Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of jurisdictional objection based on exclusive distribution clause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Meditrust EPE against the Athens Court of Appeal's decision rejecting its jurisdictional objection. The appellant argued the exclusive distribution clause was abusive under Article 281 of the Civil Code, but the court found the objection procedurally inadmissible as it was not raised in the first instance. The court held that procedural rights regarding jurisdictional objections are not subject to the abuse of rights doctrine applicable to substantive legal claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 3, 42, 43, 44 of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: A party's right to raise a jurisdictional objection based on an exclusive distribution clause is a procedural right not subject to the abuse of rights doctrine, provided the objection was properly raised in the first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1542 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1542/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ε. Γ. Λ. ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "ΜEDITRUST EΠΕ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Καλλιόπη Τσιάγκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "DRAGER MEDICAL AG&CO KG", που εδρεύει στη Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νιόβη Πατσατζή-Τζαμτζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 717/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 6-5-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 25-1-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Αργυρίου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 717/09 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20/3/08 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της ι6ο/ο8 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με αυτήν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας για αξιώσεις της από σύμβαση "αποκλειστικής διανομής" λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως της ήδη αναιρεσίβλητης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. ι, 42, 43 και 44 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι με συμφωνία των μερών μπορεί να αποκλειστεί η διεθνής δικαιοδοσία των Ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων επί υφισταμένων και αν η συμφωνία γίνει εγγράφως και επί διαφορών που θα προκύψουν στο μέλλον, από ορισμένη έννομη σχέση, εφόσον τούτο καθορίζεται κατά τρόπο σαφή. Στην περίπτωση αυτή, με βάση τη γενική αρχή της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, οι συμβαλλόμενοι, με τη συμφωνία τους εκφράζουν τη βούληση τους και έτσι προβαίνουν στον καθορισμό του συγκεκριμένου κατά τόπο αρμόδιου πολιτικού δικαστηρίου, η δε συμφωνία τους είναι έγκυρη, εκτός αν συντρέχουν άλλοι λόγοι νόμιμης προσβολής της (Ολ ΑΠ 4/1992). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 458 εδ. α' ΑΚ, που ορίζει ότι "με την εκχώρηση μεταβιβάζονται και οι υποθήκες, εγγυήσεις, ενέχυρα ή άλλα παρεπόμενα δικαιώματα, που ασφαλίζουν την απαίτηση, καθώς και τα προνόμια τα οποία στην αναγκαστική εκτέλεση ή στην πτώχευση συνδέονται με τη φύση της απαίτησης ή της εγγύησης", εφαρμόζεται για την ταυτότητα του λόγου και ως προς την περιεχόμενη σε ενοχική σύμβαση ρήτρα παρεκτάσεως της διεθνούς δικαιοδοσίας, διότι και η ρήτρα αυτή ακολουθεί την τύχη της σύμβασης στην οποία αναφέρεται.
Συνεπώς, όταν εγκύρως μεταβιβάζεται η όλη ενοχική σύμβαση, η πιο πάνω ρήτρα δεν καταργείται, αλλά ισχύει υπέρ ή κατά του νέου φορέα των εκ της συμβάσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, εκτός αν έγινε αντίθετη συμφωνία (ΑΠ 755/1993). Κατά δε την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό σε δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ 389/12).
Στην ένδικη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: " Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη σε νόμιμη μετάφραση ένδικη σύμβαση διανομής, μεταφρασμένη από την αγγλική στην ελληνική γλώσσα, που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας και της αμερικάνικης εταιρείας με την επωνυμία HILL-ROM MANUFACTURING INC, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η εναγομένη, προκύπτει ότι με τον όρο 11.2 συμφωνήθηκαν τα εξής: "τα μέρη συμφωνούν αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα δια της παρούσης ότι οποιαδήποτε νομική ενέργεια ή διαδικασία έναντι οποιουδήποτε εκ των δύο σχετικά με την παρούσα Σύμβαση και οποιαδήποτε συναλλαγή έλαβε χώρα σύμφωνα με αυτή υπάγεται ενώπιον των δικαστηρίων της Πολιτείας της Ιντιάνα των ΗΠΑ και τα μέρη δια της εκτέλεσης και παράδοσης της παρούσας Σύμβασης υπάγονται αμετάκλητα και ανεπιφύλακτα στη δικαιοδοσία κάθε τέτοιου δικαστηρίου".
Η παραπάνω ρήτρα που έγινε εγγράφως και αφορά διαφορά που έχει περιουσιακό αντικείμενο που προέρχεται από την ένδικη σύμβαση διανομής, καταρτίστηκε παραδεκτά, σύμφωνα με τα άρθρα 42, 43 και 44 ΚΠολΔ και καθιδρύει αποκλειστική αρμοδιότητα, κατά παρέκταση, των δικαστηρίων της Πολιτείας Ιντιάνα των ΗΠΑ. Από το περιεχόμενό της δε, όπως διατυπώθηκε, προκύπτει ότι στα δικαστήρια που προαναφέρθηκαν υπάγεται κάθε διαφορά, χωρίς διάκριση, που έχει ως αφετηρία και ιστορικό υπόβαθρο τη σύμβαση, ακόμη και η στηριζόμενη στον αθέμιτο ανταγωνισμό, εφόσον και η αξίωση αυτή σχετίζεται με τη σύμβαση διανομής.
Τούτο προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, από τη σαφή διατύπωση ότι "οποιαδήποτε νομική ενέργεια ή διαδικασία έναντι οπουδήποτε εκ των δύο σχετικά με την παρούσα σύμβαση και οποιαδήποτε συναλλαγή έλαβε χώρα σύμφωνα με αυτή",.......απορριπτόμενου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εκκαλούσας ότι δημιουργείται ερμηνευτικό κενό.
Συνεπώς, στα παραπάνω αλλοδαπά δικαστήρια υπάγονται, τόσο οι απαιτήσεις της ενάγουσας από την καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, όσο και οι αξιώσεις της που θεμελιώνονται στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού, αφού έχουν ως αιτία αυτή καθεαυτή την καταγγελία της σύμβασης διανομής, που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας έγινε καταχρηστικά και εναντίον των χρηστών ηθών εκ μέρους της εναγομένης.
Περαιτέρω, δεν υπάρχει ούτε περίπτωση συντρέχουσας δικαιοδοσίας, όπως η ενάγουσα επικαλείται με τους πρόσθετους λόγους έφεσης, αφού με τη σαφή διατύπωση της ρήτρας παρέκτασης τονίζεται η "αποκλειστική δικαιοδοσία" των δικαστηρίων της Ιντιάνα με συμφωνία μάλιστα "αμετάκλητη και ανεπιφύλακτη". Το γεγονός ότι η φερόμενη ως αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας γερμανική εταιρεία έχει την έδρα της στη Γερμανία, δεν μεταβάλλει την κατάσταση, ούτε είναι στοιχείο που να οδηγεί στην κρίση ότι εξέλειπαν οι λόγοι, για τους οποίους τέθηκε η ανωτέρω ρήτρα, αφού, αν τα μέρη (εταιρείες καταξιωμένες στην αγορά και με μεγάλο κύκλο εργασιών, όπως συνομολογείται) ήθελαν να παύσει η ισχύς της, θα είχαν επαναδιαπραγματευθεί την ρήτρα αυτή περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της πολιτείας Ιντιάνα και κυρίως η εναγόμενη, δεδομένου ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που είχε υπογράψει την σχετική ρήτρα εξ αρχής και είχε αποδεχθεί επί σειρά ετών να υπάγεται στην δικαιοδοσία των δικαστηρίων της πολιτείας αυτής.
Η ένσταση αυτή προτάθηκε παραδεκτά με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της εναγόμενης, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκε με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης από την εναγόμενη, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΚΠολΔ, που δεν επιβάλλουν, όπως ο Κανονισμός, να προταθεί η ένσταση αυτή πριν από οποιονδήποτε ισχυρισμό επί της ουσίας της υπόθεσης".
Από τις παραδοχές αυτές της αναιρεσιβαλομένης προκύπτει, ότι το δικαστήριο με επαρκείς σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της, δέχτηκε, ότι η σαφής διατύπωση του όρου 11.2 της επίμαχης σύμβασης διανομής δεν δημιουργεί ερμηνευτικό κενό ή αμφιβολία και δη ούτε εμμέσως, ως προς το περιεχόμενο και τη σχετική δικαιοπρακτική βούληση των συμβληθέντων μερών, αναφορικά με την καθίδρυση αποκλειστικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων της πολιτείας Indiana των ΗΠΑ, για τις εν γένει διαφορές που προκύπτουν από την ένδικη σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων από τον αθέμιτο ανταγωνισμό, κατ' αποκλεισμό της δικαιοδοσίας (ακόμη και συντρέχουσας) των ελληνικών δικαστηρίων, χωρίς να μεταβάλλεται η κατάσταση από το γεγονός ότι η φερόμενη ως αντισυμβαλλόμενη της αναιρεσείουσας (λόγω ειδικής διαδοχής) αναιρεσίβλητη έχει την έδρα της στη Γερμανία.
Eπομένως, οι 1ος και 2ος λόγοι της αιτήσεως, κατά το μέρος τους με το οποίο η αναιρεσείουσα, ισχυριζόμενη τα αντίθετα, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτιώμενη ανεπάρκεια αιτιολογιών, ως προς τα ουσιώδη αυτά ζητήματα, είναι αβάσιμοι. Ωσαύτως, οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (σε συνδυασμό με τα άρθρα 42 και 43 ΚΠολΔ), αβασίμως προβάλλονται.
Τούτο δε, προεχόντως, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, εφόσον το Εφετείο δεν δέχτηκε και δη ούτε εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, ως προς το περιεχόμενο του επίμαχου συμβατικού όρου, αναφορικά τόσο με τη ρήτρα περί αποκλειστικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων της πολιτείας Indiana των ΗΠΑ, όσο και με τις καταλαμβανόμενες από αυτήν αξιώσεις.
Εντεύθεν και η προσφυγή της αναιρεσείουσας στα αναφερόμενα στους ανωτέρω λόγους ερμηνευτικά επιχειρήματα, αντλούμενα από τον Κανονισμό (ΕΚ) 44/01 του Συμβουλίου, το π.δ. 219/91" την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, το ν. 146/19014 και το άρθρο 26 ΑΚ, τυγχάνει αλυσιτελής. Τέλος, οι λόγοι αυτοί (1ος και 2ος), αναφερόμενοι κατά τα λοιπά στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου ως προς το περιεχόμενο της συμβάσεως, απαραδέκτως προβάλλονται (άρθρο 561 παρ.
ι ΚΠολΔ).
Στο άρθρο 23 του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου (που αντικατέστησε την από 27/9/1968 Σύμβαση των Βρυξελλών) ορίζεται: "Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάσουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους μέλους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία.
Αυτή η δικαιοδοσία, είναι αποκλειστική, εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως...". Επίσης, με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίστηκε: "Όταν μία τέτοια συμφωνία καταρτίζεται από μέρη εκ των οποίων κανένα δεν έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, τα δικαστήρια των άλλων κρατών μελών δεν μπορούν να δικάσουν τη διαφορά, εφόσον το ή τα υποδειχθέντα δικαστήρια δεν έχουν διαπιστώσει την έλλειψη διεθνούς δικαιοδοσίας τους".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι, εάν τα μέρη, είτε έχουν κατοικία σε κράτος μέλος, είτε όχι (όταν πρόκειται για νομικά πρόσωπα την κατοικία αντικαθιστά η έδρα τους), συμφώνησαν ότι για τις διαφορές που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να δικάσουν δικαστήρια τρίτου κράτους που δεν ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή βρίσκονται εκτός του γεωγραφικού πεδίου εφαρμογής του ανωτέρω Κανονισμού, η ύπαρξη και το κύρος της ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας θα κριθεί, όχι από τις διατάξεις του Κανονισμού, αλλά από το δικονομικό διεθνές δίκαιο της χώρας του δικαστή που δικάζει την υπόθεση, δηλαδή την lex fori, είτε το δικαστήριο που δικάζει ανήκει σε κράτος μέλος είτε όχι.
Κατά συνέπεια, και οι προϋποθέσεις παραδεκτής προβολής της ένστασης για την ύπαρξη της ως άνω ρήτρας κρίνονται κατά την εκάστοτε lex fori. Περαιτέρω, στο άρθρο 24 του ανωτέρω Κανονισμού ορίζεται: "Πέραν των περιπτώσεων όπου η διεθνής δικαιοδοσία απορρέει από άλλες διατάξεις του παρόντος κανονισμού, το δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ο εναγόμενος παρίσταται, αποκτά διεθνή δικαιοδοσία.
Ο κανόνας αυτός δεν εφαρμόζεται, αν η παράσταση έχει ως σκοπό την αμφισβήτηση της διεθνούς δικαιοδοσίας ή αν υπάρχει άλλο δικαστήριο με αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το άρθρο 22". Εκ τούτου προκύπτει ότι ο κανόνας αρμοδιότητας, που θεσπίζει η διάταξη αυτή, δεν έχει εφαρμογή, όταν ο εναγόμενος, όχι μόνο αμφισβητεί την αρμοδιότητα, αλλά προβάλλει και ισχυρισμούς επί της ουσίας της διαφοράς, υπό τον όρο ότι, η αμφισβήτηση της αρμοδιότητας, εφόσον δεν προηγηθεί οιασδήποτε πράξεως άμυνας επί της ουσίας, δεν έπεται χρονικώς της ενέργειας, με την οποία λογίζεται από το εθνικό δικονομικό δίκαιο ως η πρώτη πράξη άμυνας ενώπιον του επιληφθέντος δικαστηρίου (ΔΕΚ 24.6.1981 Elefanten Schoh, εκδοθείσα υπό την ισχύ του άρθρου 18 της Σύμβασης των Βρυξελλών).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση του Εφετείου, η εναγομένη (αναιρεσίβλητη) είχε προτείνει πρωτοδίκως, τόσο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, όσο και με τις προτάσεις της (που όπως προκύπτει από την επισκόπηση τους, κατατέθηκαν εμπροθέσμως 20 ημέρες πριν την συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο), την ένσταση της έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, επικαλούμενη την επίμαχη ρήτρα, περί αποκλειστικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων της πολιτείας Ιντιάνα των ΗΠΑ.
Το δικαστήριο, κρίνοντας νόμιμη την εν λόγω ένσταση και εγκύρως καταρτισθείσα τη σχετική ρήτρα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 42,43 και 44 ΚΠολΔ, δεχόμενο δε περαιτέρω, ότι δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 24 του Κανονισμού 44/2001 (εφόσον συμφωνήθηκε ρήτρα αποκλειστικής δικαιοδοσίας κράτους, που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης), απέρριψε, ως άνευ αντικειμένου, τον ι° πρόσθετο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας.
Με αυτόν η αναιρεσείουσα είχε υποστηρίξει, ότι έπρεπε να απορριφθεί η προταθείσα από την εναγομένη ένσταση έλλειψης δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, εξαιτίας του ότι η τελευταία δεν προέταξε την παραπάνω ένσταση, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά αντέκρουσε πρώτα επί της ουσίας την αγωγή (προτείνοντας τον ισχυρισμό περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης) και πρότεινε την επίμαχη ένσταση επικουρικά.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά το ελληνικό δικονομικό δίκαιο αρκεί ο σχετικός ισχυρισμός να προταθεί παραδεκτώς κατά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 263 εδ. α' ΚΠολΔ), όπως συνέβη στην ένδικη περίπτωση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, η οποία κατ' ορθή εκτίμηση του 3ου λόγου της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλομένη, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη, την παραπάνω ένσταση της αναιρεσίβλητης και δέχτηκε την ύπαρξη αρμοδιότητας και εντεύθεν δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της πολιτείας Ιντιάνα των ΗΠΑ.
Συνεπώς, ο σχετικός περί τούτων αναιρετικός λόγος τυγχάνει αβάσιμος.
Η αναιρεσείουσα, ήδη καθ' υποφοράν με την υποκρίση αγωγή της, είχε επικαλεστεί καταχρηστικότητα της ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της πολιτείας Ιντιάνα των ΗΠΑ, καθόσον με την υπεισέλευση της αναιρεσίβλητης, λόγω ειδικής διαδοχής, στη θέση της αρχικής αντισυμβαλλομένης της, εξέλιπε το μοναδικό συνδετικό στοιχείο της ένδικης υπόθεσης με αυτά, δηλαδή η έδρα της αμερικανικής εταιρείας, ώστε αρμόδια δικαστήρια να καθίστανται πλέον τα ελληνικά.
Τον εν λόγω ισχυρισμό της επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της, δεχόμενο τα ακόλουθα: "Περαιτέρω η ενάγουσα κατ' αντένσταση προτείνει την καταχρηστικότητα της ρήτρας αυτής, με το αιτιολογικό ότι εξέλειπεν το μοναδικό συνδετικό στοιχείο, που τη δικαιολογούσε, δηλαδή η έδρα της αρχικής συμβαλλόμενης εταιρείας.
Ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι για τη θεμελίωση της καταχρηστικότητας της ρήτρας παρέκτασης θα πρέπει ο ενιστάμενος να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι είναι ασθενέστερο από τα συμβαλλόμενα μέρη, ότι καθίσταται αντικείμενο εκμετάλλευσης από το άλλο, μέρος, ότι για την άσκηση των δικαιωμάτων του, που απορρέουν από τη σύμβαση, πρόκειται να υποβληθεί σε δικαστικό αγώνα στην αλλοδαπή κάτω από ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες είτε λόγω δυσκολίας παραμονής στην αλλοδαπή πολιτεία, χωρίς εργασία είτε λόγω αδυναμίας εξεύρεσης του κατάλληλου νομικού παραστάτη είτε εξαιτίας άγνοιας του δικαίου της και της ύπαρξης διαδικαστικών ή άλλων εμποδίων ή μειονεκτημάτων, με αποτέλεσμα να μην τολμά οποιαδήποτε δικαστική ενέργεια και να στερείται των νομίμων δικαιωμάτων του, στοιχεία που δεν επικαλείται η ενάγουσα...Τα πραγματικά περιστατικά που προβάλλει με τους πρόσθετους λόγους της έφεσης για να θεμελιώσει τον ισχυρισμό αυτό περί καταχρηστικότητας της ρήτρας, ότι δηλαδή θα υποβληθεί σε αυξημένα δικαστικά έξοδα στο εξωτερικό, ότι θα υπάρχει δυσκολία εξεύρεσης μαρτύρων, ότι θα καθυστερήσει η εκτέλεση της απόφασης και ότι η εναγόμενη άσκησε σε βάρος της ενάγουσας αγωγή ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, απαράδεκτος προτείνονται για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, αφού οι λόγοι αυτοί, υφιστάμενοι κατά την πρώτη συζήτηση, δεν προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ως εκ τούτου πρέπει η αντένσταση να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Τέλος ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η εναγόμενη ενεργεί εναντίον της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, παραβαίνοντας τις διατάξεις του άρθρου 116 ΚΠολΔ, διότι άσκησε την υπ' αριθμόν κατάθεσης 123105/2007 αγωγή της κατά αυτής (ενάγουσας) ενώπιον των ελληνικών Δικαστηρίων, κρίνεται αβάσιμος, διότι η αγωγή αυτή έχει ως βάση σύμβαση πωλήσεως μεταξύ των διαδίκων και δεν θεμελιώνεται στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής".
Με τους 4°, 5°, 6° και 7° λόγους της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 8,10 και 19 ΚΠολΔ υποστηρίζει, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου το άρθρο 281 AK, απέρριψε τον ισχυρισμό-αντένστασή της περί καταχρηστικότητας της επίμαχης ρήτρας.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Τούτο, διότι υπό τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, ο περί καταχρηστικότητας της ρήτρας ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, όπως προβλήθηκε πρωτοδίκως, ήταν μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα περιστατικά δεν καθιστούσαν την εν λόγω ρήτρα καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281AK, ο δε εμπλουτισμός του στη δευτεροβάθμια δίκη με νέα περιστατικά, που δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως, ήταν απαράδεκτος.
Στον βαθμό δε που με τους παραπάνω λόγους η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη, ότι παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου το άρθρο 281 ΑΚ δεν απέρριψε την προβολή της ενστάσεως αυτής (περί ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας), ως καταχρηστικώς ασκηθείσας, η σχετική της αιτίαση τυγχάνει, προεχόντως, απαράδεκτη.
Τούτο, διότι το δικαίωμα κάθε διαδίκου, να επικαλεστεί την συμφωνία παρέκτασης αρμοδιότητας και να προτείνει την ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, λόγω της δικονομικής του φύσης, δεν υπόκειται κατά την άσκηση του, στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, στον οποίο εμπίπτει η άσκηση δικαιωμάτων που απορρέουν από κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1697/2013, 1288/1994).
Περαιτέρω, το δικαστήριο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη ενήργησε εναντίον της καλής πίστης και των χρηστών ηθών, διότι άσκησε την μη θεμελιούμενη στη σύμβαση διανομής, αλλά σε άλλη σύμβαση (πωλήσεως) με αριθμό κατάθεσης 123105/2007 αγωγή της κατά αυτής (αναιρεσείουσας) ενώπιον των ελληνικών Δικαστηρίων, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου το άρθρο ιι6 ΚΠολΔ, ώστε οι σχετικές αιτιάσεις περί τούτου, με τις οποίες αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.
ι ΚΠολΔ και διαλαμβάνονται μερικώς στον 4° λόγο, τυγχάνουν αβάσιμες. Τέλος, το δικαστήριο, κρίνοντας ότι η ανωτέρω αγωγή (123105/2007) θεμελιωνόταν σε άλλη σύμβαση (πωλήσεως), δεν δέχτηκε παρά τον νόμο πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, εφόσον δεν προχώρησε στην ουσιαστική διερεύνησή της, αλλά αντιμετωπίζοντας τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, προέβη σε επισκόπηση του περιεχομένου της.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που διαλαμβάνονται, επίσης, σε μέρος του 4ου λόγου, είναι απορριπτέες, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6/5/09 αίτηση της εταιρείας "Ε. Γ.-Λ. ΕΠΕ", για αναίρεση της 717/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ