Legislator Case Law & Legislation
1541/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against land ownership judgment due to procedural errors regarding Ottoman law application.

Case Number 1541/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision on land ownership, finding the lower court's application of Ottoman law legally flawed. The government argued the lower court erred by failing to properly apply the Athens Peace Treaty provisions regarding land status prior to 1915. Consequently, the court remanded the case for retrial while ordering the defendants to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 § 4 of Law 147/1914; Art. 559 § 1, 19 of the Code of Civil Procedure: The court must reject appeals based on substantive errors if the lower court's decision relies on factual assumptions not supported by the record, thereby violating the principle of legal certainty and requiring a retrial.

Keywords

AI generated
Ottoman law application land ownership dispute Athens Peace Treaty procedural error remand for retrial legal costs allocation civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 § 4 of Law 147/1914
Art. 552, 553 § 1 item b', 556 § 1, 558 item a', 564 § 1, 566 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 577 § 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 § 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 §§ 1, 3 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1541 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1541/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη και Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:

Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αφεντία Ιωσηφίδου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Ι. Ν. του Α., κατοίκου ... Λασιθίου,

2) Ά. συζύγου Ν. Μ., το γένος Α. Ν., κατοίκου ... Αττικής,

οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τσαντάκη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15.09.2011 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 387/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 42/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28/6/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Ι] Με την κρινόμενη από 28.06.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 42/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο απέρριψε την από 25.07.2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 387/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, το οποίο είχε κάνει δεκτές, αφού τις συνεκδίκασε, τις από 15.09.2011 αγωγές αναγνωριστικές κυριότητας των δεύτερου και πρώτης αντιστοίχως των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 ΚΠολΔ).

[II] Με το άρθρο 2§4 του ν. 147 της 30.01/01.02.1914, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14.11.1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14.11.1913 περί Ειρήνης, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι:

«Εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι».

Ο με τον νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Οθωμανικού «Νόμου περί των γαιών» της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 "Kanunname-i arazi" (ΟθΝπΓαιών)μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ’ αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη, μετά τις 11.05.1915, αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα. Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το έτος 1897 η Κρήτη, που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στην νήσο, κάτω από την υψηλή επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά την διάρκεια της ως άνω αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23.07.1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας (ΚρητΑΚ), η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.05.1915) έως την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθμός 3 του ΕισΝΑΚ και 1§1 του ν. δ. της 7/10.05.1946, στις 22.02.1946, δεδομένου ότι από τις 23.02.1946 τέθηκε σε ισχύ ο Αστικός Κώδικας.

Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, ΚρητΑΚ προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα, και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, περί των οποίων ρητώς ορίζεται, με το άρθρο 302 του ίδιου Κώδικα, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς.

Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα, που αναφέρονται στο άρθρο 199 του ΚρητΑΚ, και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 200 του ΚρητΑΚ, όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς. Εξάλλου, κατά το προϊσχύσαν του ΚρητΑΚ, Οθωμανικό δίκαιο ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (mulk), όσο και για τις δημόσιες γαίες (arazi-i emiriye).

Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν τα δάση και τα παραπλήσια, ανήκαν στο δημόσιο και παραχωρούνταν από την κυβέρνηση [«άρθρο 3. Δημόσιαι γαίαι εισί τα χωράφια, λειμώνες, χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον.

Παρεχωρούντο δε παρά της Κυβερνήσεως και εν περιπτώσει πωλήσεως ή διαθεσιμότητος ελαμβάνοντο άλλοτε υπό κατοχήν διά της αδείας και παραχωρήσεως των ιδιοκτητών των τιμαρίων και ζιαμετίων (fiefs militaries), θεωρουμένων ως κυρίων της γης, ή ενίοτε των εκμισθωτών και εισπρακτόρων αυτών. Αλλ' εσχάτως, καταργηθέντος του συστήματος τούτου, μεταβιβάζεται η κατοχή των τη αδεία και παραχωρήσει του ειδικού υπαλλήλου της Υψ.

Πύλης. Εφοδιάζονται δε οι κάτοχοι αυτών με ταπία, φέροντα άνωθι τον Τουγράν του Σουλτάνου. Ταπίον λέγεται το διδόμενον ποσόν απέναντι του δικαιώματος του κατέχειν, και το οποίον εισπράττεται παρά του ειδικού υπαλλήλου δια το δημόσιον» (πηγή: Οθωμανικοί Κώδηκες εκδοθέντες εν Κωνσταντινουπόλει το έτος 1869 υπό Δημητρίου Νικολαΐδου)].

Επομένως, ο χρόνος που διέδραμε στην διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία.

Όμως, ο ΚρητΑΚ θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του. Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από τον νόμο αυτό για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από τον νόμο για την χρησικτησία και ότι, εάν, κατά την έναρξη ισχύος αυτού, είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για την συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η, κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 555/2016).

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του ΚρητΑΚ «Ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής.» και κατά το άρθρο 294 αυτού «Καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου. Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις.».

Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικα προκύπτει, ότι επί έκτακτης χρησικτησίας ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά την στιγμή της διαδοχής, από δε την διάταξη του άρθρου 302 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτή, τα δημόσια κτήματα.

Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν. δ. 22.04/16.05.1926 «Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ», με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον έως την ισχύ του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας.

Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του ν. ΔΞΗ' (4068)/1912 «Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας» των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από τις 11.05.1915.

Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο ΚρητΑΚ (23.07.1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δάσους και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν έως τις 11.05.1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, έως δεκαπέντε (15) ετών, το πολύ, νομής πριν από τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του ΚρητΑΚ (23.07.1904), προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό έως πέντε (5) ετών, το πολύ, νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο ενάρξεως ισχύος του ΚρητΑΚ (ΑΠ 1706/2018, ΑΠ 572/2001).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 1033 του ΑΚ, για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου αποτελεί η ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο εκείνου, ο οποίος συμφώνησε στην μεταβίβασή της (ΑΠ 111/2020, ΑΠ 99/2019, ΑΠ 860/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία απαιτείται στην μεν πρώτη περίπτωση άσκηση νομής με νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, καλή πίστη και πάροδος δεκαετίας στην δε δεύτερη άσκηση νομής επί είκοσι συνεχή έτη, με δυνατότητα του νομέα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να συνυπολογίσει τον δικό του χρόνο χρησικτησίας στον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του.

Άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς επάνω σε αυτό πράξεις με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, ενώ, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για δασική έκταση πράξεις νομής αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου, η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 336/2019, ΑΠ 984/2017).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 51 του ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως που αφορά ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε αυτό (δικαστήριο της ουσίας) ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 4/2018, ΟλΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 9/2011, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 999/2019).

Ειδικότερα, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, για να μη στερείται από την νόμιμη βάση της, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας αυτής, και τις εμφανείς πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του που προσιδιάζουν στην φύση και στον προορισμό του ακινήτου και συνιστούν την άσκηση νομής επ' αυτού (ΑΠ 485/2014).

Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσεως (ΑΠ 440/2019, ΑΠ 823/2008) ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (ΑΠ 276/2019).

[III] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσιβλήτων:

«| Τα επίδικα ακίνητα (4) βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου ... Ν. Λασιθίου στην περιοχή ... και στην ειδικότερη θέση ... . Αποτελούν τμήματα ενός αρχικά μείζονος - ενιαίου ακινήτου συνολικής εκτάσεως 16.555,27 τ.μ., όπως αυτό εμφαίνεται και απεικονίζεται στο από Ιούλιο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Β.

Μ. - Τ. με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α, που συνορεύει γύρωθεν ανατολικά και νοτιοανατολικά σε πλευρές ΑΒ μήκους 18,53 μ., ΒΓ μήκους 26,47 μ., ΓΔ μήκους 2,31 μ., ΔΕ μήκους 27,81 μ., ΕΖ μήκους 14,88 μ., ΖΗ μήκους 11,83 μ., ΗΘ μήκους 19,03 μ, ΘΙ μήκους 14,14 μ., ΙΚ μήκους 4,78 μ. ΚΛ μήκους 7,11 μ., ΛΜ μήκους 6,31 μ., ΜΝ μήκους 6,19 μ., ΝΞ μήκους 5,59 μ., ΞΟ μήκους 6,60 μ., ΟΠ μήκους 17,48 μ., ΠΡ μήκους 2,52 μ., ΡΣ μήκους 13,52 μ., και ΣΤ μήκους 29,16μ.

με αγροτική οδό, νοτιοδυτικά σε πλευρά ΤΥ μήκους 110,53μ., ΥΦ μήκους 40,45 μ., ΦΧ μήκους 27 μ. και ΧΨ μήκους 20 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Ν. και βορειοδυτικά σε πλευρά ΨΩ μήκους 90,72 μ. και ΩΑ μήκους 46,07 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ. . Το μείζον αυτό ακίνητο περιήλθε στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων παππού τους Ι.

Ν. του Α. περί το έτος 1910 κατόπιν άτυπης αγοράς από τους κληρονόμους Σ. Α.. Δυνάμει δε της από .../31-1-1946 δημόσιας διαθήκης του τότε συμβολαιογράφου Σητείας Γεωργίου Φραγκούλη, που κατέλειπε ο αποβιώσας την 06.03.1946 παππούς των εναγόντων, Ι. Ν. του Α., η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα με το υπ’ αριθμ. 10/1946 πρακτικό του Πρωτοδικείου Λασιθίου, και μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ..., εγκατέστησε μεταξύ άλλων κληρονόμους του και τον πατέρα τους Α.

Ν. του Ι., καταλείποντας σε αυτόν εκτός των άλλων ακινήτων και το μείζον ως άνω ακίνητο το οποίο αποτελεί το επίδικο, περιγραφόμενο στη διαθήκη ως «εις θέσιν ... αγριάδα μου, την οποία έχω αγοράσει παρά των κληρονόμων Σ. Α., όσης εκτάσεως και αν είναι». Αυτός αποδέχθηκε την κληρονομιά, αρχικά άτυπα και σιωπηρά, με την πάροδο της τετράμηνης προθεσμίας προς αποποίησή της (άρθρο 1847 ΑΚ) ως κληρονόμος αυτού και κατόπιν δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../20-4-1959 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του τότε Συμβολαιογράφου Σητείας Ιωάννου Κοτσιφάκη, νομίμως μεταγραφείσας στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ... .

Ο ανωτέρω Α. Ν., πατέρας των εναγόντων, απεβίωσε την 11.03.1987, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την εν ζωή νόμιμη σύζυγό του Α. Ν. και τα τέκνα του Ι. Ν. και Ά. Ν., σύζυγο Ν. Μ. (ενάγοντες), και δη κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου τη σύζυγό του και 3/8 εξ αδιαιρέτου καθένα των άνω τέκνων του, εφ’ ολοκλήρου της κληρονομιαίας περιουσίας του.

Αυτοί με την υπ’ αριθμ. .../13-8-1999 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Σητείας Ειρήνης Γρηγορίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο … με αύξοντα αριθμό μεταγραφής ... αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά κατά το ανωτέρω ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος, αποδεχθέντες μεταξύ άλλων και το επίδικο, ως ένα αγρό στην περιοχή ...

και στην ειδικότερη θέση «...», εκτάσεως 10 περίπου στρεμμάτων, που συνορεύει με ακίνητα κληρονόμων Ν. Ν., κληρονόμων Γ. Κ., κληρονόμων Γ. Ν. και κληρονόμων Α. Θ.. Στη συνέχεια με το υπ’ αριθμ. .../4-6-2002 συμβόλαιο διανομής αγροτικού ακινήτου και αποδοχής κληρονομιάς της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ..., οι ανωτέρω συγκληρονόμοι, αποδέχθηκαν κατά το αυτό ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου έκαστος ήτοι κατά τα 2/8 η σύζυγος του κληρονομούμενου Α.

Ν. και κατά τα 3/8 καθένας των εναγόντων, επιπλέον 6,5 στρέμματα περίπου του εν λόγω αγρού, καθόσον, κατόπιν εμβαδομέτρησής του, προέκυψε συνολικού εμβαδού 16.555,27 τ.μ. και στη συνέχεια προχώρησαν σε εξώδικη διανομή αυτού, και αφού κατέτμησαν αυτό σε τέσσερα άρτια και οικοδομήσιμα αγροτεμάχια, έλαβαν ο εκ των εναγόντων Ι.

Ν. κατά ποσοστό 6/8 εξ αδιαιρέτου τα υπό στοιχεία 2 και 4 ακίνητα και η ενάγουσα Ά. Ν., σύζυγος Ν. Μ. κατά ποσοστό 6/8 εξ αδιαιρέτου τα υπό στοιχεία 1 και 3 ακίνητα. Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων Ι. Ν. έλαβε κατά το προαναφερόμενο ποσοστό των 6/8 εξ αδιαιρέτου α) του υπό στοιχείο 2 αυτοτελούς τμήματος του όλου ακινήτου, εκτάσεως 4.050,47 τ.μ., που συνορεύει βορειοδυτικά σε πλευρά ΧΓ μήκους 122,72 μ.

με το υπό στοιχείο 1 τμήμα του αρχικού μείζονος ακινήτου, ιδιοκτησίας των ιδίων, ανατολικά σε πλευρά ΓΔ μήκους 2,31 μ., ΔΕ μήκους 27,81 μ. και ΕΖ μήκους 14,88 μ. με αγροτική οδό, νότια σε πλευρά ΖΦ μήκους 110,25 μ., με το υπό στοιχείο 3 τμήμα του αρχικού μείζονος ακινήτου, ιδιοκτησίας των ιδίων και νοτιοδυτικά σε πλευρά ΦΧ μήκους 27 μ.

με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Ν., όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία Γ-Δ-Ε-Ζ-Φ-Χ-Γ στο από Ιούλιο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Β. Μ. - Τ. και β) του υπό στοιχείο 4 αυτοτελούς τμήματος του όλου ακινήτου, εκτάσεως 4.111,33 τ.μ., που συνορεύει βόρεια σε πλευρά ΥΙ μήκους 93,63 τ.μ. με το υπό στοιχείο 3 τμήμα του αρχικού μείζονος ακινήτου, ιδιοκτησίας των ιδίων, ανατολικά και νοτιοανατολικά σε τεθλασμένη πλευρά ΙΚ μήκους 4,78 μ.

ΚΛ μήκους 7,11 μ., ΛΜ μήκους 6,31 μ., ΜΝ μήκους 6,19 μ., ΝΞ μήκους 5,59 μ., ΞΟ μήκους 6,60μ., ΟΠ μήκους 17,48 μ., ΠΡ μήκους 2,52 μ., ΡΣ μήκους 13,52 μ. και ΣΤ μήκους 29,16μ. με αγροτική οδό, νοτιοδυτικά σε πλευρά ΤΥ μήκους 110,53 μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Ν. όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τ-Υ-Ι στο από Ιούλιο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Β.

Μ.- Τ. και η δεύτερη ενάγουσα Ά. Μ. - Ν. έλαβε κατά το προαναφερόμενο ποσοστό των 6/8 εξ αδιαιρέτου α) του υπό στοιχείο 1 αυτοτελούς τμήματος του όλου ακινήτου, εκτάσεως 4.353,78 τ.μ. που συνορεύει βορειοδυτικά σε πλευρά ΨΩ μήκους 90,72μ. και ΩΑ μήκους 46,07 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Κατσούλη, ανατολικά σε πλευρά ΑΒ μήκους 18,53 μ., και ΒΓ μήκους 26,47 μ.

με αγροτική οδό, νότια σε πλευρά ΓΧ μήκους 122,72 μ. με το υπό στοιχείο 2 τμήμα του αρχικού μείζονος ακινήτου, ιδιοκτησίας των ιδίων και νοτιοδυτικά σε πλευρά ΧΨ μήκους 20 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Ν., όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία Α-Β-Γ-Χ-Ψ-Ω-Α στο από Ιούλιο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Β.

Μ. - Τ. και β) του υπό στοιχείο 3 αυτοτελούς τμήματος του όλου ακινήτου, εκτάσεως 4.039,69 τ.μ., που συνορεύει βόρεια σε πλευρά ΦΖ μήκους 110,25 μ. με το υπό στοιχείο 2 τμήμα του αρχικού μείζονος ακινήτου, ιδιοκτησίας των ιδίων, ανατολικά σε πλευρά ΖΗ μήκους 11,83 μ. ΗΘ μήκους 19,03 μ., ΘΙ μήκους 14,14 μ., με αγροτική οδό, νότια σε πλευρά ΙΥ μήκους 93,63 μ.

με το υπό στοιχείο 4 τμήμα του αρχικού μείζονος ακινήτου, ιδιοκτησίας των ιδίων και νοτιοδυτικά σε πλευρά ΥΦ μήκους 40,45 μ. με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Ν., όπως αυτό εμφαίνεται με στοιχεία Ζ-Η-Θ-Ι-Υ-Φ-Ζ στο από Ιούλιο 2000 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Β. Μ. - Τ. . Επίσης η συγκληρονόμος και μητέρα των εναγόντων Α.

Ν. έλαβε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και επί των τεσσάρων ως άνω περιγραφομένων τμημάτων του όλου ακινήτου. Στη συνέχεια η τελευταία δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../7-3-2007 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Σητείας Ειρήνης Γρηγορίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο ...

με α.α. ... μεταβίβασε το ποσοστό της των 2/8 εξ αδιαιρέτου επί των με στοιχεία 2 και 4 ως άνω ακινήτων στον ενάγοντα Ι. Ν., ενώ δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../6-3-2007 συμβολαίου γονικής παροχής ομοίως της συμβολαιογράφου Σητείας Ειρήνης Γρηγορίου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο ...

με α.α. ... μεταβίβασε το ποσοστό της των 2/8 εξ αδιαιρέτου επί των με στοιχεία 1 και 3 ως άνω ακινήτων στην ενάγουσα Ά. Μ. - Ν. . Έτσι ο ενάγων της κάθε αγωγής κατέστη αποκλειστικά κύριος με παράγωγο τρόπο δυνάμει κληρονομικής διαδοχής και γονικής παροχής των ανωτέρω περιγραφομένων ακινήτων, κατά τη διάκριση που αναφέρεται, αφού απέκτησαν τούτα από τον αληθή κύριό του, ο οποίος και είχε αποκτήσει την κυριότητά του επί του ενιαίου ακινήτου, κατά τα προεκτεθέντα, δυνάμει κληρονομικής διαδοχής εκ μέρους του πατέρα του.

Πέραν όμως του ως άνω παράγωγου τρόπου κτήσεως της κυριότητάς των επιδίκων οι ενάγοντες κατέστησαν κύριοι αυτών και με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ως νεμόμενοι αυτά, τόσο οι ίδιοι, από της περιλεύσεώς τους σε αυτούς, όσο και οι δικαιοπάροχοί τους τουλάχιστον από το έτος 1910 και εφεξής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, συνεχώς και αδιαλείπτως χωρίς την εναντίωση κανενός ασκούντες επ’ αυτών τις υλικές διακατοχικές πράξεις νομής που αρμόζουν στη φύση τους.

Ειδικότερα ο απώτερος δικαιοπάροχός των εναγόντων Ι. Ν. (παππούς τους), όντας γεωργοκτηνοτρόφος από το έτος 1910 που περιήλθε σε αυτόν ως ενιαίο ακίνητο, λόγω αγοράς κατά τα άνω, υπεισήλθε στη νομή του και μέχρι του θανάτου του το έτος 1946 ενεργούσε επ’ αυτού τις αρμόζουσες στη φύση του υλικές πράξεις νομής, ήτοι μέρος αυτού καλλιεργούσε σπέρνοντάς το με διάφορα δημητριακά και στο υπόλοιπο μέρος του έβοσκε τα ζώα του.

Μάλιστα στο επίδικο είχαν κατασκευάσει αλώνι, που χρησιμοποιούσε για να αλωνίζει τον καρπό των δημητριακών που συνέλεγε από το επίδικο. Στη συνέχεια από το έτος 1946 και μέχρι του θανάτου του (1987) πράξεις νομής επί του επιδίκου ενιαίου ακινήτου ενεργούσε ο πατέρας των εναγόντων Α. Ν., επισκεπτόμενος και επιβλέποντας τούτο, και εκμισθώνοντάς το στους Ν.

Κ. και τον Γ. Κ., οι οποίοι, μέρος αυτού καλλιεργούσαν, σπέρνοντάς το με διάφορα δημητριακά και αποδίδοντας μέρος των ετησίως παραγομένων καρπών στον εκμισθωτή, μέρος δε αυτού χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπο για την κατανάλωση της χορτονομής του, αντί ετησίου μισθώματος σε είδος, όπως γάλα και τυρί, από το έτος δε 1987 που περιήλθε κατά τα άνω στη νομή των εναγόντων, ως συγκυρίων αρχικά του ενιαίου ακινήτου και κατόπιν ως αποκλειστικά κυρίου ενός εκάστου εξ αυτών των αυτοτελών τμημάτων του μετά την κατά τα άνω διανομή του, μέχρι και της εγέρσεως της αγωγής, οι τελευταίοι ενεργούσαν επ' αυτών τις αυτές πράξεις νομής, εκμισθώνοντάς το στους αυτούς ως άνω μισθωτές, αντί ετησίου σε είδος μισθώματος.

Έτσι οι ενάγοντες με την συνεχή και αδιάλειπτη με διάνοια κυρίου άσκηση επί των επιδίκων των ως άνω αναφερομένων υλικών πράξεων νομής, που αρμόζουν στη φύση τους, ως αγριάδας με καλλιεργήσιμα τμήματα, χωρίς την εναντίωση κανενός, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με προσμέτρηση στο χρόνο νομής τους, του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους (τουλάχιστον από το έτος 1910), κατέστησαν καθένας εξ αυτών κύριος των επιδίκων ακινήτων που περιήλθαν στη νομή του και πρωτότυπα, με το θεσμό της έκτακτης χρησικτησίας.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι κατόπιν αιτήσεως των εναγόντων, εκδόθηκε η με αριθμό .../26-4-2005 πράξη χαρακτηρισμού έκτασης της Διεύθυνσης Δασών Λασιθίου. Με αυτήν χαρακτηρίστηκε το επίδικο ακίνητο ως «χορτολιβαδική έκταση» της παρ. 6β του άρθρου 3 του Ν. 998/1979. Κατόπιν δε υποβολής προσφυγής εκ μέρους των εναγόντων κατά της ως άνω πράξεως χαρακτηρισμού, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …/2006 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων και κατόπιν νέας προσφυγής κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους των εναγόντων εξεδόθη η υπ’ αριθμ. …/2008 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, με την οποία επικυρώθηκε η υπ’ αριθμ. …/2006 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, απορριπτομένης της προσφυγή των εναγόντων. Με τον τρόπο αυτό το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε τη κυριότητα των εναγόντων επί των επιδίκων ακινήτων, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί ως προς αυτά σύγχυση και αβεβαιότητα. Το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ισχυρίστηκε πρωτοδίκως ότι τα επίδικο ακίνητο αποτελεί χορτολιβαδική έκταση κατά την έννοια του άρθρου 3 παρ. 6β του ν. 998/1979 και επομένως ως τέτοια επικαλείται ότι ανήκει κατά κυριότητα στο ίδιο, ισχυρισμό που επαναφέρει με λόγο εφέσεώς του.

Περί τούτου λεκτέα τα ακόλουθα:

Στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του νόμου 3208/2003 ορίζεται ότι «Εις τα δάση ή τας δασικάς εκτάσεις, αντιστοίχως, περιλαμβάνονται και αι εντός αυτών οιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικώς ακάλυπτο χώροι, καθώς και αι, υπεράνω δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφαί ή αλπικές ζώνες των ορέων και αι άβατοι κλιτύες αυτών».

Στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι: «Δεν υπάγονται οπωσδήποτε εις τα διατάξεις του παρόντος νόμου:

Α) Αι γεωργικώς καλλιεργούμενοι εκτάσεις,

Β) Αι χορτολιβαδικαί εκτάσεις, αι ευρισκόμενοι επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων εφόσον δεν εμπίπτουν εις τας περιπτώσεις της παρ. 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθεί ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξ άλλου λόγου δασωτέαι κατά τα εις το άρθρο 38 του παρόντος νόμου οριζόμενα,

Γ) Αι βραχώδεις ή πετρώδεις εκτάσεις, αι ευρισκόμεναι επί των ως άνω πεδινών ή ανωμάλων ή λοφωδών εδαφών,

Δ) Αι αλυκαί,

Ε) Αι περιοχαί διά τας οποίας υφίστανται εγκεκριμένα έγκυρα σχέδια πόλεως ή καταλαμβάνονται υπό οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 ή πρόκειται περί οικοδομήσιμων εκτάσεων των οικιστικών περιοχών του Ν. 947/1979 και

Στ) [...]».

Δηλαδή, η παρ. 6 του ίδιου άρθρου αφορούσε χορτολιβαδικές εκτάσεις για τις οποίες το Δημόσιο είχε τίτλο ιδιοκτησίας και όχι αυτές που κατά την προηγούμενη παράγραφο εξαιρούντο της εφαρμογής της δασικής Νομοθεσίας. Κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα υπάγονται στις διατάξεις του Νόμου αυτού και τα εντός ή υπεράνω δασών και δασικών εκτάσεων ορεινά χορτολιβαδικά εδάφη, που δεν έχουν ξυλώδη (υψηλή ή θαμνώδη), αλλά ποώδη ή φρυγανώδη βλάστηση και συνεπώς δε συνιστούν δάση ή δασικές εκτάσεις κατά την έννοια των παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979.

Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003, με την οποία προστέθηκε παρ. 7 στο άρθρο 3 του Ν. 998/1979 «Οι δημόσιες μη εποικιστικές εκτάσεις των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 6 καθώς και οι δημόσιες εκτάσεις που λόγω του είδους της βλάστησης δεν εμπίπτουν στις παραγράφους 1, 2 και 4 αλλά ευρίσκονται εντός κλιτύων ορέων, που δεν παραδόθηκαν κατά τις διατάξεις του άρθρου 74 στις γεωργικές υπηρεσίες, εξακολουθούν να τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας». Η τελευταία ως άνω παράγραφος 7 του άρθρου 3 του ν. 998/79, παρότι έχει ήδη καταργηθεί με το άρθρο 32 του ν. 4280/2014, καθ’ ο χρόνο ήταν σε ισχύ αφορούσε δημόσιες μη εποικιστικές εκτάσεις που εξακολουθούν να τελούν υπό τη διοίκηση και διαχείριση της δασικής υπηρεσίας.

Εξάλλου με το άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 4280/2014 οι παραπάνω παράγραφοι 3 - 6 του άρθρου 3 του ν. 998/79 αντικαταστάθηκαν και αναριθμήθηκαν ως παρ. 5 περ. α', ορίζουν ότι οι χορτολιβαδικές εκτάσεις που έχουν αναγνωρισθεί ως ιδιωτικές δεν υπάγονται στις διατάξεις της δασικής Νομοθεσίας.

Τέλος, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, στο άρθρο 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, ορίζεται ότι: «Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων, ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου, είτε ως αιτούντος. είτε ως καθ’ ου η αίτησις, και φυσικού ή νομικού προσώπου, όποιος επικαλείται ή αξιοί οιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματον ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων ή των εις το άρθρο 74 του παρόντος νόμου αναφερομένων εδαφών, το ως άνω φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οφείλει να αποδείξει την παρ’ αυτώ ύπαρξιν του δικαιώματός του. Κατ’ εξαίρεσιν όμως, η διάταξις αύτη δεν ισχύει εις τας περιφέρειας των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων».

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι σύμφωνα με την ως άνω παρ. 6 περίπτωση β' του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο του χαρακτηρισμού της επίδικης, οι χορτολιβαδικές εκτάσεις της παρ. 6 περίπτωση 3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, δεν υπάγονται στη δασική νομοθεσία, επομένως και στο τεκμήριο ιδιοκτησίας του Δημοσίου επί των δασικών εκτάσεων.

Η επίδικη λοιπόν έκταση, χαρακτηρισθείσα αμετάκλητα με την υπ’ αρ. …/2008 της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων του νομού Λασιθίου, ως χορτολιβαδική, δεν υπάγεται στις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας, ενώ με τη ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 21 του ν. 3208/2003 κατά την οποία οι εκτάσεις που κρίθηκαν από τις Επιτροπές της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 998/79 ως μη δασικές δεν υπάγονται στις διατάξεις του δασικού Κώδικα.

Ωστόσο, στην αντίθετη περίπτωση, το κατά το άρθρο 62 εδ. 2 του ν. 998/79 τεκμήριο της προηγούμενης παραγράφου του ίδιου άρθρου για την κυριότητα του Δημοσίου, δεν ισχύει στις περιοχές που παρατίθενται στο εδάφιο αυτό, μεταξύ των οποίων και η Κρήτη. Γι’ αυτό, το Ελληνικό Δημόσιο, μη έχον για την συγκεκριμένη περιοχή την κάλυψη του «τεκμηρίου», επικαλούμενο ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί της συγκεκριμένης περιοχής, φέρει το βάρος της αποδείξεως των δικαιωμάτων που προβάλει.

Ο ισχυρισμός απόκτησης της κυριότητος, εκ μέρους του Δημοσίου, θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη των γεγονότων που την θεμελιώνουν και όχι στην αρνητική επίκληση της όποιας ελλείψεως παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου [...] .

Εν προκειμένω, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε καμία θετική απόδειξη της επικαλούμενης απ' αυτό κυριότητα. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βρισκόταν ανέκαθεν στην νομή των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και στη συνέχεια στη δική τους, χρησιμοποιούμενο, κατά τα προεκτεθέντα, οι οποίοι, όπως και ο δικαιοπάροχος πατέρας τους όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κατέχουν μετεγγραμμένους τίτλους ιδιοκτησίας σε αντίθεση με το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο, ουδέποτε είχε τη διαχείριση ή με οποιοδήποτε τρόπο παρουσία στην περιοχή. Επομένως, και στην περίπτωση αυτή, ουδόλως απέδειξε ότι το επίδικο ανήκε στην κυριότητά του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως και απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, αναγνώρισε καθένα των εναγόντων κύριο των αναφερομένων και περιγραφομένων στο διατακτικό της ακινήτων, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις, γι’ αυτό όσα αντίθετα υποστηρίζει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο με τους λόγους της κρινόμενης έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος έφεσης προς έρευνα, να απορριφθεί ως αβάσιμη η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της […]|».

[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) στα επίδικα ακίνητα παραβίασε ευθέως τις προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 2§4 του ν. 147 της 30.01/01.02.1914, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14.11.1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14.11.1913 περί Ειρήνης, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, του άρθρου 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, του ν. ΔΞΗ' (4068)/1912 «Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας» και των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, του 21 του ν. δ. 22.04/16.05.1926 «Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ.», των άρθρων 1356 και 1357 του ΚρητΑΚ και του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ.

Ειδικότερα, το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, ενώ δεν συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα του χρόνου συμπληρώσεως της επικαλούμενης από τους αναιρεσίβλητους (ενάγοντες) χρησικτησίας για την κτήση εκ μέρους τους του δικαιώματος κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων.

Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το αναιρεσείον (εναγόμενο) Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε με σχετικούς ισχυρισμούς περιεχόμενους στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που, επιπλέον, διατυπώθηκαν και ως λόγοι της εφέσεώς του, τόσο την φύση και την μορφή του όλου αρχικού ακινήτου, από την κατάτμηση του οποίου προέρχονται τα επίδικα τμήματα, την οποία προσδιόρισε ως δασική και όχι αγροτική, αλλά και την κυριότητα του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) Ι.

Ν. του Α. κατά το έτος της αρχικής μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, ήτοι το έτος 1910, απαιτείτο για τη θεμελίωση της βάσης της αγωγής και η απόδειξη της συμπλήρωσης της αναφερόμενης χρησικτησίας μέχρι τις 11.05.1915, με το συνυπολογισμό κατά τα ως άνω της νομής πριν από την έναρξη ισχύος του ΚρητΑΚ (23.07.1904). Παρά ταύτα όμως το Εφετείο, δηλαδή παρά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος (εκκαλούντος) Ελληνικού Δημοσίου ότι επρόκειτο περί γαιών που είχαν τον χαρακτήρα δάσους και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και συγκεκριμένα οι προαναφερθείσες διατάξεις, δεχόμενο για την θεμελίωση του πιο πάνω δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων την άσκηση νομής εκ μέρους τους και πριν από αυτούς των δικαιοπαρόχων τους από το έτος 1910 και μεταγενέστερα κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην απόφαση αυτή δεν περιλαμβάνονται παραδοχές για την μορφή και τον χαρακτήρα των επίδικων ακινήτων πριν από το ως άνω χρονικό σημείο (11.05.1915), αλλά αναφέρεται μόνο ότι το όλο αρχικό ακίνητο ήταν «αγριάδα με καλλιεργήσιμα τμήματα», χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό τούτου.

Έτσι, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του εσφαλμένα δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας περιπτώσεως στον λόγο της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Εξάλλου, το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, κατά την κατάστρωση της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού, παραβίασε και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιλαμβάνοντας σε αυτόν ασαφείς, ελλιπείς και ανεπαρκείς εφόσον ουδέν διαλαμβάνει για την άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων ακινήτων για τον χρόνο από τις 11.05.1915 και προγενέστερα έως την συμπλήρωση του ως άνω απαιτούμενου χρόνου για την κτήση της κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία περιοριζόμενο στην αναφορά πράξεων νομής από το έτος 1910 και μεταγενέστερα ενώ επίσης δεν διαλαμβάνει παραδοχή ότι το όλο ακίνητο πριν από τις 11.05.1915 και για χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών (δηλαδή από το έτος 1900) είχε την μορφή αγρού και όχι δάσους ή, σε κάθε περίπτωση, ήταν ανέκαθεν αγρός.

Ενόψει τούτων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερόμενων στην μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων και συνεπώς πρέπει ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ως και ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, παρελκούσης της εξετάσεως της αποδιδόμενης στην πληττόμενη απόφαση με το αναιρετήριο αιτιάσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των κριθέντων βάσιμων λόγων αναιρέσεως.

[IV] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσείοντος), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του ΕισΝΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 42/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθορίζει δε το ποσό τους σε τριακόσια ευρώ (300,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ