1542/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 8-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 324/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5996/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1542/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
Full text
Απόφαση 1542 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1542/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Τ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου του Φωτεινής Πάσχου, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Παναγόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-5-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 8-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 324/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5996/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-11-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 12-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της από 19-9-2011 αιτήσεως αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του και την απόρριψη των λοιπών λόγων και την αναίρεση της υπ' αριθ. 5996/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που δέχθηκε την από 19-5-2009 αγωγή του αναιρεσιβλήτου μισθωτή για την καταβολή αποζημίωσης για την άυλη εμπορική αξία του μισθίου.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του πδ/τος 34/1995, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7§§14 και 15 του ν. 2741/1999, προκύπτει: α) ότι σε περίπτωση που η εμπορική μίσθωση λήξει με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στον μισθωτή, κι' αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου, ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξεως μίσθωμα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, και β) ότι η αποζημίωση αυτή δεν οφείλεται, πλην άλλων περιπτώσεων, όταν ο μισθωτής αποχωρήσει οικειοθελώς από το μίσθιο, καθώς και όταν μετά τη λήξη της μισθώσεως λόγω συμπληρώσεως δωδεκαετίας, παρέλκει χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών χωρίς να ασκηθεί η περί αποδόσεως του μισθίου αγωγή, έστω και αν η διάρκειά της έχει συμφωνηθεί για διάστημα μεγαλύτερο των δώδεκα ετών.
Μετά την άπρακτη πάροδο του επτάμηνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για μια τετραετία, μετά τη λήξη, της οποίας ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την απόδοση του μισθίου χωρίς να υποχρεούται στην πληρωμή αποζημιώσεως για άϋλη εμπορική αξία. Έτσι, αν ο μισθωτής παραμείνει στη χρήση του μισθίου επί χρόνο μείζονα των δέκα έξι ετών (12+4) δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση για άϋλη εμπορική αξία.
Νομοθετικός σκοπός της ρυθμίσεως αυτής είναι η εξισορρόπηση των συμφερόντων του μισθωτή και του εκμισθωτή, αφού, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του ν. 2741/1999 "σε αυτή την περίπτωση με την επιπλέον παραμονή του μισθωτή στο μίσθιο θεωρείται ότι καρπώθηκε (ο μισθωτής) την άϋλη αυτή εμπορική αξία". Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 61 περ.δ' του ιδίου π.δ/τος 34/1995 προκύπτει ότι η οριστική λήξη της μίσθωσης λόγω παρόδου της δωδεκαετίας, εξαρτάται από μελλοντική συμπεριφορά του δικαιούχου της αξίωσης και συγκεκριμένα αν αυτός θα ασκήσει ή όχι εμπροθέσμως την κατ' άρθρο 599 § 1 και 608 § 1 ΑΚ αξίωση προς απόδοση του μισθίου, με την άσκηση της οποίας η λήξη καθίσταται οριστική.
Η εννεάμηνη προθεσμία δεν συνιστά παραγραφή, αλλ' αποσβεστική προθεσμία, αφού με την τήρηση ή τη μη τήρηση της συνάπτονται διαπλαστικά αποτελέσματα, η οριστική λήξη ή η παράταση της μίσθωσης (Α.Π. 288/2010). Από την ίδια διάταξη επίσης του άρθρου 61 περ.δ' του ίδιου π.δ/τος προκύπτει ότι η σχετική αξίωση του εκμισθωτή πρέπει να ασκηθεί μόνο μετά τη λήξη-συμπλήρωση της δωδεκαετίας από την έναρξη της μίσθωσης και μάλιστα σε αποκλειστικό χρονικό διάστημα 9 μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας, δεν είναι δε νοητή η άσκηση της ίδιας αξίωσης ούτε πριν τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, αφού τότε δεν έχει επέλθει η λήξη της μίσθωσης ούτε μετά τη συμπλήρωση της εννεάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που αποσβένεται οριστικά η αντίστοιχη αξίωση του εκμισθωτή για την απόδοση του μισθίου και ο χρόνος της μίσθωσης, αναγκαστικά παρατείνεται για μια ακόμα τετραετία από τη λήξη της δωδεκαετίας.
Και στις δύο αυτές περιπτώσεις (άσκηση της αξίωσης του εκμισθωτή πριν τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας, ή μετά τη συμπλήρωση του εννεάμηνου από τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας), δεν έχει λήξει οριστικά η διάρκεια της μίσθωσης, ο δε μισθωτής που ενδίδει οικειοθελώς πλέον στην παρατύπως ασκηθείσα αξίωση του εκμισθωτή, δεν δικαιούται στην προβλεπόμενη αποζημίωση για την αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας.
Τέλος, από τις ίδιες διατάξεις των άρθρων 60 και 61 του ίδιου π.δ/τος, που προβλέπουν την άσκηση αγωγής εκ μέρους του εκμισθωτή για την άσκηση της αξίωσής του για απόδοση του μισθίου λόγω λήξης της δωδεκαετίας δεν αποκλείεται η άσκηση της ίδιας αξίωσης και με εξώδικη δήλωση, όταν με αυτήν εκφράζεται σαφώς η βούληση του εκμισθωτή για τη μη συνέχιση της μίσθωσης πέραν της δωδεκαετίας, υπό την αυτονόητη όμως προϋπόθεση, ότι η εξώδικη αυτή δήλωση θα επιδοθεί στο μισθωτή στην εννεάμηνη, όπως και η αγωγή, προθεσμία από τη λήξη της μίσθωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: "Με το από 1-9-1987 ιδιωτικό συμφωνητικό ο εναγόμενος-ενάγων, εκπροσωπούμενος από τον πατέρα του Χαρίλαο Παπαγιάννη και αποκαλούμενος εφεξής εκμισθωτής, εκμίσθωσε στον ενάγοντα-εναγόμενο, αποκαλούμενο, εφεξής μισθωτή, τη με στοιχεία Υ-1 οριζόντια ιδιοκτησία πολυκατοικίας, εμβαδού 312τμ., που βρίσκεται στη Δάφνη Αττικής επί της οδού ..., προκειμένου να την χρησιμοποιήσει ως "εμπορική ή βιομηχανική επιχείρηση".
Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-9-1987 έως 30-8-1993 και το μηνιαίο μίσθωμα σε 30.000 δραχμές, αναπροσαρμοζόμενο κατά ποσοστό 12,50% ετησίως. Το ισόγειο κατάστημα της ίδιας οικοδομής είχε εκμισθώσει ο πατέρας του εκμισθωτή στον πατέρα του μισθωτή, με το από 31-8-1981 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως βιβλιοχαρτοπωλείο.
Με το από 1-9-1989 ιδιωτικό συμφωνητικό ο εκμισθωτής, εκπροσωπούμενος και πάλι από τον πατέρα του, και ο μισθωτής συμφώνησαν ότι α) η χρήση και του ισογείου θα περιέλθει στο μισθωτή, β) η διάρκεια της μίσθωσης θα είναι από 1-9-1989 έως 31-8-1995 και γ) το μίσθωμα θα ανέρχεται σε 175.000 δραχμές "και για τους δύο χώρους" και θα αναπροσαρμόζεται κάθε χρόνο κατά ποσοστό 15%.
Στη συνέχεια με το από 1-7-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό "ανανέωση μισθώσεως" ο εκμισθωτής, εκπροσωπούμενος από το Γ. Μ. και ο μισθωτής συμφώνησαν ότι α) "τα συμβαλλόμενα μέρη προβαίνουν στον χωρισμό του μισθίου, ώστε με διαφορετικό μισθωτήριο να εκμισθώνεται καθένας από τους ορόφους του ισογείου και του υπογείου χωριστά", β) το υπόγειο εκμισθώθηκε στο μισθωτή με μηνιαίο μίσθωμα 210.000 δραχμές, που θα αναπροσαρμοζόταν κάθε χρόνο κατά ποσοστό ίσο με την αύξηση του τιμαρίθμου, όπως θα προσδιοριζόταν από την Τράπεζα της Ελλάδος, γ) ως προς τη διάρκεια της μίσθωσης ότι "...πλέον ανανεώνεται δια του παρόντος για ολόκληρη την κατά νόμο προβλεπόμενη διάρκεια.
Από όλο το περιεχόμενο του από 1-7-1996 συμφωνητικού προκύπτει σαφώς, και χωρίς να υπάρχει καμιά αμφιβολία, αφού δεν υπάρχει κανένα κενό και δεν χρειάζεται προσφυγή στις διατάξεις 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία των συμβάσεων, ότι με αυτό μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε και καταρτίστηκε νέα μίσθωση με διάρκεια από 1-7-1996 έως 30-6-2008, αφού α) έγινε χωρισμός των δύο ακινήτων ισογείου και υπογείου, β) ρητά αναγράφεται ότι εκμισθώνεται μόνο ο χώρος του υπογείου, γ) καθορίστηκε μίσθωμα για τον υπόγειο χώρο ποσό 210.000 δραχμές και καθορίστηκε ως χρόνος διάρκειας της μίσθωσης, αυτός που προβλέπεται κατά νόμο δηλαδή δωδεκαετία και δ) το ως άνω ισόγειο κατάστημα εκμισθώθηκε χωριστά στο μισθωτή από τον ήδη κύριο αυτού Φ.
Π., εκπροσωπούμενο από το Γ. Μ., με μηνιαίο μίσθωμα 420.000 δραχμές και με διάρκεια "... για ολόκληρη την κατά νόμο προβλεπόμενη [διάρκεια] ...". Τα παραπάνω ενισχύονται και α) από την από 11-1-2008 εξώδικη δήλωση αμφότερων των εκμισθωτών, που επιδόθηκε στο μισθωτή στις 14-1-2008 και με την οποία ζητούν την απόδοση και των δύο ακινήτων [υπογείου και ισογείου], επικαλούμενοι ότι παραμένει στη χρήση τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαέξι ετών και "επειδή την 1-7-2008 λήγει σε κάθε περίπτωση η συμβατική διάρκεια των άνω μισθώσεων με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας από την τελευταία ανανέωση-παράταση των άνω μισθώσεων που έγινε την 1-7-1996", β) από την 1798/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία, κατά παραδοχή του ισχυρισμού του μισθωτή ότι με το ως άνω από 1-7-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε νέα μίσθωση του υπόγειου χώρου με δωδεκαετή διάρκεια, εξαφανίστηκε η 2327/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε η από 26-1-2004 αγωγή του εκμισθωτή, με την οποία ζητούσε την απόδοση της χρήσης του γιατί έληξε η μίσθωση, ενόψει του ότι αυτός [μισθωτής] την 1-9-2003 είχε συμπληρώσει στο μίσθιο χρονικό διάστημα 16 ετών, γ) από την 1799/2005 απόφαση ομοίως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία και σε σχέση με το μίσθιο ακίνητο του ισογείου, αφού έγινε δεκτό, επίσης, ότι την 1-7-1996 και για το μίσθιο αυτό καταρτίστηκε νέα μίσθωση με δωδεκαετή διάρκεια, απορρίφθηκε η έφεση του εκμισθωτή Φ.
Π. κατά της 1720/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που με την ίδια αιτιολογία είχε απορρίψει την από 30-1-2004 αγωγή του, με την οποία ζητούσε την απόδοση της χρήσης του, γιατί έληξε η μίσθωση με τη συμπλήρωση δεκαέξι ετών στις 31-8-1997 και δ) από. την 148/2009 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η απόφαση αυτή εκδόθηκε επί της από 29-5-2008 αγωγής του εκμισθωτή Φ. Π., με την οποία αυτός, επικαλούμενος ότι την 1-7-2008 έληξε η μίσθωση του ως άνω μίσθιου ισόγειου καταστήματος με τη συμπλήρωση δωδεκαετίας από την κατάρτιση της, ζητούσε να υποχρεωθεί ο μισθωτής να του αποδώσει την χρήση του. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή και διατάχθηκε η απόδοση εκείνου του μισθίου, με τον όρο της ταυτόχρονης καταβολής ποσού 44.636,64 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της προβλεπόμενης άυλης εμπορικής του αξίας.
Ενόψει, συνεπώς, α) της παραδοχής ότι την 1-7-1996 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων νέα μίσθωση, αυτοτελής και ανεξάρτητη, η οποία έληξε στις 30-6-2008 με τη συμπλήρωση της νόμιμης δωδεκαετούς διάρκειας της, που συμπίπτει με τη συμβατική [διάρκεια] και δεν συνυπολογίζεται ο χρόνος της αρχικής μίσθωσης και β), ο εκμισθωτής με την ως άνω από 11-1-2008 "εξώδικη γνωστοποίηση - πρόσκληση - δήλωση" κατήγγειλε την ένδικη μίσθωση, όπως και ο εκμισθωτής του ισόγειου καταστήματος Φ.
Π. και επιδίωξε την απόδοση της χρήσης του, δηλώνοντας ότι "... δεν επιθυμούμε την συνέχιση των μισθώσεων αυτών και σας προσκαλούμε την 1-7-2008 να μας παραδώσετε ελεύθερα αυτά άλλως σας δηλώνουμε ότι θα ασκήσουμε όλα τα νόμιμα δικαιώματα μας", γ) ο μισθωτής, συμμορφούμενος στην αξίωση του εκμισθωτή και όχι οικειοθελώς του παρέδωσε τη χρήση του μισθίου στις 30-4-2009, ο τελευταίος [εκμισθωτής] έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον μισθωτή την προβλεπόμενη από το άρθρο 60 του ΠΑ 34/1995 αποζημίωση για την άυλη εμπορική αξία του μισθίου, ίση με είκοσι τέσσερα μηνιαία μισθώματα.
Η αποζημίωση υπολογίζεται, με βάση το μίσθωμα που καταβαλλόταν κατά το χρόνο λήξης της μίσθωσης, ενώ το τέλος χαρτοσήμου που οφείλεται, δεν υπολογίζεται στην πιο πάνω αποζημίωση, αφού αυτό δεν αποτελεί μίσθωμα [ΑΠ 595/2001]. Επομένως και ενόψει του ότι το μηνιαίο μίσθωμα, μαζί με το χαρτόσημο, ανερχόταν σε 930 ευρώ, ο εκμισθωτής έχει την υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτή [24 μισθώματα επί -930 μίσθωμα πλην 3,6% ίσον 32,30 χαρτόσημο - 897,70] 21.544,80 ευρώ.
Την υποχρέωση καταβολής της ως άνω αποζημίωσης αποδέχεται ο εκμισθωτής, αφού στην από 23-5-2008 εξώδικη δήλωση, την οποία επέδωσε στο μισθωτή στις 27-5-2008 διαλαμβάνει ότι "σας γνωστοποιούμε και πάλι ότι δεν επιθυμούμε τη συνέχιση των μισθώσεων που έχουμε συνάψει μεταξύ μας για το πέραν της 1-7-2008 και σας προσκαλούμε και πάλι να μας παραδώσετε ελεύθερα αυτά με την καταβολή προηγουμένως της νόμιμης αποζημίωσης σας".
Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή που είχε ασκήσει ο τελευταίος για την επιδίκαση της αποζημίωσης για την άϋλη εμπορική αξία του μισθίου εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε και παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 60 και 60 του π.δ/τος 34/1995, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή αρχικά ο αναιρεσείων εκμισθωτής πριν από τη συμπλήρωση της δωδεκαετίας κατά την 30-6-2008 επέδωσε στον αναιρεσίβλητο μισθωτή την 14-1-2008 την από 11-1-2008 εξώδικη δήλωση, με την οποίαν ζητούσε την απόδοση του μίσθιου ακινήτου, στη συνέχεια δε επίσης πριν από τη συμπλήρωση της ίδιας δωδεκαετίας την 3-6-2008 επέδωσε στον αναιρεσίβλητο μισθωτή την 27-5-2008 την από 23-5-2008 εξώδικη δήλωση, με την οποία επίσης γνωστοποιούσε την πρόθεσή του για την μη συνέχιση της μίσθωσης, δεν επήγαγαν την γένεση της ένδικης αξίωσης του αναιρεσίβλητου για την καταβολή της ένδικης αποζημίωσης, αφού με την μη νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος εκμισθωτή της αξίωσης απόδοσης του μισθίου, αλλά ούτε και την επίδοση εξωδίκου του εκμισθωτή στο μισθωτή μέσα σε εννέα (9) μήνες από τη λήξη της μίσθωσης, ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της μίσθωσης πέραν, της δωδεκαετίας, ο χρόνος της ένδικης μίσθωσης παρατάθηκε για μία τετραετία από τις 30-6-2008 η δε εκ μέρους του αναιρεσίβλητου μισθωτή απόδοση του μισθίου ήταν οικειοθελής και όχι εξαναγκασμένη.
Επομένως, τα όσα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Μετά δε από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων και αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, ακολούθως, παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω επιδίκαση (άρθρ. 580§3 ΚΠολΔ) και καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5996/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Οκτωβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ