Supreme Court allows appeal against insurance liability judgment, overturning lower court's dismissal of claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeal filed by 'Ethnikh AEega' against the final judgment of the Athens Court of First Instance. The lower court had dismissed the claim for damages arising from a car accident, finding the defendant's insurance company not liable. The Supreme Court ruled that the lower court's reasoning was contradictory and insufficient, as it acknowledged the driver's sole fault regarding tire quality but failed to establish the defendant's liability for that fault. Consequently, the decision was overturned, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 681A of the Code of Civil Procedure; The court must examine the legal and substantive admissibility of appeal grounds; if the lower court's reasoning is contradictory or insufficient regarding liability, the appeal is admissible and the decision must be revoked for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1541 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1541/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αλεξάνδρα Αποστολάκη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ"", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσούτσο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2118/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9325/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-7-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 23-07-2021 (αριθμ. κατάθ. 123/2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 9325/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των παρακάτω αναφερομένων διαδικαστικών εγγράφων, η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Επί της από 09-07-2015 (αρ. κατ. 7755/28-07-2015) αγωγής εξ αναγωγής της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" κατά της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΕ" εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2118/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Κατόπιν άσκησης έφεσης εκ μέρους της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 9325/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Από τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ και 1 επ. του Ν ΓΠΝ/1911 προκύπτει, ότι η αξίωση αποζημίωσης, εξαιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος, κατά το οποίο προκαλείται βλάβη σε πρόσωπα ή πράγματα, μπορεί να στηριχθεί τόσο στην ΑΚ 914, όσο και στο νόμο ΓΠΝ/1911.
Οι προϋποθέσεις ευθύνης καθεμιάς ρύθμισης είναι διαφορετικές. Η πρώτη προϋποθέτει πταίσμα, όχι όμως και η άλλη, με την οποία καθιερώνεται ειδική ευθύνη του ιδιοκτήτη, του κατόχου και του οδηγού αυτοκινήτου για τις ζημίες που προκαλούνται σε τρίτους κατά τη λειτουργία του (αυτοκινητικό ατύχημα), ήτοι ευθύνη από διακινδύνευση, ανεξάρτητη από το πταίσμα (γνήσια αντικειμενική ευθύνη).
Ο νόμος 489/1976 καλύπτει τις ζημίες τρίτων προσώπων που προκαλούνται από την κυκλοφορία αυτοκινήτου. Η έννοιά του, λόγω της σημασίας της δίνεται από τον ίδιο το νόμο (άρθρο 1 περ. α'). Σύμφωνα με το εδάφιο β της πρώτης περίπτωσης του άρθρου 1 του Ν. 489/1976 "ως αυτοκίνητο θεωρείται και κάθε ρυμουλκούμενο όχημα συζευγμένο μετά του κυρίως αυτοκινήτου ή μη".
Το άρθρο 21 της Κ4/585/1978 AYE (ήδη καταργηθείσας με το άρθρο 17 περ. γ' του Ν 3557/2007) περιείχε αναλυτική ρύθμιση, που αφορούσε στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία ρυμουλκούμενων οχημάτων και ίσχυε η αρχή της επικουρικότητας υπό την έννοια, ότι η ασφάλιση του ρυμουλκούμενου οχήματος ίσχυε μόνο, αν ήταν ανασφάλιστο το ρυμουλκό.
Για το ζήτημα, όμως, του εάν και ως προς το ρυμουλκούμενο και τις εξ αυτού προκαλούμενες ζημίες έχει εφαρμογή το καθιερούμενο με το Ν ΓΠΝ/1911, σύστημα αντικειμενικής ευθύνης, κρίσιμη είναι η διάταξη του άρθρου 2 Ν 2696/1999, που ορίζει ως ρυμουλκούμενο "το όχημα που στερείται ιδίας κινητήριας δύναμης και είναι κατασκευασμένο κατά τρόπο ώστε να έλκεται από άλλα μηχανοκίνητα οχήματα" και ως ρυμουλκό "το μηχανοκίνητο όχημα που χρησιμοποιείται μόνο για την έλξη άλλων οχημάτων".
Με βάση αυτούς τους ορισμούς προκύπτει ότι, όταν το ρυμουλκούμενο όχημα συνδεθεί με το ρυμουλκό και δεν δύναται να τροχοπεδήσει ή να διευθυνθεί μόνο του, τότε αμφότερα τα οχήματα πρέπει να θεωρηθούν ως ενότητα και ως εκ τούτου σε περίπτωση ατυχήματος ευθύνονται μόνο ο κάτοχος και οδηγός του ρυμουλκού (έλκοντος) οχήματος.
Το ρυμουλκούμενο όχημα δεν μπορεί εννοιολογικά να έχει κάτοχο και οδηγό κατά την έννοια του άρθρου 4 Ν ΓΠΝ/1911. Τα δύο οχήματα (ρυμουλκό και ρυμουλκούμενο), όταν συνδεθούν, αποτελούν μία λειτουργική ενότητα, ο δε κάτοχος και οδηγός του ρυμουλκού είναι κάτοχος και οδηγός του όλου ενιαίου συρμού, με αποτέλεσμα, αν, κατά τη διάρκεια της λειτουργικής ενότητας, προκληθεί ζημία σε τρίτο πρόσωπο από τον ενιαίο συρμό (είτε από το ρυμουλκό είτε από το ρυμουλκούμενο) ευθύνονται κατά το Ν ΓΠΝ/1911 ο κάτοχος και οδηγός του ρυμουλκού.
Τα παραπάνω ισχύουν ακόμη και στην περίπτωση που τα δύο οχήματα έχουν διαφορετικούς ιδιοκτήτες. Εξ αυτών συνάγεται, ότι σε περίπτωση ατυχήματος που προκαλείται από τον ενιαίο συρμό, η εκ του νόμου ΓΠΝ/1911 αστική ευθύνη θεμελιώνεται μόνο σε βάρος του οδηγού, κατόχου και ιδιοκτήτη του ρυμουλκού, εφόσον το ρυμουλκούμενο στερείται αυτόνομης κίνησης (ΑΠ 309/2005, ΑΠ 259/2004) και μόνο, αν το αίτιο του ατυχήματος προήλθε αποκλειστικώς από το ρυμουλκούμενο (π.χ.
θραύση ελαστικών ρυμουλκούμενου, κακή στοιβασία του φορτίου ή ελαττωματικότητα του σημείου σύνδεσης τούτου), τότε, παράλληλα με την αντικειμενική ευθύνη του οδηγού, κατόχου και ιδιοκτήτου του ρυμουλκού, (που οπωσδήποτε υφίσταται), θεμελιώνεται και ευθύνη του ιδιοκτήτη του ρυμουλκούμενου, με βάση όμως το υποκειμενικό σύστημα των άρθρ. 914 επ.
του ΑΚ. Επίσης, με το άρθρο 926 του ΑΚ καθορίζονται, στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων, στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά στην περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 του ΑΚ (ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014).
Η αναγνωριζόμενη από το πιο πάνω άρθρο αξίωση αναγωγής πηγάζει από την εσωτερική σχέση των περισσότερων συνυποχρέων. Είναι ίδια και αυτοτελής και στηρίζεται απευθείας στο νόμο, δηλαδή στο άρθρο 927 ΑΚ. Δεν είναι αξίωση από αδικοπραξία. Η αξίωση αυτή έχει ως προϋπόθεση, αφ' ενός την ύπαρξη περισσότερων συνυποχρέων σε αποζημίωση κατά το άρθρο 926 ΑΚ και αφετέρου την καταβολή από έναν από αυτούς στον τρίτο ζημιωθέντα ολόκληρης της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Εξ άλλου, τέτοιο δικαίωμα αναγωγής αναγνωρίζεται και από τα άρθρα 8 και 9 του Ν ΓΠΝ/1911, όταν η αξίωση αποζημιώσεως του θύματος στηρίζεται στο νόμο (ή και στο νόμο) αυτόν (ΑΠ 1655/2017, ΑΠ 1229/2013). Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του Ν 3557/2007 προστέθηκε στο π.δ. 237/1986 νέο άρθρο 6α, από το οποίο (άρθρο 6α), ήδη με το άρθρο 169 παρ. 11 του Ν 4261/2014, διεγράφη διάταξη, που προστέθηκε, αυτούσια, στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ΠΔ 237/1986.
Με την τελευταία αυτή διάταξη ορίζονται τα εξής: "Αν προκληθεί ατύχημα από ρυμουλκό όχημα που συνδέεται, με ρυμουλκούμενο, οι ασφαλιστές του ρυμουλκού και του ρυμουλκούμενου οχήματος, αντίστοιχα, ευθύνονται σε ολόκληρο έναντι των ζημιωθέντων τρίτων. Η ευθύνη των ασφαλιστών αυτών περιορίζεται μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των σχετικών συμβάσεων, επιφυλασσομένου σε αυτούς του δικαιώματος της εκατέρωθεν αναγωγής για την κατανομή της ζημίας".
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής, η οποία σαφώς διαφοροποιείται από το προηγούμενο δίκαιο, με το οποίο ίσχυε η αρχή της επικουρικότητας της ασφάλισης του ρυμουλκούμενου οχήματος, είναι οι παρακάτω: 1. Πρόκληση ατυχήματος σε τρίτο πρόσωπο από τον ενιαίο συρμό, δηλαδή ενόσω το ρυμουλκό και το ρυμουλκούμενο είναι συνδεδεμένα.
Η κυριότητα του ρυμουλκού δύναται να ανήκει σε διαφορετικό πρόσωπο από την κυριότητα του ρυμουλκούμενου. 2. Δεν ερευνάται, όταν το ατύχημα προκαλείται από τον εν κινήσει ενιαίο συρμό (ρυμουλκό με ρυμουλκούμενο), από ποιο συγκεκριμένο όχημα προκλήθηκε το ατύχημα, δηλαδή αν από το ρυμουλκό ή το ρυμουλκούμενο.
Τούτο όμως ισχύει μόνο, όταν αντιμετωπίζεται το θέμα της ευθύνης των ασφαλιστών έναντι του παθόντος τρίτου. Έχει όμως σημασία το ζήτημα αυτό στην περαιτέρω δίκη αναγωγής μεταξύ των πλειόνων ασφαλιστών (ΑΠ 401/2021). 3. Να έχουν συναφθεί δύο (2) συμβάσεις ασφάλισης, δηλαδή, μία για το ρυμουλκό και μία για το ρυμουλκούμενο.
Δεν εφαρμόζεται η διάταξη αυτή, αν έχει συναφθεί μία μόνο σύμβαση ασφάλισης (ΑΠ 1976/2017). Ενόσω προκαλείται ατύχημα σε τρίτο πρόσωπο από τον ενιαίο συρμό, γεννάται σε ολόκληρο ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών κατά την έννοια της ΑΚ 481 επ. Για την εφαρμογή της διάταξης είναι αυτονόητο, ότι η εις ολόκληρο ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών τελεί υπό την προϋπόθεση της ύπαρξης αστικής ευθύνης των συνδεομένων με το ρυμουλκό και το ρυμουλκούμενο προσώπων (ΑΠ 606/2020, ΑΠ 1976/2017).
Ακολούθως, αντικείμενο στη δίκη αναγωγής αποτελεί η κατανομή της ζημίας μεταξύ των αυτοκινήτων του ενιαίου συρμού (ρυμουλκού-ρυμουλκούμενου) και συνακόλουθα των ποσοστών που βαρύνουν κάθε ασφαλιστή (ΑΠ 606/2020). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007).
Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ίδιου Κώδικα, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αίτησης αναίρεσης (23-07-2021), η οποία είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔικ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το Ν 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΑΠ 59/2021, 71/2020).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα εξής περιστατικά: "Στις 15.9.2014 και περί ώρα 13.30, ο Α. Μ., οδηγώντας το με αριθμ. κυκλοφορίας ... Δ.Χ. Φορτηγό αυτοκίνητο (ρυμουλκό), συγκυριότητας του ιδίου και της Μ.
Δ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ Α.Α.Α.Ε.", μετά του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ρυμουλκούμενου (επικαθήμενου), συγκυριότητας των Α. Μ. και Ε. Β., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία, έβαινε επί της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας επί της Ν.Ε.Ο.
Αθηνών - Κορίνθου, με κατεύθυνση από ... προς ... στην περιοχή των .... Καθώς προσέγγιζε στο ύψος του 50,5χλμ αυτής, έσκασαν ξαφνικά τα δύο οπίσθια αριστερά ελαστικά του επικαθήμενου (ρυμουλκούμενου), με αποτέλεσμα να διασκορπιστούν τεμάχιά τους, και δη αναγομώσεις αυτών, στο οδόστρωμα της οδού. Η Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Κορίνθου είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με διαχωριστική νησίδα μεταξύ των δύο αντίθετων ρευμάτων κυκλοφορίας, το δε ρεύμα πορείας αυτής από ...
προς ... στο ύψος των ... έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και Λωρίδα Ε.Α. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο και τόπο, με την ίδια κατεύθυνση του ως άνω οχήματος, ακολουθούσαν τα παρακάτω οχήματα, τα οποία προσέκρουσαν στα τεμάχια των αναγομώσεων και υπέστησαν φθορές και ειδικότερα : α) το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας Φ.
Μ., ο οποίος έβαινε στη μεσαία λωρίδα, β) το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ι.-Ε. Σ., κυριότητας της Ε. Σ., ο οποίος εκινείτο ομοίως στη μεσαία λωρίδα και γ) το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΕ αυτοκίνητο (ταξί) που οδηγούσε ο Α. Κ., κυριότητας του Ι. Κ., ο οποίος έβαινε στην αριστερή λωρίδα. Του παραπάνω ενδίκου τροχαίου ατυχήματος επιλήφθηκε το αρμόδιο Τμήμα Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων και συνέταξε το από 15.9.2014 δελτίο τροχαίου ατυχήματος με υλικές ζημίες, από το οποίο προκύπτουν με σαφήνεια αφενός οι κατευθύνσεις όλων των ανωτέρω οχημάτων και οι επιφάνειες αυτών που υπέστησαν υλικές ζημίες, αλλά κυρίως η αιτία πρόκλησης αυτού και δη ότι αυτό προήλθε από το σκάσιμο των δύο οπίσθιων αριστερών ελαστικών του επικαθήμενου του ασφαλισμένου από την ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, το ατύχημα οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Α. Μ., ο οποίος, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 και 81 παρ. 13 του ΚΟΚ, αν και όφειλε: α) να επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή και να αποφεύγει οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία ή να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή να προκαλέσει ζημιές σε ιδιωτικές περιουσίες, β) να λάβει αμέσως τα αναγκαία μέτρα για την απομάκρυνση των σπασμένων τεμαχίων των ελαστικών από το οδόστρωμα και γ) να μεριμνήσει ώστε οι τροχοί του ρυμουλκούμενου να φέρουν ελαστικά με ή χωρίς αεροθάλαμο ή άλλα ελαστικά ανάλογης αποτελεσματικότητας που να είναι σε τέτοια κατάσταση ώστε να εξασφαλίζονται οι συνθήκες ασφαλείας, εντούτοις όμως αυτός από αμέλειά του έθεσε σε κυκλοφορία το ως άνω ρυμουλκούμενο όχημα, χωρίς να ελέγξει αφενός την ποιότητα των ελαστικών του ρυμουλκούμενου οχήματος και χωρίς να απομακρύνει αυτά από το οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να προκαλέσει κίνδυνο και υλικές ζημίες στα ως άνω ακολουθούντα οχήματα.
Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ιδιοκτήτης του με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκινήτου (ταξί), Ι. Κ., για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών που υπέστη το αυτοκίνητό του, εξαιτίας της πρόσκρουσης αυτού επί των τμημάτων των αναγομώσεων των ελαστικών του ρυμουλκούμενου, αναγκάστηκε και δαπάνησε το συνολικό ποσό των 2.254,84 ευρώ για αγορά ανταλλακτικών και εργασίες επισκευής, σύμφωνα με το υπ' αριθ. 01/...-2Ο14 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών-ΔΑ της εταιρίας με την επωνυμία "Μ..Σ.
ΑΕ", εξουσιοδοτημένος επισκευαστής Mercedes -Benz, στο 2ο χλμ. Ε.Ο. ... και όπως ειδικότερα αφενός τα απαραίτητα ανταλλακτικά και αφετέρου οι εργασίες επισκευής αυτού, κατ' είδος, αξία και αμοιβή αντίστοιχα σ' αυτό περιγράφονται και προκύπτουν και από την από 30.9.2014 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Κ. που συντάχθηκε, κατ' εντολή της ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρίας.
Η τελευταία, ως ασφαλίζουσα κατά τον επίδικο χρόνο το υπαίτιο ρυμουλκούμενο όχημα, δυνάμει του υπ' αριθ. ... αρχικού πολυασφαλιστηρίου συμβολαίου κλάδου αυτοκινήτων (ανανεωτήριο ...), προς αποφυγή περαιτέρω επιβαρύνσεών της, στις 22.10.2014, κατέβαλε στον ως άνω παθόντα τρίτο Ι. Κ., το ποσό των 2.245,00 ευρώ, σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης ή αξίωσης αυτού προερχόμενης από το ένδικο τροχαίο ατύχημα, εκδοθείσης για την αιτία αυτή της αντίστοιχης υπ' αριθ. ...-2014 απόδειξης πληρωμής.
Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, τόσο στο συνταχθέν δελτίο τροχαίου ατυχήματος από το Τμήμα Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων, όσο και από την ομολογία της ενάγουσας στο αγωγικό δικόγραφο, το ατύχημα και οι εξ αυτού προκληθείσες υλικές ζημίες, μεταξύ των άλλων αυτοκινήτων και αυτές στο αυτοκίνητο του Ι. Κ., προκλήθηκαν από το υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... ρυμουλκούμενο/επικαθήμενο, αφού τα δύο οπίσθια αριστερά ελαστικά αυτού έσκασαν και διασκορπίστηκαν στο οδόστρωμα, ήτοι το επίδικο ατύχημα προκλήθηκε εξαιτίας της κυκλοφορίας του με αριθμό ... ρυμουλκούμενου/ επικαθήμενου, το οποίο έφερε ακατάλληλα αναγομωμένα ελαστικά τα οποία έσκασαν.
Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ναι μεν δεν ερευνάται η συμβολή εκάστου μέρους των κινούμενων σε ενιαίο συρμό οχημάτων (ρυμουλκού ή ρυμουλκούμενου) στο στάδιο έρευνας των αξιώσεων του ζημιωθέντος τρίτου, έναντι του οποίου οι ιδιοκτήτες, ασφαλιστές κλπ των επιμέρους οχημάτων, ευθύνονται εις ολόκληρον, ερευνάται όμως το ζήτημα αυτό στην περαιτέρω δίκη αναγωγής μεταξύ των πλειόνων ασφαλιστών, όπως εν προκειμένω, ώστε να επιμεριστεί η ευθύνη εκάστου υπόχρεου ανάλογα με τη συμβολή εκάστου μέρους στην πρόκληση του ατυχήματος, αν δε ο προσδιορισμός του μέτρου αυτού είναι ανέφικτος, η ζημία κατανέμεται μεταξύ των υποχρέων σε ίσα μέρη.
Εν προκειμένω από ουδέν στοιχείο προέκυψε ότι ο ως άνω οδηγός του με αριθμό ... ρυμουλκού που ασφάλιζε η εναγόμενη, συνετέλεσε, υπό την ιδιότητά του αυτή, ήτοι του οδηγού του ρυμουλκού, με πταίσμα του στην θραύση των ελαστικών του ρυμουλκούμενου και την εξ αυτής πρόκληση του ατυχήματος, καθόσον η ενάγουσα ουδέν σχετικό περιστατικό επικαλείται, ούτε άλλωστε αποδεικνύει (π.χ.
πλημμελή χειρισμό του τράκτορα που προκάλεσε τη θραύση των ελαστικών), ο δε ισχυρισμός της ότι ο οδηγός του ρυμουλκού δεν έλεγξε την ποιότητα των ελαστικών του επικαθήμενου, ουδόλως μεταθέτει την ευθύνη του ατυχήματος (και) στην ασφαλίζουσα το ρυμουλκό εναγομένη, καθόσον η συγκεκριμένη υπαίτια παράλειψη του οδηγού προφανώς ανάγεται στον ασφαλιστικό κίνδυνο που ανέλαβε η ενάγουσα με την σύμβαση ασφάλισης του επικαθήμενου και όχι η εναγομένη ασφαλίστρια του ρυμουλκού.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή, κατά το προσβαλλόμενο με την κρινόμενη έφεση κεφάλαιο της κύριας βάσης αυτής, ως ουσιαστικά αβάσιμη, κρίνοντας, ομοίως όπως και το παρόν Δικαστήριο, ότι δεν ευθύνεται η εναγομένη εξ αναγωγής σε αποζημίωσή της, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα (αρθρ. 534 ΚΠολΔ), τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τους λόγους της έφεσης, άπαντες οι οποίοι βάλλουν κατά της ορθότητας, νομικής και ουσιαστικής, της παραπάνω κρίσης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Μετά ταύτα, η κρινόμενη έφεση θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της...". Έτσι όπως έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της της υπαιτιότητας του Α. Μ. ως οδηγού του ρυμουλκού, που ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, αλλά ως και μοναδικού οδηγού του ενιαίου συρμού (ρυμουλκού και ρυμουλκούμενου), και της αιτιώδους συμβολής του στην επέλευση του ένδικου ζημιογόνου αποτελέσματος, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες τις διατάξεις του Ν 489/1976, όπως κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986 και τροποποιήθηκε με τους νόμους 3557/2007 και 4261/2014, τις διατάξεις του Ν ΓΠΝ/1911, των άρθρων 481 επ., 914 επ., 926 και 927 του ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 2 και 81 παρ. 13 και 26 του Ν 2696/1999, όπως βασίμως παραπονείται η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, παρότι δέχθηκε α) ότι ο οδηγός του ρυμουλκού Α. Μ. ήταν και συνιδιοκτήτης τόσο του ρυμουλκού όσο και του ρυμουλκούμενου, β) ότι ο ανωτέρω οδηγός και συνιδιοκτήτης είχε συνδέσει το ρυμουλκό με το ρυμουλκούμενο και τα οδηγούσε ο ίδιος ως ενιαίο συρμό, γ) ότι το αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα οφειλόταν στην αποκλειστική υπαιτιότητά του, καθόσον από αμέλειά του έθεσε σε κυκλοφορία το ως άνω ρυμουλκούμενο όχημα, χωρίς να ελέγξει την ποιότητα των ελαστικών του και χωρίς να απομακρύνει αυτά μετά τη θραύση τους από το οδόστρωμα κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1 και 4 και 81 παρ. 13 του ΚΟΚ, με αποτέλεσμα να προκαλέσει κίνδυνο και υλικές ζημίες στα ακολουθούντα οχήματα, ακολούθως αντιφατικά έκρινε, ότι δεν προέκυψε, ότι ο ανωτέρω οδηγός του ρυμουλκού, που ασφάλιζε η εναγόμενη (ήδη αναιρεσίβλητη), συνετέλεσε, υπό την ιδιότητά του αυτή, ήτοι του οδηγού του ρυμουλκού, με πταίσμα του στην θραύση των ελαστικών του ρυμουλκούμενου και την εξ αυτής πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Μετά από αυτά, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμων των ανωτέρω λόγων αναίρεσης, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή στο σύνολό της και να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, σε αυτή (άρθρο 495 παρ. 3 περ. Γ' β' εδ. δ' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του Ν 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο ένατο άρθρο 1 παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα), ενώ η αναιρεσίβλητη, που νικήθηκε στη δίκη, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 9325/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο πιο πάνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου, που έχει καταθέσει για την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην ..., στις 20 Σεπτεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην ..., στις 12 Οκτωβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ