Legislator Case Law & Legislation
1541/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract freedom, finding no legal error in lower court's application of Article 478 AC.

Case Number 1541/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the single-member Court of Appeal's decision. The lower court upheld a contract of freedom where the defendant assumed full debt liability to the bank, ruling that there was no significant discrepancy between the defendant's intent and their declaration. The court found the appeal inadmissible because the lower court correctly applied substantive law without violating any legal rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court correctly applied the law to the facts, specifically upholding a contract of freedom where the parties' intent aligns with their declaration.

Keywords

AI generated
contract of freedom Article 478 AC cassation appeal significant discrepancy substantive law violation legal error contractual intent

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 478 of the Greek Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2015
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
OLAP 8/2018
OLAP 27/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1541 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1541/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Πιέρρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.πολ.Δ..

Της αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Σ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Μιχοπούλου - Τσιμπούκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-06-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-09-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ολΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Περαιτέρω, με τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ (άρθρα 249 έως και 294) του Ν. 4072/2012 "Βελτίωση επιχειρηματικού περιβάλλοντος - Νέα εταιρική μορφή κ.λπ." ρυθμίζονται θέματα, που αφορούν στις προσωπικές εμπορικές εταιρείες. Ειδικότερα, τα θέματα που αφορούν στην ομόρρυθμη εταιρεία ρυθμίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 249 έως και 270, που περιλαμβάνονται στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α' του Έβδομου Μέρους αυτού.

Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 294 του ανωτέρω νόμου, αυτός εφαρμόζεται και στις εταιρίες, οι οποίες κατά την έναρξη της ισχύος του δεν τελούν σε εκκαθάριση ή σε πτώχευση, ενώ από την έναρξη ισχύος του καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 18 - 28, 38, 39, 47 - 50 και 64 του Εμπορικού Νόμου. Από τις διατάξεις των άρθρων 249, 252, 255 και 258 του Ν. 4072/2012 και 158, 159 παρ. 1 και 2 εδ.

α, 164, 361, 416, 481, 482, 483 εδ. α, 487 παρ. 1, 763 και 764 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Για τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου της ομόρρυθμης εταιρίας προς τρίτους ευθύνονται έναντι των δανειστών της εταιρίας όλοι οι εταίροι με την ατομική τους περιουσία απεριορίστως και εις ολόκληρον. Καθένας από τους δανειστές έχει το δικαίωμα να απαιτήσει την παροχή από οποιοδήποτε εκ των ως άνω προσώπων, εταιρίας δηλαδή και εταίρων.

Η ως άνω δε ρύθμιση αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο. Για τις εσωτερικές σχέσεις μεταξύ των εταίρων και της εταιρίας οι εταίροι είναι κατ` αρχήν ελεύθεροι να ορίσουν με το καταστατικό το ποσοστό κατά το οποίο θα συμμετέχει καθένας τους στις ζημίες της εταιρίας (οφειλές από εταιρικές υποχρεώσεις προς τρίτους) καθώς και στα κέρδη που θα προκύψουν τυχόν από τη λειτουργία αυτής.

Αφότου συσταθεί νόμιμα η εταιρία, ο σχετικός όρος του καταστατικού είναι ισχυρός, συνέπεια δε τούτου είναι ότι, αν κατά τη διάρκεια της εταιρικής συμβάσεως κάποιος από τους εταίρους από την ατομική του περιουσία εξοφλήσει με καταβολή έναντι δανειστή της εταιρίας το οικείο εταιρικό χρέος, καθένας των λοιπών εταίρων ευθύνεται, κατ` αναγωγή, έναντι εκείνου κατά το ποσοστό συμμετοχής του στις ζημίες της εταιρίας.

Η κατά τη διάρκεια της εταιρικής συμβάσεως συμφωνία μεταξύ των εταίρων, ότι ο ως ανωτέρω περί συμμετοχής τους στις εταιρικές ζημίες όρος τροποποιείται και εφεξής καθένας των εταίρων θα συμμετέχει στις εταιρικές ζημίες κατά ποσοστό διαφορετικό του προηγουμένου, αποτελεί τροποποίηση του εταιρικού καταστατικού και γι` αυτό υπόκειται στις περί τροποποιήσεως καταστατικού διατυπώσεις που προβλέπονται από το νόμο (άρθρα 42 ΕμπΝ και 251 Ν. 4072/2012) ή από τη μεταξύ των εταίρων τυχόν σχετική συμφωνία (ΑΠ 522/2014).

Ωστόσο, η κατά τη διάρκεια της εταιρικής συμβάσεως συμφωνία μεταξύ των εταίρων, ότι κάποιος από τους εταίρους βαρύνεται αποκλειστικά με τις μέχρι τη σύναψη της συμφωνίας υφιστάμενες ζημίες της εταιρίας και, άρα, εξοφλώντας τα αντίστοιχα εταιρικά χρέη προς τρίτους αποκλειστικώς με δικά του χρήματα, δεν θα έχει εξ αναγωγής απαίτηση κατά των λοιπών, είναι διαφορετική του προεκτιθέμενου τροποποιητικού όρου και δεν αποτελεί τροποποίηση του εταιρικού, άρα είναι δεσμευτική μεταξύ των εταίρων ακόμη και αν δεν υποβληθεί στις προμνημονευόμενες περί τροποποιήσεως του καταστατικού διατυπώσεις (ΑΠ 1205/2001).

Εξάλλου, από τα άρθρα 777 και 778 εδ. α` ΑΚ, που έχουν εφαρμογή και επί προσωπικών εταιρειών με νομική προσωπικότητα και ορίζουν το μεν πρώτο: "Η εταιρεία λογίζεται ότι εξακολουθεί και μετά τη λύση της, εφόσον το απαιτούν οι ανάγκες και ο σκοπός της εκκαθάρισης. Από τη λύση παύει η εξουσία των διαχειριστών εταίρων", το δε δεύτερο: "Αφού λυθεί η εταιρεία, η εκκαθάριση, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, ενεργείται από όλους τους εταίρους μαζί ή από εκκαθαριστή που έχει διοριστεί με ομόφωνη απόφαση όλων" προκύπτει ότι η εταιρεία μετά τη λύση της και κατά τη διάρκεια της εκκαθαρίσεως δεν περατώνεται, αλλά απλώς μεταβάλλει σκοπό.

Κατά συνέπεια η εταιρεία ως συμβατική σχέση εξακολουθεί να υφίσταται και κατά τη διάρκεια του σταδίου της εκκαθαρίσεως, εάν δε έχει νομική προσωπικότητα εξακολουθεί και αυτή να υφίσταται (ΑΠ 522/2014). Τέλος, κατά το άρθρο 478 ΑΚ, "αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή".

Η διάταξη αυτή θέτει ερμηνευτικό κανόνα, κατά τον οποίο αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται δηλαδή μεταξύ τους ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρος. Η σύμβαση αυτή, καλουμένη σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, από την οποία απορρέει αυτοτελής ενοχή, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθενός (ΑΠ 620/2018, ΑΠ 1095/2013, ΑΠ 1230/2010).

Τέτοια υπόσχεση υπάρχει και όταν τρίτος, προς τον οποίον μεταβιβάσθηκαν εταιρικά μερίδια, αναλαμβάνει έναντι του μεταβιβάζοντος την υποχρέωση να τον αποδεσμεύσει από τα χρέη που έχουν δημιουργηθεί κατά την παραμονή του στην εταιρεία και τις εγγυήσεις που έχει αναλάβει έναντι του δανειστού για την εξόφληση του χρέους του πρωτοφειλέτου, εξοφλώντας ο ίδιος το χρέος, όταν τούτο γίνει ληξιπρόθεσμο (ΑΠ 1752/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Με το υπ' αριθ. .../12-2-2007 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίας Κασσαγιάννη-Κουζέλη, οι διάδικοι, φαρμακοποιοί, συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...."., με έδρα το κατάστημα, όπου η ενάγουσα διατηρούσε την ατομική επιχείρηση φαρμακείου, επί της οδού ...

στο … και με εταιρικό σκοπό την εκμετάλλευση φαρμακείου. Η διάρκεια της εταιρίας ορίστηκε μέχρι την 5-1-2015 και το κεφάλαιο αυτής καθορίστηκε στο ποσό των 29.000 ευρώ με κατά το ήμισυ συμμετοχή των διαδίκων, ενώ η εκπροσώπηση ανατέθηκε στην ενάγουσα. Στις 5-12-2007 η εν λόγω ομόρρυθμη εταιρία, έλαβε πίστωση μέχρι του ποσού των 130.000 ευρώ από την πιστούχο Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.

με την υπ' αριθ. ... σύμβαση ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, στην οποία η ενάγουσα, ο σύζυγός της και ο εναγόμενος συμβλήθηκαν με την ιδιότητα των εγγυητών, ενώ στις 30-12-2008 καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων πρώτη πρόσθετη πράξη αύξησης της πίστωσης μέχρι του ποσού των 170.000 ευρώ και στις 11-2-2013 καταρτίστηκε δεύτερη πρόσθετη πράξη αύξησης ορίου της πίστωσης μέχρι του ποσού των 171.000 ευρώ, στην οποία τελευταία ο σύζυγός της ενάγουσας απαλλάχθηκε ως εγγυητής και στη θέση του υπεισήλθαν οι γονείς του εναγόμενου.

Ακολούθως στις 5-1-2015 η πιστώτρια τράπεζα κατήγγειλε εγγράφως την ως άνω σύμβαση και τις πρόσθετες πράξεις αυτής, λόγω μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων των αντισυμβαλλομένων μερών και έκλεισε το λογαριασμό με χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 132.061,14 ευρώ. Περαιτέρω, στις 4-3-2015, οι διάδικοι κατάρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ρύθμισαν μεταξύ τους διάφορα οικονομικά και εταιρικά ζητήματα, μεταξύ των οποίων και την απαίτηση του χρεωστικού υπολοίπου της πιστώτριας Εθνικής Τράπεζας που προέκυψε από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που είχε λάβει η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία, την εξόφληση του οποίου ανέλαβε να καταβάλει εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος, με πλήρη απαλλαγή της ενάγουσας από την εν λόγω υποχρέωση. Στη συνέχεια, στις 3-4-2015 οι διάδικοι, με το υπ' αριθ. .../3-4-2015 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αγρίνιου Βασιλικής Μαραγιάννη, προχώρησαν στη λύση της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας, για τις ανάγκες εκκαθάρισης της οποίας είχε οριστεί εκκαθαριστής ο εναγόμενος και είχε συνταχθεί ισολογισμός στις 31-3-2015, η δε εταιρία στις 9-4-2015 διαγράφηκε από το Γ.Ε.Μ.Ι.

Ωστόσο, επειδή o εναγόμενος δεν κατέβαλλε το χρεωστικό υπόλοιπο στην πιστώτρια τράπεζα, η τελευταία συμψήφισε για την απαίτησή της, ύψους 134.406,12 ευρώ, ποσό 70.000 ευρώ από τον υπ' αριθ. ... προθεσμιακό λογαριασμό καταθέσεων στον οποίο η ενάγουσα ήταν συνδικαιούχος και ποσό 24.507,86 ευρώ από τον υπ' αριθ. ... προθεσμιακό λογαριασμό καταθέσεων στον οποίο ομοίως, η ενάγουσα ήταν συνδικαιούχος.

Στην ανωτέρω από 4-3-2015 συμφωνία των διαδίκων, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού του αντικειμένου αυτής από την ενάγουσα, που δε δεσμεύει το δικαστήριο, προκύπτει ότι η έννομη σχέση που προβάλλεται δι' αυτής, έχει τον χαρακτήρα της συμβάσεως του άρθρου 478 ΑΚ, ήτοι της κατά τα προεκτεθέντα, συμβάσεως ελευθερώσεως, διότι ο εναγόμενος ανέλαβε έναντι της ενάγουσας, την υποχρέωση να καταβάλει ο ίδιος εξ ολοκλήρου στην πιστώτρια τράπεζα το χρέος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, του οποίου την εξόφληση είχαν εγγυηθεί αμφότεροι οι διάδικοι, κατά το χρόνο που συμμετείχαν ως εταίροι της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας και εφόσον o εναγόμενος αθέτησε τη συμβατική του υποχρέωση, υποχρεούται έναντι της ενάγουσας σε αποζημίωση, ισόποση με το συνολικό ποσό που τελικώς η ίδια κατέβαλε στην πιστώτρια τράπεζα.

Εξάλλου η συγκεκριμένη σύμβαση, συνιστά αυτοτελή υποσχετική δικαιοπραξία, για την κατάρτιση της οποίας δεν απαιτείται έγγραφος τύπος. Επίσης, η επίδικη συμφωνία αφορούσε αποκλειστικά τις μεταξύ των διαδίκων έννομες σχέσεις και δεν επηρέαζε τη σχέση τους με την πιστώτρια τράπεζα, της οποίας βέβαια δεν απαιτούνταν συναίνεση ως δανείστριας, εφόσον δεν υπήρχε στερητική αναδοχή χρέους, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών με λόγο έφεσης.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας των διαδίκων στις 4-3-2015, η μεταξύ τους ομόρρυθμη εταιρία βρισκόταν στο στάδιο της εκκαθάρισης, η οποία ολοκληρώθηκε στις 3-4-2015, όπως αυτό αναφέρεται στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη λύσης αυτής. Στην επίδικη συμφωνία που καταρτίστηκε δια ιδιωτικού συμφωνητικού, προκύπτει ότι, οι διάδικοι εκφράστηκαν ρητώς και σαφώς αναφορικά με την εσωτερική τους σχέση και τις ευθύνες τους ως εγγυητές της πίστωσης για το μετά τις 4-3-2015 χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα ο εναγόμενος, ανέλαβε έναντι της ενάγουσας την υποχρέωση να καταβάλει εξ ολοκλήρου ο ίδιος, την οφειλή της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας από την ένδικη σύμβαση πιστώσεως για το μεταγενέστερο της 4-3-2015 χρονικό διάστημα και να αποδεσμεύσει την ενάγουσα από την ευθύνη που αυτή είχε αναλάβει ως εγγυήτρια έναντι της πιστώτριας τράπεζας.

Η κρίση αυτή, ως προς την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, ενισχύεται και από τις αναφορές στο έγγραφο συμφωνητικό περί άμεσης απόκτησης άδειας συστεγασμένων φαρμακείων από μέρους του εναγόμενου, τη σύσταση νέας Ο.Ε. στην οποία ο τελευταίος θα μετέχει ουσιαστικά με ποσοστό 100%, την ανάκληση της άδειας φαρμακείου της ενάγουσας λόγω συνταξιοδότησης και τη μετέπειτα λύση της νέας εταιρίας και την έναντι αποζημίωσης ποσού 30.000 ευρώ αποχώρηση της ενάγουσας από την εκμετάλλευση και τη λειτουργία του φαρμακείου.

Ας σημειωθεί δε ότι στις 11-12-2013 ανακλήθηκε η απόφαση της Δ/νσης Υγείας της Περιφερειακής Ενότητας Αιτωλ/νίας, με την οποία είχε χορηγηθεί άδεια ιδρύσεως φαρμακείου στον εναγόμενο, λόγω μη προσκόμισης των απαιτούμενων δικαιολογητικών.

Συνεπώς, τα συμβαλλόμενα μέρη, με την εν λόγω συμφωνία, δεν απέβλεψαν σε τροποποίηση του καταστατικού της Ο.Ε., ούτε παρέτειναν σιωπηρά τη λειτουργία της εταιρίας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο εκκαλών με σχετικούς λόγους εφέσεως, αλλά προέβησαν σε οριστική εκκαθάριση των μεταξύ τους σχέσεων εν όψει της επικείμενης, λήξης της εκκαθάρισης της εταιρίας.

Άλλωστε, κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των άρθρων 777-783 ΑΚ, οι εταίροι μπορούν να προβούν σε ιδιωτικές συμφωνίες προς διευθέτηση των εταιρικών τους υποχρεώσεων. Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι εφόσον η καταρτισθείσα, κατά τα ανωτέρω, δια του από 4-3-2015 ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνία των διαδίκων, δεν περιελήφθη στο καταστατικό της εταιρίας, είναι άκυρη, τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι η εν λόγω συμφωνία έγινε νόμιμα στο στάδιο της εκκαθάρισης της και δεν προσκρούει στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του Ν. 4072/2012 ... ".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την υπ' αριθ. 98/2017 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και ως ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 94.507,86 ευρώ, με βάση την άνω από 4-3-2015 συμφωνία των διαδίκων.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 249, 252, 255, 258 του Ν. 4072/2012 και 478, 763, 764, 777-783 του ΑΚ, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της νομιμότητας και εγκυρότητας της από 4-3-2015 συμφωνίας των διαδίκων, με την οποία ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων ανέλαβε έναντι της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης την υποχρέωση να καταβάλει εξ ολοκλήρου ο ίδιος την οφειλή της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας από την ένδικη σύμβαση πιστώσεως για το μεταγενέστερο της 4-3-2015 χρονικό διάστημα, αφού, με βάση τα δεκτά γενόμενα περιστατικά, τα συμβαλλόμενα μέρη προέβησαν μετά τη λήξη της διάρκειας της εταιρίας σε οριστική εκκαθάριση των μεταξύ τους σχέσεων εν όψει της επικείμενης λήξης της εκκαθάρισης της εταιρίας, καταρτίζοντας μεταξύ τους σύμβαση ελευθερώσεως, η οποία δεν συνιστά τροποποιητική του καταστατικού της εταιρίας των διαδίκων συμφωνία και συνεπώς είναι δεσμευτική μεταξύ των εταίρων ακόμη και αν δεν υποβλήθηκε στις περί τροποποιήσεως του καταστατικού διατυπώσεις.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της νομιμότητας και εγκυρότητας της επίδικης από 4-3-2015 συμφωνίας των διαδίκων, αφού με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άνω άρθρων του Ν. 4072/2012 και του ΑΚ, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι o εναγόμενος υποχρεούται έναντι της ενάγουσας σε αποζημίωση, ισόποση με το συνολικό ποσό που τελικώς η ίδια κατέβαλε στην πιστώτρια τράπεζα.

Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο, ως προς την επίδικη από 4-3-2015 συμφωνία των διαδίκων, α) ότι η διάρκεια της συσταθείσης μεταξύ των διαδίκων ομόρρυθμης εταιρίας ορίστηκε μέχρι την 5-1-2015, β) ότι στις 4-3-2015 οι διάδικοι κατάρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ρύθμισαν μεταξύ τους διάφορα οικονομικά και εταιρικά ζητήματα, μεταξύ των οποίων και την απαίτηση του χρεωστικού υπολοίπου της πιστώτριας Εθνικής Τράπεζας που προέκυψε από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που είχε λάβει η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία, την εξόφληση του οποίου ανέλαβε να καταβάλει εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος, με πλήρη απαλλαγή της ενάγουσας από την εν λόγω υποχρέωση, γ) ότι η συμφωνία αυτή των διαδίκων έχει τον χαρακτήρα συμβάσεως ελευθερώσεως, διότι ο εναγόμενος ανέλαβε έναντι της ενάγουσας, την υποχρέωση να καταβάλει ο ίδιος εξ ολοκλήρου στην πιστώτρια τράπεζα το χρέος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, του οποίου την εξόφληση είχαν εγγυηθεί αμφότεροι οι διάδικοι, κατά το χρόνο που συμμετείχαν ως εταίροι της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας, δ) ότι η συμφωνία αυτή έγινε νόμιμα στο στάδιο της εκκαθάρισης της εταιρίας, και ε) ότι στις 3-4-2015 οι διάδικοι προχώρησαν στη λύση της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας, για τις ανάγκες εκκαθάρισης της οποίας είχε οριστεί εκκαθαριστής ο εναγόμενος και είχε συνταχθεί ισολογισμός στις 31-3-2015, η δε εταιρία στις 9-4-2015 διαγράφηκε από το Γ.Ε.Μ.Ι.

Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη της αβασιμότητας της αγωγής και δη προεχόντως το από 3.2.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας και πώλησης επιχείρησης φαρμακείου, αλλά και τα λοιπά προσκομισθέντα από αυτόν μέσα αποδείξεως (αποδείξεις πληρωμής συνολικού ανταλλάγματος - τιμήματος στην αντίδικο, άδεια ιδρύσεως φαρμακείου, δικόγραφα αποδεικτικά της αντιδικίας τους, βεβαίωση περί διακοπής των εργασιών της εταιρίας στις 24-9-2015 από τη ΔΟΥ Αγρινίου, με αριθ.

σχετικών 2-32), από τα οποία αποδεικνύεται η αλήθεια των ισχυρισμών του και δη ότι η σύσταση της ομόρρυθμης εταιρίας την 12.2.2007 δεν αποτελούσε σύσταση μεταξύ τους ομόρρυθμης εταιρίας με εταιρικό σκοπό την εκμετάλλευση του μέχρι τότε φαρμακείου της αναιρεσίβλητης, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη αλλά αποτελούσε τη μεταβίβαση προς αυτόν του 50% της ατομικής της επιχείρησης φαρμακείου σε εκτέλεση της από 3.2.2007 συμφωνίας τους, αντί ανταλλάγματος 150.000 ευρώ.

Ωστόσο, από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός τούτων.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, είναι αβάσιμος. Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τη βούληση των μερών, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής αιτιολογίας, διότι είναι επιλεκτική, στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, δεδομένα και αποδεικτικά μέσα, χωρίς να συνεκτιμά άλλα, όπως τα προαναφερθέντα προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα, με συνέπεια να δημιουργούνται κενά, αντιφάσεις και ανεπάρκειες και να πάσχει η αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον δεν εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές.

Σε κάθε δε περίπτωση, οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες και διότι με την επίφαση των επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, στην πραγματικότητα, η ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων. Ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.

Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1365/2019, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 662/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο των αναφερόμενων εγγράφων που παραδεκτά προσκομίσθηκαν από αυτόν, και ειδικότερα ότι παραμόρφωσε α) το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από αυτόν από 3.2.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό, ότι δηλαδή την 12.2.2007 συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία για εκμετάλλευση της μέχρι τότε ατομικής επιχείρησης φαρμακείου της Γ.

Α., ότι στις 4.3.2015 κατήρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ρύθμισαν μεταξύ τους διάφορα οικονομικά και εταιρικά ζητήματα και ότι εγκύρως συνομολογήθηκε ο 6ος όρος του άνω από 4.3.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού παρά τον όρο Δ4 του από 3.2.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, οι όροι και συμφωνίες του οποίου συνομολογήθηκαν ρητά ως ουσιώδεις και υπερισχύοντες άλλων προγενέστερων ή μεταγενέστερων όρων και συμφωνιών, και β) το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από αυτόν από 4.3.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτό, ότι δηλαδή οι διάδικοι εκφράσθηκαν ρητά και σαφώς αναφορικά με την εσωτερική τους σχέση και τις ευθύνες τους ως εγγυητές της πίστωσης για το μετά την 4.3.2015 διάστημα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε ως προς τα έγγραφα αυτά σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των εγγράφων με την παραδοχή ότι περιέχουν περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος και απορριπτέος γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό και δη ότι με το υπ' αριθ.../12-2-2007 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίας Κασσαγιάννη-Κουζέλη, οι διάδικοι, φαρμακοποιοί, συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με εταιρικό σκοπό την εκμετάλλευση φαρμακείου, ότι δυνάμει του από 4.3.2015 ιδιωτικού συμφωνητικού οι διάδικοι εκφράστηκαν ρητώς και σαφώς αναφορικά με την εσωτερική τους σχέση και τις ευθύνες τους ως εγγυητές της πίστωσης για το μετά τις 4-3-2015 χρονικό διάστημα και ότι ο αναιρεσείων ανέλαβε έναντι της αναιρεσίβλητης την υποχρέωση να καταβάλει εξ ολοκλήρου ο ίδιος, το χρέος της πρωτοφειλέτιδας εταιρίας από την ένδικη σύμβαση πιστώσεως για το μεταγενέστερο της 4-3-2015 χρονικό διάστημα και να αποδεσμεύσει την αναιρεσίβλητη από την ευθύνη που αυτή είχε αναλάβει ως εγγυήτρια έναντι της πιστώτριας τράπεζας.

Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκλησή τους πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με την βούλησή του, έχει δικαίωμα, να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 141 ΑΚ η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση βούλησης, ήτοι η διάσταση μεταξύ δήλωσης και βούλησης συνεπεία εσφαλμένης γνώσης από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βούλησης πραγματικής κατάστασης, παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα, να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης.

Τέτοια είναι και η πλάνη που αφορά στο περιεχόμενο της δήλωσης, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δήλωσης (ΑΠ 406/2019, ΑΠ 993/2014, ΑΠ 335/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με τον προβληθέντα πρωτοδίκως από τον αναιρεσείοντα και επαναφερθέντα με σχετικό λόγο εφέσεως ισχυρισμό του ότι προέβη στην υπογραφή του έκτου όρου της ένδικης από 4.3.2015 συμφωνίας πεπλανημένα και χωρίς αυτός να ανταποκρίνεται στην πραγματική του βούληση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: "...

Εν προκειμένω, ο με τις πρωτόδικες προτάσεις του εναγόμενου ισχυρισμός κατ' ένσταση, επαναφέρεται με σχετικό λόγο της έφεσης, ότι αυτός προέβη στην υπογραφή του έκτου όρου της ένδικης συμφωνίας πεπλανημένα και χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματική του βούληση, διότι εάν είχε αντιληφθεί την ουσιώδη μεταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος δεν θα συμφωνούσε.

Με βάση τα ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του εκκαλούντα περί διάστασης στη βούλησή του και της δήλωσής του, όπως αυτή αποτυπώθηκε στη σύμβαση αυτή, εφόσον δεν προκύπτει ότι του αποστερήθηκε η δυνατότητα να αναγνώσει προσεκτικά το περιεχόμενο της συμφωνίας και ειδικότερα τους όρους που αφορούν στον ίδιο, συμβουλευόμενος οποιονδήποτε, σε περίπτωση που ήθελε να διευκρινίσει το θέμα του ορίου της ευθύνης που ανέλαβε με τη σύμβαση αυτή ... ".

Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα της απόρριψης της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα πιο πάνω ένστασης, αφού έχει τις προεκτεθείσες αιτιολογίες, οι οποίες, σε συνδυασμό λαμβανόμενες με τις προηγηθείσες αιτιολογίες περί της συμφωνίας των διαδίκων, είναι επαρκείς και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, με σαφήνεια και πληρότητα δέχεται το Εφετείο α) ότι στις 4-3-2015 οι διάδικοι κατάρτισαν ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο ρύθμισαν μεταξύ τους διάφορα οικονομικά και εταιρικά ζητήματα, μεταξύ των οποίων και την απαίτηση του χρεωστικού υπολοίπου της πιστώτριας Εθνικής Τράπεζας που προέκυψε από την υπ' αριθ. ...

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που είχε λάβει η ανωτέρω ομόρρυθμη εταιρία, β) ότι την εξόφληση του χρέους αυτού ανέλαβε να καταβάλει εξ ολοκλήρου ο εναγόμενος, με πλήρη απαλλαγή της ενάγουσας από την εν λόγω υποχρέωση, γ) ότι η τελευταία αυτή συμφωνία έχει τον χαρακτήρα της συμβάσεως του άρθρου 478 ΑΚ, ήτοι της συμβάσεως ελευθερώσεως, διότι ο εναγόμενος ανέλαβε, έναντι της ενάγουσας, την υποχρέωση να καταβάλει ο ίδιος εξ ολοκλήρου στην πιστώτρια τράπεζα το χρέος της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας, και δ) ότι ο εναγόμενος δεν αποστερήθηκε της δυνατότητας να αναγνώσει προσεκτικά το περιεχόμενο της συμφωνίας και ειδικότερα τους όρους που αφορούν στον ίδιο, συμβουλευόμενος οποιονδήποτε, σε περίπτωση που ήθελε να διευκρινίσει το θέμα του ορίου της ευθύνης που ανέλαβε με τη σύμβαση αυτή.

Βάσει δε αυτών καταλήγει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δεν υπήρξε διάστασης μεταξύ της βούλησης του αναιρεσείοντος και της δήλωσής του, όπως αυτή αποτυπώθηκε στην άνω σύμβαση και δη ως προς τη συνομολόγηση του επίμαχου 6ου όρου αυτής, ώστε να μην συντρέχει περίπτωση ακύρωσης της άνω συμβάσεως, λόγω ουσιώδους πλάνης.

Επομένως, ο πέμπτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης ειδικής αιτιολογίας και είναι επιλεκτική, με συνέπεια να δημιουργούνται κενά και ανεπάρκειες και να πάσχει η αιτιολογία, είναι αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσείων, που χάνει τη δίκη, πρέπει να καταδικαστεί και στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και διατυπώνει σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19 Σεπτεμβρίου 2019 αίτηση του Π. Γ. για αναίρεση της με αριθ. 115/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ