που υπέστη σε ζωτικά όργανα του σώματός του, όπως προέκυπτε, τόσο από υπ' αριθμ.
πρωτ. ....2015 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής της ιατροδικαστή Λάρισας Ρ. Λ., όσο και από την από 7/6/2017 ιατροδικαστική γνωμάτευση της ιατρού-ειδικής ιατροδικαστού Α. Χ.-Ρ., την οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν και σύμφωνα με την οποία "η χρήση κράνους εκ μέρους του Τ. Π. δεν θα του έσωζε τη ζωή εφόσον ο αιμοθώρακας του αριστερού ημιθωρακίου, η ατελεκτασία του αριστερού πνεύμονος, η πλήρης διατομή του νωτιαίου μυελού και η μεγάλη απώλεια αίματος είναι βλάβες που δεν συμβιβάζονται με την επιβίωση του ανθρώπου", παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 300ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, άλλως χωρίς αιτιολογία ή με ανεπαρκή-ασαφή αιτιολογία, στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού οι παραδοχές του για την κρίση του περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της εν λόγω διάταξης προήλθαν από παραμόρφωση του επιστημονικού (ιατρικού) περιεχομένου των δύο ως άνω εγγράφων.
Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως διότι με τις ως άνω μερικότερες αιτιάσεις και υπό την επίφαση συνδρομής των άνω πλημμελειών, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, ως προς τα οποία οι αναιρεσείοντες διατυπώνουν αντίθετη άποψη και επιπροσθέτως, κατά τα σκέλη του με τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλούνται τις αναιρετικές πλημμέλειες: 1) της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, με απλή παράθεση και ερμηνεία του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ, 2) της εκ πλαγίου παράβασης της διάταξης του άρθρου 300ΑΚ λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης και 3) της παραμόρφωσης του περιεχομένου εγγράφων, διότι: 1) οι αναιρεσείοντες δεν προσδιορίζουν α) τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) τη φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) την προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα, όπως απαιτείται για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αρ. 1 εδ.
β' ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, 2) η διαζευκτική αναφορά της έλλειψης και της ανεπάρκειας αιτιολογίας δεν συνιστά εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη ή για ανεπάρκεια αιτιολογίας ούτε διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως απαιτείται για το ορισμένο του από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου, ο οποίος επιχειρείται να θεμελιωθεί στην παραμόρφωση του περιεχομένου της ιατροδικαστικής έκθεσης και της προαναφερόμενης ιδιωτικής ιατρικής γνωμάτευσης και 3) με την επικαλούμενη παραμόρφωση του περιεχομένου της υπ' αριθμ.
πρωτ. ....2015 ιατροδικαστικής έκθεσης νεκροψίας-νεκροτομής της ιατροδικαστή Λάρισας Ρ. Λ. και της ιδιωτικής, από 7/6/2017 ιατροδικαστικής γνωμάτευσης της ιατρού-ειδικής ιατροδικαστού Α. Χ.-Ρ., δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, αφού, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, σε αυτές αποτυπώνονται οι διαπιστώσεις προσώπων που διαθέτουν ειδικές γνώσεις και δεν εμπίπτουν στα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα.
Σε κάθε δε περίπτωση, οι από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, το Εφετείο, ορθά υπήγαγε τα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, στην έννοια του συντρέχοντος πταίσματος του αποβιώσαντος στον θανάσιμο τραυματισμό του και δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 300ΑΚ, ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε επαρκείς και σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα αυτό.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθεται ότι το συντρέχον πταίσμα του αποβιώσαντος συνίσταται στο ότι αποδέχθηκε να επιβιβαστεί στη δίκυκλη μοτοσικλέτα για δοκιμαστική διαδρομή, γνωρίζοντας ότι θα έπρεπε να αναπτύξει ταχύτητα μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης για την περιοχή στην οποία κινούνταν, επιπροσθέτως δε, κατά τη διάρκεια της διαδρομής αυτής, δεν έφερε προστατευτικό κράνος, αν και αυτό είναι υποχρεωτικό (άρθρ. 12 παρ. 6, 33 παρ. 3 και 101 ΚΟΚ), ότι αποτέλεσμα των πράξεων και παραλείψεών του αυτών ήταν να υποστεί, μεταξύ άλλων, "βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με συντριπτικά κατάγματα κρανίου διερχόμενα από τη βάση του, εκτεταμένη υποσκληρίδια και υπαραχνοειδή και εγκεφαλική αιμορραγία", ότι η κατά τα ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του, ενόψει του είδους των σωματικών κακώσεων που αυτός υπέστη, συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα και ότι δεν αποδεικνύεται ότι το ίδιο αποτέλεσμα θα επέφεραν οι κακώσεις θώρακα που υπέστη ο θανών, αυτοτελώς και από μόνες (δηλαδή και χωρίς τις κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις).
Οι προαναφερόμενες πραγματικές παραδοχές πληρούν το πραγματικό της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 300ΑΚ και δικαιολογούν την ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού πορίσματος, επιτρέπουν δε τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης που εφαρμόστηκε, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι, συνεπεία αδικοπραξίας, προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, στη συνέχεια, καθορίζει το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών (ΟλΑΠ10/2017, ΟλΑΠ19/2011, ΑΠ990/2023, ΑΠ736/2021), πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ990/2023, ΑΠ736/2021, ΑΠ142/2019, ΑΠ838/2017, ΑΠ405/2015), χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ990/2023, ΑΠ736/2021, ΑΠ142/2019, ΑΠ838/2017, ΑΠ1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό του εύλογου αυτού χρηματικού ποσού είναι ο χρόνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ990/2023, ΑΠ736/2021, ΑΠ142/2019, ΑΠ989/2018, ΑΠ213/2017).
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και, μάλιστα, αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρ. 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα το οποίο, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ9/2015, ΑΠ1892/2024, ΑΠ1322/2023, ΑΠ1185/2023, ΑΠ990/2023, ΑΠ621/2023, ΑΠ22/2023, ΑΠ1492/2022, ΑΠ677/2022, ΑΠ 1547/2021, ΑΠ931/2021, ΑΠ736/2021). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπερμέτρως μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο-παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ1892/2024, ΑΠ1322/2023, ΑΠ990/2023, ΑΠ621/2023, ΑΠ1492/2022, ΑΠ677/2022, ΑΠ1547/2021, ΑΠ870/2020).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις διατάξεις των άρθρων 2 § 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ενώ διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον, κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, τα χρηματικά ποσά που επιδίκασε σε αυτούς, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, υπολείπονται καταφανώς των επιδικαζομένων σε ανάλογες περιπτώσεις.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, σχετικά με το κεφάλαιο επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στους αναιρεσείοντες, για τον θανάσιμο τραυματισμό του Π. Τ., συζύγου της πρώτης, πατέρα των δεύτερου και τρίτου, εκ θυγατρός γαμβρού των τέταρτου και πέμπτης, τέκνου της έκτης και αδελφού της έβδομης των αναιρεσειόντων, δέχθηκε τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα: "Ο θανών, 49 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος (ημ.
γεν. 29/3/1966, από το γάμο του με την πρώτη ενάγουσα (της υπό στοιχείο Α' αγωγής), που έγινε στις 3/7/2004, είχε αποκτήσει δύο άρρενα τέκνα, τον Α. και τον Ι. Τ., δεύτερο και τρίτο των εναγόντων της ιδίας αγωγής, που γεννήθηκαν στις .../2005 και 8/6/2007 αντίστοιχα και είναι ακόμα ανήλικα. Ο ανωτέρω διέμενε με την άνω οικογένειά του σε ιδιόκτητη οικία (με ποσοστό συγκυριότητας 50% εξ αδιαιρέτου για έκαστο των συζύγων) στο Λογγάκι Τρικάλων, επί της οδού ..., και μέχρι το χρόνο θανάτου του διατηρούσε αδιατάρακτα αρμονικές σχέσεις με τα μέλη της οικογένειάς του, διαπνεόμενες από αμοιβαία αισθήματα αγάπης, σεβασμού και στοργής.
Διατηρούσε, επίσης, άριστες σχέσεις και δεσμούς αγάπης με τη μητέρα του, Ε. Τ. (τέταρτη ενάγουσα), 75 ετών κατά το χρόνο θανάτου του γιου της, την αδελφή του, Α. Τ. (πέμπτη ενάγουσα), 52 ετών κατά το χρόνο θανάτου του αδελφού της και τα πεθερικά του, έκτο και έβδομη των εναγόντων, 61 και 62 ετών κατά το χρόνο θανάτου του γαμπρού τους αντίστοιχα.
Ήταν πτυχιούχος του Τμήματος Νοσηλευτικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ κατά το έτος 1998 είχε ολοκληρώσει επιτυχώς και είχε λάβει δίπλωμα μεταπτυχιακών σπουδών από το ίδιο Τμήμα του ίδιου Πανεπιστημίου, με τίτλο "Πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών-ειδίκευσης οργάνωση και διοίκηση νοσηλευτικών υπηρεσιών"...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο αιφνίδιος και βίαιος θάνατος του Π. Τ. συγκλόνισε τους ενάγοντες συγγενείς του και τους προκάλεσε πολύ έντονα συναισθήματα θλίψης και πόνου. Για την απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω και ιδίως τις συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό υπαιτιότητας των διαδίκων οδηγών, το βαθμό συνυπαιτιότητας του θανόντος, τη σχέση και το βαθμό συγγένειας που συνέδεε κάθε ενάγοντα με τον θανατωθέντα, την ηλικία του θύματος και των εναγόντων, τη θλίψη και τον ψυχικό πόνο που δοκίμασαν από τον θάνατο αυτό και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, η οποία δεν παρεκκλίνει εκείνης του μέσου κοινωνού-πλην αυτής της δεύτερης και της τέταρτης των εναγομένων ασφαλιστικών εταιριών, των οποίων η ευθύνη τυγχάνει εγγυητική, κρίνει ότι καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται να λάβει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το παρακάτω ανάλογο και εύλογο χρηματικό ποσό, ήτοι η σύζυγός του, πρώτη ενάγουσα 50.000 ευρώ, καθένα από τα δύο τέκνα τους, δεύτερος και τρίτος των εναγομένων, από 60.000 ευρώ, η τέταρτη ενάγουσα μητέρα του 30.000 ευρώ, η πέμπτη ενάγουσα αδελφή του 20.000 ευρώ και καθένας από τους έκτο και έβδομη των εναγόντων πεθερικών του το ποσό των 8.000 ευρώ.
Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον, στον καθένα από τους πρώτη, δεύτερο και τρίτο των εναγόντων το ποσό των 50.000 ευρώ (μετ' αφαίρεση του ποσού των 50 ευρώ από την πρώτη, για την παράστασή της, ως πολιτικώς ενάγουσας, στο ποινικό Δικαστήριο) και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 5.000 ευρώ και σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο των ανηλίκων τέκνων της το ποσό των 15.000 ευρώ, έσφαλε μερικώς κατά τον εν μέρει βάσιμο περί τούτου συναφή λόγο των εφέσεων των εναγομένων, απορριπτομένου του σχετικού με το ίδιο κεφάλαιο λόγου έφεσης των τριών πρώτων εναγόντων, με τον οποίο μέμφονται στην εκκαλουμένη που δεν επιδίκασε τα αιτούμενα με την αγωγή ποσά.
Αντίθετα, ορθώς έκρινε όσον αφορά τα ποσά που επιδίκασε στους λοιπούς ενάγοντες, με βάση τα εκτιθέμενα ανωτέρω και πρέπει να απορριφθούν οι εφέσεις των εναγόντων αυτών και των εναγομένων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα...". Με την προαναφερθείσα κρίση του το Εφετείο δεν παραβίασε με τις παραπάνω παραδοχές του ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα εν λόγω ποσά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερούν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, ενώ, το αντίστοιχο προς το κεφάλαιο αυτό αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου, είναι σαφές, πλήρες και χωρίς αντιφάσεις, αφού οι αιτιολογίες του προς τούτο, αναφορικά με το βαθμό συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού του, τη σχέση και το βαθμό συγγένειας που τον συνέδεε με κάθε ενάγοντα, την ηλικία του θανόντος και των εναγόντων, τη θλίψη και τον ψυχικό πόνο που οι τελευταίοι δοκίμασαν από τον θάνατό του και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, πλην των εναγομένων ασφαλιστικών εταιρειών, επαρκούν για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης κατά το άρθρο 932 ΑΚ.
Επομένως, ο δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, κρίνεται αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, ως προς τις δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της (ΑΠ1798/2024, ΑΠ1678/2024, ΑΠ1550/2023) και να καταδικαστούν οι τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των δεύτερης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 § 1 και 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26/1/2023 (αριθμ. καταθ. 5/2023) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 66/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, ως προς την πρώτη (Λ. Κ. του Μ. και της Γ.) και τον τρίτο (Α. Λ. του Α. και της Β.) των αναιρεσίβλητων.
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς την δεύτερη (ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΗΜΙΩΝ", ήδη μετονομασθείσα από 2/1/2018 σε "ERGO ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και από 20/1/2020 σε "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") και την τέταρτη (ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "INTERLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α.") των αναιρεσιβλήτων.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης και της τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την καθεμία.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ