Supreme Court dismisses appeal against administrative court decision due to lack of jurisdictional error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a Third Instance Court of Athens decision. The appellant argued the lower court exceeded its jurisdiction by reviewing the substantive conditions of an administrative act, which should be reserved for administrative courts. The court rejected this claim, ruling that the administrative act remained valid until formally annulled by a competent authority. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the costs of the other parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110§2, 498§1, 568, 576 §§ 1-3 of the Code of Civil and Administrative Procedure; Articles 1 and 2 of the Code of Civil Procedure: Administrative organs cannot deem an act invalid before its formal annulment; civil courts may examine the legality of administrative acts incidentally but cannot review substantive conditions or override the administrative court's jurisdiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1542 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1542/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεονίκη Παπαδονικολάου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μανούκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/6/2009 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 24/8/2009 προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 12/5/2010 πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4982/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4632/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/2/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 14/11/2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 4632/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110§2, 498§1, 568 και 576 §§ 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη.
Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρου 226§4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575 εδ. β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ' αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου (ΑΠ 716/2012, ΑΠ 1507/2014).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 4487Δ/12.9.2015 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ότι αυτή που επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 4632/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο Γ.
Κ., ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου 7 τη δικάσιμο της 1.2.2016, κατά την οποία αυτός κλήθηκε να παραστεί (άρθρ. 122 §1, 123, 126§1α, 230§2, 498, 568 §4 ΚΠολΔ).
Κατά την εν λόγω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 21.11.2016 και στη συνέχεια για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 6.3.2017 (υπ' αριθμ. Πιν. 4.4.), κατά την οποία όφειλε να παραστεί ο πρώτος αναιρεσίβλητος, χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής του για τη νέα δικάσιμο.
Όμως, ο τελευταίος δεν παρέστη κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 556 παρ. 1 558 και 566 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντα, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνο εναντίον εκείνων απ' αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειες είναι δυνατή, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον εκείνων των αντιδίκων του αναιρεσείοντος τους οποίους δεν αφορά η αποδιδόμενη μ' αυτήν πλημμέλεια και ως προς τους οποίους, συνακόλουθα δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση και αν ακόμα ευδοκιμήσει ο λόγος αυτός αναίρεσης (ΑΠ 125/2006, ΑΠ 443/2005).
Παράλληλα, από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 68 και 74 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επί απλής ομοδικίας η αίτηση αναίρεσης δεν επιτρέπεται κατ' αρχήν και απευθύνεται κατά του ομοδίκου του αναιρεσείοντος, όπως είναι και ο από αδικοπραξία μαζί με αυτόν εναχθείς, ως ενεχόμενος εις ολοκλήρου, έναντι του οποίου η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εκτός εάν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει διάταξη υπέρ αυτού, που βλάπτει τον αναιρεσείοντα, οπότε υφίσταται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος να εξοβελιστεί η διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, που ωφελεί τον ομόδικό του, βλάπτοντας τον ίδιο, αφού, στην περίπτωση αυτή, παρά την ομοδικία, υπήρξαν αντίθετα μεταξύ των ομοδίκων συμφέροντα και η ικανοποίηση με την προσβαλλόμενη απόφαση του συμφέροντος του ενός, έγινε εις βάρος του συμφέροντος του άλλου (ΑΠ 1226/2006, ΑΠ 1227/2007, ΑΠ 292/2009, ΑΠ 785/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4632/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, συνεκδικάζοντας την από 14.11.2011 έφεση της αναιρεσείουσας με τις από 12.12.2011, 2.5.2012, 1.12.2011 εφέσεις των πρώτου, δεύτερης τρίτης των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, αφού απέρριψε τις από 14.11.2011 και 1.12.2011 εφέσεις, δέχτηκε τις από 12.12.2011 και 2.5.2012 εφέσεις και εξαφάνισε την εκκαλούμενη 4982/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνεκδικάζοντας επί της ουσίας την από 2.6.2009 κύρια αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας και της τρίτης αναιρεσίβλητης, την από 24.8.2009 η προεπίκληση της αναιρεσείουσας με την ενωμένη σε αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και την από 12.5.2010 πρόσθετη παρέμβαση της τελευταίας υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου ενάγοντος, δέχτηκε εν μέρει την κύρια αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση των εναγομένων (τρίτης αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας) να καταβάλλουν στον ενάγοντα πρώτο αναιρεσίβλητο), εις ολόκληρο η κάθε μια, το ποσό των 37.069,56€, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής του, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την περιγραφείσα υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων οργάνων τους σε βάρος του, ενώ απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση και την ενωμένη στην προεπίκληση παρεπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση αναίρεσης όσον αφορά τους πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, έναντι των οποίων νικήθηκε η αναιρεσείουσα, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Αντίθετα, η αίτηση αυτή, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον της τρίτης αναιρεσίβλητης "... Α.Ε.", συνεναγομένης ομόδικης της αναιρεσείουσας στην από 2.6.2009 κύρια αγωγή αποζημίωσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, πρέπει, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), καθόσον οι αποδιδόμενες με τους λόγους αναίρεσης πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αφορούν την αναιρεσίβλητη αυτή, ούτε περιέχεται ως προς την τελευταία στην αίτηση αναίρεσης άλλη αιτίαση, με την οποία να επιδιώκεται και να είναι δυνατή, με βάση και τις επικαλούμενες πλημμέλειες, η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή. Στην περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, εφόσον οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.
Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.
Ο λόγος δε αναίρεσης για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, οι οποίοι περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, καίτοι ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες με την εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ή εφαρμόζει εσφαλμένα τις αρχές αυτές ή παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους. (ΑΠ 891/2009).
Επιπλέον, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, ο λόγος αναίρεσης της απόφασης για την παρά το νόμο λήψη υπόψη πραγμάτων, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται, εκτός από άλλες περιπτώσεις, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, έλαβε υπόψη του γεγονότα, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής. Όταν όμως το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα κατά νόμο χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, με βάση το σύνολο των εκτιθέμενων σ'αυτή πραγματικών περιστατικών, ως παραγωγικών του επίδικου δικαιώματος και προσδίδει στην προσβαλλόμενη με την αγωγή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ώστε να δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολ.Δικ., αλλά υπάγει απλά στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα προταθέντα από τον ενάγοντα (ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 45/2006, ΑΠ 1973/2007). Ως "πράγματα" δε, κατά την ανωτέρω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, του τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση η παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση, ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΑΠ 1008/2010, ΑΠ 1222/2010).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267 2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα, αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε η δεν αποδείχθηκε, Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, στο άρθρο 11 του ν. 2168/1993 "Ρύθμιση θεμάτων που αφορούν όπλα, πυρομαχικά, εκρηκτικές ύλες κ.λπ." (ΦΕΚ Α' 147), το οποίο φέρει τον τίτλο "Μεταφορά όπλων και εκρηκτικών υλών - Χρήση εκρηκτικοί υλών".ορίζεται στην παράγραφο 1, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου 4 του ν. 2334/1995 (ΦΕΚ Α' 184), ότι "Με εξαίρεση την πυρίτιδα κυνηγιού, απαγορεύεται η αγορά, μεταφορά και κατανάλωση εκρηκτικών υλών, χωρίς άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής.
Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία χορήγησης της ανωτέρω άδειας, τα μέτρα ασφαλούς μεταφοράς και φύλαξης των εν λόγω υλών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης" και στις παραγράφους 5 και 6 ότι: "5. Η χρήση των εκρηκτικών υλών σε οποιοδήποτε μέρος, συμπεριλαμβανομένων και των χώρων λατομικών και μεταλλευτικών εργασιών, επιτρέπεται να γίνεται μόνο από άτομα που κατέχουν άδεια γομωτή και πυροδότη, η ύπαρξη της οποίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη χορήγηση της προβλεπόμενης από την παρ. 1 του παρόντος άρθρου άδειας ... 6.
Κατά τη διενέργεια εκσκαφών μέσα σε κατοικημένες περιοχές γενικά και σε περιοχές όπου υπάρχουν οικοδομές, απαγορεύεται η χρήση εκρηκτικών υλών, εκτός εάν πρόκειται για έδαφος, που δεν είναι δυνατό να εκσκαφεί με σύγχρονα τεχνικά μέσα. Αυτό πιστοποιείται με υπεύθυνη δήλωση του επιβλέποντος διπλωματούχου μηχανικού, ο οποίος αναλαμβάνει και την ευθύνη για την ασφαλή χρήση των εκρηκτικών υλών και καθορίζει στη δήλωσή του τα ληπτέα προφυλακτικά μέτρα για το κοινό και για τις γειτονικές οικοδομές.
Στην περίπτωση αυτήν, η άδεια αγοράς, μεταφοράς και κατανάλωσης των ανωτέρω υλών, χορηγείται από την αρμόδια αστυνομική αρχή, μετά προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας υπηρεσίας πολεοδομίας ...".
Παράλληλα, στην παρ. 4 του άρθρου 5 της υπ' αριθμ. 3046/304/1989 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων "Κτιριοδομικός Κανονισμός" (Δ' 59), η οποία έχει κωδικοποιηθεί στο άρθρο 348 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (Κ.Β.Π.Ν.), που έχει κυρωθεί με το από 14.7/27.7.1999 π.δ/γμα (Δ' 580), ορίζονται τα ακόλουθα: "4.1.
Εδαφοτεχνικά στοιχεία ... 4,2.. Εκσκαφές. Κατά τη διενέργεια εκσκαφών μέσα στις πόλεις και γενικά σε περιοχές, όπου υπάρχουν οικοδομές, απαγορεύεται η χρήση εκρηκτικών υλών, εκτός αν δεν μπορούν να διενεργηθούν με άλλο τρόπο. Αυτό τεκμηριώνεται με σχετική έκθεση του επιβλέποντα μηχανικού, στην οποία αναφέρονται και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την ασφάλεια του κοινού και των γειτονικών ακινήτων.
Με βάση την πιο πάνω έκθεση εκδίδεται ειδική άδεια χρήσης εκρηκτικών υλών από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, που κοινοποιείται υποχρεωτικά στην αρμόδια αστυνομική υπηρεσία της περιοχής, όπου βρίσκεται το ακίνητο και σε κάθε περίπτωση περιλαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας 4.3. ...". Περαιτέρω, στο άρθρο 2 της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 11 παρ. 1 του ν. 2168/1993 υπ' αριθμ. 3009/2/23α/31.8.1994 απόφασης του Υπουργού Δημόσιας Τάξεως "Δικαιολογητικά και διαδικασία έκδοσης των προβλεπομένων από τις διατάξεις του ν. 2168/1993 και 456/1976 αδειών" (Β' 696), ορίζονται τα εξής: "I.
Για την έκδοση των κατωτέρω επί μέρους αδειών απαιτούνται, πλέον των αναφερομένων στο άρθρο 1 και τα εξής πρόσθετα κατά περίπτωση δικαιολογητικά: 1. ... 2. ... 12. Άδεια αγοράς, μεταφοράς και κατανάλωσης εκρηκτικών υλών: α. Υπεύθυνη δήλωση ... γ. Έγκριση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, αν η χρήση των εκρηκτικών υλών θα γίνει σε κατοικημένες περιοχές γενικά ή σε περιοχές όπου υπάρχουν οικοδομές....", στο δε άρθρο 3 παρ. 1 εδ.
β στοιχ. 11 της ως άνω κανονιστικής απόφασης ορίζεται ότι οι Διευθύνσεις Ασφαλείας και Αστυνομικές Διευθύνσεις είναι αρμόδιες για τη χορήγηση, μεταξύ άλλων, και της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 11 του ν. 2168/1993 άδειας αγοράς, μεταφοράς και κατανάλωσης εκρηκτικών υλών. Στο άρθρο 5 της ίδιας ως άνω υπουργικής απόφασης ορίζονται τα εξής: "I.
Οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του Ν. 2168/1993 άδειες ισχύουν ως ακολούθως: ... 8. Οι προβλεπόμενες από το άρθρο 11 άδειες μεταφοράς όπλων, πυρομαχικών, ως και άδειες αγοράς, μεταφοράς και κατανάλωσης εκρηκτικών υλών, μέχρι έξι (6) μήνες, δυναμένων να παραταθούν για ένα (1) ακόμη εξάμηνο ... IV. Οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των ως άνω Νόμων και μη ειδικά αναφερόμενες στο παρόν άρθρο άδειες, ισχύουν για τρία έτη οι του ν. 2168/93 και για ένα έτος οι του ν. 456/76".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις προκύπτει ότι, για την καταρχήν χρήση εκρηκτικών υλών για συγκεκριμένο έργο ή δραστηριότητα, όπως είναι οι λατομικές ή μεταλλευτικές εργασίες και η κατασκευή γεφυρών, σηράγγων και άλλων τεχνικών έργων, απαιτείται η προηγούμενη χορήγηση αστυνομικής άδειας αγοράς, μεταφοράς και κατανάλωσης εκρηκτικών υλών, περιορισμένης χρονικής ισχύος, με την οποία εγκρίνεται η αγορά εκρηκτικών υλών για το συγκεκριμένο έργο ή τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, κατόπιν εξέτασης των προσκομιζόμενων από τον ενδιαφερόμενο δικαιολογητικών και λήψης υπόψη της γνώμης συναρμόδιων, ενόψει του χαρακτήρα του έργου και της θέσης όπου πρόκειται να χρησιμοποιηθούν οι εκρηκτικές ύλες, υπηρεσιών, Ειδικότερα, εφόσον οι εκρηκτικές ύλες πρόκειται να χρησιμοποιηθούν κοντά σε κατοικημένες περιοχές γενικά ή και σε μεμονωμένες οικοδομές, πριν την χορήγηση της ως άνω αστυνομικής άδειας, απαιτείται η έκδοση ειδικής άδειας από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, κατόπιν υποβολής υπεύθυνης δήλωσης από τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου, με την οποία πιστοποιείται ότι πρόκειται για έδαφος που δεν είναι δυνατό να εκσκαφεί με σύγχρονα τεχνικά μέσα και, συγχρόνως, αναλαμβάνεται η ευθύνη από τον ίδιο για την ασφαλή χρήση των εκρηκτικών υλών.
Η ειδική δε αυτή άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας πρέπει να περιέχει, κατά ρητή νομοθετική πρόβλεψη, πρόσθετους όρους, οι οποίοι πρέπει να εφαρμόζονται από το δικαιούχο της άδειας για την ασφαλή χρήση των εκρηκτικών υλών και την προστασία του κοινού και των γειτονικών και όμορων οικοδομών από την εν λόγω χρήση (ΣΤΕ 2400/2009).
Τέλος, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να. καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση), κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 εδ. α' του ίδιου νόμου, η ασφάλιση αστικής ευθύνης περιλαμβάνει τις δαπάνες, που προέρχονται άμεσα από την απόκρουση και ικανοποίηση αξιώσεων τρίτων κατά του λήπτη της ασφάλισης, που γεννήθηκαν από πράξεις ή παραλήψεις του, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί ασφαλιστική κάλυψη, ενώ κατά τη διάταξη του εδ. β' αυτού, που αφορά μόνο τις καλούμενες δαπάνες απόκρουσης των απαιτήσεων (ΑΠ 9211/2009), δεν παρέχεται κάλυψη, αν οι πράξεις ή οι παραλείψεις προκλήθηκαν από δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου.
Ακολούθως, με την παρ. 5 του άρθρου 7 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης να καταβάλει ασφάλισμα, αν η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης οφείλεται στη μεν ασφάλιση ζημιών σε δόλο ή σε βαριά αμέλεια, στη δε ασφάλιση προσώπων μόνο σε δόλο του λήπτη της ασφάλισης ή του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος ή των λοιπών αναφερόμενων στην παράγραφο αυτή προσώπων, ενώ στην παρ. 6 εδ(α) του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι με την ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να διευρυνθούν οι περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος ενεργούν στην ασφάλιση για κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.
Ειδικότερα, η δυνατότητα διεύρυνσης, με την ασφαλιστική σύμβαση, των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, αν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την "κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων", πρέπει να νοηθεί στο ρυθμιστικό πλαίσιο της διάταξης του άρθρ. 33§1 του ως άνω νόμου, κατά την οποία κάθε δικαιοπραξία που περιορίζει τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος είναι άκυρη, εκτός αν ορίζεται κάτι άλλο στον ίδιο νόμο ή αν πρόκειται για ασφάλιση μεταφοράς πραγμάτων, πίστωσης ή εγγύησης, καθώς και θαλάσσια ή αεροπορική ασφάλιση ζημιών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το σύνολο των διατάξεων του ν. 2496/1997 αποτελούν ρυθμίσεις "ημιαναγκαστικού" κατ' αρχήν δικαίου, με την έννοια ότι, αν δεν ορίζεται κάτι άλλο ειδικά στο νόμο αυτό, δεν μπορούν να περιοριστούν με την ασφαλιστική σύμβαση τα δικαιώματα των καλυπτόμενων προσώπων; παρά μόνο να διευρυνθούν.
Εκδηλώνεται έτσι, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, η προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη προς το ασθενέστερο στη σύμβαση ασφάλισης μέρος, που είναι κατά κανόνα το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον ασφαλιστή για λόγους μη επαγγελματικούς, αφού στην ιδιωτική ασφάλιση, η οποία αποτελεί καταναλωτικό αγαθό ευρείας χρήσης, είναι εμφανής στην περίπτωση αυτή η ανάγκη τέτοιας προστατευτικής παρέμβασης υπέρ του ασφαλισμένου, ενόψει του ότι ελλείπει τότε η διαπραγματευτική ισοδυναμία των μερών, με κίνδυνο η παρεχόμενη ασφαλιστική κάλυψη να φαλκιδευτεί στην περίπτωση αυτή μέσω της ασκούμενης υπό άνισους όρους συμβατικής ελευθερίας (ΟλΑΠ 14/2013).
Αντίθετα, στις περιπτώσεις της ασφαλιστικής κάλυψης επαγγελματικών κινδύνων, δηλαδή κινδύνων από την επαγγελματική δραστηριότητα του ασφαλισμένου ή του λήπτη της ασφάλισης, δεν είναι αναγκαία εξ ορισμού η ως άνω προστατευτική παρέμβαση του νομοθέτη και μπορούν, κατά περίπτωση, να διαμορφωθούν ελεύθερα οι όροι των ασφαλιστικών συμβάσεων, όταν μεταξύ των μερών μπορεί να λειτουργήσει η ιδιωτική αυτονομία με όρους διαπραγματευτικής ισοδυναμίας.
Ο νομοθέτης, δηλαδή, δεν έχει επιτρέψει την ελεύθερη διαμόρφωση των όρων της ασφαλιστικής σύμβασης σε κάθε περίπτωση ασφάλισης επαγγελματικών κινδύνων, αλλά μόνο σε όσες περιπτώσεις είτε ειδικά αναφέρονται στη διάταξη του άρθρ.
33 παρ. 1 του ν. 2496/1997 είτε γίνεται με τη διάταξη αυτή παραπομπή σε άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, υπό την έννοια ότι ναι μεν δεν κατονομάζονται ρητά στην εν λόγω διάταξη, καλύπτονται όμως από την περιεχόμενη σ' αυτή γενική επιφύλαξη, ότι τα δικαιώματα του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου ή του δικαιούχου του ασφαλίσματος δεν επιτρέπεται να περιοριστούν συμβατικά, εκτός αν κάτι άλλο ειδικά ορίζεται στο ν. 2496/1997. Τέτοια ειδική ρύθμιση είναι και αυτή του άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997 η οποία έχει ευρεία διατύπωση, είναι ενταγμένη στο πρώτο τμήμα του νόμου αυτού (2496/1997), που περιέχει γενικές διατάξεις για τις ασφαλιστικές συμβάσεις και μπορεί έτσι να γίνει ασφαλώς δεκτό ότι η προβλεπόμενη με τη ρύθμιση αυτή δυνατότητα διεύρυνσης με την ασφαλιστική σύμβαση των περιπτώσεων απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν ο ασφαλισμένος ή ο λήπτης της ασφάλισης ενεργούν για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων, αφορά ποικίλες κατ' αρχήν απαλλακτικές ρήτρες για όλα τα είδη των ασφαλιστικά καλυπτόμενων ζημιών.
Κατά συνέπεια, ως απαλλακτική ρήτρα, μπορεί να συμφωνηθεί έγκυρα στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων και η απόκλιση από το βαθμό της υπαιτιότητας στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, έτσι ώστε με συμφωνία των μερών ο ασφαλιστής να απαλλάσσεται από την καταβολή του ασφαλίσματος, όχι μόνο όταν η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε από δόλο ή βαριά αμέλεια των αναφερόμενων στην παράγραφο 5 του άρθρου 7 του ν. 2496/1997 προσώπων, αλλά και όταν προκλήθηκε από ελαφριά αμέλειά τους.
Επομένως, η παραπάνω απαλλακτική ρήτρα, η οποία αποτελεί ευχέρεια παρεχόμενη από το άρθρ. 7§6 του ν. 2496/1997, δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρ. 33§1 του νόμου αυτού. Η ίδια εξ άλλου ρήτρα δεν παραβλέπει εξ ορισμού τα εύλογα συμφέροντα του ασφαλισμένου, ώστε να αντιτίθεται αφ' εαυτής στη ρύθμιση του άρθρ. 2§8 ίδιου νόμου, κατά την οποία όλοι οι όροι του ασφαλιστηρίου πρέπει να λαμβάνουν υπόψη εύλογα συμφέροντα του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου, ούτε υπερβαίνει τέλος το εύρος της διάταξης του άρθρ. 13§3 του αυτού ασφαλιστικού νόμου, κατά την οποία στην ασφάλιση ζημιών μπορεί με το ασφαλιστήριο να συμφωνηθεί η διεύρυνση των εξαιρέσεων κάλυψης, εφόσον υπαγορεύεται από δικαιολογημένες τεχνικές ανάγκες του ασφαλιστή, αφού και χωρίς την προϋπόθεση αυτή ισχύει στις ασφαλίσεις επαγγελματικών κινδύνων η δυνατότητα απαλλαγής του ασφαλιστή κατά το άρθρ. 7§6 του παραπάνω νόμου. (Ολ. ΑΠ 18/2015, 19/2015).
Ενόψει των εκτεθέντων, προκειμένου περί ασφάλισης αστικής ευθύνης, κατά την προαναφερθείσα έννοια του άρθρου 25 ν. 2496/1997, η οποία αποτελεί είδος της ασφάλισης ζημιών, η ασφάλιση καλύπτει την ευθύνη του ασφαλισμένου έναντι των αξιώσεων οποιουδήποτε τρίτου στα όρια του ασφαλιστικού κινδύνου (ΑΠ 883/2015). Σε περίπτωση, που ο λήπτης της ασφάλισης και ασφαλισμένος ενεργεί τη σύμβαση για επαγγελματικούς λόγους, επιτρέπεται ο συμβατικός περιορισμός των δικαιωμάτων του (άρθρ. 33 παρ. 1 ν. 2496/1997).
Συνεπώς, είναι επιτρεπτό στο ασφαλιστήριο να περιοριστεί η κάλυψη μόνο σε περιπτώσεις ευθύνης από ελαφρά αμέλεια ή μόνο σε αντικειμενική ευθύνη, χωρίς πταίσμα ή να συμφωνηθεί αντίστοιχα απαλλαγή του ασφαλιστή, ακόμη και αν η πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια του ασφαλισμένου. Μία τέτοια συμβατική ρήτρα περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή είναι η συμφωνία των μερών ότι "ο ασφαλισμένος υποχρεούται, επί ποινή εκπτώσεως παντός δικαιώματός του, να λαμβάνει τις απαιτούμενες προφυλάξεις για την πρόληψη των ατυχημάτων και να τηρεί απαρεγκλίτως τους νόμους και κανονισμούς τους σχετικούς προς την ασφάλεια του κοινού".
Η υποχρέωση δε αυτή αποτελεί συμβατική υποχρέωση, η τήρηση της οποίας ενεργοποιεί την ευθύνη του ασφαλιστή και η παράβαση της επιτρέπει την απαλλαγή του τελευταίου (ασφαλιστή) από την ασφαλιστική κάλυψη.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Κ.. με την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από 2-6- 2009 αγωγή του κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης και της ήδη αναιρεσείουσας, ανέφερε, για τη θεμελίωση των ασκούμενων με αυτή δικαιωμάτων του, όπως δέχτηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι είναι κύριος της περιγραφόμενης σε αυτή οικίας και ότι η δεύτερη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία είχε αναλάβει ως ανάδοχος την εκτέλεση του περιγραφόμενου σε αυτή έργου για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης "...
Α.Ε.", χρησιμοποίησε παράνομα, με εντολή των υπευθύνων οργάνων της τελευταίας, επικίνδυνες εκρηκτικές ύλες σε όλο το μήκος εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου πλησίον της οικίας του, χωρίς να λάβει τα απαιτούμενα προς τούτο προστατευτικά μέτρα, παρά τις σχετικές συστάσεις και παρακλήσεις του, με αποτέλεσμα, έως τις αρχές του έτους 2007, να προκληθούν από αμέλειά τους σοβαρές φθορές και βλάβες στην κατοικία του, όπιος διαπιστώθηκε κατά τη σχετική αυτοψία της αρμόδιας Πολεοδομίας, σύμφωνα με το υπ' αριθμ.
πρωτ. 7190/1706/2007 έγγραφό της και ειδικότερα α) έντονα ίχνη υγρασίας, τα οποία εκδηλώνονται με αποκόλληση των επιχρισμάτων οροφής, καθώς και αποκόλληση φέροντος περιμετρικού τοίχου από το δάπεδο του ισογείου και β) οριζόντια ρωγμή σε περιμετρικό τοίχο στο ύψος της στέγης του σενάζ του φέροντος τοίχου από τσιμεντόλιθους, καθώς και διαγώνιος ρωγμή μικρού εύρους σε άλλο περιμετρικό τοίχο του ανωτέρω κτίσματος.
Ότι, κατόπιν παρεμβάσεως της Πολεοδομίας, η δεύτερη εναγομένη αναιρεσείουσα συμφώνησε να σταματήσει τη χρήση των εκρηκτικών και μάλιστα στο πλαίσιο ενός φιλικού διακανονισμού συμφώνησαν να του καταβάλει, για την αποκατάσταση των ζημιών που είχε υποστεί η οικία του, το ποσό των 20.000 ευρώ, από το οποίο στις 28-10-2007 έλαβε από τον Π.
Τ., που ενεργούσε για λογαριασμό της τελευταίας (δεύτερης εναγομένης - αναιρεσείουσας), το ποσό των 3.000 ευρώ, με την υπόσχεση ότι μέσα στις επόμενες ημέρες θα του κατέβαλαν και το υπόλοιπο ποσό, πλην όμως μέχρι την άσκηση της αγωγής του δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε άλλη καταβολή, ενώ στις όποιες ενέργειες του είτε μέσω Αστυνομίας είτε προσωπικώς, συναντούσε τον εμπαιγμό και την κακοπιστία των αντιδίκων του.
Υποστηρίζοντας περαιτέρω ο ενάγων ότι οι εναγόμενες είναι αλληλέγγυα και εις ολόκληρον υπόχρεες να αποκαταστήσουν κάθε βλάβη και ζημία που υπέστη από τη δική τους αμελή συμπεριφορά, αφού προέβησαν στην παράνομη χρήση εκρηκτικών, χωρίς να λάβουν τα απαιτούμενα προς τούτο μέτρα, με αποτέλεσμα η οικία του να έχει καταστεί μη κατοικήσιμη και επικίνδυνη για τη σωματική ακεραιότητα τη δική του και της συζύγου του, ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμία, το συνολικό ποσό των 165.209,95 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο υπό την επίδοση της αγωγής.
Η δεύτερη εναγομένη, ήδη αναιρεσείουσα, με την από 24-8-2009 προσεπίκληση και την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημίωσης, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...", ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που ..., ασφαλιστική σύμβαση καλύπτουσα την αστική ευθύνη της έναντι τρίτων για υλικές ζημίες που προκαλούνται συνεπεία ατυχήματος στον τόπο εργασιών ή στον αμέσως γειτνιάζοντα τόπο κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, προσεπικάλεσε την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, ώστε να παρέμβει υπέρ αυτής και ζήτησε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της παρεμπίπτουσας αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωστικό, να αναγνωρισθεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία υποχρεούται να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσόν αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει, σε περίπτωση ήττας της, στον ενάγοντα της κυρίας αγωγής, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο της καταβολής του.
Η καθ ης η προσεπίκληση ασφαλιστική εταιρεία, με την από 12-5-2010 πρόσθετη παρέμβασή της παρενέβη υπέρ της προσεπικαλούσας - δεύτερης εναγομένης και ζήτησε την απόρριψη της από 2-6-2009 αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 4982/2011 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την κύρια αγωγή, την προσεπίκληση με την ενωμένη σε αυτήν παρεμπίπτουσα αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και την παρεμπίπτουσα αγωγή, κατόπιν δε ασκήσεως αντίθετων εφέσεων από τους διαδίκους, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, διαβεβαιώνοντας ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα), που νομίμως με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχτηκε ως προς την ουσία τη:
υπόθεσης, μεταξύ άλλων και τα εξής: "Με την υπ' αριθμ. 224/11-8-2004 σύμβαση που καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ των εναγομένων, η πρώτη από αυτές ανέθεσε στην δεύτερη την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή Χωματουργικών και Τεχνικών Έργων για τη Γραμμή Σύνδεσης του ... με το Σιδηροδρομικό Δίκτυο" τμήμα από χ.θ. 6+0.000 έως τη χ.θ. 15+850 (στόμιο εισόδου cut & cover NATO), εξαιρουμένου του τμήματος από χ.θ. 10+100 έως χ.θ. 11+100 (παραλλαγή χάραξης στην περιοχή της κατολίσθησης", με εργολαβικό αντάλλαγμα 29.689.118,41 ευρώ χωρίς ΦΠΑ.
Όπως ρητά αναφέρεται στην προαναφερόμενη σύμβαση, το έργο θα εκτελεσθεί σύμφωνα με το νόμο 1418/1984 "περί δημοσίων έργων και συναφών θεμάτων". Σύμφωνα με τον όρο 10.7.1 της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων, "για τις εκσκαφές βράχου στα διάφορα τμήματα της παρούσας εργολαβίας, εκεί όπου η εκσκαφή με μηχανικά μέσα αποβαίνει δυσχερής, είναι δυνατόν να γίνει χρήση εκρηκτικών...Η χρήση των εκρηκτικών, όπου επιτραπεί, θα γίνεται κάτω από τις προϋποθέσεις και περιορισμούς που αναφέρονται παρακάτω: (1) Σε περίπτωση γειτνίασης του μετώπου εργασίας με κάθε φύσης δομήματα (κτίσματα, πυλώνες κλπ) η χρήση εκρηκτικών είναι ανεπιθύμητη, αλλά μπορεί να επιτραπεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (όπως π.χ.
Κανονισμός Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών ΦΕΚ 931 Β/84). (2) Η χρήση εκρηκτικών θα γίνεται από πολύ έμπειρα άτομα, ύστερα από χορήγηση σχετικής άδειας από τις αρμόδιες Αρχές και θα τηρούνται οι απαιτήσεις της παραγρ. 15.3.3 του Παραρτήματος Α της Ε ΣΎ... (3) Για γειτνίαση του μετώπου εργασίας προς κτίρια και λοιπές κατασκευές θα πρέπει να ρυθμίζεται το πρόγραμμα και η διαδικασία ανατινάξεων κατά τέτοιο τρόπο ώστε η "κορυφαία τιμή της εδαφικής ταχύτητας (Peak Particle Velocity PPV) στην επιφάνεια του εδάφους να μην υπερβαίνει:
τα 20 mm/sec (για γαιώδη εδάφη) ή τα 35 mm/sec (για βραχώδη εδάφη)"... Ο ενάγων είναι κύριος ενός οικοπέδου επιφανείας 175 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., εντός του οποίου κατασκεύασε κατά το έτος 1979 αυθαίρετη ισόγεια κατοικία εμβαδού 55,28 τ.μ., αποτελούμενη από δύο υπνοδωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και διάδρομο με λουτρό, με υπόγειο αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 79,90 τ.μ., την οποία νομιμοποίησε σύμφωνα με το ν. 1337/1983.
Η κατοικία αυτή έχει κατασκευασθεί με φέρουσα τοιχοποιία από τσιμεντόλιθους πάχους 20 cm και πλάκα οροφής από οπλισμένο σκυρόδεμα, χωρίς υποστυλώματα. Κατά το τέλος του έτους 2006-αρχές του έτους 2007 και κατά την εκτέλεση του έργου, διενεργήθηκαν εκσκαφές με τη χρήση εκρηκτικών υλών (αμμωνίτη, καψυλίων NONEL, εκρηκτικών γαλακτωμάτων) σε περιοχή με οικοδομές και συγκεκριμένα σε απόσταση 100 μ.
περίπου από την κατοικία του ενάγοντος, με συνέπεια την πρόκληση ταλαντώσεων στο έδαφος, εξ αιτίας των οποίων η κατοικία του ενάγοντος υπέστη ζημίες και ειδικότερα, αποκόλληση του φέροντος περιμετρικού τοίχου από το δάπεδο του ισογείου, οριζόντια ρωγμή σε περιμετρικό τοίχο στο ύψος της στέγης του σενάζ του φέροντος τοίχου από τσιμεντόλιθους, καθώς και διαγώνια ρωγμή μικρού εύρους σε άλλο περιμετρικό τοίχο του παραπάνω κτίσματος.
Η οικοδομή κρίθηκε επικίνδυνη από δομική άποψη με την υπ' αριθμ. πρωτ. 7190/1706/07/27-6-2007 έκθεση αυτοψίας της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής. Οι ζημίες αυτές προκλήθηκαν από τη χρήση των εκρηκτικών υλών κατά την εκτέλεση του επίμαχου έργου, καθώς εμφανίσθηκαν κατά το χρόνο που έγιναν εκσκαφές στην περιοχή με τη χρήση εκρηκτικών υλών και δεν οφείλονται σε σεισμό ή άλλο φαινόμενο που εκδηλώθηκε σε προγενέστερο χρόνο.
Εξάλλου, το γεγονός ότι κατά τον ισχυρό σεισμό που έπληξε το νομό Αττικής στις 7-9-1999, η κατοικία του ενάγοντος επέδειξε αντοχή και κατά το μετασεισμικό έλεγχο που διενεργήθηκε από την αρμόδια υπηρεσία της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δυτικής Αττικής κρίθηκε κατάλληλη προς χρήση, αφού σημάνθηκε με πράσινη ένδειξη (βλ.
ιδίως το προσκομιζόμενο με επίκληση από τον ενάγοντα δελτίο πρώτης ταχείας αυτοψίας της πολιτικού μηχανικού Μ. Μ.), καταδεικνύει ότι επρόκειτο περί στέρεου κτίσματος, χωρίς προβλήματα στατικής και δομικής επάρκειας, ανεξαρτήτως της αυθαίρετης κατασκευής του και των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι η εκσκαφή του εδάφους με χρήση εκρηκτικών υλών ήταν αναγκαία για την εκτέλεση του έργου και ότι δεν ήταν δυνατή η εκσκαφή με διατρητικά μέσα, εφόσον δεν υπάρχει η .απαιτούμενη από το άρθρο 11 § 6 του ν. 2168/1993 υπεύθυνη δήλωση του επιβλέποντος το έργο πολιτικού μηχανικού της πρώτης εναγομένης-κυρίας του έργου προς την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, με την οποία να πιστοποιείται ότι πρόκειται για έδαφος που δεν είναι δυνατό να εκσκαφεί με σύγχρονα τεχνικά μέσα και, συγχρόνως, να αναλαμβάνεται από τον ίδιο η ευθύνη για την ασφαλή χρήση των εκρηκτικών υλών και να καθορίζονται τα μέτρα προφύλαξης που έπρεπε να ληφθούν για τις γειτονικές οικοδομές, συμπεριλαμβανομένης της οικίας του ενάγοντος.
Η έλλειψη της υπεύθυνης αυτής δήλωσης, αλλά και της λήψης των αναγκαίων μέτρων προστασίας των γειτονικών οικοδομών, δεν υποκαθίσταται από τις άδειες της Αστυνομικής Αρχής για την αγορά, μεταφορά και κατανάλωση εκρηκτικών υλών, οι οποίες πράγματι χορηγήθηκαν στη δεύτερη εναγομένη, εφόσον σ' αυτές δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε σχετικές υπεύθυνες δηλώσεις του επιβλέποντος μηχανικού ή σε άδειες της Πολεοδομίας, προς την οποία να υποβλήθηκαν προηγουμένως οι δηλώσεις αυτές.
Έτσι, η εκτέλεση του έργου έγινε με τη χρήση εκρηκτικών υλών, χωρίς να αποδεικνύεται ότι ήταν αδύνατη η εκσκαφή με τη χρήση σύγχρονων τεχνικών (διατρητικών) μέσων και χωρίς να έχει ληφθεί οποιοδήποτε προστατευτικό μέτρο για τις γειτονικές οικοδομές, κατά παράβαση της προαναφερθείσας διάταξης του ν. 2168/1993.
Το γεγονός ότι κατά την εκσκαφή με τη χρήση εκρηκτικών υλών χρησιμοποιήθηκε δονησιογράφος και από τις προσκομιζόμενες καταγραφές προκύπτει ότι η μέγιστη ταχύτητα ταλάντωσης των σημείων του εδάφους δεν υπερέβη τα 20 mm/sec, ήταν δηλαδή εντός των ορίων της Ειδικής Συγγραφής Υποχρεώσεων και του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών δεν αναιρεί τα παραπάνω, καθόσον η χρήση δονησιογράφου και η συμμόρφωση προς τον άνω Κανονισμό δεν συνιστά και συμμόρφωση προς την εκ του άρθρου 11 § 6 του ν. 2168/1993 υποχρέωση.
Με βάση τα παραπάνω, αμφότερες οι εναγόμενες ευθύνονται εις ολόκληρον...... προς αποζημίωση του ενάγοντος για τις προαναφερόμενες βλάβες που υπέστη η κατοικία του και οφείλονται στην υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων τους, οι οποίοι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, αν και διενεργούνταν εκσκαφές σε περιοχή όπου υπήρχαν οικοδομές, χωρίς προηγουμένως να πιστοποιείται υπεύθυνα ότι επρόκειτο για έδαφος που δεν μπορούσε να εκσκαφεί με σύγχρονα τεχνικά μέσα και χωρίς να ληφθούν τα απαιτούμενα μέτρα προφύλαξης για τις γειτονικές οικοδομές, προχώρησαν στην εκσκαφή του εδάφους με τη χρήση εκρηκτικών υλών, με αποτέλεσμα, από τις ταλαντώσεις του εδάφους, να προκληθούν οι προαναφερθείσες βλάβες στην κατοικία του ενάγοντος.
Ειδικότερα δε, υπόχρεος για την πιστοποίηση του ανέφικτου της εκσκαφής του εδάφους με σύγχρονα τεχνικά μέσα και για τη λήψη των απαιτούμενων μέτρων προστασίας των γειτονικών οικοδομών κατά τη χρήση των εκρηκτικών υλών, ήταν ο ορισθείς από την πρώτη εναγομένη, κυρία του έργου, επιβλέπων αυτό μηχανικός, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν 1418/1984, ενώ και η δεύτερη εναγομένη είχε αυτοτελή υποχρέωση λήψης των παραπάνω μέτρων προστασίας, διότι, ανεξαρτήτως αν υπήρχε επιβλέπων μηχανικός της πρώτης εναγομένης, αυτή, ως ανάδοχος του έργου, είχε αυτοτελή υποχρέωση δια του επί τόπου του εκτελούμενου έργου τεχνικού προσωπικού της, να λάβει τα ως άνω προστατευτικά μέτρα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 § 4 του προαναφερθέντος Π.Δ. 609/1985, πλην όμως, δε το έπραξε.
Η δεύτερη εναγομένη εξάλλου, αναγνωρίζοντας εν τοις πράγμασι την ευθύνη της, στις 28-10-2007 κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 3.000 ευρώ, για το οποίο ο ενάγων χορήγησε την από 28-10-2007 απόδειξη είσπραξης, με σκοπό το φιλικό διακανονισμό της αποζημίωσης, που τελικά δεν επιτεύχθηκε. Επομένως η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, αν και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από αυτήν της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), έκρινε ομοίως και δέχθηκε ότι οι εναγόμενες ευθύνονται εις ολόκληρον η καθεμία σε αποζημίωση του ενάγοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων ως αβασίμων των πρώτου και έκτου λόγων (κατά το σκέλος που αφορά στην προς αποζημίωση ευθύνη της δεύτερης εναγομένης) της από 14-11-2011 έφεσης, του πρώτου λόγου της από 1-12-2011 έφεσης και των τρίτου, πέμπτου και έκτου λόγων της από 2-5-2012 έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι για την επισκευή της κατοικίας του ενάγοντος απαιτείται η εκτέλεση των παρακάτω οικοδομικών εργασιών: αποκατάσταση των ρωγμών, επιχρίσματα τριφτά, προετοιμασία επιχρισμένων επιφανειών για βάψιμο, χρωματισμοί σπατουλαριστοί σε δύο στρώσεις και απομάκρυνση των προϊόντων καθαίρεσης.
Για την εκτέλεση των εργασιών αυτών απαιτείται η δαπάνη των παρακάτω ποσών: α) για την επισκευή των ρωγμών (85 m Χ 150 €) 12.750 ευρώ, β) για επιχρίσματα τριφτά- τριβιδιστα με τσιμεντοκονίαμα (64 m2 Χ 15 €) 960 ευρώ, γ) για προετοιμασία επιχρισμένων επιφανειών για χρωματισμούς (453 m2 Χ 2,50 €) 1.132,50 ευρώ, δ) για χρωματισμούς σπατουλαριστούς επί επιφανειών επιχρισμάτων με πλαστικά χρώματα και εσωτερικών επιφανειών με χρήση πλαστικών χρωμάτων βάσεων (453 m2X18€) 8.154 ευρώ, ε) για τη φορτοεκφόρτωση προϊόντων καθαρισμού περιβάλλοντος χώρου (προϊόντων καθαίρεσης) (16m3 Χ 30 €) 480 ευρώ και στ) αποκλειστικά για τη μεταφορά των προϊόντων καθαρισμού περιβάλλοντος χώρου με αυτοκίνητο (160m3/km Χ 160 Χ 2,80 €) 448 ευρώ.
Τα παραπάνω αποδεικνύονται ιδίως από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον ενάγοντα από 7-2-2008 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Γ. Μ. και τον από Ιουνίου 2009 προϋπολογισμό μελέτης του ιδίου πολιτικού μηχανικού, η οποία επισυνάπτεται και στην αγωγή και περιγράφει πληρέστερα τις εργασίες επισκευής που απαιτούνται, προκειμένου να επιτευχθεί η αποκατάσταση της οικίας του ενάγοντος από άποψη δομικής επάρκειας μετά την αποκόλληση του φέροντος περιμετρικού τοίχου από το δάπεδο του ισογείου και την οριζόντια ρωγμή σε περιμετρικό τοίχο στο ύψος της στέγης του σενάζ, βλάβες οι οποίες για πρώτη φορά διαπιστώθηκαν κατά την αυτοψία που διενεργήθηκε από την Πολεοδομία στις 27-6-2007 και δεν είχαν διαπιστωθεί στις 22-1-2007 ή στις 28-2-2007, οπότε συντάχθηκαν οι προγενέστερες τεχνικές εκθέσεις του ως άνω πολιτικού μηχανικού Γ.
Μ. κατ' εντολή του ενάγοντος, εν όψει συμβιβασμού του με την δεύτερη εναγομένη, ο οποίος τελικά δεν ευοδώθηκε, στις οποίες (τεχνικές εκθέσεις) γίνεται αναφορά σε απλές τριχοειδείς ρωγμές και όχι στις εκτεταμένες βλάβες που πράγματι υπέστη η κατοικία του ενάγοντος. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι για την αποκατάσταση των ζημιών της κατοικίας που προήλθαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των προστηθέντων των εναγομένων, είναι αναγκαίες οι λοιπές εργασίες που αναφέρονται στην αγωγή........Επομένως ο ενάγων δικαιούται για τις δαπάνες επισκευής της οικίας του το ποσό των 23.924 ευρώ, πλέον του ποσού των 4.545,56 ευρώ που αντιστοιχεί στον αναλογούντα ΦΠΑ (19%) με τον οποίο θα επιβαρυνθεί κατά την έκδοση των αντίστοιχων τιμολογίων, δηλαδή το συνολικό ποσό των 28.469,56 ευρώ.
Επίσης είναι γνωστό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), ότι κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εκτεταμένων αυτών επισκευών της κατοικίας, είναι αδύνατη η εντός αυτής διαμονή του ενάγοντος και της συζύγου του και απαιτείται η μεταστέγασή τους επί χρονικό διάστημα δύο μηνών, το οποίο απαιτείται για την ολοκλήρωση των παραπάνω εργασιών και όχι έξι μηνών, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων.
Επειδή ο ενάγων δεν διαθέτει άλλη κατοικία ούτε μπορεί να μισθώσει κατοικία για τόσο περιορισμένο χρονικό διάστημα, είναι αναγκασμένος να μισθώσει δίκλινο δωμάτιο σε ξενοδοχείο και να δαπανήσει για το σκοπό αυτό το ποσό των 60 ευρώ ημερησίως, δηλαδή το συνολικό ποσό των (60 € Χ 60 ημέρες) 3.600 ευρώ, απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του επιπλέον ποσού των 7.200 ευρώ, που ζητείται ως αποζημίωση για την ως άνω αιτία.......
Επομένως, το σύνολο της περιουσιακής ζημίας του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 32.069,56 ευρώ, από το οποίο ήδη εισέπραξε 3.000 ευρώ και απομένει υπόλοιπο 29.069,56 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται η αποζημίωση που δικαιούται.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η αποζημίωση που δικαιούται ο ενάγων ανέρχεται στο ποσό των 6.802,03, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένων δεκτών ως βασίμων των πρώτου και δεύτερου λόγων της από 12-12-2011 έφεσης του ενάγοντος, με τους οποίους υποστηρίζεται ότι το ποσό της αποζημίωσης έπρεπε να είναι μεγαλύτερο και απορριπτομένων ως αβασίμων, των τρίτου, τέταρτου και έκτου λόγων (κατά το σκέλος που αφορά στο κονδύλιο της αποζημίωσης) της από 14-11-2011 έφεσης της δεύτερης εναγομένης, με τους οποίους πλήττεται η εκκαλουμένη για τις συγκεκριμένες εργασίες επισκευής που δέχθηκε ότι πρέπει να εκτελεσθούν και για το ύψος του κονδυλίου της αποζημίωσης και του έβδομου λόγου της από 2-5-2012 έφεσης, κατά το σκέλος του με το οποίο η προσθέτως παρεμβαίνουσα-παρεμπιπτόντως εναγομένη πλήττει την εκκαλουμένη ως προς το ύψος του κονδυλίου της αποζημίωσης.......
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι εξ αιτίας της προπεριγραφόμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων των εναγομένων και των εντεύθεν φθορών της κατοικίας του, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης. Λαμβάνοντας δε υπόψη το είδος και την έκταση της βλάβης του ενάγοντος, την ψυχική ταλαιπωρία του, το βαθμό του πταίσματος των προστηθέντων των εναγομένων (αμέλεια) και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων της κύριας αγωγής, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ανέρχεται στο ποσό των 8.000 ευρώ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης του ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης ανέρχεται στο ποσό των 5.000 ευρώ εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένου δεκτού ως βασίμου του τρίτου λόγου της από 12-12-2011 έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο πλήττεται η διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης που αφορά στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, με τον ισχυρισμό ότι έπρεπε να επιδικασθεί μεγαλύτερο ποσό......
Με τον πρώτο λόγο της από 2-5-2012 έφεσης η εκκαλούσα- παρεμπιπτόντως εναγομένη επαναφέρει την απορριφθείσα πρωτοδίκως ένσταση της περί απαλλαγής της από την ευθύνη προς καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, επικαλούμενη σχετικό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο οποίος προβλέπει την απαλλαγή της στην περίπτωση που n παρεμπιπτόντως ενάγουσα-ασφαλισμένη δεν έλαβε τις απαιτούμενες προφυλάξεις και δεν τήρησε τους νόμους σχετικά με την ασφάλεια του κοινού.
Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι τον κίνδυνο για την προς τρίτους αστική ευθύνη των εναγομένων (κυρίας του έργου και αναδόχου) από την εκτέλεση του έργου κατά τον επίδικο χρόνο κάλυπτε η παρεμπιπτόντως εναγομένη-εκκαλούσα της από 2-5-2012 έφεσης, δυνάμει του υπ' αριθμ. 81/925426/45 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, στο οποίο αναφέρονται ως Ασφαλιζόμενος και Λήπτης της Ασφάλισης η δεύτερη εναγομένη-παρεμπιπτόντως ενάγουσα (ανάδοχος του έργου) και ως Συνασφαλιζόμενος και Κύριος του έργου η πρώτη εναγομένη.
Στο Τμήμα II του παραπάνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου περιέχονται οι εξής κρίσιμοι για την ένδικη περίπτωση όροι: 1.5.1.1: "Η Εταιρία θα αποζημιώνει τον Λήπτη της Ασφάλισης ή τον Ασφαλισμένο μέχρι των εις τον Πίνακα καθοριζομένων ορίων δι οιοδήποτε ποσό για το οποίο μπορεί να καταστεί αυτός υπεύθυνος κατά νόμο να καταβάλει ως αποζημίωση συνεπεία...β) απώλειας ή ζημίας περιουσίας ανηκούσης εις τρίτους εξ ατυχήματος, που επέρχονται σε άμεση σχέση με την ανέγερση ή κατασκευή των υπό του Τμήματος I ασφαλισμένων αντικειμένων και λαμβάνουν χώρα στον τόπο εργασιών ή τον αμέσως γειτνιάζοντα κατά τη διάρκεια μόνον της κατασκευής/ανεγέρσεως και σε καμία περίπτωση της συντηρήσεως...". 1.5.1.4: "Ο ασφαλισμένος υποχρεούται, επί ποινή εκπτώσεως παντός δικαιώματός του βάσει του παρόντος τμήματος, να λαμβάνει τις απαιτούμενες προφυλάξεις για την πρόληψη των ατυχημάτων και να τηρεί απαρεγκλίτως τους νόμους και κανονισμούς τους σχετικούς προς την ασφάλειαν του κοινού".
Ο τελευταίος αυτός όρος αποτελεί ασφαλιστικό βάρος που η παράβασή του έχει ως συνέπεια την έκπτωση του λήπτη της ασφάλισης/ασφαλισμένου από το δικαίωμά του να αποζημιωθεί από την ασφαλιστική εταιρεία και είναι έγκυρος, καθόσον επιτρεπτώς, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 33 και 7 § 6 του ν. 2496/1997, διευρύνει τις περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, αφού, στην προκειμένη σύμβαση ασφάλισης, ο λήπτης της ασφάλισης (δεύτερη εναγομένη- παρεμπιπτόντως ενάγουσα) ενεργεί στην ασφάλιση για την κάλυψη επαγγελματικών κινδύνων.
Εξάλλου, εφόσον η λήψη των απαιτούμενων προφυλάξεων για την πρόληψη των ατυχημάτων και η απαρέγκλιτη τήρηση των νόμων και κανονισμών σχετικά με την ασφάλεια του κοινού, συνιστούσε αυτοτελώς νομική υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης-παρεμπιπτόντως ενάγουσας, ανεξάρτητη από την ασφαλιστική σύμβαση, ο προαναφερόμενος όρος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ανεξαρτήτως του ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι επιβλήθηκε μονομερώς από την εκκαλούσα-παρεμπιπτόντως εναγομένη, χωρίς να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης των συμβαλλομένων, σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι διευρύνει υπέρμετρα τις περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή και ότι συνεπώς δημιουργεί δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της αντένστασης περί ακυρότητας, λόγω καταχρηστικότητας του προαναφερόμενου όρου (αρθρ. 2 § 6 και 7 ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ), που η δεύτερη εναγομένη-παρεμπιπτόντως ενάγουσα προέβαλε πρωτοδίκως και παραδεκτώς επαναφέρει με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης.
Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, αφού αποδείχθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ότι η επελθούσα στον ενάγοντα της κύριας αγωγής ζημία οφείλεται στο ότι η λήπτρια της ασφάλισης/ασφαλισμένη (δεύτερη εναγομένη της κύριας αγωγής-παρεμπιπτόντως ενάγουσα), δεν έλαβε κατά την εκτέλεση του έργου τις απαιτούμενες προφυλάξεις για την πρόληψη, των ατυχημάτων και παρέβη την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 11 § 6 του v. 2168/1993, που αποβλέπει στην ασφάλεια του κοινού κατά την εκσκαφή εδάφους με τη χρήση εκρηκτικών υλών, συντρέχει λόγος απαλλαγής της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας από την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, σύμφωνα με τον όρο 1.5.1.4 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και απόρριψης της παρεμπίπτουσας αγωγής ως ουσία αβάσιμης, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης της παρεμπιπτόντως εναγομένης.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την προαναφερόμενη ένσταση της παρεμπιπτόντως εναγομένης και δέχθηκε εν μέρει την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσία βάσιμη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, γενομένου δεκτού ως βασίμου του πρώτου λόγου της από 2-5-2012 έφεσης, όπως και της έφεσης αυτής στο σύνολο της.......
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο έβδομος και τελευταίος λόγος της από 14-11-2011 έφεσης της δεύτερης εναγομένης-παρεμπιπτόντως ενάγουσας, με τον οποίο αυτή ισχυρίζεται ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή για μεγαλύτερο ποσό. Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν κατ' ουσία η από 1-12-2011 έφεση της πρώτης εναγομένης και η από 14-11-2011 έφεση της δεύτερης εναγομένης- παρεμπιπτόντως ενάγουσας, να γίνουν δεκτές κατ' ουσία η από 12-12-2011 έφεση του ενάγοντος και η από 2-5-2012 έφεση της προσθέτως παρεμβαίνουσας-παρεμπιπτόντως εναγομένης και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση.
Στη συνέχεια πρέπει, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και δικασθούν η κύρια αγωγή, η πρόσθετη παρέμβαση και η παρεμπίπτουσα αγωγή κατ' ουσία, να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη η κύρια αγωγή και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον η καθεμία, το συνολικό ποσό των (29.069,56 + 8.000) 37.069,56 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και να απορριφθούν η πρόσθετη παρέμβαση και η ενωμένη στην προσεπίκληση παρεμπίπτουσα αγωγή".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 2168/1993, αφού μόνη η χορήγηση της άδειας αγοράς, μεταφοράς και κατανάλωσης εκρηκτικών υλών από την αρμόδια Αστυνομική Αρχή, δεν υποκαθιστά την απαιτουμένη από το νόμο Ειδική άδεια και έγκριση της αρμόδιας Υπηρεσίας Πολεοδομίας, κατόπιν της σχετικής προς τούτο υπεύθυνης δήλωσης του επιβλέποντος το έργο διπλωματούχου μηχανικού, ο οποίος αναλαμβάνει και την ευθύνη για την ασφαλή χρήση των εκρηκτικών υλών και καθορίζει στη δήλωσή του τα ληπτέα προφυλακτικά μέτρα για το κοινό και για τις γειτονικές οικοδομές, αλλά ούτε εκείνες των άρθρων 2 παρ. 8, 7 παρ. 5 και 6, 25 , 33 του ν. 2496/1997, 173, 200 και 281 του ΑΚ, όσον αφορά την προβληθείσα ένσταση απαλλαγής της δεύτερης αναιρεσίβλητης παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, που δέχτηκε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αμέσως προηγούμενη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα, αναφορικά με την αποδιδόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη, πλημμέλεια από του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ο λόγος στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση διότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό στην ασφαλιστική σύμβαση, ώστε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιπραξιών.
Παράλληλα, με τις ως' άνω παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του α) ότι οι εμφανιζόμενες στην κατοικία του ενάγοντος φθορές και βλάβες προκλήθηκαν από τη χρήση των εκρηκτικών υλών, κατά την εκτέλεση του επίμαχου έργου, για το οποίο δεν αποδεικνύεται η αδυναμία εκσκαφής με σύγχρονα διατρητικά μέσα και η λήψη οποιουδήποτε προστατευτικού μέτρου για τις γειτονικές οικοδομές, κατά παράβαση του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 2168/1993, οφείλονται δε στην υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων των εναγομένων, οι οποίοι, από έλλειψη της προσοχής που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, αν και διενεργούσαν εκσκαφές σε περιοχή που υπήρχαν οικοδομές, προχώρησαν στην εκσκαφή του εδάφους με τη χρήση εκρηκτικών υλών, χωρίς προηγουμένως να πιστοποιείται υπεύθυνα ότι επρόκειτο για έδαφος που δεν μπορούσε να εκσκαφεί με σύγχρονα τεχνικά μέσα και χωρίς να ληφθούν τα απαιτούμενα μέτρα προφύλαξης για τις γειτονικές οικοδομές, με αποτέλεσμα από τις ταλαντώσεις του εδάφους να προκληθούν οι προαναφερθείσες βλάβες στην κατοικία του ενάγοντος, όσον αφορά την κύρια αγωγή και β) ότι, συνακόλουθα τούτων, συντρέχει λόγος απαλλαγής της παρεμπιπτόντως εναγομένης (δεύτερης αναιρεσίβλητης), ασφαλιστικής εταιρείας από την καταβολή της ασφαλιστικής αποζημίωσης, σύμφωνα με το άρθρο 1.5.1.4 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά το οποίο "Ο ασφαλισμένος υποχρεούται επί ποινή εκπτώσεως παντός δικαιώματός του βάσει του παρόντος τμήματος, να λαμβάνει τις απαιτούμενες προφυλάξεις για την πρόληψη των ατυχημάτων και να τηρεί απαρεγκλίτως τους νόμους και κανονισμούς τους σχετικούς προς την ασφάλεια του κοινού".
Επομένως, οι τρίτος και τέταρτος, κατά τα οικεία σκέλη τους, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης, ενόψει του περιεχομένου της κύριας αγωγής και των Εφέσεων των διαδίκων, των διατάξεων του άρθρου 11 ν. 2168/1993, σε συνδυασμό με εκείνες του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, από τις οποίες απαγορεύεται η χρήση εκρηκτικών υλών, κατά τη διενέργεια εκσκαφών μέσα σε κατοικημένες περιοχές γενικά ή σε περιοχές, που υπάρχουν οικοδομές, εκτός εάν συντρέχουν οι οριζόμενες σε αυτές προϋποθέσεις, που προαναφέρθηκαν και των ως άνω παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής και των Εφέσεων των διαδίκων, δεν έλαβε υπόψη του, παρά το νόμο, γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως προς το νόμω βάσιμο αυτής, χωρίς να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος από το άρθρ 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα αβασίμως προβάλλεται. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας επέβαλε το βάρος της απόδειξης στον αναιρεσείοντα, μολονότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ αυτό έφερε ο αντίδικος του, με συνέπεια να απορριφθεί ο σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη ή ανεπάρκεια αποδείξεων.
Ο αναιρετικός έλεγχος εστιάζεται, μετά τον περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, ήτοι εκείνου που προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, με την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο I 4 παρ. 1 ν. 29 1 5/200 1) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που επωμίζεται την ευθύνη της αμφιβολίας του δικαστηρίου ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων και το οποίο καθορίζεται από το εφαρμοστέο ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 1355/2012, ΑΠ 1728/2009, ΑΠ 1652/2009).
Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο α) ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της αποδείξεως, β) ποια η παράβαση στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο το θέμα αποδείξεως που επέβαλε το δικαστήριο (ΑΠ 286/20 13).
Στη συγκεκριμένη υπόθεση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υποστηρίζοντας ότι εφήρμοσε λανθασμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, καθόσον, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις (άρθρα 335 και 33 8 ΚΠολΔ), ο πρώτος αναιρεσίβλητος ενάγων, αν και όφειλε να αποδείξει αφενός ότι δεν ήταν αναγκαία η εκσκαφή του εδάφους με τη χρήση εκρηκτικών υλών και (εξαντιδιαστολής) ότι ήταν δυνατή η εκσκαφή του εδάφους με τη χρήση σύγχρονων τεχνικών (διατρητικών) μέσων, αφετέρου ότι απαιτείτο και ( παρά ταύτα) δεν υπήρχε η υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 11 παρ. 6 ν. 2168/1993, ήτοι, σύμφωνα με την ισχύουσα (κατά τον ΚΠολΔ) κατανομή του βάρους αποδείξεως, όφειλε να αποδείξει (με τη συλλογή και προσκομιδή των αναγκαίων αποδεικτικών μέσων), ότι συνέτρεχαν στην επίδικη υπόθεση τα περιστατικά που εμπίπτουν στο πραγματικό του άρθρου 11 παρ. 6 ν. 2168/1993, που αποτελούν δηλαδή τις προϋποθέσεις εφαρμογής του, κάτι τέτοιο ουδόλως συνέβη, όπως ευθέως συνάγεται από τις σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης, τις προτάσεις και τα σχετικά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, ενώ η ίδια, ως αρνούμενη συνολικά την ιστορική βάση της αγωγής, δεν έφερε το βάρος αποδείξεως της αρνήσεώς της (απλής ή αιτιολογημένης), όπως από πλημμελέστατη εφαρμογή των οικείων δικονομικών κανόνων και κατά πλήρη αναστροφή του βάρους αποδείξεως, υπέλαβε η αναιρεσιβαλλόμενη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί στην κρινόμενη υπόθεση δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, ώστε να τίθεται θέμα παραβίασης του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως. Σε κάθε περίπτωση όμως, όπως προκύπτει από τις ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων της υπόθεσης (ένορκες καταθέσεις εξετασθέντων μαρτύρων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προσκομιζόμενα νομίμως από τους διαδίκους έγγραφα), σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του πρώτου αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ειδικότερα, όταν πρόκειται για δημόσιο έγγραφο, δηλαδή έγγραφο που έχει συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 438 και 440 ΚΠολΔ, αποτελεί πλήρη απόδειξη έναντι όλων ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το συγκεκριμένο έγγραφο ή ότι έγιναν ενώπιόν του ή την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει το ίδιο, επιτρεπομένης όμως στην τελευταία περίπτωση ανταπόδειξης, για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει ο συντάκτης του εγγράφου να ήταν καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιος για τη βεβαίωση αυτή (ΑΠ 75/2008).
Συνακόλουθα τούτων ο προβλεπόμενος από τον αριθμ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα, κατά νόμο, αποδεικτικά μέσα.
Ως ισοδύναμα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, λογίζονται και τα έγγραφα, ακόμη και τα δημόσια, για τα αποδεικτέα γεγονότα, για τα οποία δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη κατά τους ορισμούς των άρθρων 438, 439 και 441 ΚΠολΔ (ΑΠ 479/2010, ΑΠ 1417/2009, ΑΠ 1396/2003).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, απαιτείται να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίστηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που είχε το προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο και ποία αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας, γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης και δ) ότι έγινε η επίκληση αυτή στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ αν λείπει έστω και ένα από τα ως άνω στοιχεία, όπως όταν δεν αναφέρεται ποιά αποδεικτική δύναμη προσέδωσε το Εφετείο στο έγγραφο, ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος (ΑΠ 700/2009, ΑΠ 1592/2008, 949/2008) και δεν αρκεί για τη θεμελίωσή του μόνη η επανάληψη του κειμένου του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 78/1988).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης, κατά το σχετικό σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από την αναιρεσείουσα, ότι προς αντίκρουση του μοναδικού στο θέμα της υπαιτιότητας, αγωγικού ισχυρισμού, πως δεν είχαν ληφθεί "τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα" κατά τη χρήση των εκρηκτικών υλών, υποστηρίχθηκε από την ίδια και στους δύο βαθμούς, αφενός ότι εκ της εργολαβικής σύμβασης είχε το δικαίωμα να προβαίνει σε εκσκαφή με χρήση εκρηκτικών, "εκεί όπου η εκσκαφή με μηχανικά μέσα απέβαινε δυσχερής", ακόμη σε περίπτωση "γειτνίασης του μετώπου εργασίας με κάθε φύσης δομήματα", αφετέρου ότι είχε λάβει όλα τα απαιτούμενα προστατευτικά μέτρα, (έτσι όπως αυτά περιγράφονται στα άρθρα 10.7.1 και 15.3.3 της Ε.Σ.Υ.
και τον Κανονισμό Μεταλλευτικών Εργασιών: ΥΑ 1 1-5Η/Φ/1 7402), προσκομίζοντας ενισχυτικά, μεταξύ άλλων, την ισχύουσα Άδεια Προμήθειας, Μεταφοράς και Κατανάλωσης Εκρηκτικών Υλών, η οποία, έχοντας εκδοθεί από την αρμόδια Αστυνομική Αρχή για το επίδικο δημόσιο έργο, αφενός αποτελούσε πλήρη απόδειξη έναντι όλων, ως προς όσα βεβαιώνονταν σε αυτή ότι έγιναν από την εκδούσα Αστυνομική Αρχή, αφετέρου αποτελούσε πλήρη απόδειξη έναντι όλων, ως προς όσα βεβαιώνονταν σε αυτή, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει η Αστυνομική Αρχή, πλην όμως η αναιρεσιβαλλόμενη, δεχθείσα ότι "...δεν υπάρχει η Υπεύθυνη Δήλωση του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 2168/1993..." και ότι "...η έλλειψή της δεν υποκαθίσταται από την Άδεια της Αστυνομικής Αρχής...", (εννοώντας την προσκομισθείσα από την αναιρεσείουσα Άδεια Προμήθειας.
Μεταφοράς και Χρήσης Εκρηκτικών Υλών), για να αχθεί ακολούθως στα τελικά κεντρικά της συμπεράσματα ότι "...δεν αποδείχτηκε..." α. ότι ήταν αναγκαία η εκσκαφή του εδάφους με τη χρήση εκρηκτικών υλών και β. (εξ αντιδιαστολής) ότι ήταν αδύνατη η εκσκαφή του εδάφους με τη χρήση σύγχρονων τεχνικών (διατρητικών) μέσων, κατέστη αναιρετέα, καθώς παραβίασε τους ορισμούς του νόμου (άρθρα 438 - 440 ΚΠολΔ) σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η προσκομισθείσα από την Αναιρεσείουσα Άδεια δεν απεδείκνυε πλήρως και έναντι όλων τα όσα βεβαιώνονταν δι' αυτής (ότι συνέτρεχαν δηλαδή οι νομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις εκδόσεως της, καταλληλότητα περιοχής και εδάφους, προσφορότητα χρήσης, ύπαρξη έμπειρων χειριστών, λήψη των ενδεικνυόμενων μέτρων ασφαλείας κλπ.
και ενώ, σύμφωνα με το α. 440 ΚΠολΔ, σε αντίθετα συμπεράσματα θα μπορούσε να οδηγηθεί μόνο σε περίπτωση επαρκούς ανταποδείξεως,(η οποία ούτε εχώρησε ούτε και την επικαλείται η αναιρεσιβαλλόμενη). Ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, καθόσον σε αυτή δεν διαλαμβάνονται τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο τούτου στοιχεία (ΑΠ 225/2009).
Σε κάθε περίπτωση όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον, ενόψει του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 11 ν. 2168/1993 και εκείνων του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, που προαναφέρθηκαν, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτει η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα παραβίαση.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά.
Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου Κώδικα κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές απαγορεύεται, επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και επομένως ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο, δεν υπάγεται σε κάποια από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠολΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ.
Επομένως, δεν συντρέχει περίπτωση υπερβάσεως δικαιοδοσίας, όταν τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσεως ζητήματα, τα οποία, αν απετέλουν το κύριο αντικείμενο της δίκης, δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστήρίων. Τούτο διότι η έννοια του παρεμπιπτόντως συνδέεται στο νόμο. (άρθρ. 2, 282 ΚΠολΔ).με την απλή εξέταση αλλά όχι και διάγνωση του ζητήματος, το οποίο αποτελεί το παρεμπίπτον (ΑΠ 238/2008).
Εξάλλου; σύμφωνα με πάγια αρχή του διοικητικού δικαίου, η ατομική διοικητική πράξη, από την έναρξη της ισχύος της έως την ακύρωσή της με δικαστική απόφαση ή την ανάκληση ή την κατάργησή της ή γενικά την παύση, της ισχύος της με οποιονδήποτε τρόπο έχει το τεκμήριο της νομιμότητας, υπό την έννοια ότι παράγει τα έννομα αποτελέσματά της ανεξάρτητα από το εάν έχει νομική πλημμέλεια, η οποία, σε περίπτωση προσβολής της με το προβλεπόμενο ένδικο βοήθημα, μπορεί να επιφέρει την ακύρωσή της (πράξης).
Εξαιτίας του τεκμηρίου της νομιμότητας της διοικητικής πράξης, τα διοικητικά όργανα δεν μπορούν να θεωρήσουν ως άκυρη ή ανίσχυρη την εν λόγω πράξη πριν την ανάκληση ή ακύρωση ή κατάργηση της τελευταίας, έστω και αν έχει ήδη ασκηθεί ένδικο βοήθημα για την ακύρωσή της. Τα πολιτικά δικαστήρια, όμως, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ, όταν δικάζουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, δικαιούνται, εφόσον αυτό δεν αποκλείστηκε από το νόμο, να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα της πράξης της διοίκησης και πριν από την ανάκληση, ακύρωση ή κατάργησή της, ερευνώντας εάν τα όργανα της διοίκησης ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους και μέσα στα όρια της ανήκουσας σε αυτά εξουσίας, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν την ουσιαστική αυτών κρίση ως προς την ύπαρξη των πραγματικών προϋποθέσεων έκδοσης της πράξης αυτής.
Το ζήτημα ποιο είναι το περιεχόμενο και η έννοια της συγκεκριμένης ατομικής διοικητικής πράξης είναι πραγματικό και, επομένως, το δικαστήριο της ουσίας κρίνει ανέλεγκτα (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ) ως προς αυτό (ΑΠ 2010/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, κατά το οικείο σκέλος του, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι υπερέβη τη δικαιοδοσία του, "αφ' ης στιγμής η αμφισβήτηση, (εκ μέρους της αναιρεσιβαλλόμενης), της συνδρομής των προϋποθέσεων εκδόσεως μιας διοικητικής πράξης, (ενός δημόσιου εγγράφου, που έχει το Τεκμήριο της Νομιμότητας), εμπίπτει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων". Σύμφωνα όμως με όσα προεκτέθηκαν, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολο της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 145/2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων δεύτερης και τρίτης αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις και είχαν διαφορετική νομική εκπροσώπηση, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.2.2015 αίτηση της εταιρείας "....", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4632/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων δεύτερης και τρίτης αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για την κάθε μία από αυτές.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ