Legislator Case Law & Legislation
1542/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding late submission of res judicata arguments.

Case Number 1542/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider a claim regarding res judicata, which was raised for the first time via supplementary submissions after the hearing. The court ruled this argument inadmissible because it was not properly presented during the trial and thus had no material impact on the case outcome.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure; Art. 237(3) of the Code of Civil Procedure: Supplementary submissions made after the hearing are admissible only to counter arguments contained in the opponent's submissions; arguments raised for the first time in this manner are inadmissible and cannot affect the judgment.

Keywords

AI generated
res judicata inadmissibility supplementary submissions Code of Civil Procedure res judicata effect appeal grounds procedural admissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 237(3) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1542 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1542/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπα-γίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, (Ν.Π.Δ.Δ.), που εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/4/1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 447/95 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5482/1999 του Εφετείου Αθηνών και μετά από άσκηση αναίρεσης η 1664/2001 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση στο ως άνω Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση, το οποίο στη συνέχεια εξέδωσε την 9276/2002 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/7/2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 5/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, για την παρά το νόμο μη λήψη υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται μόνο όταν ο σχετικός ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον στην αντίθετη περίπτωση της απαραδέκτου προβολής του ο ισχυρισμός δεν έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτόν. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 237 παρ.3 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη δευτεροβάθμια δίκη (αρ.524 ΚΠολΔ) με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση μπορούν να προταθούν νέοι ισχυρισμοί μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που περιέχονται στις προτάσεις.

Εν προκειμένω με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμού περί δεδικασμένου προκύπτοντος από την αναφερόμενη εφετειακή απόφαση, ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο που κατατέθηκαν μετά τη συζήτηση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, αφού ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε απαραδέκτως με την προσθήκη των προτάσεων και επομένως δεν είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μάλιστα δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο περί προβολής του σε αντίκρουση προταθέντων δια των προτάσεων του αντίδικου της αναιρεσείουσας.

Ο από τον αριθ.18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του Δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ουσιαστικό ή δικονομικό ζήτημα.

Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της μη συμμορφώσεως του Εφετείου ως δικαστηρίου της παραπομπής προς την 1664/2001 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού με την οποία φέρεται ότι «από τις αναφερόμενες εφετειακές αποφάσεις δεν προκύπτει δεδικασμένο όσον αφορά το ύψος του βασικού ημερομισθίου της αναιρεσείουσας καθώς και ότι με την από 21-3-94 ΕΣΣΕ δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος της 42/81 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Πειραιώς και επαναφορά σε ισχύ του κριθέντος ως μη εφαρμοστέου μισθολογικού καθεστώτος της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ της ΠΟΕΔΗΝ κατά το ένδικο χρονικό διάστημα» καθόσον έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι για το ένδικο διάστημα από 1-1-1989 έως 31-12-93 υπάρχει δεδικασμένο από τις αποφάσεις αυτές ως προς το ύψος του ημερομισθίου της αναιρεσείουσας που επιδικάστηκε με τις αποφάσεις εκείνες, ενώ για το λοιπό ένδικο διάστημα από 1-1-94 έως 31-3-94 δεν υπάρχει δεδικασμένο λόγω αλλαγής του νομικού καθεστώτος.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού από την παραπάνω αναιρετική απόφαση προκύπτει ότι δεν περιέχονται σ' αυτήν οι παραπάνω κρίσεις, αλλ' αντίθετα η αναιρετική απόφαση δέχθηκε ως βάσιμο λόγο αναιρέσεως προβληθέντα από την τότε και τώρα αναιρεσείουσα για μη λήψη υπόψη ισχυρισμού της περί δεδικασμένου από τις αποφάσεις αυτές, δηλαδή λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ χωρίς όμως να εκφέρει κρίση επί της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού περί υπάρξεως δεδικασμένου και ειδικότερα αν οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν επί προγενεστέρων αγωγών με τις οποίες ζητήθηκε ως όλον το επιδικασθέν ποσό των μισθολογικών διαφορών, ούτε κρίθηκε εάν μεσολάβησε αλλαγή του νομικού καθεστώτος.

Από τις διατάξεις των άρθρ.321,322,324 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων είναι διαφορετικό μεν από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή ΔΑ, το δεδικασμένο των αποφάσεων, που κρίνουν επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.

Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφισταμένων τότε διατάξεων, δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεώτερη αγωγή επιμέρους αξιώσεις του μισθωτού, που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές ρυθμίσεις, διαφορετικές από εκείνες που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.

Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ.9 και 16 παρ.3 του Ν.1876/1990), όχι μόνο την έκταση αλλά και το είδος των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.

Επομένως από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ μεταβάλλεται το νομοθετικό καθεστώς και οι αποφάσεις που έκριναν αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος, που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεώτερες ΣΣΕ ή ΔΑ.

Περαιτέρω το νομικό καθεστώς της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς «περί των όρων αμοιβής και εργασίας του προσωπικού νοσηλευτικών κλπ ιδρυμάτων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ» η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή και ακολούθως υποχρεωτική με τις ΥΑ 16170/1981 και 18749/1981 αντίστοιχα, μεταβλήθηκε με την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 17853/1989 για όλους τους εργοδότες και εργαζομένους του επαγγέλματος στο οποίο αφορά και ίσχυσε από 1-7-1988 σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτής.

Με την παραπάνω ΕΣΣΕ επεκτάθηκαν στους εργαζομένους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα νοσοκομεία του ΝΔ 2593/1953, που είναι μέλη των σωματείων που ανήκουν στην ΠΟΕΔΗΝ, στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν.1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.1810/1988. Με το άρθρο 9 της παραπάνω ΕΣΣΕ ορίστηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται.

Τούτο έχει την έννοια της διατήρησης των μέχρι της καταβολής του νομικού καθεστώτος ανωτέρων αποδοχών και όχι της εξακολούθησης και μετά ταύτα του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος (Ολ.ΑΠ 10/2002, 3/2003). Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρ. 321, 322, 324 ,331 ΚΠολΔ και εκείνων των άρθρων 106,216 παρ.1 και 559 αριθ.9 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι αν με αγωγή που προηγήθηκε είχε καταχθεί σε δίκη μέρος μόνο μιας απαίτησης, το οποίο και επιδικάστηκε, δεδικασμένο, υπό τη θετική και αρνητική λειτουργία του, γεννιέται μόνο ως προς το μέρος αυτό, αφού το επιπλέον δεν είχε προβληθεί και συνεπώς το δικαστήριο δεν επιλήφθηκε αυτού.

Στην περίπτωση αυτή ο δικαιούχος μπορεί με μεταγενέστερη αγωγή να ζητήσει το υπόλοιπο της ίδιας απαίτησης χωρίς να αποκρούεται από το δεδικασμένο. Αν όμως με την προγενέστερη αγωγή η απαίτηση είχε ασκηθεί ως αποτελούσα το όλον και η απόφαση που εκδόθηκε έκρινε για το σύνολο της απαιτήσεως, τότε αποκλείεται με νέα αγωγή να ζητηθεί και άλλο μέρος της ίδιας απαίτησης, αφού κρίθηκε ότι η απαίτηση ήταν αυτή που επιδικάστηκε (Ολ.ΑΠ 1/2003).

Εν προκειμένω από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα απασχολούμενη ως καθαρίστρια στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την ένδικη αγωγή της ζήτησε διαφορές αποδοχών για το από 1-1-1989 έως 31-3-1994 χρονικό διάστημα λόγω μη υπολογισμού του ημερομισθίου της και συνακόλουθα και της αμοιβής της για εργασία κατά Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες με βάση τα εκάστοτε κατώτατα ημερομίσθια εργατοτεχνίτων που προβλέπουν οι ΕΓΣΣΕ και με εφαρμογή κατά τα λοιπά του νομικού καθεστώτος της 42/1981 απόφασης του ΔΔΔΔ Πειραιώς.

Προηγουμένως η αναιρεσείουσα είχε ασκήσει κατά του αναιρεσιβλήτου τέσσερες αγωγές επί των οποίων εκδόθηκαν οι 342/1990, 5198/1994 3811/1995 και 825/1996 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Με τις αποφάσεις εκείνες κρίθηκε ότι η αναιρεσείουσα εδικαιούτο διαφορές αποδοχών για τα τότε επίδικα χρονικά διαστήματα από 1-1-1985 μέχρι 31-12-1993 με βάση υπολογισμού βασικού ημερομισθίου κατά το άρθρ. 29 της ΔΑ 42/1981 πλέον των διαφόρων επιδομάτων, που ζητήθηκαν και επιδικάσθηκαν ως το όλον της απαιτήσεως της αναιρεσείουσας.

Το Εφετείο, που επιλήφθηκε ως δικαστήριο της παραπομπής, μετά την αναίρεση της 5482/1999 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, επί της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου και της αντεφέσεως της αναιρεσείουσας δέχθηκε την έφεση και απέρριψε την ένδικη αγωγή. Ειδικότερα για το διάστημα από 1-1-1989 μέχρι 31-12-1993, για το οποίο με τις παραπάνω προηγούμενες αγωγές είχαν ζητηθεί και επιδικαστεί διαφορές αποδοχών με βάση το ημερομίσθιο ασφαλείας εργατοτεχνίτη εκ 645 δραχμών, η αγωγή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω του προκύπτοντος δεδικασμένου από τις παραπάνω αποφάσεις ως προς το ύψος του νόμιμου ημερομισθίου της αναιρεσείουσας κατά το διάστημα αυτό, πράγμα που αποκλείει τη διεκδίκηση με την ένδικη αγωγή διαφοράς αποδοχών με βάση ημερομίσθιο ασφαλείας μεγαλύτερο εκείνου που τελεσίδικα κρίθηκε.

Για το διάστημα από 1-1-94 μέχρι 31-3-1994 το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, ως μη νόμιμη, καθόσον κατά το διάστημα αυτό ίσχυε η από 21-3-94 ΕΓΣΣΕ με την οποία μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς που ίσχυε για τις αξιώσεις που κρίθηκαν με τις παραπάνω τελεσίδικες αποφάσεις, με συνέπεια να μη παράγεται δεδικασμένο από τις αποφάσεις αυτές σε σχέση με την ένδικη αξίωση για το παραπάνω χρονικό διάστημα.

Μη υπάρχοντος όμως δεδικασμένου ως προς το δικαίωμα της αναιρεσείουσας να αμείβεται με βάση το προϊσχύον νομικό καθεστώς, η τελευταία δεν δικαιούται τις αιτούμενες μισθολογικές διαφορές, αφού κατά το άρθρο 3 παρ.1 της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ που ισχύει από 1-7-1988 καταργήθηκαν όλα τα αιτούμενα επιδόματα του προηγούμενου μισθολογικού καθεστώτος και οι αποδοχές της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται εφεξής από τις διατάξεις του Ν.1505/84 όπως τροποποιήθηκε με το Ν.1810/1988 για το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως, καθόσον η διάταξη του άρθρου 9 της παραπάνω ΕΣΣΕ έχει την έννοια ότι οι απασχολούμενοι στα νοσοκομεία διατηρούν τις τυχόν υπέρτερες αποδοχές του παλαιού καθεστώτος για όσο χρόνο οι αποδοχές αυτές θα εξακολουθούν να είναι υπέρτερες και δεν έχει την έννοια ότι εξακολουθεί το παλαιό νομικό καθεστώς αμοιβής των εργαζομένων στα νοσοκομεία.

Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψεως το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι υπήρχε δεδικασμένο ως προς το ύψος των αιτηθέντων ως όλον και επιδικασθέντων ημερομισθίων που εμπόδιζε την διεκδίκηση και άλλων επιπλέον μισθολογικών διαφορών για το ίδιο χρονικό διάστημα, ως επίσης ορθά το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν υπήρχε δεδικασμένο σχετικά με τις αξιώσεις του περαιτέρω χρονικού διαστήματος, αφού κατά το διάστημα αυτό υπήρξε αλλαγή του νομικού καθεστώτος.

Επομένως οι τρίτος και τέταρτος λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στην ουσία τους. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως αληθώς από τον αριθ.1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλει την αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρ. 20 παρ.1, 22 παρ.1, 28 παρ.1α του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δια της δοθείσας από το Εφετείο ερμηνείας στις διατάξεις των άρθρ. 321, 322 και 324 ΚΠολΔ και την εντεύθεν απόρριψη των με την ένδικη αγωγή ασκηθεισών αξιώσεών της.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον οι παραπάνω διατάξεις εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας και συνακολούθως το δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη δίκη, και αμεροληψία, με την έννοια της ουδετερότητας, του δικαστηρίου και επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, δεν θίγονται από την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων του Κωδ.

Πολ. Δικονομίας σχετικά με τη θετική και αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου, αφού δεν παρεμποδίζουν τη δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια, ούτε καταργούν περιουσιακές αξιώσεις. Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε εξ ολοκλήρου η αγωγή και για τα χρονικά διαστήματα για τα οποία δεν είχε ασκηθεί προηγούμενη αγωγή, ενώ, με βάση το δεδικασμένο ως προς το ύψος του βασικού ημερομισθίου της αναιρεσείουσας σε 645 δραχμές, θα έπρεπε το Εφετείο να δεχθεί εν μέρει την αγωγή για τα εν λόγω χρονικά διαστήματα υπολογίζοντας την προκύπτουσα διαφορά των αποδοχών με βάση το παραπάνω ημερομίσθιο και τα λοιπά επιδόματα του μισθολογικού καθεστώτος της ΔΑ 42/1981.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, δεν περιείχετο σ' αυτήν βάση ερειδόμενη στο προκύπτον δεδικασμένο από τελεσίδικες αποφάσεις που είχαν επιδικάσει στην αναιρεσείουσα για προηγούμενα διαστήματα διαφοράς αποδοχών με βάση υπολογισμού το ημερομίσθιο ασφαλείας εργατοτεχνίτη εκ 645 δραχμών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.7.2004 αίτηση της ...... για αναίρεση της 9276/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ