Supreme Court dismisses insurance company's appeal regarding bank loan insurance coverage and liability allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding a bank loan insurance dispute. The plaintiff, a sole heir, alleged that bank officials induced him to purchase insurance while concealing pre-existing conditions, yet the court found no evidence of fraud or misrepresentation. Consequently, the court ruled that the insurance contract was valid and the insurer was not liable for the death caused by an accident unrelated to the applicant's health status.
Legislator headnote
AI generatedArticles 211, 261, 495, 559 of the Civil Procedure Code; The court must reject an appeal where the appellant fails to demonstrate that the lower court's decision lacks legal basis or contains contradictory reasoning regarding the validity of the insurance contract and the absence of fraudulent conduct by the bank.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1542 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1542/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η εταιρεία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...", λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Παπαχρονόπουλο και Ξενοφώντα Κουτσιμπογεώργο, οι οποίοι ανακάλεσαν τις δύο από 10-1-2022 δηλώσεις τους για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Α., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους του Γεώργιο Χατζηντούνα και Ιωάννη Παπαναστασόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-7-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6484/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4736/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-10-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 261 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Α. Κ. άσκησε κατά: 1) της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ακολούθως νόμιμα ως καθολική διάδοχος η ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", που μετονομάσθηκε πλέον σε "...", και 2) της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", την από 29-7-2013 αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εξέθετε ότι είναι μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Α.
Κ., που αποβίωσε την 9-11-2012, o οποίος εν ζωή είχε συνάψει δύο συμβάσεις δανείου με την Αγροτική Τράπεζα, ύψους 30.000 ευρώ και 80.000 ευρώ αντίστοιχα. Ότι o θανών δανειολήπτης, ύστερα από προτροπές των προστηθέντων υπαλλήλων της άνω τράπεζας, ασφαλίστηκε στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, για την περίπτωση κινδύνου ζωής και μόνιμης ολικής ανικανότητας από ατύχημα ή ασθένεια, σε περίπτωση δε επέλευσης της άνω ασφαλιστικής περίπτωσης η πρώτη εναγομένη θα είχε την υποχρέωση να καταβάλει στη δανείστρια τράπεζα, στην οποία ο άνω δανειολήπτης είχε εκχωρήσει τις απαιτήσεις του από την επίδικη σύμβαση ασφάλισης, το ποσό του άληκτου κεφαλαίου του κάθε δανείου κατά την ημερομηνία του συμβάντος.
Ότι παρά την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου με το θάνατο του άνω ασφαλισμένου, που έλαβε χώρα την 9-11-2012, η πρώτη εναγομένη αρνείται παράνομα και αντισυμβατικά να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη το άληκτο κεφάλαιο των δύο δανειακών συμβάσεων, το οποίο ανερχόταν, κατά τον ανωτέρω χρόνο, σε 10.559,69 ευρώ και σε 69.909,68 ευρώ αντίστοιχα.
Ότι, παρά την αδικαιολόγητη άρνηση της πρώτης εναγομένης να συμμορφωθεί προς την κύρια συμβατική υποχρέωσή της, η δεύτερη εναγομένη αδρανεί να ασκήσει τα δικαιώματά της ως αντισυμβαλλόμενη της πρώτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας και εκδοχέας της απαίτησης του ασφαλίσματος, επιπρόσθετα δε αξιώνει από αυτόν (ενάγοντα) να καταβάλλει τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις των άνω δανείων.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, μετά παραδεκτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί α) ότι η πρώτη εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη το συνολικό ποσό των 80.469,37 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, β) ότι η δεύτερη εναγομένη εισπράττοντας από τον ίδιο μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις των δύο δανείων καθίσταται αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του και γ) ότι αυτή είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει κάθε ποσό που θα έχει εισπράξει για την άνω αιτία μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της ένδικης αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 6484/2017 οριστική απόφασή του απέρριψε την σωρευμένη στο δικόγραφο αγωγή εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά της δεύτερης εναγομένης, ως μη νόμιμη, και δέχθηκε εν μέρει και ως ουσία βάσιμη τη σωρευμένη στο δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη το ποσό των 69.909,68 ευρώ, λόγω εκχώρησης του ασφαλίσματος σ' αυτήν από τον θανόντα δανειολήπτη του καταναλωτικού δανείου ύψους 80.000 ευρώ, σε εξόφληση του άληκτου κεφαλαίου του δανείου, κατά το χρόνο θανάτου του.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η πρώτη εναγομένη την από 14-9-2017 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθ. 4736/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Από τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.
Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.
Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμο αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.
Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.
Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (AΠ 783/2021, ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως, κατά την άποψη που επικράτησε μετά την Ολ.ΑΠ 18/2005 (ομοίως και Ολ.ΑΠ 25/2008), γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση. Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 266/2021, ΑΠ 260/2020, ΑΠ 59/2019).
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 632/2014).
Τέλος, αν η σχετική με τη νομιμοποίηση αιτίαση συνδέεται με τις παραδοχές της αποφάσεως επί της ουσίας, ο αναιρετικός έλεγχος για έλλειψη νομιμοποιήσεως μπορεί να θεμελιωθεί και στο λόγο του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου παραβίαση των σχετικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 665/2008, ΑΠ 477/2007).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 9 παρ. 1 και 27 παρ. 1 του ν. 2496/1997, προκύπτει ότι με την ασφαλιστική σύμβαση, η οποία αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή της (ασφαλιστική περίπτωση), ότι ο λήπτης της ασφάλισης μπορεί να συμβληθεί στην ασφαλιστική σύμβαση με τον ασφαλιστή στο δικό του όνομα αλλά για λογαριασμό άλλου (τρίτου) προσώπου, που κατονομάζεται ή δεν κατονομάζεται στη σύμβαση, το οποίο είναι ο ασφαλισμένος και ότι στην ασφάλιση προσώπων το ασφάλισμα συνίσταται είτε στην καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού εφάπαξ ή σε περιοδικές προσόδους (ασφάλιση ποσού) είτε στην αποκατάσταση της συγκεκριμένης οικονομικής ζημίας που προήλθε εξαιτίας ασθένειας ή ατυχήματος του ασφαλισμένου (ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1392/2019, ΑΠ 162/2017).
Εξάλλου, ομαδική ασφάλιση, για την οποία δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη και ο νόμος δεν δίδει ειδικώς την έννοια του όρου, αλλά μόνον αποσπασματικώς στο άρθρο 29 παρ. 3 του ν. 2496/1997, όπου γίνεται λόγος για την εξαγορά της ομαδικής ασφάλισης, είναι η ασφάλιση με την οποία, με μία ασφαλιστική σύμβαση ιδρύονται περισσότερες ασφαλιστικές σχέσεις, έτσι ώστε να υπάρχουν απέναντι στον ασφαλιστή ένας αντισυμβαλλόμενος και πολλοί ασφαλισμένοι, οι οποίοι υπό τις ίδιες προϋποθέσεις υπόκεινται στους ίδιους κινδύνους.
Η ομαδική ασφάλιση, μπορεί να αφορά το προσωπικό μιας επιχείρησης ή και κάποια άλλη κατηγορία προσώπων και λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού, με την έννοια ότι ο ασφαλιστής υποχρεώνεται να καταβάλει σε περίπτωση πραγματοποιήσεως του ασφαλισμένου κινδύνου ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δικαιούχο του ασφαλίσματος (ΑΠ 912/2021, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 162/2017).
Στην ομαδική ασφάλιση επί της ζωής τρίτου, αλλά και εν γένει στις ασφαλίσεις προσώπων, δικαιούχος του ασφαλίσματος μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, να ορισθεί είτε ο ίδιος ο εκάστοτε ασφαλισμένος, δηλαδή το πρόσωπο που πλήττεται από την πραγματοποίηση του κινδύνου (θάνατος, αναπηρία, ασθένεια), είτε το πρόσωπο που κατονομάζεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο, είτε τέλος ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος - λήπτης της ασφάλισης.
Όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται άλλο πρόσωπο από τον αντισυμβαλλόμενο-λήπτη της ασφάλισης και ειδικότερα ο ίδιος ο ασφαλισμένος ή τρίτο πρόσωπο που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου (αρ. 411 ΑΚ) και ο ασφαλισμένος ή, κατά περίπτωση, ο τρίτος, που αυτός έχει κατονομάσει, με την πραγματοποίηση του ασφαλιστικού κινδύνου αποκτούν το ασφάλισμα εξ ιδίου δικαίου και αποκτούν ευθεία αγωγή κατά του ασφαλιστή (ΑΠ 1201/2020, ΑΠ 1477/2019, ΑΠ 462/2018).
Παράλληλο με εκείνο του ασφαλισμένου ή του τρίτου, αλλά ανεξάρτητο από αυτό, δικαίωμα έχει, στην περίπτωση αυτή, από το άρθρο 410 ΑΚ και ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης, ως δέκτης της υπόσχεσης, να απαιτήσει από τον ασφαλιστή να καταβάλει το ασφάλισμα στον ασφαλισμένο ή στον τρίτο που αυτός έχει κατονομάσει.
Αντίθετα, όταν δικαιούχος του ασφαλίσματος ορίζεται ο ίδιος ο αντισυμβαλλόμενος-λήπτης της ασφάλισης και όχι ο ασφαλισμένος ή το τρίτο πρόσωπο που αυτός κατονομάζει, τότε η σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής ή της υγείας τρίτου προσλαμβάνει, σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 1 του Ν. 2496/1997, τη μορφή της ασφάλισης για ίδιο λογαριασμό και δεν φέρει τα χαρακτηριστικά της (γνήσιας ή έστω μη γνήσιας) σύμβασης υπέρ τρίτου.
Στην περίπτωση αυτή, δικαιούχος του ασφαλίσματος και δέκτης της υπόσχεσης του ασφαλιστή είναι ο αντισυμβαλλόμενος - λήπτης της ασφάλισης και όχι ο ασφαλισμένος, ο οποίος απλώς αποτελεί το πρόσωπο του κινδύνου, χωρίς παράλληλα να έχει καμία από τις πιο πάνω ιδιότητες, ήτοι του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή του δέκτη της υπόσχεσης του ασφαλιστή.
Συνεπώς αυτός δεν αντλεί κανένα δικαίωμα από τη σύμβαση της ομαδικής ασφάλισης ζωής (και εν γένει προσώπου) και γι` αυτό δεν νομιμοποιείται να ασκήσει τις εκ των άρθρων 410 και 411 ΑΚ αγωγές, διότι το δικαίωμα αυτό ανήκει στον αντισυμβαλλόμενο¬ λήπτη της ασφάλισης και μόνος αυτός νομιμοποιείται να το ασκήσει.
Τέτοια σύμβαση ομαδικής ασφάλισης επί της ζωής για ίδιο λογαριασμό, μπορεί να συνάψει μια τράπεζα για να ασφαλίσει την αποπληρωμή των δανείων που χορηγεί στους πελάτες της-δανειολήπτες κατά των κινδύνων θανάτου τους, της ανικανότητάς τους για εργασία και της ασθένειάς τους. Με τη σύμβαση αυτή, όμως, ουσιαστικά ασφαλίζεται παράλληλα και ο ίδιος ο δανειολήπτης από τους κινδύνους αυτούς, οι οποίοι, αν επέλθουν, θα έχουν ως συνέπεια είτε ο ίδιος είτε, σε περίπτωση θανάτου του, οι κληρονόμοι του, να περιέλθουν σε αδυναμία εξόφλησης του δανείου, γι' αυτό δε στη σύμβαση περιλαμβάνεται συνήθως ο όρος ότι ο ίδιος ο ασφαλισμένος δανειολήπτης θα καταβάλει στον ασφαλιστή το συμφωνηθέν ασφάλιστρο.
Από την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο ασφαλιστική σύμβαση συνάγεται ότι, αν επέλθει η συμφωνηθείσα ασφαλιστική περίπτωση, ο ασφαλιστής υποχρεούται να καταβάλει στην τράπεζα (λήπτρια της ασφάλισης) το ασφάλισμα (που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι το ανεξόφλητο ποσό του δανείου), και, συνεπώς, αν η δανείστρια τράπεζα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, είναι, κατ' αρχήν, η μόνη που νομιμοποιείται ενεργητικά να στραφεί κατά του ασφαλιστή και να ζητήσει να της καταβληθεί το ασφάλισμα, αδρανεί και δεν ασκεί την κατά του ασφαλιστή την αξίωσή της αυτή, τότε ο ασφαλισμένος δανειολήπτης ή, όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε με τον θάνατό του, οι κληρονόμοι του, ως έχοντες άμεσο έννομο συμφέρον, μπορούν να ασκήσουν κατά της αδρανούσας να διεκδικήσει το ασφάλισμα λήπτριας της ασφάλισης και δικαιούχου του ασφαλίσματος τράπεζας και κατά του ασφαλιστή όχι μόνο αναγνωριστική αγωγή, κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, με την οποία θα ζητούν, προς άρση της δημιουργούμενης αβεβαιότητας, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του ασφαλιστή να καταβάλει στην τράπεζα το ασφάλισμα, αλλά και πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, ασκώντας κατά του τελευταίου την αξίωση της δανείστριας τράπεζας για την καταβολή του ασφαλίσματος, αφού η αξίωση έχει γεννηθεί και η τράπεζα αδρανεί να την ασκήσει, δεδομένου ότι, μεταξύ των προϋποθέσεων άσκησης της πλαγιαστικής αγωγής, είναι και η ιδιότητα του πλαγιαστικώς ενάγοντος ως δανειστή του δικαιούχου της αξίωσης που ασκείται με την αγωγή (ΑΠ 462/2020, ΑΠ 965/2015) και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ασφαλισμένος δανειολήπτης, εκτός από οφειλέτης της τράπεζας ως υπόχρεος προς απόδοση του ληφθέντος δανείου, είναι και δανειστής αυτής, γιατί από την μεταξύ τους συμβατική σχέση έχει "αξίωση ελευθερώσεως" κατά της τράπεζας, δηλαδή αξίωση να προβεί αυτή στην είσπραξη του ασφαλίσματος, όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, ώστε να ελευθερωθεί ο ίδιος από την υποχρέωσή του να της καταβάλει τις υπολειπόμενες δόσεις του δανείου.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως του αριθμού 14, ισχυρίζεται ότι, δεχόμενο το Εφετείο ότι ο ενάγων, καίτοι μη δικαιούχος του ένδικου ασφαλίσματος, νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει περί αυτού αγωγή, έσφαλε, διότι παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 72 ΚΠολΔ, την οποία (λόγω ψευδούς ερμηνείας) εφάρμοσε αναλογικά, καίτοι δεν έπρεπε, άλλως παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ενεργητικής νομιμοποίησης.
Επίσης, με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως, υπό την επίκληση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως του αριθμού 14, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, με αποτέλεσμα να μην κηρύξει το απαράδεκτο της αγωγής για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος.
Όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή ζήτησε, μεταξύ των άλλων, να αναγνωριστεί ότι η πρώτη εναγομένη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη το συνολικό ποσό των 80.469,37 ευρώ. Αμυνόμενη κατά της αγωγής, η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως του ενάγοντος, επανέφερε δε αυτόν με τον δεύτερο λόγο έφεσης και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικαλούμενη, ειδικότερα, ότι ο θανών δανειολήπτης - ασφαλισμένος δεν ήταν φορέας κάποιου συγκεκριμένου δικαιώματος από την επίδικη σύμβαση ασφάλισης και συνεπώς ούτε και ο ενάγων κληρονόμος του μπορούσε να καταστεί δικαιούχος, δεδομένου ότι δικαιούχος του ασφαλίσματος δεν ήταν o άνω δανειολήπτης αλλά η ίδια η αντισυμβαλλόμενη της πρώτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας δανείστρια τράπεζα, η οποία με βάση τη σύμβαση και την γενόμενη εκχώρηση μπορούσε μόνο αυτή να διεκδικήσει το άνω ασφάλισμα, ενώ και το συμφέρον που επικαλείται ο ενάγων και αφορά την εξόφληση του επίμαχου δανείου δεν είναι άμεσο σε σχέση με την ασφαλιστική σύμβαση ώστε να καθίσταται αγώγιμη η ικανοποίησή του κατ' άρθρο 68 ΚΠολΔ.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και, συνακόλουθα, και το σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής της με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκείμενη περίπτωση, η πρώτη εναγομένη με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του, κατά εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 410 επ.
ΑΚ, 68 ΚΠολΔ και 28 ν. 2496/1997, έκρινε την ένδικη αγωγή παραδεκτή, δεχόμενο την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος και απορρίπτοντας ως αβάσιμη τη σχετική ένσταση της πρώτης εναγομένης, παρά το ότι ο θανών δανειολήπτης -ασφαλισμένος δεν ήταν φορέας κάποιου συγκεκριμένου δικαιώματος από την επίδικη σύμβαση ασφάλισης και συνεπώς ούτε και ο ενάγων κληρονόμος του μπορούσε να καταστεί δικαιούχος, δεδομένου ότι δικαιούχος του ασφαλίσματος δεν ήταν o άνω δανειολήπτης αλλά η ίδια η αντισυμβαλλόμενη της πρώτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας δανείστρια τράπεζα, η οποία με βάση τη σύμβαση και την γενόμενη εκχώρηση μπορούσε μόνο αυτή να διεκδικήσει το άνω ασφάλισμα, ενώ και το συμφέρον που επικαλείται ο ενάγων και αφορά την εξόφληση του επίμαχου δανείου δεν είναι άμεσο σε σχέση με την ασφαλιστική σύμβαση ώστε να καθίσταται αγώγιμη η ικανοποίησή του κατ' άρθρο 68 ΚΠολΔ.
Από την επισκόπηση ωστόσο του κειμένου της αγωγής, όπως αυτό προεκτέθηκε, προκύπτει ότι ο ενάγων παραδεκτά, κατ' άρθρο 72 ΚΠολΔ, σύμφωνα με όσα μνημονεύθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, άσκησε την ένδικη αγωγή, αφού η δανείστρια δεύτερη εναγομένη, στην οποία εκχωρήθηκε η απαίτηση του θανόντος ασφαλισμένου στο ασφάλισμα, αδράνησε να ασκήσει τη σχετική αξίωση και επομένως ο οφειλέτης και στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων ως καθολικός διάδοχος του θανόντος δανειολήπτη είχε δικαίωμα να ασκήσει αντ' αυτής αγωγή, ώστε να διασφαλίσει εμμέσως την απαίτησή της, που τελούσε σε άμεση συνάφεια με την οφειλή του από την ασφαλιζόμενη σύμβαση δανείου...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 68, 70 και 72 του ΚΠολΔ, ούτε παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτο, αφού, με βάση το ως άνω παρατιθέμενο περιεχόμενο της αγωγής, αληθές υποτιθέμενο, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος νομιμοποιείται ενεργητικά και έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής, καθόσον, κατά τα ρητά εκτιθέμενα στην ένδικη πλαγιαστική αγωγή, η δανείστρια τράπεζα αδρανεί και δεν ασκεί την αξίωσή της κατά του ασφαλιστή για την καταβολή του ασφαλίσματος και συνεπώς ο ενάγων, ως κληρονόμος του ασφαλισμένου δανειολήπτη, μπορεί να ασκήσει πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, ενόψει και του ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ασφαλισμένος δανειολήπτης, εκτός από οφειλέτης της τράπεζας ως υπόχρεος απόδοσης του ληφθέντος δανείου, είναι και δανειστής αυτής, γιατί από την μεταξύ τους συμβατική σχέση έχει "αξίωση ελευθερώσεως" κατά της τράπεζας.
Ως κληρονόμος δε του ασφαλισμένου δανειολήπτη, ο ενάγων έχει άμεσο έννομο συμφέρον στην άσκηση της ένδικης αγωγής, αφού η ικανοποίηση της τράπεζας θα έχει ως συνέπεια την απαλλαγή του ιδίου από αντίστοιχη οφειλή του. Επομένως, οι δύο πρώτοι, από τον αρ. 1, άλλως τον αρ. 14, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται από την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Τέλος, η εμπεριεχόμενη στους ίδιους λόγους, σχετική με την ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον του ενάγοντος για την άσκηση της ένδικης αγωγής, αιτίαση της αναιρείουσας, υπό την επίκληση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 68, 70 και 72 ΚΠολΔ, με τον ισχυρισμό ότι οι περί των ζητημάτων αυτών ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ανεπαρκείς, θα εξετασθεί κατωτέρω μαζί με τον τρίτο συναφή λόγο.
Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008).
Συνεπώς, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικώς με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Περαιτέρω, στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 του Ν. 2496/1997 "Ασφαλιστική σύμβαση, τροποποιήσεις της νομοθεσίας για την ιδιωτική ασφάλιση και άλλες διατάξεις", που αναφέρονται στις νόμιμες προσυμβατικές ανακοινώσεις, ορίζονται τα εξής: "Κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Στοιχεία και περιστατικά, για τα οποία ο ασφαλιστής έθεσε σαφείς γραπτές ερωτήσεις, τεκμαίρεται ότι είναι τα μόνα τα οποία επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου. Εάν ο ασφαλιστής συνάψει τη σύμβαση με βάση γραπτές ερωτήσεις, δεν μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός ότι: α) συγκεκριμένες ερωτήσεις έμειναν αναπάντητες, β) δεν ανακοινώθηκαν περιστάσεις που δεν αποτελούσαν αντικείμενα ερώτησης, γ) δόθηκε καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γενική ερώτηση, εκτός αν ο αντισυμβαλλόμενος ενήργησε κατά τον τρόπο αυτό με πρόθεση να εξαπατήσει τον ασφαλιστή".
Εξάλλου, κατά την παρ. 6 του ίδιου άρθρου 3 του ως άνω νόμου "Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος.
Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγονται τα ακόλουθα: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ του ασφαλιστή και του λήπτη της ασφάλισης, ο τελευταίος υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή.
Ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να θέσει στο λήπτη της ασφάλισης συγκεκριμένες γραπτές ερωτήσεις, τις οποίες αυτός οφείλει να απαντήσει. Τα ζητήματα δε που ο ασφαλιστής έθεσε ως αντικείμενο των ερωτήσεών του τεκμαίρεται (νόμιμο τεκμήριο) ότι είναι τα μόνα που επηρεάζουν την από μέρους του εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου.
Δηλαδή αυτά και μόνον θεωρούνται εκ του νόμου ότι είναι στον κύκλο των ζητημάτων και οι επ` αυτών απαντήσεις-πληροφορίες του λήπτη μπορεί να συνιστούν -κατά περίπτωση- αντικειμενικά ουσιώδη στοιχεία για την εκτίμηση του κινδύνου (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 13/2018). Σε περίπτωση παράβασης από το λήπτη της ως άνω υποχρεώσεώς του από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση προκαλώντας τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος.
Τα δικαιώματα αυτά παρέχονται στον ασφαλιστή ανεξαρτήτως αν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της από δόλο μη δήλωσης και της επέλευσης του ασφαλισμένου κινδύνου, δηλαδή δεν έχει σημασία αν η από δόλο μη ανακοίνωση ή καταφανώς ελλιπής απάντηση σε γραπτές ερωτήσεις του ασφαλιστή συνέχονται με τον ασφαλισμένο κίνδυνο, αφού η σύνδεση της ασφαλιστικής περίπτωσης με το συγκεκριμένο ασφαλιστικό βάρος δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή τού ασφαλιστή.
Σε περίπτωση που η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης, πρέπει κατ' αναλογική εφαρμογή των άνω διατάξεων να γίνει δεκτό, ότι ο τελευταίος απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωση του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 1982/2017, ΑΠ 1431/2015).
Βασική όμως προϋπόθεση είναι ότι το αποκρυβέν περιστατικό ή στοιχείο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου από τον ασφαλιστή, ασχέτως του αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε. Επομένως, δεν δίνει στον ασφαλιστή το δικαίωμα καταγγελίας οποιαδήποτε απόκρυψη, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους.
Το ουσιώδες δεν κρίνεται υποκειμενικά κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή, αλλά αντικειμενικά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο στη συνέχεια είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας (ΑΠ 912/2020, ΑΠ 1047/2019, ΑΠ 529/2018, ΑΠ 1759/2017, ΑΠ 627/2016).
Τέλος, κατά το άρθρο 211 του ΑΚ, δήλωση βουλήσεως από κάποιον (αντιπρόσωπο) στο όνομα άλλου (αντιπροσωπευόμενου) μέσα στα όρια της εξουσίας αντιπροσωπεύσεως ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνεται ρητώς στο όνομα του αντιπροσωπευομένου, είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 647/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Μεταξύ του Α. Κ. και της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και αυτή τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση, σύμφωνα με την υπ' αριθ. 46/27-7-2012 απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, ενώ καθολική διάδοχος αυτής κατέστη η δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", στην οποία και μεταβιβάστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της, καταρτίσθηκε στην ...
η υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου - ΑΤΕ SMART, ποσού 80.000 ευρώ. Κατόπιν ενημέρωσης του άνω δανειολήπτη από το διευθυντή του τοπικού καταστήματος της δανείστριας τράπεζας, όπου καταρτίσθηκε η άνω δανειακή σύμβαση, Α. Π., με τον οποίο αυτός διατηρούσε και φιλικές σχέσεις, ο Α. Κ. υπέβαλε την από 17-12-2009 αίτηση συμμετοχής στο υπ' αριθ ...
ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που είχε συνάψει η άνω δανείστρια τράπεζα με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα. Σημειώνεται ότι στην παρούσα δευτεροβάθμια δίκη παρίσταται πλέον η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...", που ενεργεί ως καθολική διάδοχος της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, μετά τη συγχώνευση με απορρόφηση της τελευταίας και της εταιρίας με την επωνυμία "..." από την άνω καθολική διάδοχο εταιρία...
Με την υπ' αριθ. ... πρόσθετη πράξη, η οποία αποτελεί ενιαίο και αναπόσπαστο μέρος του άνω ομαδικού ασφαλιστήριου συμβολαίου, τροποποιήθηκε αυτό από 28-7-2012 ως προς το λήπτη της ασφάλισης και στη θέση της αρχικής αντισυμβαλλομένης ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ υπεισήλθε η ανωτέρω καθολική διάδοχός της (δεύτερη εναγομένη).
Περαιτέρω, προέκυψε ότι με την αίτηση συμμετοχής ο άνω δανειολήπτης υπέβαλε και δήλωση εκχώρησης του ασφαλίσματος στη δανείστρια τράπεζα, η οποία με τον τρόπο αυτό κατέστη συμβατικά δικαιούχος του ασφαλίσματος. Στο έντυπο της αίτησης και στο κεφάλαιο "Α. ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΥΓΕΙΑΣ" υπήρχαν δύο ερωτήσεις από τις οποίες η πρώτη αφορούσε το αν ο αιτών έχει κάποια αναπηρία ή παράλυση και η δεύτερη αφορούσε το αν o αιτών πάσχει από κάποια χρόνια σοβαρή πάθηση (καρδιάς, υπέρταση, αγγείων, λευχαιμία, διαβήτη, πνευμόνων, εγκεφάλου, νευρολογική, συκωτιού, στομάχου ή νεφρών, HIV, AIDS, προβλήματα αρθρώσεων, οφθαλμών και αυτιών) και δίπλα από κάθε ερώτηση υπήρχαν δύο τετράγωνα περιθώρια με τις λέξεις "ΝΑΙ" και "OXI", όπου ο αιτών σημείωνε τη σωστή απάντηση με τικ (ν ή Χ).
O αιτών σημείωσε χειρόγραφα το ύψος του (1,78 μ.) και το βάρος του (80 κιλά) και εντός των άνω τετραγωνιδίων σημείωσε "ν" στο τετραγωνίδιο "OXI" και για τις δύο ανώτερες ερωτήσεις. Αυτός δήλωσε υπεύθυνα ότι δεν παρέλειψε οτιδήποτε σχετικό με την κατάσταση της υγείας του ή της σωματικής ακεραιότητάς του, αποδέχθηκε δε ότι κάθε απόκρυψη στοιχείων ή ψευδής δήλωση ή ελλιπείς απαντήσεις του ερωτηματολογίου υγείας, αποτελούν λόγο εξ αρχής ακύρωσης της ασφάλισης.
Την ίδια ημέρα εκδόθηκε και παραδόθηκε στο δανειολήπτη βεβαίωση συμμετοχής στο προαναφερθέν ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που υπογράφηκε από τον παραπάνω διευθυντή του τοπικού καταστήματος της ATEbank. Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου από οποιαδήποτε αιτία, η εκκαλούσα θα καταβάλλει στην άνω τράπεζα το συμφωνηθέν ασφάλισμα, ήτοι το 100% ή ποσοστό του άληκτου κεφαλαίου του δανείου, που ισχύει στην έναρξη της τρέχουσας δανειακής δόσης κατά την ημερομηνία συμβάντος.
Την 9-11-2012 ο δανειολήπτης αποβίωσε λόγω εμπλοκής του σε τροχαίο δυστύχημα και ο θάνατός του επήλθε συνεπεία κακώσεων κεφαλής, θώρακα, κοιλίας και άκρων, όπως αναφέρεται στην υπ αριθ. .../21-12-2012 ιατροδικαστική έκθεση της Α. Τ., Προϊσταμένης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Πατρών. Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος Α.
Κ., ενεργώντας ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Α. Κ., ενημέρωσε την εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και ζήτησε απ' αυτήν να καταβάλει το ασφάλισμα στη δεύτερη εναγομένη, το οποίο αντιστοιχούσε στο άληκτο, κατά το χρόνο θανάτου του πατέρα του δανειολήπτη-ασφαλισμένου, κεφάλαιο του δανείου του, ύψους 69.909,68 ευρώ.
Η εκκαλούσα παρέλαβε από το τοπικό κατάστημα ... της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ τα δικαιολογητικά για την εξέταση του αιτήματος του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται φωτοαντίγραφα του βιβλιαρίου υγείας και του συνταγολογίου του ασφαλισμένου με εγγραφές τουλάχιστον ένα χρόνο πριν την έναρξη της επίμαχης ασφάλισης.
Τελικά, αυτή με την από 26-3-2013 επιστολή της προς τη δεύτερη εναγομένη δήλωσε ότι απορρίπτει την άνω αίτηση και θεωρεί άκυρη την ασφάλιση, για το λόγο ότι ο θανών ασφαλισμένος απάντησε ανειλικρινώς στα προαναφερθέντα ερωτήματα για την κατάσταση της υγείας του καθότι διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν από τον Ιανουάριο του έτους 2008 εγγραφές στο βιβλιάριο υγείας του και στο ατομικό συνταγολόγιο για α) υπέρταση υπό αγωγή, β) σακχαρώδη διαβήτη υπό αγωγή, γ) θυρεοειδίτιδα υπό αγωγή και δ) υπερτροφία προστάτη, οι οποίες (ασθένειες) αν ήταν σε γνώση της εκκαλούσας, αυτή δεν θα έκανε δεκτή την αίτηση συμμετοχής του δανειολήπτη στην ασφάλιση.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θανών, γεννηθείς την 7-6-1950, έπασχε όντως από το έτος 2008 από τις προαναφερθείσες ασθένειες, τις οποίες ωστόσο αυτός παρακολουθούσε τακτικά με επισκέψεις σε ειδικούς ιατρούς και με τη διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων και αντιμετώπιζε με τη λήψη κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής και διατροφής.
Ειδικότερα, η αρτηριακή πίεση του ασφαλισμένου ήταν καλώς ρυθμισμένη με φαρμακευτικά αγωγή COARPOVEL, ο σακχαρώδης διαβήτης ήταν ήπιος και ρυθμισμένος με κατάλληλη δίαιτα και η υπερτροφία του προστάτη του ήταν καλοήθης και καλώς ρυθμισμένη με φαρμακευτική αγωγή AVODART, όπως αναφέρεται στην από 18-7-2013 ιατρική γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού Χ.
Γ., ειδικού παθολόγου και στην από 26-8-2013 ιατρική γνωμάτευση του θεράποντος ιατρού Ν. Μ., χειρούργου ουρολόγου. Επιπλέον, η πολυοζώδης βρογχοκήλη του ασφαλισμένου ήταν απολύτως ευθυροειδική και δεν απαιτούσε τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής. Τις ανωτέρω ασθένειες άλλωστε ο Α. Κ. δήλωσε προφορικά στον άνω διευθυντή του τοπικού καταστήματος ...
της ATEBank, επιδεικνύοντας παράλληλα σ' αυτόν τόσο το βιβλιάριο υγείας όσο και το συνταγολόγιό του, αντίγραφα των οποίων παρέδωσε στην κατοχή του, ενέργεια στην οποία, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνονται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), δεν θα προέβαινε ο δανειολήπτης αν ήθελε να αποκρύψει τις εν λόγω ασθένειές του.
Άλλωστε, την πεποίθησή του ότι οι ανωτέρω παθήσεις, που ήταν ρυθμισμένες και δεν αποτελούσαν αντικειμενικά κίνδυνο για τη ζωή του, δεν ήταν απαραίτητο να δηλωθούν στην άνω αίτηση, ενίσχυσε και ο ίδιος ως άνω διευθυντής της δεύτερης εναγομένης, που υπέγραψε τη σχετική βεβαίωση ασφάλισης δεχόμενος ως αληθή την αρνητική απάντηση του αιτούντος στη σχετική ερώτηση για την κατάσταση της υγείας του.
Αυτός ενήργησε τόσο για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης όσο και για λογαριασμό της εκκαλούσας, αφού προέβη για λογαριασμό της τελευταίας και με την τηλεφωνική έγκριση των υπευθύνων της στην, ύστερα από τυπικό έλεγχο, αυθημερόν διαπίστωση της ασφαλισιμότητας του αιτούντος δανειολήπτη και στην παροχή σ' αυτόν της σχετικής βεβαίωσης συμμετοχής στην ομαδική ασφάλιση δανειοληπτών, χωρίς η εκκαλούσα να εκφράσει, έστω και μεταγενέστερα αντιρρήσεις για τις ενέργειές του.
Εξάλλου, δεν διαπιστώθηκε από κάποιο σαφές αποδεικτικό στοιχείο ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος (θάνατος του δανειολήπτη - ασφαλισμένου) οφείλεται άμεσα ή έμμεσα σε κάποια από τις προγενέστερες της ασφάλισης ασθένειές του καθώς και σε τυχόν επακόλουθα και επιπλοκές τους, δεδομένου ότι, όπως ήδη μνημονεύθηκε, ο θάνατος του Α.
Κ. προκλήθηκε συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, στην επέλευση του οποίου δεν προέκυψε ιατροδικαστικά ότι συνέβαλε κάποια από τις άνω ασθένειες.
Συνεπώς, τόσο η στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 6 του ν. 2496/1 997 ένσταση της εκκαλούσας για την απαλλαγή της από την υποχρέωση να καταβάλλει το ασφάλισμα στη δεύτερη εναγομένη λόγω παράβασης από δόλο των υποχρεώσεων του θανόντος ασφαλισμένου, που απορρέουν από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Νόμου, όσο και η στηριζόμενη στο άρθρο 19 στοιχ. ε των γενικών όρων της επίδικης σύμβασης ασφάλισης ένσταση της εκκαλούσας περί εξαίρεσης του κινδύνου του θανάτου του ασφαλισμένου, λόγω του ότι αυτός συνδέεται με τις μη δηλωθείσες από τον ίδιο σοβαρές χρόνιες παθήσεις του, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε στα ίδια ως άνω συμπεράσματα και αφού απέρριψε τις ανωτέρω ενστάσεις της πρώτης εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμες, δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη το ποσό των 69.909,68 ευρώ, που αντιστοιχεί στο οφειλόμενο ασφάλισμα, ορθά εκτίμησε τις σχετικές αποδείξεις και επομένως.
τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της κρινόμενης έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα... ". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε ως προς αυτήν την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κάνει δεκτή εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στη δεύτερη εναγομένη το ποσό των 69.909,68 ευρώ, για το ύψος του οποίου δεν προβάλλεται λόγος αναίρεσης.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες τόσο ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για την άσκηση της ένδικης αγωγής, όσο και ως προς την μη ύπαρξη δόλου του ασφαλισμένου και τη γνώση του ασφαλιστή για τις ως άνω παθήσεις του ενάγοντος.
Συνακόλουθα δεν παραβίασε εκ πλαγίου αφενός μεν τις διατάξεις των άρθρων 68, 70 και 72 του ΑΚ, που εφάρμοσε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται (επικουρικά) η αναιρεσείουσα με τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως, αφετέρου δε τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997, που δεν εφάρμοσε, και του άρθρο 211 ΑΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
Ειδικότερα, με το να δεχθεί το Εφετείο α) ότι μεταξύ του Α. Κ. και της Αγροτικής Τράπεζας καταρτίσθηκε η υπ' αριθ. ... σύμβαση καταναλωτικού δανείου, ποσού 80.000 ευρώ, β) ότι ο Α. Κ. υπέβαλε την από 17-12-2009 αίτηση συμμετοχής στο υπ' αριθ ... ομαδικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που είχε συνάψει η δανείστρια τράπεζα με την άνω ασφαλιστική εταιρία, γ) ότι κατά τη σχετική συμφωνία σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου από οποιαδήποτε αιτία, η ασφαλιστική εταιρία θα καταβάλλει στην άνω τράπεζα το συμφωνηθέν ασφάλισμα, ήτοι το 100% ή ποσοστό του άληκτου κεφαλαίου του δανείου, δ) ότι την 9-11-2012 ο δανειολήπτης αποβίωσε λόγω εμπλοκής του σε τροχαίο δυστύχημα, ε) ότι ο ενάγων Α.
Κ., ενεργώντας ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος του πατέρα του Α. Κ., ενημέρωσε την άνω ασφαλιστική εταιρία για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και ζήτησε απ' αυτήν να καταβάλει το ασφάλισμα στη δεύτερη εναγομένη τράπεζα, το οποίο αντιστοιχούσε στο άληκτο κεφάλαιο του δανείου, ύψους 69.909,68 ευρώ, και στ) ότι η αναιρεσείουσα - πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία δήλωσε προς τη δεύτερη εναγομένη Τράπεζα, ότι απορρίπτει την άνω αίτηση και θεωρεί άκυρη την ασφάλιση, για το λόγο ότι ο θανών ασφαλισμένος απάντησε ανειλικρινώς στα τεθέντα ερωτήματα για την κατάσταση της υγείας του, αιτιολογημένα έκρινε κατ' ουσίαν περί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσίβλητου και του εννόμου συμφέροντός του προς άσκηση της ένδικης πλαγιαστικής αγωγής, απορρίπτοντας έμμεσα τον αντίθετο (αρνητικό) ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Ειδικά δε καθόσον αφορά το στοιχείο της αδράνειας της δεύτερης εναγόμενης Τράπεζας, από τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης και δη την παραδοχή του Εφετείου ότι η πρώτη εναγομένη απέστειλε στην δεύτερη εναγομένη την από 26-3-2013 επιστολή της, με την οποία δήλωσε ότι απορρίπτει την άνω αίτηση του ενάγοντος και θεωρεί άκυρη την ασφάλιση, προκύπτει το στοιχείο της αδράνειας της δεύτερης εναγόμενης Τράπεζας, ενόψει και του ότι δεν απαιτείται ιδιαίτερη απόδειξη της αδράνειας αυτής αλλά αρκεί το γεγονός ότι δεν ασκήθηκε εκ μέρους της αγωγή, όπως τούτο προκύπτει από την έλλειψη σχετικής παραδοχής της προσβαλλόμενης περί ασκήσεως αγωγής από την δεύτερη εναγόμενη κατά της πρώτης εναγόμενης.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως, κατά την επικουρικά προβαλλόμενη θεμελίωσή τους στον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την ενεργητική νομιμοποίηση και το έννομο συμφέρον του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου για την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Περαιτέρω, αναφορικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης απαλλαγής της από την υποχρέωση να καταβάλει το ασφάλισμα στη δεύτερη εναγομένη, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 1 και 6 του Ν. 2496/1997, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι δεν θεμελιώνεται λόγος απαλλαγής της αναιρείουσας από την επίδικη ασφαλιστική κάλυψη, λόγω δόλιας απόκρυψης εκ μέρους του ασφαλισμένου, πατέρα του αναιρεσίβλητου, περιστατικών που γνώριζε και ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου.
Ειδικότερα, ναι μεν δέχεται κατ' αρχήν το Εφετείο ότι η αρνητική απάντηση του ασφαλιζόμενου στις τεθείσες από την ασφαλιστική εταιρία ερωτήσεις εάν πάσχει από υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη δεν ήταν ακριβής καθόσον, από το ατομικό βιβλιάριο υγείας του και το συνταγολόγιό του, που προσκομίστηκαν για πρώτη φορά στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία μετά τον θάνατο του ασφαλιζόμενου, διαπιστώθηκε ότι υπήρχαν από τον Ιανουάριο του έτους 2008 εγγραφές στο βιβλιάριο υγείας του και στο ατομικό συνταγολόγιο για υπέρταση υπό αγωγή και σακχαρώδη διαβήτη υπό αγωγή, καθώς και για θυρεοειδίτιδα υπό αγωγή και υπερτροφία προστάτη, για τις οποίες ασθένειες όμως δεν είχαν τεθεί αντίστοιχα ερωτήματα από την ασφαλιστική εταιρία και συνεπώς τεκμαίρεται (νόμιμο τεκμήριο) ότι τα μόνα ζητήματα που επηρεάζουν την από μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας εκτίμηση και αποδοχή του κινδύνου είναι η μη αναφορά των ασθενειών της υπέρτασης και του διαβήτη, πλην όμως στη συνέχεια με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται ότι ο ασφαλιζόμενος Α.
Κ. δεν απέκρυψε εκ δόλου τις άνω ασθένειες και ότι αυτές δεν ήταν αντικειμενικά ουσιώδεις για την εκτίμηση από την ασφαλιστική εταιρία του ασφαλιστικού κινδύνου, ώστε λόγω της μη αναφοράς τους να απαλλάσσεται η τελευταία από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος, με τις επιστηρίζουσες τις κρίσεις αυτές ανέλεγκτες παραδοχές α) ότι ο θανών, γεννηθείς την 7-6-1950, έπασχε όντως από το έτος 2008 από τις ασθένειες που επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα, δηλαδή από υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη, θυρεοειδίτιδα και υπερτροφία προστάτη, τις οποίες ωστόσο αυτός παρακολουθούσε τακτικά με επισκέψεις σε ειδικούς ιατρούς και με τη διενέργεια εργαστηριακών εξετάσεων και αντιμετώπιζε με τη λήψη κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής και διατροφής, β) ότι, ειδικότερα, η αρτηριακή πίεση του ασφαλισμένου ήταν καλώς ρυθμισμένη με φαρμακευτικά αγωγή COARPOVEL, ο σακχαρώδης διαβήτης ήταν ήπιος και ρυθμισμένος με κατάλληλη δίαιτα και η υπερτροφία του προστάτη του ήταν καλοήθης και καλώς ρυθμισμένη με φαρμακευτική αγωγή AVODART, ενώ η πολυοζώδης βρογχοκήλη του ασφαλισμένου ήταν απολύτως ευθυροειδική και δεν απαιτούσε τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής, γ) ότι τις ανωτέρω ασθένειες ο Α.
Κ. δήλωσε προφορικά στον διευθυντή του τοπικού καταστήματος ... της ATEBank, επιδεικνύοντας παράλληλα σ' αυτόν τόσο το βιβλιάριο υγείας όσο και το συνταγολόγιό του, αντίγραφα των οποίων παρέδωσε στην κατοχή του, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν ήθελε να αποκρύψει τις εν λόγω ασθένειές του, δ) ότι την πεποίθησή του ότι οι ανωτέρω παθήσεις, που ήταν ρυθμισμένες και δεν αποτελούσαν αντικειμενικά κίνδυνο για τη ζωή του, δεν ήταν απαραίτητο να δηλωθούν στην άνω αίτηση, ενίσχυσε και ο ίδιος ως άνω διευθυντής της δεύτερης εναγομένης, που υπέγραψε τη σχετική βεβαίωση ασφάλισης δεχόμενος ως αληθή την αρνητική απάντηση του αιτούντος στη σχετική ερώτηση για την κατάσταση της υγείας του, ε) ότι ο τελευταίος ενήργησε τόσο για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης όσο και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης, αφού προέβη για λογαριασμό της τελευταίας και με την τηλεφωνική έγκριση των υπευθύνων της στην, ύστερα από τυπικό έλεγχο, αυθημερόν διαπίστωση της ασφαλισιμότητας του αιτούντος δανειολήπτη και στην παροχή σ' αυτόν της σχετικής βεβαίωσης συμμετοχής στην ομαδική ασφάλιση δανειοληπτών, χωρίς η πρώτη εναγομένη να εκφράσει, έστω και μεταγενέστερα αντιρρήσεις για τις ενέργειές του και στ) ότι ο ασφαλιστικός κίνδυνος (θάνατος του δανειολήπτη - ασφαλισμένου) δεν οφείλεται άμεσα ή έμμεσα σε κάποια από τις προγενέστερες της ασφάλισης ασθένειές του καθώς και σε τυχόν επακόλουθα και επιπλοκές τους, αλλά προκλήθηκε συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος, στην επέλευση του οποίου δεν συνέβαλε κάποια από τις άνω ασθένειες.
Επίσης, ούτε τη διάταξη του άρθρου 211 ΑΚ παραβίασε, αφού από τις αναφερόμενες περιστάσεις σαφώς συνάγεται ότι ο διευθυντής του τοπικού καταστήματος ... της ATEBank, ενεργούσε για λογαριασμό και της πρώτης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα της απόρριψης της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ένστασης απαλλαγής της από την υποχρέωση να καταβάλει το ασφάλισμα στη δεύτερη εναγομένη.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσείουσα, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Οκτωβρίου 2020 αίτηση της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της με αριθ. 4736/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ