Legislator Case Law & Legislation
1542/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal in labor dispute over employment contract classification and working conditions.

Case Number 1542/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by KTEL Fokidis against a labor court decision regarding the classification of employment contracts. The lower court had dismissed the claim due to procedural defects and insufficient evidence concerning the specific working conditions and employer supervision. The Court found these defects rendered the lower court's characterization of the contracts as independent service agreements legally untenable, necessitating a retrial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495(3) and 614(3) of the Code of Civil Procedure; The Code of Civil Procedure does not exempt labor disputes from the advance fee requirement for appeals, and the Supreme Court must allow an appeal when the lower court's decision is based on procedural errors regarding the characterization of employment relationships.

Keywords

AI generated
labor dispute classification employment contract characterization appeal admissibility advance fee requirement labor law procedure employer supervision independent contractor status

Cited Legislation

AI generated
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 614(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1542 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1542/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Νομού Φωκίδος Α.Ε.", που εδρεύει στην Άμφισσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο, ο oποίος ανακάλεσε την από 8-2-2024 δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Α. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αμαλία Κουτσοκέρα, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-3-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης (με αριθμό κατάθεσης ΕΙΔΜ 17/19), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 11/2023 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 21-7-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 21 Ιουλίου 2023 με αριθ. καταθ. 13/21-7-2023 αίτησης για αναίρεση της, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμ. 11/20-1-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, η αναιρεσείουσα προέβη στην κατάθεση του υπ' αριθ. ...

ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της ως άνω καταβολής και συνεπώς το παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 319/2017).

Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά της αναιρεσίβλητης προσβάλλεται, ως προεκτέθηκε η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθμό 11/20-1-2023 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατόπιν άσκησης από την ενάγουσα της από 7 Ιουλίου 2021 με αριθ.καταθ. 16/8-7-2021 έφεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμό 9/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας.

Η ως άνω απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 4 Μαρτίου 2019 με αριθ. κατάθ. ΕΙΔΜ/17/4-3-2019 αγωγής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας. Με την ως άνω αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άμφισσας, η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι κατάρτισε με την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΦΩΚΙΔΑΣ ΑΕ" τις από 20-3-2012 έως το Μάϊο του έτους 2018 διαδοχικές συμβάσεις πρακτόρευσης (έργου), οι οποίες, στην πραγματικότητα, απαρτίζουν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς αυτή, ως εκδότρια εισιτηρίων στο εκδοτήριο εισιτηρίων που διατηρεί η εναγόμενη στην Ναύπακτο, ασχολούμενη και με τη φορτοεκφόρτωση των αποσκευών των επιβατών και των ασυνόδευτων δεμάτων, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της τελευταίας, απασχολούμενη συνεχώς όλες τις ημέρες της εβδομάδας με συγκεκριμένο πρωινό και απογευματινό ωράριο, όπως στην αγωγή αναφέρεται, υπό τις εντολές και οδηγίες της εναγόμενης.

Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά την νομότυπη μερική τροπή αιτημάτων της αγωγής από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, η ενάγουσα, ζήτησε: α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με την εναγόμενη με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και β) να υποχρεωθεί και να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται η εναγόμενη να της καταβάλει, για το χρονικό διάστημα από 20-3-2012 έως 31-5-2018 για εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες και μη παροχή αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, για εργασία αυτής την έκτη ημέρα της εβδομάδας, για επιδόματα εορτών και αδείας και για αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά συνολικού ύψους 30.539,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, κατά τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την με αριθμό 9/2020 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη κατ'ουσίαν Κατά της ως άνω απόφασης η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 7-7-2021 έφεσή της ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας, με την οποία ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή της.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 4-3-2019 αγωγή της ενάγουσας, δέχθηκε την αγωγή στου σύνολό της ως κατ'ουσίαν βάσιμη κατά την κύρια βάση της, αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνδέεται με την εναγόμενη από 20-3-2012 με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε την εναγόμενη και αναγνώρισε την υποχρέωση αυτής να καταβάλει στην ενάγουσα τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από τη δημοσίευση στις 20 Ιανουαρίου 2023 της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον από την έρευνα του φακέλλου δεν προέκυψε επίδοση αυτής (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές (ΟλΑΠ 3/2021).

Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 953/2020).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης (ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 968/2020, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 1928/2013).

Αντικείμενο της σύμβασης αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές, αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια (ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 1469/2018, ΑΠ 44/2017). Σε κάθε όμως περίπτωση, τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξάρτησης από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχο του (ΑΠ 2052/2022).

Ακόμη, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.

Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια (ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 953/2020).

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 953/2020, ΑΠ 677/2017).

Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του ή μη στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ` αυτόν βεβαιώσεων παροχής μισθωτών υπηρεσιών (ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 1110/2017).

Ούτε η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 522/2022, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 44/2017).

Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή μίσθωσης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 8/2011 και ΟλΑΠ 7/2011).

Περαιτέρω, στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας (ΟλΑΠ 15/2013), που έχουν ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης (ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 1728/2014). Η σχετική μ' αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2 (14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ' εαυτή της ναυτικής πρακτορείας (ΑΠ 159/2018).

Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση, πράκτορας χαρακτηρίζεται και ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας, ο οποίος χωρίς να έχει ιδιαίτερη δέσμευση και εξάρτηση από τον αντισυμβαλλόμενο του εντολέα, αλλά διατηρώντας την ανεξαρτησία του, στο πλαίσιο όμως των γενικών όρων της καταρτισθείσας σύμβασης πρακτόρευσης, αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι αμοιβής, καθοριζομένης είτε σε πάγιο ποσό, είτε σε ποσοστά επί των εισπράξεων, να παρέχει τις υπηρεσίες του σε επιχείρηση εκτέλεσης (χερσαίου) συγκοινωνιακού έργου (όπως είναι τα ΚΤΕΛ), διενεργώντας υλικές πράξεις ή καταρτίζοντας δικαιοπραξίες στο όνομα του εντολέα του με την κράτηση για τους επιβάτες θέσεων στα λεωφορεία, την έκδοση εισιτηρίων και την είσπραξη του κομίστρου και τη διαχείριση της αποθήκης ασυνόδευτων μικροδεμάτων μεταφερομένων με λεωφορεία, έχοντας την ευχέρεια να παράσχει είτε ο ίδιος αυτοπροσώπως τις υπηρεσίες του αυτές, είτε προσλαμβάνοντας τρίτο πρόσωπο, αμειβόμενο από τον ίδιο για την εκτέλεση του ως άνω έργου, στο οποίο κυρίως απέβλεψε ο εντολέας (ΚΤΕΛ), δηλαδή στην πρακτόρευση του εκδοτηρίου εισιτηρίων και της αποθήκης και μάλιστα ακόμη και όταν η παροχή των υπηρεσιών γίνεται σε συγκεκριμένο χώρο του ΚΤΕΛ (συνήθως στο σταθμό άφιξης και αναχώρησης των λεωφορείων) και σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα της ημέρας, αναλόγως της κίνησης (άφιξης και αναχώρησης) των λεωφορείων, καθότι τούτο είναι αναγκαίο για την καλύτερη εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και την ομαλή διενέργεια του συγκοινωνιακού έργου (πρβλ.

ΑΠ 159/2018, ΑΠ 445/2012 επί πράκτορα ναυτιλιακής εταιρείας επιβατικού-οχηματαγωγού πλοίου, ΑΠ 1005/2008, ΣτΕ 146/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 2052/2022, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 53/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 1388/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η εναγομένη εταιρεία [ήδη αναιρεσείουσα] έχει ιδρυθεί, με τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου κατά τις διατάξεις του ν.δ. 102/1973 "περί οργανώσεως των δια λεωφορείων αυτοκινήτων εκτελούμενων δημόσιων επιβατικών συγκοινωνιών" και έχει λάβει την εταιρική μορφή της ανώνυμης εταιρείας, κατά τις διατάξεις του ν.2963/2001, διατηρεί δε το δικαίωμα της αποκλειστικής εκτέλεσης και εκμετάλλευσης του συγκοινωνιακού έργου των αστικών και υπεραστικών επιβατικών γραμμών της αρμοδιότητάς της, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν.2963/2001 και ήδη με το ν. 4199/2013.

Από το Μάρτιο του έτους 2012, στο πλαίσιο της ως άνω δραστηριότητάς της, η εναγομένη κατήρτισε μέσω του νομίμου εκπροσώπου της με την ενάγουσα, Ε. Α. [ήδη αναιρεσίβλητη], τρεις διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες τιτλοφορούνταν ως συμβάσεις πρακτόρευσης. [...]. Στην προκειμένη περίπτωση, καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, οι κάτωθι συμβάσεις με τις οποίες οι συμβαλλόμενοι εργολάβοι, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, ανέλαβαν από κοινού και κατ' ισομοιρία την εξυπηρέτηση των διακινούμενων επιβατών και αποσκευών από την πόλη της Ναυπάκτου και προς όλους τους προορισμούς της εναγομένης "ΚΤΕΛ Νομού Φωκίδος ΑΕ":

α) Η από 20.03.2012 τριετής σύμβαση, με διάρκεια από τις 20.03.2012 έως τις 20.02.2015, με συμβαλλόμενους αφενός την εναγομένη και αφετέρου την ενάγουσα Ε. Α. του Χ., "ως εργολάβους - πράκτορες", δυνάμει της οποίας η εργολάβος υποχρεούται να καλύπτει και να διευθετεί κάθε ανάγκη - υποχρέωση ώστε να λειτουργεί κανονικά και χωρίς κενά το πρακτορείο της ΚΤΕΛ Φωκίδας Α.Ε.

στη Ναύπακτο, β) Η από 01.03.2015 τριετής σύμβαση, με διάρκεια από την 01.03.2015 έως τις 28.02.2018, δυνάμει της οποίας υποχρέωση της εργολάβου ήταν η φωρτοεκφόρτωση των αποσκευών των επιβατών, ο έλεγχος των εισιτηρίων των επιβατών κατά την ώρα επιβίβασης τους στα λεωφορεία καθώς και των ασυνόδευτων δεμάτων καθώς και να καταβάλει κάθε επιμέλεια για την εξυπηρέτηση των πελατών των λεωφορειακών γραμμών της ΚΤΕΛ Ν.

Φωκίδας. Επίσης, ρητά ορίζεται ότι η εναγομένη δικαιούται αζημίως και για οποιοδήποτε λόγο να διαλύσει μονομερώς την σύμβαση πριν τη λήξη της οποτεδήποτε άνευ υποχρεώσεως καταβολής στην ενάγουσα οποιαδήποτε αποζημίωσης και ότι το σύνολο των εισπραχθέντων χρημάτων από την έκδοση εισιτηρίων, φορτωτικών κλπ.

θα κατατίθεται κάθε Δευτέρα εξ ολοκλήρου στην ΚΤΕΛ Φωκίδας Α.Ε. σε Τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης. γ) Τέλος, με την από 23.02.2018 τροποποίηση, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων παράταση του από 01.03.2015 συμφωνητικού έως και τις 31.05.2018. Τελικά, στις 4 Ιουνίου 2018, η ενάγουσα απεχώρησε οικειοθελώς από την εναγομένη, επικαλούμενη προσωπικούς λόγους, καταγγέλοντας την σύμβαση.

Ο "εργολάβος - πράκτορας" δυνάμει των ανωτέρω συμβάσεων, όφειλε να καταθέτει το σύνολο των εισπράξεων σε λογαριασμό της εναγομένης, σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, η οποία και θα τους απέδιδε σε τραπεζικούς λογαριασμούς το εργολαβικό αντάλλαγμα. Ο "εργολάβος", μπορούσε να προσλαμβάνει υπαλλήλους, προς εκτέλεση του "έργου" του, δεν δικαιούνταν δε να αναλαμβάνει συναφές έργο άλλων λεωφορείων ανταγωνιστικών της εναγομένης, δεν μπορούσε να χορηγεί εισιτήρια "ελεύθερης διακίνησης" ή μειωμένης τιμής, χωρίς προηγούμενη έγγραφη ή τηλεφωνική ενημέρωση και εντολή από τη Διοίκηση της εναγομένης.

Στον "εργολάβο" δε χορηγήθηκε υπηρεσιακό κινητό τηλέφωνο, με την υποχρέωση να είναι αυτό σε λειτουργία καθ' όλο το χρονικό διάστημα που θα ήταν ανοιχτό το πρακτορείο για την εύκολη επικοινωνία με τη Διοίκηση και το Γραφείο Κίνησης. Από την υπογραφή της πρώτης εκ των ανωτέρω συμβάσεων και μέχρι τις 31.05.2018 η ενάγουσα απασχολούνταν στο κατάστημα της εναγομένης στην πόλη της Ναυπάκτου και επί της οδού ..., σε οκτάωρες καθημερινές βάρδιες, επτά ημέρες την εβδομάδα και όλες τις αργίες, πλην αυτών των Χριστουγέννων, της πρωτοχρονιάς και της Κυριακής του Πάσχα.

Κατά την εκτελούμενη, αυτοπροσώπως πάντα, απασχόλησή της, η ενάγουσα εξέδιδε τα εισιτήρια του επιβατικού κοινού μέχρις πληρώσεως των θέσεων των λεωφορείων για τις διαδρομές τόσο του στόλου της εναγόμενης και λεωφορείων άλλων ΚΤΕΛ συνεργαζόμενων με την εναγόμενη, όσο και για τις εκδρομές που εκτελεί το γραφείο γενικού τουρισμού της εναγόμενης, εισπράττοντας για όλα το σχετικό αντίτιμο, ενώ εξέδιδε αποδείξεις για τις μεταφορές ασυνόδευτων δεμάτων της αποθήκης της τελευταίας.

Επίσης, κατά το ωράριο της εξυπηρετούσε το επιβατικό κοινό, παρέχοντας πληροφορίες για τα δρομολόγια και κάνοντας κρατήσεις θέσεων, ανακοίνωνε την αναχώρηση των δρομολογίων, παρακολουθούσε την έγκαιρη αναχώρηση των λεωφορείων και είχε συνεχή επικοινωνία με το γραφείο κίνησης για κάθε μεταβολή των δρομολογίων των οχημάτων, ενώ όταν δεν υπήρχε εισπράκτορας, διενεργούσε η ίδια και έλεγχο των εισιτηρίων των επιβατών κατά την επιβίβαση τους στο λεωφορείο και εν γένει ήταν επιφορτισμένη κατά τη διάρκεια της βάρδιας της με την κάλυψη όλων των αναγκών λειτουργίας ενός σταθμού λεωφορείων ΚΤΕΛ.

Η ενάγουσα ήταν δηλαδή εντεταγμένη στη λειτουργία της εκμετάλλευσης του σταθμού της εναγομένης και δεν ενεργούσε αυτόνομα αλλά σε αλληλεξάρτηση με όλο το υπόλοιπο προσωπικό της εναγομένης και δη το προσωπικό κίνησης και το διοικητικό προσωπικό αυτής. Την εργασία της ενάγουσας επόπτευαν ασκώντας έλεγχο επί αυτής ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εναγομένης καθώς και ο σταθμάρχης, ο οποίος ήταν αρμόδιος για την κίνηση στο σταθμό.

Τα προαναφερόμενα πρόσωπα ασκούσαν το διευθυντικό δικαίωμα καθώς και τον πειθαρχικό έλεγχο, ενώ επιπλέον, η ενάγουσα, λόγω ακριβώς του αντικειμένου απασχόλησής της δεν μπορούσε να αναπτύξει πρωτοβουλία κινήσεων, είτε αναφορικά με την προσέλκυση πελατείας - καθόσον δεν είχε τη δυνατότητα να καθορίσει το ύψος του αντιτίμου των εισιτηρίων, χωρίς καμία δυνατότητα παρέμβασης - είτε αναφορικά με το χώρο, όπου παρείχε τις υπηρεσίες της, καθόσον αυτή εκτελούσε την εργασία της εντός των εγκαταστάσεων της εναγομένης, όλη δε η υλικοτεχνική υποδομή που χρησιμοποιούσε αυτή για την εκτέλεση της εργασίας της παρέχονταν από την εναγομένη, χωρίς κανένα αντάλλαγμα.

Η ενάγουσα μπορεί να είχε τη δυνατότητα να απασχολήσει εφόσον το επιθυμούσε άλλο πρόσωπο ως υπάλληλο δίχως να τίθεται περιορισμός από την σύμβαση που είχε υπογράψει, πλην όμως ποτέ δεν απασχολήθηκε τρίτο πρόσωπο από την ενάγουσα, διότι δεν υπήρχε τέτοιο οικονομικό περιθώριο [....], γεγονός που αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη ήξεραν από την αρχή που υπογράφηκαν οι ένδικες συμβάσεις, καθώς ήταν γνωστό το περιθώριο κέρδους των "πρακτόρων" και από άτομα που απασχολήθηκαν στις συγκεκριμένες θέσεις και πριν το έτος 2011.

Επιπροσθέτως, το τελευταίο χρονικό διάστημα η εναγομένη την υποχρέωνε να είναι και συνοδός σχολικών λεωφορείων. Η ενάγουσα, επίσης, ήταν υποχρεωμένη από την εναγομένη ν' αποδίδει σε αυτήν κάθε Δευτέρα όλα τα εισπραττόμενα χρήματα, καθώς και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα εισπράξεως.

Συνεπώς, τα καθήκοντα που εκτελούσε η ενάγουσα είναι εκείνα του εκδότη εισιτηρίων, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 10 κεφ. Α περ. 5 του π.δ. 246/2006. Εξάλλου, το γεγονός, ότι η ενάγουσα ήταν ασφαλισμένη στον ΟΑΕΕ και ήταν επιφορτισμένη η ίδια με την καταβολή των ασφαλιστικών της εισφορών, δεν αποτελεί αυτό καθεαυτό αποφασιστικό κριτήριο για να θεωρηθεί η σύμβαση που συνήψε με την εναγομένη ως σύμβαση πρακτόρευσης [....].

Και τούτο, διότι πρόκειται για στοιχεία τα οποία δεν έχουν σχέση με τους όρους και τις συνθήκες παροχής της εργασίας, οι οποίες και μόνο είναι κρίσιμες [.....]. Άλλωστε, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου, αποτελεί σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, έργο του δικαστηρίου, το οποίο κρίνει σύμφωνα με τα αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά.

Ενόψει των ανωτέρω, σύμφωνα και με όσα διαλαμβάνονται στην ανωτέρω νομική σκέψη της παρούσας, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, απορριπτόμενου του σχετικού αντίθετου ισχυρισμού της εναγομένης, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν....". Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο υπολόγισε τα οφειλόμενα στην ενάγουσα για την εργασία της κατά τις Κυριακές και αργίες, την αποζημίωση για μη παροχή αναπληρωμαιτκής ημέρας ανάπαυσης, την εργασία της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, τα επιδόματα εορτών και αδείας και την αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες του αιτούμενου με την αγωγή χρονικού διαστήματος και επιδίκασε σ' αυτήν τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσά, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με το πρώτο σκέλος του πρώτου από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης και το δεύτερο από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου λόγο αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις, ότι με το να κρίνει ότι οι διαδοχικές συμβάσεις πρακτόρευσης (έργου), που αυτή (αναιρεσείουσα) είχε καταρτίσει με την αναιρεσίβλητη αποτελούσαν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και όχι πρακτορείας-έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως πράγματι ήταν, παραβίασε α) τη διάταξη του άρθρου 90 του Εμπ.Ν.

και του άρθρου 2 του από 2 (14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σε συνδυασμό με το άρθρο 681 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες και β) τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 745/1943 που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ,. τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέες και ότι παραβίασε και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το χαρακτηρισμό της επίδικης σχέσης που συνέδεε αυτή με την αναιρεσίβλητη ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι είναι βάσιμοι. Ειδικότερα κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων από τους διαδίκους, από τις οποίες σημειωτέον η πρώτη και η δεύτερη δεν είναι συνεχόμενες αλλά μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό κενό οκτώ ημερών (20-2-2015 λήξη πρώτης- 1-3-2015 έναρξη δεύτερης), με αντικείμενο την άσκηση πρακτορείας του σταθμού λεωφορείων του ΚΤΕΛ Νομού Φωκίδας στη Ναύπακτο, όσον αφορά την έκδοση εισιτηρίων και κράτηση θέσεων των λεωφορείων του ως άνω ΚΤΕΛ και άλλων συνεργαζόμενων ΚΤΕΛ, αλλά και των εκδρομικών λεωφορείων του γραφείου γενικού τουρισμού της εναγόμενης, την παραλαβή, αποστολή και έκδοση φορτωτικών των ασυνόδευτων δεμάτων, την φορτοεκφόρτωση των αποσκευών των επιβατών, την ενημέρωση και πληροφόρηση της αναχώρησης και άφιξης των λεωφορείων, που εκτελούσαν τα δρομολόγια από την πόλη της Ναυπάκτου και προς όλους τους προορισμούς της εναγόμενης καθώς και η συμβατική δυνατότητα πρόσληψης υπαλλήλου από την ενάγουσα, η απαγόρευση ανταγωνισμού, η καταγγελία της σύμβασης αζημίως, η εκπλήρωση των αναληφθεισών με τις συμβάσεις ως άνω υπηρεσιών, σε τόπο, χρόνο και με τον τρόπο που συμφωνήθηκε, προς εκτέλεση του συμφωνημένου έργου της λειτουργίας του πρακτορείου ΚΤΕΛ Νομού Φωκίδος στη Ναύπακτο, προσιδιάζουν, προεχόντως, σε σύμβαση πρακτόρευσης-έργου και όχι σε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας.

Δεδομένου, ότι η υποχρέωση του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλόμενους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών, σύμφωνα και με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη.

Η παροχή των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης στο σταθμό του ΚΤΕΛ και μάλιστα σε χώρο καθορισμένο από αυτό, ήταν αναγκαία από τα πράγματα, αφού έτσι γινόταν πολύ καλύτερη η εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού.

Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 745/1943 που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, ενώ δεν ήταν εφαρμοστέες και εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις περί πρακτορείας διατάξεις των άρθρων 90 του Εμπ.Ν.

και 2 του από 2 (14).5.1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 681 ΑΚ, που ήταν εφαρμοστέες, υποπίπτοντας στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επιπρόσθετα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις και.

στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι, διέλαβε σ' αυτήν ελλιπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τον χαρακτηρισμό των μεταξύ των διαδίκων συναφθεισών επίδικων συμβάσεων πρακτόρευσης-έργου ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση α) δεν υπάρχουν παραδοχές αναφορικά με τον τρόπο καταβολής και το ύψος των μηναίων αποδοχών της ενάγουσας, ενώ γίνεται δεκτό ότι αυτή δεν είχε οικονομικό περιθώριο πρόσληψης υπαλλήλων, όπως προβλεπόταν στις συμβάσεις, και ότι στα συμβαλλόμενα μέρη ήταν γνωστό το περιθώριο κέρδους των "πρακτόρων", β) γίνεται δεκτό, ότι η ενάγουσα απασχολείτο στο κατάστημα της εναγόμενης στην πόλη της Ναυπάκτου, σε οκτάωρες καθημερινές βάρδιες, επτά ημέρες την εβδομάδα και όλες τις αργίες, πλην αυτών των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και της Κυριακής του Πάσχα, χωρίς να προσδιορίζεται η χρονική οριοθέτηση της παρεχόμενης εργασίας και να διευκρινίζεται αν ο χρόνος εργασίας συνδεόταν με τα δρομολόγια του στόλου των λεωφορείων της εναγόμενης, γ) ενώ γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα ήταν ενταγμένη στο προσωπικό της εναγόμενης και τελούσε σε αλληλεξάρτηση με το λοιπό προσωπικό της, -παρότι ήταν ασφαλισμενη στον ΟΑΕΕ, καταβάλλοντας η ίδια τις ασφαλιστικές της εισφορές- και ότι εποπτευόταν, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας της, από τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης, δεν προσδιορίζεται, εφόσον γίνεται δεκτό, ότι οι διάδικοι συνδέονται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, σε τι συνίστατο η δεσμευτική εξάρτηση υπό την έννοια που προεκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, αναφορικά με την εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων, με παράθεση υλοποίησης συγκεκριμένων εντολών, οδηγιών, υποδείξεων και ελέγχου, από τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης προς τις οποίες συμμορφωνόταν η ενάγουσα, πλην της κατάθεσης των εισπραχθέντων από την έκδοση εισιτηρίων και φορτωτικών χρημάτων σε τακτά διαστήματα σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης, δ) ενώ γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα ελεγχόταν πειθαρχικά, δεν διευκρινίζεται σε τι συνίσταται ο πειθαρχικός της έλεγχος, στον οποίο υπάγεται το τακτικό και έκτακτο προσωπικό των ΚΤΕΛ (άρθρα 1 και 2 του Π.Δ/τος 246/2006 (Α 261) "Γενικός Κανονισμός Προσωπικού των Κ.Τ.Ε.Λ.

Α.Ε. και των ΚΤΕΛ του ν. 2963/2001", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 1 του ν. 2963/2001), εν όψει μάλιστα του ότι δεν υπάρχει παραδοχή ότι με όρο των πιο πάνω συμβάσεων πρακτόρευσης είχε συμφωνηθεί η υποβολή της αναιρεσίβλητης στον πειθαρχικό έλεγχο της αναιρεσείουσας εταιρείας, ε) ενώ γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα δεν μπορούσε να καθορίσει τις τιμές των εισιτήριων ή να παρέχει εκπτώσεις, η έλλειψη δε αυτής της πρωτοβουλίας αποτέλεσε κριτήριο για τη, ύπαρξη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η εν λόγω παραδοχή είναι ασαφής, καθόσον κατά τον επίδικο χρόνο καθορίζονταν με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του Ν. 2963/2001 (Α 268) και όχι από τα κατά τόπους ΚΤΕΛ, και συνακόλουθα και από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ή από τους πράκτορες αυτής, στ) ενώ γίνεται δεκτό ότι η ενάγουσα προσέφερε την εργασία της σε καθορισμένο χώρο και με υλικοτεχνικό εξοπλισμό της εναγόμενης, δεν διευκρινίζεται εάν για τη λειτουργία του πρακτορείου του ΚΤΕΛ στην Ναύπακτο εκ μέρους της ενάγουσας, ήταν αναγκαίο η εργασία της που αφορούσε την εξυπηρέτηση του επιβατικού και όχι μόνο κοινού (έκδοση εισιτηρίων, κράτηση θέσεων, παραλαβή, αποθήκευση, παράδοση δεμάτων, ενημέρωση για αναχώρηση και άφιξη λεωφορείων, έλεγχος εισιτηρίων, φορτοεκφόρτωση αποσκευών), να παρέχεται σε καθορισμένο χώρο, προς καλύτερη εξυπηρέτησή του επιβατικού κοινού, ζ) δεν διευκρινίζεται εάν κατά τις ως άνω συμβάσεις η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη να παρέχει αυτοπροσώπως τις υπηρεσίες της ή είχε την δυνατότητα να παράσχει αυτές μέσω τρίτου προσώπου.

Οι ως άνω ελλείψεις, ανεπάρκειες και ασάφειες των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης που σχετίζονται με τις συνθήκες εργασίας ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής αυτής και τον έλεγχο και εποπτεία του εργοδότη για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του εργαζόμενου προς τις δεσμευτικές εντολές του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας του, που αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τον ορθό χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.

Συνεπώς το Μονομελές Εφετείο υπέπεσε και στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσίαν οι εξεταζόμενοι πρώτος αναιρετικός λόγος κατά το πρώτο του σκέλος και δεύτερος αναιρετικός λόγος με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προεκτεθεισών διατάξεων, η αναιρετική εμβέλεια δε των γενομένων δεκτών ως άνω αναιρετικών λόγων, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των δεύτερου και τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης με τα οποία προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες α) από τον αριθμό 1α του 'άρθρου 559 ΚΠολΔ αναφορικά με την παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και β) από τον αριθμό 1β του ίδιου άρθρου αναφορικά με την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση ως προς το ως άνω αναιρούμενο μέρος του ορθού χαρακτηρισμού των επιδίκων συμβάσεων πρακτόρευσης-έργου, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί στο σύνολό της την με αριθμό 11/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση του υπ' αριθ. ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450), στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ