Legislator Case Law & Legislation
1541/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against lower court costs ruling, remanding case for further examination.

Case Number 1541/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the additional appeal filed by the defendant and the intervening bar association but granted the appellant's request to partially overturn the lower court's costs decision. The appellant argued that the first-instance court incorrectly allocated litigation expenses, while the lower court had ruled against them. The court found merit in the appellant's specific arguments regarding certain cost items, leading to the annulment of the lower judgment and remittal of the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a lower court's decision on litigation costs if specific items are found erroneous, remitting the case for further examination while awarding partial costs to the successful party.

Keywords

AI generated
litigation costs allocation partial annulment of judgment remittal for further proceedings appeal against costs ruling litigation expenses burden

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 para. 3 sec. b of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1541 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1541/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:

Α. Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εμπορικής και βιοτεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΑΕΒΕ, μετάλλων - πλαστικών", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κακαβέλα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 7-1-2020, οι οποίες υπογράφονται και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πελέκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις στις 21-6-2020.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Και

Β. Του αναιρεσείοντος: 1.Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε για τον εαυτό του με την ιδιότητα του δικηγόρου, με δήλωση του 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις 23-9-2020

Των αναιρεσιβλήτων: 1)ανώνυμης εμπορικής και βιοτεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΑΕΒΕ, μετάλλων - πλαστικών", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)Κ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 3)Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 4)Δ., το γένος Γ. Β., συζύγου Γ. Π., κατοίκου ..., 5)Σ. Π. του Θ., συζύγου Κ. Π., κατοίκου ..., και 6)Ε. Π. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιος δικηγόρο τους Νικόλαο Κακαβέλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 8-9-2020, οι οποίες υπογράφονται και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πελέκη.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Ταρπινίδη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-12-2012 αγωγή με αριθμό κατάθεσης 115/2013 του Σ. Μ. (ήδη Α. αναιρεσιβλήτου και Β. αναιρεσείοντος), την με αριθμό κατάθεσης 4305/15-2-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή της Ε. Π. (ήδη έκτης Β αναιρεσίβλητης), την με αριθμό κατάθεσης 4310/15-2-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη Κ. Π. (ήδη δεύτερου αναιρεσιβλήτου), την με αριθμό κατάθεσης 4311/15-2-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη Γ.

Π. (ήδη τρίτου αναιρεσιβλήτου), που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν με την διά των προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14925/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 168/2017 μη οριστική και 518/2019 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η Α. αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 5-3-2019 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε, μετ' αναβολή, κατά τη δικάσιμο της 29ης-9-2020, χωρίς να εκδοθεί απόφαση και ο Β. αναιρεσείων με την από 7-10-2019 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 29ης-9-2020, χωρίς να εκδοθεί απόφαση.

Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και τις με αριθμούς 345/2023 και 348/2023 πράξεις του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

των παραπάνω αιτήσεων αναιρέσεως αντίστοιχα. Το προσθέτως παρεμβαίνον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης" ζήτησε όσα αναφέρονται στην από 14-9-2020 (με αριθμό κατάθεσης 19/2020) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Α. αναιρεσιβλήτου και στην από 17-9-2020 (με αριθμό κατάθεσης 18/2020) πρόσθετη παρέμβαση υπέρ του Β.

αναιρεσείοντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησε να γίνουν δεκτές οι πρόσθετες παρεμβάσεις, να απορριφθεί η Α. από 5-3-2019 αίτηση αναίρεσης, να γίνει δεκτή η Β. από 7-10-2019 αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αντίδικοι του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ139/2024,32/2023, 936/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τις από 14 Νοεμβρίου 2023 υπ' αριθμ. 345/2023 και 348/ 2023 πράξεις του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση των από 5.3.2019 (αριθμ.

καταθ. 814/102/12.3.2019) και από 7.10.2019 (αριθμ. καταθ. 2896/326/10.10.2019), αντίστοιχα, αιτήσεων αναίρεσης, καθόσον από τη συζήτηση αυτών στη δικάσιμο στις 29.9.2020, παρήλθε ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς να εκδοθεί απόφαση επί των ως άνω αναιρέσεων από την ορισθείσα ως Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτη Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, ήδη συνταξιοδοτηθείσα από την Υπηρεσία.

Φέρονται για συζήτηση οι υπό στοιχεία (Α) και (Β), από 5.3.2019 (αριθμ. καταθ. 814/102/12.3.2019) και από 7.10.2019 (αριθμ. καταθ. 2896/326/10.10.2019), αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης, κατά της υπ' αριθμ. 518/25.2.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρο 677 επ.

ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015). Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να ενωθούν και συνεκδικαστούν, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, το οποίο, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, καθόσον στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, με τη συνεκδίκασή τους δε, διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2024, 367/2020).

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθμ. 5 (διαφορές από αμοιβές). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 5.3.2019 και με αριθμ. κατάθ. 814/102/12.3.2019 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 518/25.2.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο διαφορά από αμοιβή για την παροχή εργασίας δικηγόρου μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθμ. .../2019 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά, όμως, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, 1579/2021, 484/2019).

Με την από 5.3.2019 και με αριθμό κατάθ. 814/102/12.3.2019 αίτηση αναίρεσης και με την από 7.10.2019 και με αριθμό καταθ. 2896/326/10.10.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας με αριθμ. 518/25.2.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία:

Α) η από 2.10.2014 και με αριθμ. 3835/2.10.2014 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Σ. Μ., απορρίφθηκε τυπικά ως προς τους 2ο έως και 6η των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων και έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία ως προς την 1η εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα - 1η αναιρεσίβλητη και Β) η από 9.9.2014 και με αριθμό κατάθ. 3492/10.9.2014 έφεση της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας - 1ης αναιρεσίβλητης και των 2ου έως και 6ης των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 14925/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η με αριθμό κατάθ. 115/3.1.2013 αγωγή και είχαν υποχρεωθεί όλοι οι εναγόμενοι, ως ευθυνόμενοι εις ολόκληρον να καταβάλουν στον ενάγοντα, δικηγόρο, το ποσό των 70.443,50 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ποσοστού 23% και επιπλέον η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των 73.326,86 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 23%, με το νόμιμο τόκο, απορρίφθηκε κατ' ουσία η αγωγή ως προς τους 2ο έως και 6η των εναγομένων [αναιρεσιβλήτων] και έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία ως προς την 1η εναγομένη [αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη] και υποχρεώθηκε η τελευταία να καταβάλει το συνολικό ποσό των 116.621,23 ευρώ στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα - αναιρεσίβλητο.

Οι αιτήσεις αναίρεσης έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα καθ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και ασκήθηκαν εντός της προβλεπόμενης καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 80, 81, 82, 83 και 215 του ΚΠολΔ προκύπτουν τα εξής: Αν σε δίκη, που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος από τους κύριους διαδίκους, έχει δικαίωμα μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης να ασκήσει απλή πρόσθετη παρέμβαση για να τον υποστηρίξει. Εκούσια απλή πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, ασκείται δε κατά τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους κύριους διαδίκους.

Ο προσθέτως παρεμβαίνων στην αναιρετική διαδικασία, περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή την αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κύριων διαδίκων (ΑΠ 30/2022, 164/2021, 1741/2012). Η έλλειψη εννόμου συμφέροντος καθιστά την πρόσθετη παρέμβαση απαράδεκτη και απορριπτέα (ΟλΑΠ 3/2021, 28/2007, 13/2006, 8/1998, 9/1998, ΑΠ 557/2021).

Εξάλλου, το άρθρο 90 στοιχείο (ζ) του ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α' 208/27.9.2013) νέος "Κώδικας Δικηγόρων" (Κ.Δ.) - με ισχύ του άρθρου αυτού από 27.9.2013 [άρθρο 166 παρ. 3 νέου Κ.Δ.] - ορίζει ότι: "Στους Δικηγορικούς Συλλόγους ανήκει:... (ζ). - Η άσκηση παρεμβάσεων, ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος.

Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας, ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιοδήποτε διεθνές δικαστήριο.

Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου". Από τη διάταξη αυτή, σε αντιπαραβολή προς τη διάταξη του άρθρου 622 αριθμός 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2016, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23.7.2015), που ορίζει ότι αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρεμβαίνουν μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις, που αποτελούν την ένωση - διάταξη, που αναφέρεται, ειδικά και περιορισμένα, σε δίκες εργατικών διαφορών (ΟλΑΠ 13/2006) - συνάγεται ότι οι δικηγορικοί σύλλογοι έχουν έννομο συμφέρον να παρέμβουν προσθέτως για όλα τα πιο πάνω ζητήματα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου σε εκκρεμή δίκη στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης ενδιαφέρει τα μέλη του (ή κατηγορία μελών του) ή γενικότερα το δικηγορικό σώμα (ΑΠ 557/2021, 681/2017, 1147/2015), όχι, όμως και στις περιπτώσεις, που το αντικείμενο της δίκης δεν αφορά ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, αλλά πρόκειται για προσωπική υπόθεση μέλους του δικηγορικού συλλόγου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις, υπό τις οποίες ο δικηγόρος παρείχε τις υπηρεσίες του (ΑΠ 1307/2022, 557/2021).

Με την από 14.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης ΠΠ19/21.9.2020 πρόσθετη παρέμβαση, όσον αφορά την υπό στοιχεία (Α) αναίρεση και την από 17.9.2020 και με αριθμό κατάθεσης ΠΠ 18/21.9.2020 πρόσθετη παρέμβαση, όσον αφορά την υπό στοιχεία (Β) αναίρεση, το προσθέτως υπέρ του αναιρεσιβλήτου και υπέρ του αναιρεσείοντος [Σ. Μ.], αντίστοιχα, παρεμβαίνον ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης" εκθέτει ότι ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος είναι μέλος του και ότι υποστηρίζει τους λόγους αναίρεσης, προκειμένου αυτή να γίνει δεκτή. Επικαλείται δε, προς στοιχειοθέτηση του εννόμου συμφέροντος αυτού για την άσκηση των ενδίκων προσθέτων παρεμβάσεων, τις επιπτώσεις που θα έχει σε αυτό και σε όλα τα μέλη του η έκβαση της δίκης που αφορά σε απαιτήσεις του υπέρ ου - αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος δικηγόρου σε βάρος της καθ' ης - αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας εντολέα του [ανώνυμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π.

ΑΕΒΕ, μετάλλων - πλαστικών"] και των λοιπών αναιρεσιβλήτων εντολέων του για καταβολή δικηγορικής αμοιβής και τη συμβολή του στη διάπλαση της νομολογίας που θα προκύψει από το αιτιολογικό της εκδοθησόμενης απόφασης στην έκβαση μελλοντικών δικών, όπου θα ανακύψουν τα ίδια ερμηνευτικά προβλήματα. Ενόψει, όμως, του αντικειμένου της ένδικης διαφοράς, που αφορά προσωπική υπόθεση του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος δικηγόρου, η έκβαση της οποίας εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η ανάθεση της εντολής προς αυτόν, δεν εισάγεται προς έρευνα ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου, που να αφορά γενικότερα τα μέλη του προσθέτως παρεμβαίνοντος ή κατηγορία μελών του, ή το δικηγορικό σώμα.

Επομένως και κατά τα γενόμενα δεκτά στην προηγηθείσα νομική σκέψη, οι πρόσθετες παρεμβάσεις πρέπει, αφού συνεκδικασθούν με τις ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, να απορριφθούν ως απαράδεκτες. Τα δικαστικά έξοδα του προσθέτως παρεμβαίνοντος και των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων καθότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, αναφορικά με την δυνατότητα των δικηγορικών συλλόγων να παρεμβαίνουν προσθέτως σε δίκες των μελών τους με τους εντολείς αυτών (πρβλ.

ΑΠ 681/2017), υπήρξε ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 ΚΠολΔ). Από την επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της ένδικης από 31 Δεκεμβρίου 2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. 115/2013) αγωγής και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι: Με την ως άνω αγωγή του, όπως διαμορφώθηκε μετά την νομότυπη, κατά την πρωτοβάθμια διαδικασία, παραίτηση του ενάγοντος από το υπό στοιχείο Α1.14 αγωγικό κονδύλιο, ο ενάγων [αναιρεσίβλητος - αναιρεσείων] Σ.

Μ., δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης και διορισμένος στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ιστορούσε ότι η πρώτη εναγόμενη, ανώνυμη εμπορική και βιομηχανική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΑΕΒΕ, μετάλλων - πλαστικών" [αναιρεσείουσα - 1η αναιρεσίβλητη], με την οποία είχε συνεργασία από το έτος 2006, του ανέθεσε, κατά το διάστημα από το έτος 2007 έως την ανάκληση της εντολής την 23.10.2012, ως εντολέας, την εκπροσώπησή της για την άσκηση δικηγορικών ενεργειών για λογαριασμό της, είτε δικαστικών, είτε εξώδικων.

Ότι: Α) η εντολή αφορούσε τη σύνταξη και κατάθεση των αναφερόμενων ειδικώς δικογράφων (προτάσεις σε δίκες πρώτου και δεύτερου βαθμού, ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση, αναίρεση, ανακοπές, αγωγές) και τη σύνταξη εξωδίκων, που αφορούσαν την αντιδικία της με την εταιρεία "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ" και τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής Γ.

Μ. και περιγράφονται αναλυτικά στην αγωγή υπό τα στοιχεία Α1.1 έως Α.1.13 και Α1.15. Ότι πέραν της εταιρείας - πρώτης εναγόμενης, οι λοιποί 2ος έως και 6η των εναγομένων [αναιρεσιβλήτων], μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, του έδωσαν αυτοτελώς και οι ίδιοι εντολή για την άσκηση των υπό στοιχεία Α1.1, Α1.2, Α1.3 και Α1.4 δικογράφων, οπότε ευθύνονται και οι ίδιοι ως εντολείς του για την καταβολή της ελάχιστης, νόμιμης με βάση τον τότε ισχύοντα Κώδικα Δικηγόρων - ΝΔ 3026/1954 αμοιβής του για τις τρεις πρώτες ενέργειες και για τη συμφωνημένη για την τέταρτη ενέργεια αμοιβή του, αλληλεγγύως και σε ολόκληρον με την επίσης εντολέα του - πρώτη εναγόμενη, η δε αμοιβή του ανέρχεται, κατά τους ειδικότερους προσδιορισμούς του και ανάλογα με το αντικείμενο της δίκης, στο συνολικό ποσό των 70.443,50 ευρώ πλέον ΦΠΑ - ποσοστού 23%.

Ότι ειδικώς για τη σύνταξη και κατάθεση της 30979/2010 αγωγής της εντολέως του εταιρείας κατά της ίδιας αντιδίκου της εταιρείας "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ", ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο αποζημίωση ύψους 112.160 ευρώ, όπως αυτό προσδιορίστηκε με σαφή εντολή της εντολέως του, τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων κατά τη συζήτησή της (κονδύλιο Α1.11 της αγωγής), καθώς και για τη σύνταξη και κατάθεση της 31150/2012 αγωγής της επίσης κατά της εταιρείας "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ" και του μέλους της Γ.

Μ., ενώπιον επίσης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο αποζημίωση εξ αδικοπραξίας ποσού 2.086.147,08 ευρώ, το οποίο προσδιορίστηκε στο ύψος αυτό μετά από σαφή εντολή της εντολέως του (κονδύλιο Α1.12 της αγωγής), είχε καταρτισθεί, μετά από διαπραγματεύσεως, μεταξύ του ίδιου και της εντολέως του εταιρείας έγκυρη προφορική συμφωνία εργολαβίας δίκης, ενώ συμφωνήθηκε αρχικά το σχετικό έγγραφο να υπογραφεί κατά τον χρόνο κατάθεσης των αγωγών και κατόπιν κατά τον χρόνο συζήτησής τους.

Ότι στα πλαίσια αυτής της εργολαβίας δίκης είχε εν τέλει προσδιοριστεί η αμοιβή του σε ποσοστό 20% επί του αντικειμένου της για την άσκηση της πρώτης αγωγής και των επ' αυτής προτάσεων και σε ποσοστό 10% επί του αντικειμένου της για την άσκηση της δεύτερης αγωγής, αμοιβή την οποία είχε συμφωνηθεί ότι θα λάμβανε μόνο σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης των αντίστοιχων δικών, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάμβανε κανένα ποσό.

Ότι στην ίδια προφορική συμφωνία είχε ρητά προβλεφθεί ότι το ίδιο ποσοστό επί του αιτούμενου με τις δύο αγωγές ποσού δικαιούνταν και σε περίπτωση συμβιβασμού της εντολέως του με τους αντιδίκους της, ακόμη και αν αυτός λάμβανε χώρα χωρίς τη σύμπραξή του και την έγγραφη συναίνεσή του. Ότι, κατά την κύρια βάση της αγωγής του, η ανάκληση της εντολής στις 23.12.2012 από την εντολέα του είναι, για τους λόγους που διαλαμβάνει στην αγωγή του, αδικαιολόγητη και ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε μεταξύ της τελευταίας και των αντιδίκων της ήταν επιτυχής και υπήρξε αποτέλεσμα των δικών του ενεργειών, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, οπότε δικαιούται τη συμφωνηθείσα διά της εργολαβίας δίκης αμοιβή του για τις ανωτέρω δύο αγωγές.

Ότι για τις ίδιες αυτές δύο αγωγές δικαιούται, κατά την επικουρική βάση της αγωγής του, τις ελάχιστες, νόμιμες, με βάση το αντικείμενό τους, αμοιβές του με βάση τον ίδιο τότε ισχύοντα Κώδικα Δικηγόρων - ΝΔ 3026/1954 (2% για τη σύνταξη των αγωγών και 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης εξ αυτών). Με βάση τα περιστατικά αυτά ζητούσε α) να υποχρεωθούν όλοι οι εναγόμενοι, αλληλεγγύως και εις ολόκληρο, να του καταβάλουν την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του κατά τον ως άνω Κώδικα Δικηγόρων, αφαιρουμένων των ειδικότερα αναφερόμενων ποσών που έλαβε, για τα υπό στοιχεία Α1.1, Α1.2, Α1.3 και Α1.4 δικόγραφα που συνέταξε και κατέθεσε, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 70.443,50 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ποσοστού 23%, β) να υποχρεωθεί επιπρόσθετα η πρώτη εναγόμενη να του καταβάλει για τις λοιπές Α1.5 έως Α1.10 και Α1.13 δικαστικές του ενέργειες την ελάχιστη, νόμιμη αμοιβή του, αφαιρουμένων των ειδικότερα αναφερόμενων ποσών που έλαβε, προσδιοριζόμενη κατά τον ίδιο Κώδικα Δικηγόρων, και για την Α1.15 ενέργειά του (σύνταξη και επίδοση τεσσάρων εξώδικων δηλώσεων) τη συμφωνημένη αμοιβή του, συνολικού ύψους 480 ευρώ (120 ευρώ x 4), όλα τα ποσά πλέον ΦΠΑ ποσοστού 23%, γ) να υποχρεωθεί επιπρόσθετα η πρώτη εναγόμενη να του καταβάλει για την Α1.11 δικαστική ενέργεια (σύνταξη και κατάθεση της 30979/2010 αγωγής της εντολέως του εταιρείας κατά της εταιρείας "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ" ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επ' αυτής) και για την Α1.12 δικαστική ενέργεια (σύνταξη και κατάθεση της 31150/2012 αγωγής κατά της εταιρείας αγωγής "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ" και του μέλους της Γ.

Μ.) κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής του τη συμφωνηθείσα αμοιβή του με βάση τη σχετική συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, κατά δε την επικουρική βάση της αγωγής του την ελάχιστη, νόμιμη αμοιβή του, όπως προβλέπεται από τον ανωτέρω Κώδικα Δικηγόρων (2% επί του αντικειμένου τους για τη σύνταξη και κατάθεση των αγωγών και 1% επί του αντικειμένου της πρώτης εξ αυτών για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επ' αυτής), αφαιρουμένων σε αμφότερες τις περιπτώσεις των ειδικότερα αναφερόμενων ποσών που έλαβε, Β) ότι κατ' εντολή της ίδιας εντολέως του ανώνυμης εταιρείας απασχολήθηκε, κατά το διάστημα από 26.11.2008 έως την αδικαιολόγητη ανάκληση της εντολής στις 23.10.2012, επί 422,5 ώρες εξωδικαστικά για την αντιδικία αυτής με την "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ" και το μέλος της Γ.

Μ., πραγματοποιώντας τις αναφερόμενες ειδικώς ενέργειες, οπότε δικαιούται αμοιβή 64 ευρώ για κάθε ώρα απασχόλησης, δικαιούμενος επομένως και αφού αφαιρεθούν τα συνολικά ποσά των 4.200 ευρώ που έλαβε για την αιτία αυτή, του συνολικού ποσό των 22.840 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% (κονδύλιο Α2 της αγωγής). Κατά την επικουρική δε βάση της αγωγής του ιστορούσε ότι δικαιούται το ίδιο ποσό ως προσαύξηση, κατά το άρθρο 98 του ίδιου Κώδικα Δικηγόρων, της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής που δικαιούται για τον χειρισμό της αντιδικίας της εντολέως του πρώτης εναγόμενης με την με την "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ" και το μέλος αυτής Γ.

Μ., ενόψει της πολυπλοκότητας των υποθέσεων, των ωρών απασχόλησής του, τη σπουδαιότητα της διαφοράς και την αντιμετώπιση δύσκολων νομικών και τεχνικών ζητημάτων κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, Γ) ότι κατ' εντολή της ίδιας εντολέως του ανώνυμης εταιρείας - πρώτης εναγόμενης προέβη στις ειδικά αναφερόμενες δικαστικές ενέργειες (άσκηση αγωγών, σύνταξη προτάσεων, σύνταξη ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνώρισης χρέους), εναντίον τρίτων οφειλετών της, για τις οποίες, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που για κάθε αιτία έλαβε, δικαιούται τις ελάχιστες νόμιμες, προβλεπόμενες από τον ίδιο Κώδικα Δικηγόρων, αμοιβές του, πλέον ΦΠΑ 23%, ενώ προέβη και στην έκδοση κατά οφειλετών της διαταγών πληρωμής με τη συμφωνία η αμοιβή του, ενόψει του ότι προχωρούσε και σε έλεγχο της περιουσιακής κατάστασής τους, να προσδιορίζεται σε ποσοστό επί του χρηματικού κεφαλαίου της απαίτησης για την οποία η κάθε διαταγή πληρωμής και να ενσωματώνεται υπό τον όρο "νομική συμβουλή" στην αντίστοιχη με κάθε διαταγής πληρωμής επιταγή προς εκτέλεση, με αποτέλεσμα να δικαιούται τα ειδικότερα για κάθε αιτία ποσά (κονδύλια υπό στοιχείο Β στην αγωγή) και συνολικά, αφού αφαιρεθούν τα ποσά που αντιστοίχως έλαβε, το ποσό των 25.084,51 ευρώ, πλέον ΦΠΑ ποσοστού 23% και Δ) ότι για τη συμμετοχή του, όπως αυτή ειδικότερα περιγράφεται, για την πώληση, με αντίστοιχη σύμβαση που υπογράφηκε τον Ιούλιο του 2009, του αναφερόμενου υποκαταστήματος της εντολέως του πρώτης εναγόμενης στην εταιρεία "ΕΛΒΙΑΛ ΑΕ", δικαιούται τη συμφωνημένη αμοιβή του που ανέρχεται σε ποσοστό 1% επί του επιτευχθέντος τιμήματος του 1.223.469,81 ευρώ, με αποτέλεσμα για την αιτία αυτή να δικαιούται το ποσό των 12.234,70 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23% (κονδύλιο υπό στοιχείο Γ στην αγωγή).

Ότι πάντοτε ενημέρωνε τους αντιδίκους του για τις νόμιμες και συμφωνημένες αμοιβές του, καθώς και για τα σχετικά έξοδα του, τα οποία είτε του κατέβαλαν προκαταβολικά είτε μετά από προσκόμιση εκ μέρους του καταλόγου εξόδων, καθώς και ότι συχνότατα, ενόψει της ομαλής συνεργασίας τους, τους χορηγούσε πίστωση χρόνου για την εξόφληση κυρίως των αμοιβών του, αλλά και των εξόδων, και εν τέλει μέχρι και την τελεσιδικία των σχετικών δικών, ενώ οι ωριαίες αμοιβές του θα του καταβάλλονταν τμηματικά και σε βάθος χρόνου προς ταμειακή διευκόλυνση της εντολέως του εταιρείας (πρώτης εναγόμενης).

Με βάση τα περιστατικά αυτά, και αφού νομότυπα κατά την πρωτόδικη διαδικασία περιόρισε εν μέρει το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, ο ενάγων ζητούσε να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία να του καταβάλλει το συνολικό, συμπεριλαμβανόμενου και του ΦΠΑ 23%, ποσό των 272.168 ευρώ, αλληλεγγύως και σε ολόκληρον με τους 2ο έως και 6η των εναγομένων ως προς τμήμα του ποσού αυτού ύψους 86.645,50 ευρώ (70.443,50 + ΦΠΑ 16.202), νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της πρώτης εναγόμενης να του καταβάλει επιπλέον το συνολικό, συμπεριλαμβανόμενου και του ΦΠΑ 23%, ποσό των 230.365,42 ευρώ, νομιμότοκα από τον ίδιο χρόνο και, τέλος, να καταδικαστούν οι αντίδικοί του στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξέδωσε τη με αριθμό 14925/2014 οριστική του απόφαση, με την οποία σε σχέση με την (κύρια) αγωγή, που αφορά την έκκλητη δίκη, 1) απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν, το κύριο και επικουρικό αίτημα του ενάγοντος να λάβει δικηγορική αμοιβή, είτε με βάση την επικαλούμενη εργολαβία δίκης, για την οποία δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε, είτε ως ελάχιστη νόμιμη αμοιβή με βάση το ΝΔ 3026/1954 - Κώδικας Δικηγόρων, για τη σύνταξη και κατάθεση της 30979/2010 αγωγής της εντολέως του εταιρείας κατά της αντιδίκου της εταιρείας "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ", ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο αποζημίωση ύψους 112.160 ευρώ, τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων κατά τη συζήτησή της (κονδύλιο Α1.11 της αγωγής), καθώς και για τη σύνταξη και κατάθεση της 31150/2012 αγωγής της εντολέως του επίσης κατά της εταιρείας "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ" και του μέλους της Γ.

Μ., ενώπιον επίσης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αντικείμενο αποζημίωση εξ αδικοπραξίας ποσού 2.086.147,08 ευρώ (κονδύλιο Α1.12 της αγωγής), 2) απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα του ενάγοντος να λάβει αμοιβή ποσού 22.840 ευρώ (πλέον ΦΠΑ 23%) για τις φερόμενες ώρες της εξωδικαστικής του απασχόλησης στα πλαίσια της αντιδικίας της εντολέως του με την "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ" και το μέλος της Γ.

Μ., καθώς και την επικουρική βάση του ίδιου αιτήματος, κατά το οποίο αιτούνταν να λάβει το ίδιο ποσό ως επαύξηση αμοιβής του κατά το άρθρο 98 του ίδιου ως άνω Κώδικα Δικηγόρων - ΝΔ 3026/1954, για τη δικαστική διαχείριση της αντιδικίας της εντολέως του με τους παραπάνω αντιδίκους της (κονδύλιο Α2 της αγωγής), 3) απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα του ενάγοντος να λάβει ως συμφωνημένη αμοιβή του για την επικαλούμενη συμμετοχή του στην κατάρτιση της σύμβασης πώλησης, τον Ιούλιο του 2009, του αναφερόμενου υποκαταστήματος της εντολέως του ανώνυμης εταιρείας, ποσού 12.234,70 ευρώ πλέον ΦΠΑ ποσοστού 23% (κονδύλιο υπό στοιχείο Γ στην αγωγή) και 4) δέχθηκε μερικά την αγωγή, κατά τα λοιπά της αιτήματα και δη για τα κονδύλια Α1.1 έως Α1.10, Α1.13, Α1.15 και Β, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και επιδίκασε τις αιτούμενες αμοιβές του ενάγοντος (είτε τις ελάχιστες νόμιμες αμοιβές σύμφωνα με τον ισχύοντα τότε Κώδικα Δικηγόρων - ΝΔ 3026/1954, είτε τις συμφωνημένες αμοιβές για όσες ενέργειες δέχθηκε ότι υπήρχε ειδική συμφωνία), περιλαμβανομένου του από 23% ΦΠΑ, υποχρεώνοντας όλους τους εναγόμενους, ως εντολείς του, να του καταβάλουν, αλληλεγγύως και σε ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 86.645,50 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, και επιπρόσθετα την 1η εναγόμεvη ανώνυμη εταιρεία να του καταβάλει και το ποσό των 90.194,497 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Μετά από άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκ μέρους των διαδίκων, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε Α) απορρίφθηκε η με αριθμ. κατάθ. 3835/2.10.2014 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου και Β) έγινε δεκτή η με αριθμό κατάθ. 3492/10.9.2014 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η με αριθμό κατάθ. 115/3.1.2013 αγωγή α) απορρίφθηκε κατ' ουσία ως προς τους 2ο έως και 6η των αναιρεσιβλήτων και β) έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσία ως προς την 1η αναιρεσίβλητη [1η εναγομένη], υποχρεώνοντας αυτή να καταβάλλει στον αναιρεσείοντα δικηγόρο [ενάγοντα]το ποσόν των 116.621,23 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92 και 98 του ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. Δ/μα 3026/1954), κατά τον επίδικο χρόνο, κατά τον οποίο έλαβαν χώρα οι επικαλούμενες στην αγωγή ενέργειες του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου δικηγόρου (ΑΠ 1114/2023) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ. και 713 επόμ.

του ΑΚ συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υποθέσεων του τελευταίου έχει τον χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία (ΑΠ 321/2017, 939/2013, 476/2007).

Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του, εάν δε δεν υπάρχει ειδική συμφωνία ως προς την αμοιβή, αυτή καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθρα 99 επ. του ως άνω Κώδικα ελάχιστα όρια (ΑΠ 1266/2018).

Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του άνω Ν.Δ/τος 3026/1954 ορίζεται ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 αυτού, όπως αυτή ίσχυσε μετά την προσθήκη του εδ.

β' με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, και πριν την αντικατάστασή της εκ νέου με το άρθρο 5 παρ.6α του Ν. 3919/2011(ΦΕΚ Α 32/2.3.2011) ισχύοντος κατ' άρθρο 10 παρ.2 αυτού τέσσερις (4) μήνες από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ότι η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες και ότι σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ.

του ως άνω Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο της σύναψής της και με τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανόμενο κατά την κρίση του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και των εν γένει δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνο στην προστασία του δικηγόρου ως εργαζομένου αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται ότι η αμοιβή του δικηγόρου ως άμισθου δημόσιου λειτουργού, που έχει την αντιπροσώπευση και υπεράσπιση του εντολέα του ενώπιον των δικαστηρίων και κάθε αρχής, κανονίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου του, η οποία μπορεί να αφορά μία μόνο κατ' ιδίαν πράξη ή το σύνολο των πράξεων που αφορούν συγκεκριμένη υπόθεση, ενώ σε καμμία περίπτωση δεν επιτρέπεται αυτή να υπολείπεται των ελαχίστων νομίμων ορίων, η δε περί του αντιθέτου καταρτισθείσα συμφωνία (πριν το Ν. 3919/2011) ανεξαρτήτως του χρόνου κατάρτισης αυτής είναι άκυρη κατ' άρθρα 174 και 180 ΑΚ (ΑΠ 721/2022, 626/2020, 170/2016).

Υπόχρεος προς πληρωμή της αμοιβής του δικηγόρου είναι κατά το άρθρο 91 παρ.1 του Κώδικα περί Δικηγόρων εκείνος που έδωσε την εντολή προς διεξαγωγή ή υπεράσπιση της υπόθεσης, την οποίας αφορά η αμοιβή και όχι ο κύριος της υπόθεσης, εάν αυτός δεν είναι εντολέας (ΑΠ 170/2016, 917/2013, 140/2007). Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 167 ίδιου Κώδικα, προβλέπεται η αμοιβή του δικηγόρου όταν οι πράξεις ή εργασίες έγιναν ύστερα από εντολή περισσοτέρων του ενός εντολέων, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 168 αυτού, καθιερώνεται η εις ολόκληρον υποχρέωση των εντολέων για την πληρωμή της αμοιβής, εφαρμόζονται δε οι διατάξεις αυτές, όταν πρόκειται για από κοινού εντολή που αφορά την ίδια κοινή υπόθεση των περισσοτέρων εντολέων (ΑΠ 598/2017, 214/2015, 957/2014).

Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.

Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αρκούσας της επέλευσης δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, κατώτερο όμως του προβλεπομένου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 8/2001,10/2012).

Η παραπάνω διάταξη που έχει έντονο το χαρακτήρα δημοσίας τάξης εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες επίσης δημοσίας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98, 100 επ.

του κώδικα περί δικηγόρων (ΟλΑΠ 10/2012, 33 και 34/2005). Και ναι μεν σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη η τυχόν συμφωνία του δικηγόρου με τον εντολέα για τη λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επ. του κώδικα περί δικηγόρων (με τη μορφή της αφέσεως χρέους ή της παραιτήσεως κλπ.) είναι άκυρη.

Όμως η αφορμή ή οι συνθήκες με τις οποίες έγινε τυχόν παραίτηση του δικηγόρου από απαιτήσεις του για δικηγορική αμοιβή κλπ. μπορούν ν' ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντιθέσεως της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού ανεξάρτητα από την ακυρότητα της παραιτήσεως η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 683/2022, 574/2018, 1512/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 683/2022, 109/2020).

Και κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, πράγμα που συμβαίνει όταν στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ. 1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς (ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006, 24/1992).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 9/2016, 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 14/2022, 1372/2021, 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, 12/1991, ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, 153/2019).

Α) Επί της από 5.3.2019 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εμπορικής και βιοτεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΑΕΒΕ": Με τον πρώτο λόγο της από 5.3.2019 αναίρεσης της αναιρεσείουσας ανώνυμης εμπορικής και βιοτεχνικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΑΕΒΕ, μετάλλων-πλαστικών" από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ [αληθώς και από τον αριθμό 19], η αναιρεσείουσα αποδίδει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι η διεκδίκηση της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του αναιρεσίβλητου δικηγόρου για τις δικηγορικές ενέργειες στις οποίες προέβη δεν καθίσταται καταχρηστική, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ και επιπλέον διέλαβε στην κρίση του αυτή αντιφατική αιτιολογία.

Επ' αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: ".... δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του ενάγοντος και της εντολέως του να λαμβάνει αμοιβές για τις δικηγορικές του υπηρεσίες κατώτερες των ελάχιστων νομίμων αμοιβών του που προβλέπονταν από τον τότε Κώδικα Δικηγόρων, ούτε να αμείβεται μόνο με τα ποσά των αποδείξεων που χορηγούσε, αφού σε όλα εξ αυτών αναφέρεται ότι τα εν λόγω ποσά αφορούν τα γραμμάτια προείσπραξης που εκδίδει ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, στις περισσότερες δε εξ αυτών αναφέρεται και το ίδιο το γραμμάτιο είσπραξης, και μόνο στην 195/2009 απόδειξη, ποσού 5.000 ευρώ, αναφέρεται ότι αφορά νομική συμβουλή για την αντιδικία με την "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ".

Περαιτέρω, όπως κατέθεσαν τόσο η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυράς του αλλά και ο ενόρκως εξετασθείς Δ. Σ., πάντοτε ο ενάγων ενημέρωνε την αντίδικό του για το ύψος των νομίμων αμοιβών, πάντοτε την οχλούσε προς καταβολή και αυτή πάντοτε τον καθησύχαζε μεταθέτοντας τον χρόνο καταβολής των αμοιβών σε μεταγενέστερο χρόνο, γεγονός που δεχόταν ο ενάγων, δίνοντας έτσι πίστωση χρόνου. Το γεγονός ότι ζητούσε τις νόμιμες αμοιβές του παραδέχεται και εμμέσως η πρώτη εναγόμενη στις πρωτοβάθμιες προτάσεις της, αφού δέχεται ότι ο εντολοδόχος της "είτε προφορικά είτε με έγγραφα προς την από εμάς ΑΕΒΕ επεδίωξε να πετύχει να καταβάλλονται οι αμοιβές του με βάση ποσοστό 2%" και ότι η ίδια ουδέποτε συμφώνησε σ' αυτό, δεχόμενη επομένως ότι ο αντίδικός της επεδίωκε, έστω και ανεπιτυχώς, να λάβει τη νόμιμη αμοιβή του.

Εξάλλου, σε δυο ηλεκτρονικά αρχεία σε μορφή xlsx που δημιούργησε ο ενάγων στις 21.9.2009 και 29.7.2010, αφορούσαν την παροχή των δικηγορικών του υπηρεσιών και τα παρέδωσε στην εντολέα του, αναγραφόταν ότι στα αναφερόμενα ποσά, που αφορούσαν έξοδα, δεν περιλαμβάνονται οι δικαστικές του ενέργειες για την ανωτέρω 11082/2009 Διαταγή πληρωμής που η "ΑΛΟΥΜΙΛ ΑΕ" είχε εκδώσει ούτε και για τις αγωγές που αυτή είχε ασκήσει σε βάρος της εντολέως του, τα οποία, όπως αναγράφεται στα έγγραφα, οι διάδικοι "έθεσαν" να πληρωθούν αργότερα.

Το θέμα της μη λήψης του συνόλου της αμοιβής του έθετε και στο από 8.1.2010 mail (που) απέστειλε στην εντολέα του, όπου μιλά για 9.000 ευρώ αμοιβές "εκτός Μ." και θέτει και το ζήτημα της πρόσληψής του με παγία αντιμισθία, ότι χρήζει εκ νέου συζήτησης, με δεδομένο, όπως αναφέρεται, ότι πολλά δικαστήρια θα ενέπιπταν εντός των ετών 2010 και 2011.

Από τα γεγονότα αυτά προκύπτει με πλήρη σαφήνεια ότι ουδέποτε ο ενάγων παραιτήθηκε, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, από τη λήψη των νομίμων αμοιβών του, ότι η εντολέας του τελούσε σε γνώση ότι τα παντελώς ελάχιστα, σε σχέση με τα αντικείμενα των δικών, καταβληθέντα από την ίδια ποσά σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίνονταν στις νόμιμες αμοιβές του και ότι πάντα οχλούσε για τη λήψη τους, εισπράττοντας διαβεβαιώσεις για εν ευθέτω χρόνω καταβολή τους.

Τη δε αγωγή του άσκησε ο ενάγων αμέσως μετά τη λήξη της συνεργασίας τους, που κράτησε περίπου 6 έτη, χωρίς να είναι δυνατόν να απαιτηθεί η άσκησή της κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, αφού αυτή συνεχιζόταν απρόσκοπτα με μόνο μελανό σημείο τη χρονική μετάθεση της καταβολής τμήματος των αμοιβών του και ο ίδιος, ως νέος δικηγόρος (είχε διοριστεί μόλις το 2005) επιθυμούσε τη συνέχιση της σχέσης του με μία οικονομικά εύρωστη εταιρεία.

Από όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στις αποδείξεις που εξέδιδε ο ενάγων δεν υπήρχε καμία μνεία για οριστική εξόφληση (αντίθετα αναγραφόταν σ' αυτό το γραμμάτιο προείσπραξης του Δικηγορικού Συλλόγου) καθίσταται σαφής η πρόθεσή του να αξιώσει την προβλεπόμενη νόμιμη αμοιβή του, στοιχείο που δεν αναιρείται από το αληθές γεγονός ότι επιδίωκε είτε την πρόσληψή του με πάγια αντιμισθία, είτε την επίτευξη συμφωνία εργολαβίας δίκης για ορισμένες ενέργειες, εφόσον και τα δύο αποτελούν θεμιτές επιδιώξεις στα πλαίσια άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος.

Ούτε μπορούν να στηρίξουν τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης της εντολέως του ενάγοντος περί μη ασκήσεως του δικαιώματός του για την καταβολή των ελάχιστων, νόμιμων αμοιβών που του οφείλονταν με βάση τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Δικηγόρων όρια αμοιβών, αλλά ακριβώς το αντίθετο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι της γνωστοποίησε την πρόθεσή του ή άφησε να εννοηθεί ότι δεν θα επιδιώξει την καταβολή αμοιβής σύμφωνα με τα όρια αυτά.

Εξάλλου, παραβιάζει ακόμα και τους κανόνες της κοινής λογικής μία εταιρεία του εύρους της εντολέως (που διατηρούσε υποκατάστημα στο Βελιγράδι και από την πώλησή του, όπως δεν αμφισβητεί ειδικά, αποκόμισε χρηματικό ποσό 1.223.469,81 ευρώ) και της οικονομικής της επιφάνειας, αφού η ίδια, στην 18973/2014 αίτηση αναστολής εκτέλεσης της εκκαλούμενης απόφασης, κατά το τμήμα της που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή, και στο κατατεθέν σημείωμα κατά την εκδίκασή της 2.10.2014 παραδέχεται "ότι η φερεγγυότητά της είναι αναμφισβήτητη", ότι "είναι φερέγγυα, καθόσον διαθέτει σοβαρό ενεργητικό (διαθέσιμα, ακίνητα κ.λ.π.)", θεωρεί εύλογο για υποθέσεις εκατομμυρίων ευρώ να αμείβεται ο νομικός της παραστάτης κατ' ουσίαν μόνο με τα γραμμάτια προείσπραξης και με την καταβολή ελάχιστων, πάντα σε σχέση με το ύψος των υποθέσεων, χρηματικών ποσών.

Κατόπιν των ανωτέρω δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει την ελάχιστη, νόμιμη αμοιβή του για τις ενέργειες που προαναφέρθηκαν, αφού οι εκτιθέμενες περιστάσεις δεν δικαιολογούν τη δημιουργία τέτοιας πεποίθησης και μάλιστα σε σημείο που η μεταγενέστερη άσκηση των νομίμων αξιώσεών του, αντικειμενικά εκτιμώμενη, να παρέχει έντονη εντύπωση της αδικίας και να έρχεται σε προφανή αντίθεση προς τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή του κοινωνικοοικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Συνακόλουθα, πρέπει η ανωτέρω ένσταση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.". Υπό τις ως άνω παραδοχές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να ζητήσει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του για τις ενέργειές του, απορρίπτοντας κατ' ουσία τη σχετική ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου, την οποία παραδεκτά είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με καταχώρηση στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επανέφερε με σχετικό λόγο έφεσης (2ο λόγο) η 1η εναγόμενη εταιρεία [αναιρεσείουσα], και επικυρώνοντας στο σημείο αυτό την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

και παράλληλα διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Τούτο διότι, σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ουδέποτε υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών για τη λήψη από τον αναιρεσίβλητο μικρότερης της νομίμου αμοιβής, ενώ ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος ουδέποτε παραιτήθηκε είτε ρητώς είτε σιωπηρώς από τη λήψη νόμιμων αμοιβών του, και πάντα οχλούσε την αναιρεσείουσα - εντολέα της - για τη λήψη των αμοιβών του, με συνέπεια η άσκηση των περί τούτου αξιώσεών του μετά τη λήξη της συνεργασίας τους, δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του, και, ως εκ τούτου, δεν είναι καταχρηστική.

Δεν συνιστά δε αντίφαση η παραδοχή της προσβαλλoμένης απόφασης ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δικαιούται αμοιβής για συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβη, ενώ ήταν ήδη σε γνώση ότι επίκειτο συμβιβασμός μεταξύ της αναιρεσείουσας και της εταιρείας "ΑΛΟΥΜΥΛ" με την παραδοχή αυτής ότι η απαίτηση αυτού για τη λήψη της αμοιβής του (για άλλες ενέργειες στις οποίες αυτός προέβη) δεν ήταν κακόπιστη και καταχρηστική.

Κατά τα λοιπά στον ως άνω λόγο η αναιρεσείουσα διαλαμβάνει πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεών της ότι η άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για τη λήψη της κατά τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβής του ήταν καταχρηστική, τα οποία όμως δεν ιδρύουν τον αναιρετικό λόγο της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως ο σχετικός πρώτος από τον αριθμό 1 και αληθώς ως εκ του περιεχομένου του και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 57/2022, 344/2020, 1311/2018 70/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 57/2022, 611/2019) εφόσον βέβαια αυτά προσκομίσθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα τους να παραληφθεί (ΑΠ 593/2021, 836/2019, 1137/2019).

Για την ίδρυση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κάποιο από τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση (ΟλΑΠ 8/2016, 2/2008).

Εξ άλλου οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 346 του ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γι' αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση, η δε αναφορά σ' αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αυτές (ΑΠ 24/2011, 1551/2008). Αντιθέτως η έλλειψη μνείας στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συνιστά ένδειξη ότι αυτή δεν λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 18/2021, 1105/2015, 767/2011). Δεν απαιτείται όμως ειδικότερη αναφορά στις ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στο πλαίσιο άλλης δίκης, διότι αυτές θεωρούνται έγγραφα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθ. 395 του ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια αρκεί η βεβαίωση της προσβαλλομένης απόφασης ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα έγγραφα (ΑΠ 426/2021, 5/2020, 897/2014, 254/2013).

Περαιτέρω από τα άρθρα 671 παρ. 1 εδ. τελ., 677 και 681 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάσταση των άρθρων 591 έως 681 Δ του ιδίου Κώδικα με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου λήψης της επικαλούμενης ένορκης βεβαίωσης (18.9.2014) κατά το άρθρο 20 του ΕισΝΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας λαμβάνονται υπόψη ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον συμβολαιογράφου ή ειρηνοδίκη, οι οποίες λήφθηκαν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις (24) ώρες στο πλαίσιο της σχετικής δίκης. Τοιαύτη κλήτευση όμως δεν απαιτείται προκειμένου για ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν στο πλαίσιο δίκης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι η δίκη αναστολής εκτέλεσης απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή (άρθ. 912 του ΚΠολΔ), αφού αυτό επιβάλλει η ταχύτητα της ως άνω διαδικασίας, που αποσκοπεί στην παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας (ΑΠ 12/2015, 881/2013, 1857/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από την διαλαμβανομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση ότι λήφθηκαν [μεταξύ άλλων] "...όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία με νόμιμη επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι στην παρούσα έκκλητη δίκη και λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, έστω και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου (άρθ. 671 παρ. 1 εδ.α του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015), ορισμένα των οποίων (εγγράφων) ειδικώς κατωτέρω αναφέρονται χωρίς όμως κανένα να παραλείπεται για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς και χωρίς η ρητή αναφορά ορισμένων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά έγγραφα για τα οποία δεν γίνεται ειδική μνεία, αφού όλα είναι ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται κατά την εκφορά της δικανικής κρίσης...] (βλ.

σελ. 33 της προσβαλλομένης) σε συνδυασμό με το σαφές, πλήρες και χωρίς αντιφάσεις περιεχόμενο αυτής αναφορικά με την κατ' ουσία απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που είχε παραδεκτώς προβάλλει η αναιρεσείουσα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του, μεταξύ των λοιπών εγγράφων, και την ένορκη βεβαίωση του Γ.

Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, την οποία επικαλέσθηκε ως σχετ. 18 η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της στο Εφετείο, διαλαμβάνοντας μάλιστα σε αυτές και το περιεχόμενο αυτής, για την οποία δεν απαιτείτο η ρητή μνεία αυτής στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού κατά τα διαλαμβανόμενα στις ως άνω προτάσεις η ως άνω ένορκη βεβαίωση είχε ληφθεί στο πλαίσιο άλλης δίκης και συγκεκριμένα δίκης ασφαλιστικών μέτρων με αντικείμενο την αναστολή εκτέλεσης της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κατά ένα μέρος κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ενώ επίσης για το παραδεκτό αυτής δεν απαιτείτο κατά την εν λόγω διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας είχε αυτή ληφθεί, η κλήτευση του αναιρεσίβλητου.

Επομένως πρέπει v' απορριφθεί ως αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης ότι κατά την έρευνα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσιαστικής βασιμότητας της προβληθείσας από αυτήν ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του τη με αριθ. 2115/18.9.2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης του Γ.

Μ., Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της αντιδίκου της εταιρείας με την επωνυμία ALUMΥL ΑΕ, που είχε ληφθεί στο πλαίσιο δίκης για αναστολή εκτέλεσης της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, την οποία αυτή με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου επικαλέσθηκε και προσκόμισε και την οποία, εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο λάμβανε υπόψη του, θα έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την άσκηση των αξιώσεών του είχε ενεργήσει κατά τρόπο καταχρηστικό.

Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της από 5.2.2019 αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμο το παραδεκτώς υποβληθέν με το αναιρετήριο, κατ' άρθρο 579 παρ.2 του ΚΠολΔ αίτημα της αναιρεσείουσας, με το οποίο αυτή ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, επικαλούμενη καταβολή στις 5.11.2014 στον αναιρεσίβλητο, μετά την επίδοση προς αυτήν επιταγής προς εκτέλεση, του προσωρινώς επιδικασθέντος με την πρωτόδικη απόφαση κεφαλαίου, πλέον τόκων και επιταχθέντων εξόδων, συνολικού ύψους 73.373,46 ευρώ.

Β) Επί της από 7.10.2019 αίτησης αναίρεσης του Σ. Μ.

Με τη διάταξη του άρθρου 529 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, στην κατ' έφεση δίκη, επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, ενώ κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα, που προσάγονται για πρώτη φορά σε αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρεία αμέλεια (ΑΠ 1553/2008).

Για το παραδεκτό της προσκόμισης του αποδεικτικού αυτού μέσου για πρώτη φορά στο Εφετείο, δεν απαιτείται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να διαλάβει ειδική αιτιολογία, αν όμως το έλαβε υπόψη του, σημαίνει ότι απέκρουσε σιωπηρά την περίπτωση πρόθεσης στρεψοδικίας ή βαρείας αμέλειας (ΑΠ 1821/2017, 204/2017, 1590/2010, 1294/2010).

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 591 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα. Επομένως, και κατά την ως άνω διαδικασία ο διάδικος μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και νέα αποδεικτικά μέσα, όπως ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν νομοτύπως, ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά μείζονα δε λόγο μπορεί να επικαλεσθεί και προσκομίσει αυτές, εάν αυτές λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προς προσθήκη και αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μετά τη συζήτηση και πριν την έκδοση της οριστικής απόφασης, έστω και αν ήταν απαράδεκτη (εν όλω ή εν μέρει) η λήψη υπόψη αυτών από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επειδή δόθηκαν μετά το πέρας της συζήτησης στο ακροατήριο και δεν αφορούσαν αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν παραδεκτά το πρώτον κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 1585/2018, 17/2015, 1114/2011, 229/2002).

Με τον δεύτερο λόγο της ως άνω αίτησης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψη του τη με αριθμό ....2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του Ι. Κ., ληφθείσα μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων, με το να δεχθεί, ότι δεν αποτελεί στο σύνολό της αντίκρουση προβληθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμών των αντιδίκων του αλλά μόνο ως προς την τελευταία αναφορά του και συγκεκριμένα στα αναφερόμενα στο με ημερομηνία 11 Ιανουαρίου 2012 mail του, σχετικά με την εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων.

Επ' αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση και στο υπό στοιχείο Ε1 τμήμα της έγιναν δεκτά τα εξής: "... Από την επισκόπηση της επίμαχης ....2014 ένορκης βεβαίωσης, του περιεχομένου των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης και των προτάσεων των εναγομένων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αγωγής, όπως προαναφέρθηκε, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι αρνήθηκαν την αγωγή, ισχυριζόμενοι οι μεν 2ος έως και 6η ότι ουδέποτε υπήρξαν εντολείς του ενάγοντος, η δε 1η εναγόμενη ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε να αμείβεται ο ενάγων με τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Δικηγόρων αμοιβές, πλην μίας ειδικώς αναφερόμενης περίπτωσης για την οποία και πληρώθηκε με τον τρόπο αυτό, ότι ουδέποτε καταρτίσθηκε εργολαβία δίκης για τις δύο ειδικότερες υποθέσεις όπως ο αντίδικός της ισχυρίζεται, ότι ο ενάγων προσδιόριζε τον τρόπο αμοιβής του και εξέδιδε τα αντίστοιχα παραστατικά τα οποία η ίδια εξοφλούσε, ότι τούτο ομολογούνταν σε FΑΧ που της απέστειλε στις 11.12.2011, στο οποίο τους ενημέρωνε ότι έμενε σε εκκρεμότητα μόνο η αμοιβή του μόνο για μία δικαστική ενέργεια, ενώ πρόβαλε ειδικώς την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής κατά το άρθρο 281 ΑΚ.

Ο ανωτέρω μάρτυρας του ενάγοντος Ι. Κ., στην επίμαχη, ληφθείσα μετά τη συζήτηση της αγωγής, ένορκη βεβαίωσή του καταθέτει για τη σφοδρή αντιδικία με την "ΑΛΟΥΜΙΛ ΑΕ" και τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλό της Γ. Μ., για την ύπαρξη συμφωνίας με την πρώτη εναγόμενη να αμείβεται ο ενάγων δικηγόρος, σε σχέση με την έκδοση διαταγών πληρωμής, με ποσοστό 10% επί του κεφαλαίου της απαίτησης, ότι η αμοιβή του θα συμπεριλαμβανόταν υπό τον τίτλο "νομική συμβουλή" στην αντίστοιχη επιταγή προς πληρωμή, χωρίς αυτό να εξαρτάται από την είσπραξη των αντίστοιχων ποσών από τους τρίτους οφειλέτες, ότι του οφείλονται οι αμοιβές του για την εξωδικαστική του απασχόληση στα πλαίσια της ανωτέρω αντιδικίας, ότι ο ενάγων πάντοτε ενημέρωνε τους εντολείς του για τις αμοιβές του και το ύψος αυτών κατά τον Κώδικα Δικηγόρων, ότι το ύψος αυτών γνώριζαν οι τελευταίοι και το αποδέχονταν μεταθέτοντας απλώς τον χρόνο καταβολής τους, ότι υπήρξε συμφωνία προφορική για την εργολαβία δίκης για δύο αγωγές και ήταν αδικαιολόγητη η ανάκληση της σχετικής εντολής, ότι ο τελικά επιτευχθείς συμβιβασμός μεταξύ της εντολέως του εταιρείας και της αντιδίκου της ήταν αποτέλεσμα των δικών του ενεργειών, ότι παρά την έκδοση σχετικής απόδειξης για την άσκηση της 16135/2009 ανακοπής της εντολέως του εταιρείας κατά της 11092/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε εκδώσει εναντίον της η "ΑΛΟΥΜΙΛ ΑΕ", ο ενάγων δεν είχε εισπράξει την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή του, την οποία και τελικά εισέπραξε, ως τμήμα της δικαστικής δαπάνης, τον Ιούλιο του 2012, με βάση τη δικαστική απόφαση που έκανε δεκτή την ανακοπή και, τέλος, ότι ουδέποτε απέστειλε, ο ενάγων, το επικαλούμενο από τους εναγόμενους FAX, αλλά, αντίθετα, στις 11 Ιανουαρίου 2012 απέστειλε ηλεκτρονικώς mail για την εκκαθάριση των εξόδων και των παραστάσεών του για το έτος 2011, ενώ ταυτόχρονα κατάρτισε έγγραφα - αρχεία σε ηλεκτρονική μορφή για τα εκκρεμή δικαστήρια.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτά που κατέθεσε ο ενόρκως βεβαιών Ι. Κ., υποστήριζαν τα όσα ο ενάγων εξέθετε ήδη στην αγωγή του, ενώ η αναφορά του περί μη είσπραξης της ελάχιστης νόμιμης αμοιβής του από την εντολέα του για την άσκηση της 16135/2009 ανακοπής της, παρά την έκδοση σχετικής απόδειξης, αλλά περί είσπραξης αυτής από την ηττηθείσα στη σχετική δίκη "ΑΛΟΥΜΙΛ ΑΕ", ως τμήμα της δικαστικής δαπάνης, δεν έχει καμία σημασία για την ένδικη αγωγή και την εν γένει διαφορά, αφού το ποσό της εν λόγω αμοιβής του ποσού 12.116,95 ευρώ ο ίδιος ο ενάγων το θεωρεί καταβληθέν στην αγωγή και δεν το ζητά (ως κατωτέρω ειδικότερα θα αναφερθεί).

Μόνο η τελευταία αναφορά του στο από 11.1.2012 έγγραφο - mail που απέστειλε ο ενάγων και της μη αποστολής εκ μέρους του, του επικαλούμενου από τους εναγόμενους από 11.12.2011 FAX, που περιέχεται στο φύλλο 3 της ένορκης βεβαίωσης από την τελευταία λέξη του 5ου στίχου ("Τέλος") μέχρι τον 23ο στίχο και τις λέξεις "ούτε καν τα έξοδά του" του ίδιου φύλλου, αφορά πράγματι αντίκρουση του ως άνω ισχυρισμού των εναγομένων ότι ο αντίδικός τους, διά του ανωτέρω FAX, επιβεβαιώνει την ανυπαρξία απαίτησης σε βάρος τους.

Ενόψει, επομένως των ανωτέρω, η επίμαχη ....2014 ένορκη βεβαίωση του Ι. Κ. δεν αποτελεί στο σύνολό της αντίκρουση προβληθέντων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρισμών των αντιδίκων του ενάγοντος δικηγόρου, αλλά μόνο ως προς την ως άνω τελευταία αναφορά της και, συνεπώς, κατά τα αμέσως προλεχθέντα, θα ληφθεί υπόψη από το παρόν Δικαστήριο μόνο ως προς το τμήμα της αυτό.

Σημειώνεται ότι δεν εξαφανίζεται η εκκαλούμεvη απόφαση που δεν έλαβε υπόψη της στο σύνολό της τη συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση, εφόσον η εξαφάνιση συνδέεται με την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς και θα λάβει χώρα μόνο αν και με την εκτίμηση του ως άνω τμήματος της ένορκης βεβαίωσης, το παρόν Δικαστήριο καταλήξει σε διάφορη επί της ουσίας κρίση", ενώ στη σελ. 33 αυτής διέλαβε ειδικά ότι κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού η ως άνω ένορκη βεβαίωση του Ι.

Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Γεωργιάδου "... Λαμβάνεται υπ' όψη μόνο κατά το τμήμα της που ειδικώς αναφέρθηκε στη θέση Ε1 της παρούσας...". Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του στο σύνολό της, αλλά κατά ένα μέρος μόνο την ως άνω με αριθ. ....2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι.

Κ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Γεωργιάδου, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικού μέσου που νομίμως επικαλέσθηκε με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του και προσκόμισε ο αναιρεσείων, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, θεμελιωτικού της αγωγής του.

Είναι δε αδιάφορο για τη δευτεροβάθμια δίκη το ότι κατά την κρίση του Εφετείου η ως άνω ένορκη βεβαίωση ήταν εν μέρει απαράδεκτη, διότι είχε ληφθεί κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσθήκης και αντίκρουσης μετά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δεν αφορούσε στο σύνολό της την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση, παρά μόνο κατά ένα μέρος αυτής, καθότι ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επιτρέπεται κατά το άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ να γίνει για πρώτη φορά επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων.

Ούτε υπάρχει κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση κατά το κριθέν ως απαράδεκτο μέρος της λήφθηκε με πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρεία αμέλεια του αναιρεσείοντος. Επομένως κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης ως βάσιμου κατ' ουσία, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα κατά το μέρος εκείνο που η ως άνω ένορκη βεβαίωση αφορούσε την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, θεμελιωτικού της αγωγής του αναιρεσείοντος και ειδικότερα:

α) ως προς τα κονδύλια υπό στοιχεία Α1.1 (σύνταξη και κατάθεση προτάσεων προς αντίκρουση της υπ' αριθ. 20943/2009 αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), Α1.2 (άσκηση της υπ' αριθ. 53028/2009 ανακοίνωσης δίκης με προσεπίκληση αφορώσας την πιο πάνω αγωγή) και Α1.3 (σύνταξη και κατάθεση προτάσεων προς αντίκρουση της υπ' αριθ. 3028/2010 έφεσης) αναφορικά με την ευθύνη ή μη των 2ου έως και 6ης των αναιρεσιβλήτων προς καταβολή της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος δικηγόρου, ως συνεvτολέων αυτού (πέραν της εντολέως πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας) για τις αντίστοιχες ενέργειες, στις οποίες αυτός προέβη ως δικηγόρος, β) ως προς τα κονδύλια υπό στοιχείο Α.1.11 (κατάρτιση σύμβασης εργολαβίας δίκης για την άσκηση της υπ' αριθ. 30979/16.7.2010 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της εταιρείας με την επωνυμία ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) και Α1.12 (κατάρτιση σύμβασης εργολαβίας δίκης για την άσκηση της υπ' αριθ. 31150/2012 αγωγής της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά του Γ.

Μ. και της εταιρείας με την επωνυμία ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης) και τις εξ αυτών αξιώσεις του αναιρεσείοντος σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας και 3) ως προς το κονδύλιο υπό στοιχείο Α2 για απασχόληση του αναιρεσείοντος 422,5 συνολικά ωρών για συμμετοχή του σε συμβούλια, συσκέψεις και διαπραγματεύσεις, μεταβάσεις ενώπιον δημοσίων υπηρεσιών για θέματα αφορώντα την δικαστική διένεξη της πρώτης αναιρεσίβλητης με το Γ.

Μ. και την εταιρεία ΑΛΟΥΜΙΛ ΑΕ (πέραν της σύνταξης εξωδίκων) και τις εκ της απασχόλησης αυτής αξιώσεις του αναιρεσείοντος σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας (βλ. σελ. 39 έως 49 αναιρετηρίου). Μετά την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η εντολή για τις αναφερόμενες στην αγωγή δικαστικές ενέργειες υπό στοιχεία Α1.1, Α1.2 και Α1.3 δόθηκε μόνο από την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρείας και όχι και από τους 2° έως και 6η των αναιρεσιβλήτων, φυσικά πρόσωπα, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 211, 711 ΑΚ, 91 παρ.1, 92 παρ. 1, 98 επ. 100, 167 και 168 του προϊσχύσαντος Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), αφού η αναιρετική εμβέλεια του δευτέρου αναιρετικού λόγου καλύπτει εν προκειμένω και τον πρώτο αναιρετικό λόγο.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 και 91 παρ. 1 του κατά τον επίδικο χρόνο ισχύοντος Κώδικα των Δικηγόρων (Ν.Δ/μα. 3026/1954) προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενόψει και της φύσης της σχέσης αυτού με τον εντολέα του, ως κατ' εξοχήν σχέσης εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβής για ενέργειες οι οποίες α) δεν περιλαμβάνονται στη δοθείσα σ' αυτόν εντολή ή ρητά εξαιρέθηκαν από τον εντολέα και β) δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη των συμφερόντων του εντολέα του, εκτός αν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή του τελευταίου, ή έγιναν αποδεκτές ή εγκρίθηκαν εκ των υστέρων απ' αυτόν (ΑΠ 140/2007, 279/2006, 430/2011, 1031/2008).

Μη αναγκαίες ή μη ενδεδειγμένες ενέργειες από το δικηγόρο είναι οι περιττές, άσκοπες ή και βλαπτικές για τον εντολέα του δικηγόρου ενέργειες (ΑΠ 574/2011). Ο ισχυρισμός του εναγομένου εντολέα ότι δεν περιλαμβανόταν στη χορηγηθείσα εντολή στο δικηγόρο η διενέργεια κάποιας δικαστικής ή εξώδικης πράξης συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, με την οποία ο δικηγόρος επικαλούμενος την εντολή του πελάτη του διώκει την επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής για την ενέργεια του αυτή (ΑΠ 175/2018), ενώ ο ισχυρισμός ότι η συγκεκριμένη ενέργεια είχε ρητώς εξαιρεθεί από την παρασχεθείσα εντολή εκπροσώπησης του εντολέα από το δικηγόρο ή ότι αυτή ήταν μη αναγκαία ή μη ενδεδειγμένη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη των συμφερόντων του εντολέα συνιστά ένσταση καταλυτική του δικαιώματος του δικηγόρου προς λήψη της αμοιβής του (ΑΠ 175/2018, 140/2007), ο δε περαιτέρω ισχυρισμός του δικηγόρου ότι ο εντολέας έδωσε ειδική εντολή για τη διενέργεια της σχετικής πράξης ή εκ των υστέρων αποδέχθηκε ή ενέκρινε αυτή συνιστά αντένσταση αυτού στον ισχυρισμό του εναγομένου εντολέα ότι η ενέργεια του δικηγόρου ήταν μη αναγκαία ή μη ενδεδειγμένη.

Επομένως ο ισχυρισμός του εναγομένου εντολέα ότι συγκεκριμένη ενέργεια του δικηγόρου για την οποία αυτός διώκει την επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων υπήρξε περιττή ή άσκοπη πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 256 παρ. 1 δ, 591 παρ. 1 β, 269 παρ. 1 και 2 και 527 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το Ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 241/2022, 175/2018) και εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου άσκησης των εφέσεων πριν την 1.1.2016 κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, να προταθεί κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και να καταχωρηθεί, έστω κατά τρόπο συνοπτικό, στα πρακτικά της δίκης δυνάμενος να αναπτυχθεί στις (τυχόν) κατατεθείσες προτάσεις αυτού ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου και στη συνέχεια να επαναφερθεί νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με λόγο έφεσης, αν την έφεση ασκεί ο εναγόμενος εντολέας ή με τις προτάσεις, αν την έφεση ασκεί ο αντίδικός του δικηγόρος, ενώ μπορεί να προταθεί αυτός για πρώτη φορά από τον εναγόμενο εντολέα στη δευτεροβάθμια δίκη, μόνο εφόσον συντρέχουν οι ειδικές περιστάσεις της παρ. 2 του άρθρου 269 σε συνδυασμό με το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν το Ν. 4335/2015.

Διαφορετικά, εάν το δικαστήριο της ουσίας δεχθεί ότι συγκεκριμένη ενέργεια του δικηγόρου υπήρξε άσκοπη ή περιττή και συνεπώς αυτός δεν δικαιούται αμοιβής, χωρίς να έχει προταθεί από τον εναγόμενο παραδεκτά κατά τα προεκτεθέντα σχετικός ισχυρισμός, υποπίπτει στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της λήψης υπόψη "πραγμάτων" μη προταθέντων (ΑΠ 175/2018).

Τέλος για την ίδρυση λόγου αναίρεσης, από τους περιοριστικά διαλαμβανόμενους στη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο προβαλλόμενος λόγος πρέπει να είναι λυσιτελής, δηλαδή η επικαλούμενη στην αίτηση αναίρεσης πλημμέλεια να δύναται να οδηγήσει στην αναίρεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου ο αναιρεσείων να αντλεί ωφέλεια από την αποδοχή του, άλλως ο αλυσιτελής λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 404/2021, 554/2020, 574/2018).

Λυσιτελής είναι ειδικότερα ο λόγος αναίρεσης όταν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή αφορά βλάβη προκύπτουσα από τις παραδοχές και κρίσεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες στηρίζει το διατακτικό της (ΑΠ 404/2021). Όταν δε το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, καθ' όσον απευθύνεται κατά της άλλης από τις λοιπές αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.

Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής ή επάλληλης αιτιολογίας, απαιτείται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλομένης αποφάσεως για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 805/2021, 755/2018, 154/2018, 1221/2017, 10/2016). Με τον τρίτο λόγο της από 7.10.2019 αίτησης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και προσάπτει την πλημμέλεια κατά το οικείο σκέλος ότι έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν, αφού διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη δεν έδωσε ιδιαίτερη εντολή στον αναιρεσείοντα για άσκηση ανακοίνωσης δίκης μετά προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση που είχε ασκήσει για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων στο πλαίσιο της ανοιγείσας δίκης μετά την κατάθεση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων της με αριθμ.

κατάθ. 20943/2009 αγωγής της εταιρείας "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ" (κονδύλιο υπό στοιχείο Α1.2 και όχι Α1.3, όπως από προφανή παραδρομή διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, βλ. σελ. 16-17 αγωγής), καθ' όσον επρόκειτο για ενέργεια που αφ' ενός δεν περιλαμβανόταν στην εντολή και αφ' ετέρου δεν ήταν αναγκαία για την υποστήριξη της κύριας αγωγής.

Επ' αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής:

"...Περαιτέρω, ο ενάγων με την αγωγή του ζητούσε αμοιβή για τη σύνταξη και κατάθεση (κονδύλιο υπό στοιχείο Α1.3 της αγωγής του) της με αριθμό κατάθεσης 53028/2009 Ανακοίνωσης Δίκης Μετά Προσεπικλήσεως σε αναγκαστική παρέμβαση (1% κατά τα άρθρα 100 παρ. 1, 103, και 104 του ίδιου Κώδικα Δικηγόρων, πλέον ΦΠΑ 23%), που είχε ασκήσει για λογαριασμό των νυν εναγομένων και στρεφόταν κατά των α) "Real Aluminyum Radyator V.

Ι. C. S. Τ. AS" (ΡΙΑΛ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥΜ B. Ι. Κ. Σ. Τ. ΑΣ) και β) "K. B. K. - S. AS" (Κ. Μ. Κ. Σ. ΑΣ). Στο εν λόγω δικόγραφο είχε ενσωματώσει αυτούσια την ανωτέρω 20943/2009 αγωγή της "ΑΛΟΥΜΙΛ ΑΕ" και του Γ. Μ. και προσεπικαλούσε τις αλλοδαπές εταιρείες να παρέμβουν στη δίκη προς υποστήριξη των προσεπικαλούντων (κυρίως εναγομένων) και να υποχρεωθούν αυτές (οι αλλοδαπές εταιρείες) να καταβάλουν στους τελευταίους, σε περίπτωση ήττας τους, το αιτούμενο ποσό των 1.118.000 ευρώ "εξαιτίας της εσωτερικής μας (τους) σχέσης", όπως επί λέξει ανέφερε, χωρίς καμία περαιτέρω ειδικότερη αναφορά στο περιεχόμενό αυτής της "σχέσης" και στον λόγο για τον οποίο απέρρεε υποχρέωσή τους για αποζημίωση.

Αυτό το δικόγραφο ουδέποτε εισήχθη προς εκδίκαση στην κύρια δίκη για την οποία εκδόθηκε η ήδη αναφερθείσα 19827/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την απόφαση, ενώ στην ίδια ως άνω 24.10.2012 εξώδικη δήλωση - απάντησή του, ο ενάγων ουδόλως την αναφέρει ως δικαστική ενέργεια που εκτέλεσε κατόπιν εντολής της εντολέως του εταιρείας ούτε, βεβαίως, ζητά αμοιβή γι' αυτήν στην εν λόγω εξώδική του.

Εκ των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι επρόκειτο για ενέργεια που αφενός δεν περιλαμβανόταν στην εντολή, αφετέρου δεν ήταν αναγκαία για την υποστήριξη της εντολέως του ενάγοντος στην αντιδικία της ίδιας και των μελών του διοικητικού της συμβουλίου με την "ΑΛΟΥΜΙΛ ΑΕ" και τον Γ. Μ., οπότε ο ίδιος δεν δικαιούται αμοιβή γι' αυτήν, αφού, μάλιστα, δεν ισχυρίζεται ότι η συγκεκριμένη ενέργεια έγινε κατά συμφωνία ή ειδική εντολή της εντολέως του.".

Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος που αφορά την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η σχετική ενέργεια του αναιρεσείοντος δικηγόρου (άσκησης της υπ' αριθ. 53028/2009 ανακοίνωσης δίκης και προσεπίκλησης στρεφομένης κατά δύο αλλοδαπών εταιρειών - κονδύλιο Α1.2 της αγωγής) δεν περιλαμβανόταν στην παρασχεθείσα από την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία εντολή εκπροσώπησής της από αυτόν, υπό την προφανή έννοια ότι δεν υπήρχε εντολή αυτής για τη διενέργεια της συγκεκριμένης πράξης, κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμος, διότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα", αλλά άρνηση της αγωγής ως προς τη βασιμότητα του σχετικού κονδυλίου.

Δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλομένης απόφασης η αναφορά περαιτέρω περιστατικών που να αιτιολογούν τους λόγους για τους οποίους η σχετική ενέργεια δεν περιλαμβανόταν στη δοθείσα εντολή για την απόκρουση της σε βάρος των αναιρεσίβλητων κύριας υπ' αριθ. κατ. 20943/2009 αγωγής της εταιρείας ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ και του Γ.

Μ., εφόσον το ως άνω αποδεικτικό πόρισμα, αναγόμενο στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, εκτίθεται με σαφήνεια. Επομένως ο ίδιος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την ανωτέρω κρίση της είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά το έτερο σκέλος του, που αφορά την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια αναφορικά με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης ότι η σχετική ενέργεια δεν ήταν αναγκαία για την υπεράσπιση της εντολέως του αναιρεσείοντος, αφού δεν είχε προταθεί από αυτήν στα δικαστήρια της ουσίας σχετικός καταλυτικός της αγωγής ισχυρισμός, πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι η παραδοχή αυτής ότι η σχετική ενέργεια δεν περιλαμβανόταν στη δοθείσα εντολή, η οποία πλήττεται ανεπιτυχώς κατά τα προαναφερθέντα, επαρκώς επιστηρίζει το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σημειώνεται ότι η απόρριψη του ως άνω αναιρετικού λόγου που αφορά το υπό στοιχείο Α1.2 κονδύλιο, αναφέρεται στην ευθύνη μόνο της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας έναντι του αναιρεσείοντος για την αξίωση του αυτή και δεν επηρεάζει την τυχόν ευθύνη έναντι αυτού κάποιου ή κάποιων εκ των λοιπών 2ου έως 6ης αναιρεσίβλητων για τη συγκεκριμένη ενέργεια, [και για την οποία αναιρείται η προσβαλλομένη απόφαση ως προς αυτούς κατά παραδοχή του δευτέρου αναιρετικού λόγου], εάν τυχόν ήθελε προκύψει κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της παραπομπής ότι είχε δοθεί εντολή για την διενέργεια της πράξης αυτής από κάποιον ή κάποιους εκ των λοιπών αναιρεσίβλητων.

Με τον τέταρτο λόγο της εν λόγω αίτησης, ο αναιρεσείων προσάπτει την πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αφ' ενός το Εφετείο διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τη φύση της εντολής, αφ' ετέρου δέχθηκε αυτοτελή ισχυρισμό ότι η σχετική ενέργεια του αναιρεσείοντος ήταν αλυσιτελής (άσκοπη), ο οποίος δεν είχε προβληθεί από την πρώτη αναιρεσίβλητη, αναφορικά με τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επί της με αριθμ.

κατάθ. 1642/2012 έφεσης της εταιρείας "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ" κατά της α' αναιρεσίβλητης και της υπ' αριθμ. 9690/2012 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, (κονδύλιο υπό στοιχείο Α1.10 της αγωγής), διαλαμβάνοντας επιπλέον ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την κρίση της αυτή. Επ' αυτού με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα εξής: "...Ο ενάγων, περαιτέρω, ζητά αμοιβή για τη σύνταξη και κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης προτάσεων για λογαριασμό της εντολέως του εταιρείας (κονδύλιο Α1.10 της αγωγής), επί της με αριθμό καταθέσεως 1642/2012 έφεσης της "ΑΛΟΥΜΙΛ ΑΕ", στρεφόμενης κατά της ανωτέρω 9690/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία η τότε ηττηθείσα καθ' ης η ανακοπή άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η αμοιβή του δε για την παράστασή του και την κατάθεση προτάσεων επί της έφεσης αυτής αποτέλεσε, μάλιστα, αντικείμενο και του από 18.10.2012 έγγραφου ιδιωτικού συμφωνητικού ανάθεσης εντολής και αμοιβής εντολοδόχου, που συντάχθηκε μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και της εντολέως του πρώτης εναγόμενης εταιρείας και διά αυτού συμφωνήθηκε η αμοιβή του πρώτου να ανέρχεται σε 12.535,76 ευρώ και σε κάθε περίπτωση να ανέρχεται στην ελάχιστη, νόμιμη αμοιβή που ορίζεται στα άρθρα 110 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων σε συνδυασμό με τα άρθρα 107 παρ. 1 και 100 παρ. 1 και 2 του εν λόγω Κώδικα, όπως ισχύει μετά τη θέσπιση του Ν 39319/2011[ενν.

Ν.3919/2011]. Η εν λόγω ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, υπολογιζόμενη κατά τα ανωτέρω άρθρα σε ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της δίκης, δηλαδή επί του ποσού για το οποίο η εκτέλεση των 626.788 ευρώ, ανέρχεται στο ίδιο συμφωνηθέν ποσό των 12.535,76 ευρώ. Όπως προκύπτει από το συμφωνητικό, η αμοιβή αυτή θα καταβαλλόταν μόνο σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της δίκης, δηλαδή σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης της "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ", δικάσιμος προς εκδίκαση της οποίας είχε ορισθεί η 19 Οκτωβρίου 2012 (βλ.

και το προσαγόμενο με επίκληση από τον ενάγοντα αντίγραφο της έφεσης με την 1377/9.5.2012 έκθεση προσδιορισμού δικασίμου), χωρίς, όμως, η συμφωνία αυτή να αποτελεί εργολαβία δίκης κατά το άρθρο 92 παρ. 3-5 του Κώδικα Δικηγόρων - ΝΔ 3026/1954, αφού δεν υπήρχε το αναγκαίο για το κύρος της στοιχείο ότι ο εντολοδόχος δικηγόρος δεν θα δικαιούται οποιασδήποτε αμοιβής σε περίπτωση ήττας της εντολέως του (βλ.

σχετικά ΑΠ 408/2018). Την ανωτέρω εντολή, όμως, δεν εξετέλεσε ο ενάγων προσηκόντως, έτσι ώστε να δικαιούται αμοιβής, παρά τα όσα αντίθετα διατείνεται με την αγωγή του. Ειδικότερα, ενώ η συζήτηση της έφεσης είχε αναβληθεί κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 19 Οκτωβρίου 2012 λόγω αποχής των δικηγόρων, ενώ είχε ήδη γίνει γνωστός στον ενάγοντα από τις αρχές Οκτωβρίου 2012 ο επικείμενος συμβιβασμός της εντολέως του με την αντίδικό της "ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ", ενόψει του οποίου του είχε ζητηθεί κατάλογος των εκκρεμών δικών και των αμοιβών του, τον οποίο και απέστειλε στις 18.10.2012 (προσκομίζεται με επίκληση από τους εναγόμενους), όπως ρητά για όλα τα ανωτέρω, που περιλαμβάνονται και στην αγωγή, καταθέτει ο καταθέτων στην 6471/11.12.2013 ένορκη βεβαίωση μάρτυράς του ενάγοντος Δ.

Σ., ενώ ο ενάγων διατείνεται ότι στις 22 και 23 Οκτωβρίου "συνέτασσε το σχέδιο συμβιβασμού", εντούτοις κατέθεσε τις φέρουσες ημερομηνία 18 Οκτωβρίου 2012 προτάσεις της "ΑΦΟΙ Π. ΑΒΕΕ" επί της ως άνω εφέσεως της αντιδίκου της στις 23 Οκτωβρίου 2012 και ώρα 13.15, μετά δηλαδή την αναβολή της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 19 Οκτωβρίου 2012 και ενώ είναι γνωστό ακόμα και στον πιο αδαή δικηγόρο ότι οι προτάσεις στην έκκλητη δίκη κατατίθενται το αργότερο στο ακροατήριο.

Ενόψει, επομένως, των όσων ήδη λέχθηκαν, καμία αμοιβή δεν δικαιούται ο ενάγων για τη συγκεκριμένη ενέργεια, η οποία κατά τη χρονική στιγμή που έλαβε χώρα ήταν παντελώς αλυσιτελής και, συνεπώς, ουδόλως ήταν αναγκαία για την προάσπιση των συμφερόντων της εντολέως του.". Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στις από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες με το να κρίνει ότι, ενόψει επικείμενου συμβιβασμού μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και της αντιδίκου της εταιρείας ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ, ο οποίος ήταν γνωστός στον αναιρεσείοντα δικηγόρο, η εκ μέρους αυτού και στο πλαίσιο της δοθείσας με το από 18.10.2012 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό εντολής κατάθεση των από 18.10.2012 εγγράφων προτάσεων στις 23.10.2012 στη γραμματεία του Εφετείου προς υπεράσπιση της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας από τη σε βάρος αυτής ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης υπ' αριθ.

κατάθ. 1642/2012 έφεση της εταιρείας ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και της υπ' αριθ. 9690/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και μάλιστα, ενώ η συζήτηση της ως άνω έφεσης είχε ήδη αναβληθεί από 19.12.2012, υπήρξε ενέργεια αλυσιτελής (άσκοπη) και κατά συνέπεια ο αναιρεσείων προέβη σε πλημμελή εκτέλεση της ως άνω εντολής και δεν δικαιούται αμοιβής.

Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) διέλαβε παραδοχή ότι ο αναιρεσείων προέβη σε συγκεκριμένη ενέργεια, η οποία, για τους εκτιθέμενους στην απόφαση λόγους, υπήρξε κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή αλυσιτελής (άσκοπη), χωρίς να έχει προταθεί από την αναιρεσίβλητη κατά τρόπο παραδεκτό σχετικός καταλυτικός του εν λόγω κονδυλίου ισχυρισμός [ούτε άλλωστε η πρώτη αναιρεσίβλητη επικαλείται το αντίθετο], υποπίπτοντας στην από τον αριθμό του άρθρου 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και β) διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες:

ί) ως προς την κατάρτιση ή μη συμβιβασμού μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και της εταιρείας ΑΛΟΥΜΥΛ, κατά το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων, τον οποίο (συμβιβασμό) εκεί χαρακτηρίζει ως "επικείμενο", ενώ σε άλλο σημείο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (σελ. 49 στο μέσον αυτής) υπάρχει παραδοχή ότι "..αφού ο συμβιβασμός είχε ήδη λάβει χώρα στις αρχές Οκτωβρίου 2012...", η οποία αντίφαση επιτείνεται και από την παραδοχή ότι η εντολή της πρώτης αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα για τη συγκεκριμένη ενέργεια είχε δοθεί με το από 18.10.2012 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, ίί) δεν υπάρχει παραδοχή περί του ποίο ήταν το αντικείμενο του συμβιβασμού, προκειμένου να κριθεί αν αφορούσε και την έκκλητη δίκη και εάν ο αναιρεσείων είχε εμπλακεί ή όχι στην κατάρτιση αυτού, ίίί) δεν γίνεται μνεία της δικασίμου στην οποία αναβλήθηκε από το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 19.10.2012 η εκδίκαση της έφεσης, ούτε αν αυτή τελικά εκδικάσθηκε ή όχι, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Σημειώνεται ότι η διαλαμβανόμενη στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο αιτίαση που αφορά εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 92 παρ. 3 και 4 [και όχι 91 παρ. 1] του Ν.Δ/τος 3026/1954 ως προς τη φύση της αξίωσης του αναιρεσείοντος προερχομένης από έγκυρη σύμβαση εργολαβίας δίκης ή προερχομένης με βάση τα συμφωνηθέντα κατώτατα όρια αμοιβής αυτού στο από 18.10.2012 ιδιωτικό συμφωνητικό κατά τα άρθρα 98 επόμ.

του ιδίου Κώδικα, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής και επομένως απαράδεκτη, διότι η αξίωση του αναιρεσείοντος σε αμφότερες τις περιπτώσεις ανερχόταν στο ίδιο ακριβώς ποσό (12.535,76 ευρώ) και συνεπώς τυχόν πλημμέλεια δεν επηρεάζει την περί τούτου κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως κατά παραδοχή του λόγου αυτού πρέπει ν' αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα κατά το μέρος εκείνο που αφορά το υπό στοιχείο Α1.10 κονδύλιο της αμοιβής του αναιρεσείοντος για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων επί της υπ' αριθ.

κατάθ. 1642/2012 έφεσης της εταιρείας ΑΛΟΥΜΥΛ ΑΕ κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει Α) η από 5.3.2019 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ανώνυμη εμπορική και βιοτεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΑΕΒΕ, μετάλλων - πλαστικών" λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις κατόπιν σχετικού αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και Β) η από 7.10.2019 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος, να γίνει δεκτή κατά παραδοχή του δεύτερου και τέταρτου λόγων αναίρεσης και ν' αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη με αριθμό 518/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα ως προς τα υπό στοιχεία Α1.1, Α1.2 και Α1.3 κονδύλια (αναφορικά με τους 2ο έως και 6η των αναιρεσιβλήτων), καθώς και ως προς τα υπό στοιχεία Α1.10, Α1.11, Α1. 12 και Α.2 κονδύλια (αναφορικά με την 1η αναιρεσίβλητη εταιρεία) και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλο δικαστή εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 εδ. β ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν κατά ένα μέρος σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτού, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 178, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την πρόσθετη υπέρ του αναιρεσιβλήτου, όσον αφορά την από 5.3.2019 αναίρεση και υπέρ του αναιρεσείοντος, όσον αφορά την από 7.10.2019 αναίρεση, παρέμβαση του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ", που ασκήθηκε με τα από 14.9.2020 (αριθμ. κατάθ. ΠΠ19/2020) και από 17.9.2020 (αριθμ. κατάθ. ΠΠ18/2020), δικόγραφα, αντίστοιχα.

Συμψηφίζει τα μεταξύ του προσθέτως παρεμβαίνοντος και των καθ' ων η πρόσθετη παρέμβαση δικαστικά έξοδα.

Συνεκδικάζει τις α) από 5.3.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 814/102/12.3.2019) και β) από 7.10.2019 (αριθμ. εκθ. καταθ. 2896/326/10.10.2019) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 518/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος με αριθμό .../2019 παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στην αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΑΕΒΕ μετάλλων - πλαστικών".

Απορρίπτει την από 5.3.2019 αίτηση αναίρεσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ανώνυμη εμπορική και βιοτεχνική εταιρεία με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π. ΑΕΒΕ, μετάλλων - πλαστικών" στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Απορρίπτει την δια του ως άνω αναιρετηρίου ασκηθείσα αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθμό 518/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων (1600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ