1541/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1541/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Full text
Απόφαση 1541 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1541/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 98/2017 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυόμενης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Παπανδρέου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 29 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Η υπό εκκαθάριση παλαιά Τράπεζα ... (ν. 2330/1995)", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της, δικηγόρο Αθηνών κ. Κ. Τ..
Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευανθία Κατσίγιαννη, η οποία δήλωσε ότι ο εκκαθαριστής της ως άνω εταιρείας έχει αλλάξει και η εταιρεία εκπροσωπείται πλέον νόμιμα από την ειδική εκκαθαρίστριά της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, ΕΙΔΙΚΟΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ", όπως προκύπτει και από τις από 1-6-2017 προτάσεις της ενώπιον του Αρείου Πάγου και το υπ’ αριθμ. ... ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. - Α. Δ. - Μ..
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. - Μ. Λ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Σ. Λ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γεωργία Δραμπέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-6-1989 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1055/1990 μη οριστική και 2859/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 4778/2009 μη οριστική και 3667/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-6-2015 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπανδρέου, ανέγνωσε την από 9-11-2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 17-6-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλονται οι 3667/2012 και 4778/2009 οριστική και μη οριστική ,αντίστοιχα, αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
Με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 του κωδ/νου ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών" ρυθμίζονται τα θέματα της οργανικής εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικότερα ορίζεται ότι το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε. ενεργώντας συλλογικά, την εκπροσωπεί δικαστικώς και εξωδίκως και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα (τρίτοι) μπορούν να εκπροσωπήσουν την εταιρία γενικώς ή σε ορισμένου είδους πράξεις.
Κατά το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, το διοικητικό συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας, τη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά την επιδίωξη των σκοπών της και ότι το καταστατικό μπορεί να ορίσει θέματα στα οποία η εξουσία του διοικητικού συμβουλίου ασκείται από ένα ή περισσότερα μέλη της εταιρίας ή από τρίτους.
Από τις διατάξεις αυτές, που είναι αντίστοιχες με εκείνες των άρθρων 65, 67, 68 και 70 του Α.Κ., συνάγεται ότι το διοικητικό συμβούλιο αποτελεί το όργανο που διοικεί και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρία και διαχειρίζεται όλες τις υποθέσεις της, (εκτός από τις υπαγόμενες κατά το καταστατικό στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης), μη όντας απέναντι στην εταιρεία πρόσωπο διαφορετικό απ’ αυτή αλλά όργανό της.
Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό. Ο δεσμός του με την εταιρεία είναι αυτός του Δ.Σ. Η υποκατάσταση αυτή στις εξουσίες του Δ.Σ. διαφέρει από τις σχέσεις της πληρεξουσιότητας και εντολής που προβλέπονται στα άρθρα 216 επ.
και 713 επ. Α.Κ., καθόσον τόσον ο πληρεξούσιος, όσο και ο εντολοδόχος δεν αποτελούν όργανα που εκφράζουν τη βούληση του νομικού προσώπου της εταιρείας, αλλά ενεργούν, ως αντιπρόσωποι, πράξεις που αποφασίστηκαν από το διοικητικό συμβούλιο ή το υποκατάστατο όργανο. Η σχετική απόφαση του Δ.Σ. ή των οργάνων που εκτελείται από τον τρίτο δεν είναι αναγκαίο να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά πρέπει να συνάγεται η βούληση των οργάνων ότι η σύμβαση θα συναφθεί από τρίτο πρόσωπο.
Περαιτέρω, κάθε υπάλληλος της Α.Ε. όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εταιρείας, μόνον εφόσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσης του, οι εμφανιζόμενες στο κοινό, εν γνώσει, κατ’ εντολή ή κατ’ ανοχή του διοικητικού συμβουλίου ή των υποκατάστατων οργάνων του, παρέχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές και του είδους της επιχειρηματικής δραστηριότητας της Α.Ε., την εντύπωση, ότι έχει ανατεθεί σ’ αυτόν (υπάλληλό της) κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την προαναφερόμενη δικαιοπραξία (ΑΠ 1694/2009).
Η οργανική εκπροσώπηση βέβαια της εταιρείας, κατά το άρθρο 18 παρ. 2 του ν. 2190/1920 γενικά ή για την ενέργεια συγκεκριμένου είδους πράξεων, καθ’ υποκατάσταση του διοικητικού συμβουλίου αυτής, διαφέρει από την αντιπροσώπευση της, κατά το άρθρο 211 ΑΚ (κατόπιν πληρεξουσιότητας ή εντολής) για την ενέργεια συγκεκριμένης πράξεως ή είδους πράξεων, αφού κατά την οργανική εκπροσώπηση η βούληση της εταιρείας εκφράζεται πρωτογενώς (ΑΠ 1363/2011).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης της απόφασης, λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη οριστική απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχικά εναγομένη Ε. Β., της οποίας οι ήδη εφεσίβλητοι-εναγόμενοι (και ήδη αναιρεσίβλητοι) είναι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, θετά της τέκνα, τον Μάρτιο του 1987 ήλθε σε συμφωνία με τον Γ.
Κ., ο οποίος εκπροσωπούσε την ανώνυμη εταιρία "... ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ", προκειμένου να πωλήσει στην εν λόγω εταιρία, την επιχείρηση της εφημερίδας "...", της οποίας ήταν ιδιοκτήτρια, ήτοι τόσο την επιχείρηση- σήμα της εφημερίδας όσο και τα ακίνητα στα οποία στεγαζόταν. Το τίμημα συμφωνήθηκε στο συνολικό ποσό των 400.000.000 δραχμών, 872.000 δολαρίων Η.Π.Α σε συνάλλαγμα και 80.000 λιρών Αγγλίας σε συνάλλαγμα, το οποίο και αντιστοιχούσε στην πραγματική αξία της επιχείρησης και των ακινήτων.
Ωστόσο συμφώνησαν ότι το εμφανές τίμημα που θα αναγραφόταν στα συμβόλαια θα ανερχόταν στο ποσό των 270.000.000 δραχμών συνολικά, από το οποίο ποσό 80.000.000 δραχμών για την επιχείρηση και 190.000.000 δραχμών για τα ακίνητα, ενώ το υπόλοιπο θα ήταν κρυφό. Ήτοι το κρυφό τίμημα θα ανερχόταν σε 130.000.000 δραχμές, 872.000 δολάρια ΗΠΑ και 80.000 λίρες Αγγλίας.
Κατόπιν της παραπάνω συμφωνίας στις 17- 03-1987 α) δυνάμει του αρ. .../17 Μαρτίου 1987 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α., η Ε. Β. πώλησε και μεταβίβασε προς την προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρία, την οποία εκπροσωπούσε νόμιμα ο Γ. Κ., την ατομική επιχείρηση εκδόσεως εφημερίδων και γενικότερα εντύπων που διατηρούσε στην Αθήνα, στην οδό ..., στην οποία περιλαμβανόταν και η ημερήσια καθημερινή εφημερίδα "...".
Ειδικότερα, πώλησε και μεταβίβασε το σήμα-τίτλο της εφημερίδας μαζί με τη επιχείρηση και όλα τα δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης και εκμετάλλευσης αυτού, το δημοσιογραφικό αρχείο της εφημερίδας από το έτος 1913, το φωτογραφικό αρχείο και λοιπά αρχεία με τις ονομασίες "...". Ως τίμημα στο εν λόγω συμβόλαιο αναγράφηκε, κατά τη συμφωνία τους, το ποσό των 80.000.000 δραχμών, το οποίο, κατά τα αναφερόμενα σ αυτό, καταβλήθηκε με την ...17-03-1987 επιταγή της Τράπεζας ...
που είχε εκδοθεί σε διαταγή της πωλήτριας Ε. Β. β) καταρτίσθηκε και το ... προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α., με το οποίο η Ε. Β. και ο Γ. Κ. προσυμφώνησαν την πώληση και των ακινήτων. Ακολούθως σε εκτέλεση του προσυμφώνου, στις 30 Ιουλίου 1987 με το ... συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, η Ε.
Β. πώλησε και μεταβίβασε προς την προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρία και τα ακίνητα, ήτοι α) ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο που, βρίσκεται στην Αθήνα, επί της οδού ..., επιφάνειας 406 τ.μ και β) δύο συνεχόμενα οικόπεδα που βρίσκονται παρά την Ιερά Οδό, μέσα στο σχέδιο της πόλης του Αιγάλεω, το ένα από τα οποία έχει επιφάνεια 2.475,94 τ.μ και το άλλο 608,25τ.μ.
Στο οικόπεδο επί της οδού ... υπήρχε οικοδομή, η οποία είχε υπαχθεί στις διατάξεις του ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ, αποτελούμενη από υπόγειο, εμβαδού 346,211 τ.μ, ισόγειο, εμβαδού 275,75 τ.μ, πρώτο όροφο, εμβαδού 298,84 τ.μ, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ορόφους, εμβαδού ο καθένας 269,41 τ.μ. Στα δύο οικόπεδα στο Αιγάλεω υπήρχαν ισόγειες αποθήκες, συνολικής επιφάνειας 1321, 54 τ.μ.
Ως τίμημα για τα πωληθέντα ακίνητα, δηλαδή ολόκληρο το κτήριο στην οδό ... και τα ακίνητα στο Αιγάλεω, ορίσθηκε, κατά το παραπάνω συμβόλαιο, το ποσό των 190.000.000 δραχμών, όπως και είχε συμφωνηθεί, το οποίο ποσό, κατ εντολή της πωλήτριας, παρακρατήθηκε από την αγοράστρια εταιρία για να εξοφληθούν τα δάνεια που η πωλήτρια είχε λάβει κατά καιρούς από την Εθνική Τράπεζα.
Στις 02-10-1987 καταβλήθηκε στην Ε. Β. και το ποσό των 80.000 λιρών Αγγλίας, με χρέωση των ίδιων διαθεσίμων της ενάγουσας Τράπεζας σε συνάλλαγμα. Η καταβολή έγινε με έμβασμα, το οποίο στάλθηκε την 1η Οκτωβρίου 1987, με κλειδαριθμημένο τηλετυπικό μήνυμα προς την αλλοδαπή Τράπεζα, ..., η οποία εδρεύει στο Λονδίνο της Αγγλίας και ήταν ανταποκρίτρια της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας).
Το μήνυμα περιείχε την εντολή της πιστώσεως με το προαναφερόμενο ποσό σε ξένο νόμισμα του λογαριασμού ... που ανήκε στην αρχικά εναγομένη Ε. Β. και ετηρείτο στο αλλοδαπό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ... office του Λονδίνου (με το ίδιο μήνυμα εζητείτο να θεωρηθεί ως ανίσχυρο το μήνυμα που είχε αποσταλεί στις 16-07-1987, ήτοι 15 ημέρες πριν την κατάρτιση του αμέσως παραπάνω συμβολαίου για την αγοραπωλησία των ακινήτων, με κλειδάριθμο ...
για το ίδιο ποσό). Η εντολή της ενάγουσας εκτελέσθηκε από την ανταποκρίτρια αυτής στο Λονδίνο ..., με ημερομηνία 02-10-1987, οπότε και πιστώθηκε ο λογαριασμός της Ε. Β. με το ποσό των 80.000 λιρών Αγγλίας, με χρέωση των ιδίων διαθεσίμων της ενάγουσας. Για τη λογιστική τακτοποίηση του εμβάσματος αυτού στα βιβλία της Τράπεζας ...
με εντολή του Γ. Κ. ήδη από τις 30-06-1987 είχε πιστωθεί ο λογαριασμός ... της ... London με το ποσό των 80.000 λιρών Αγγλίας και είχε χρεωθεί ο λογαριασμός ... της "..." με το ποσό των 3.835.370,45 δολαρίων ΗΠΑ για αγορά μετοχών στο εξωτερικό. Κατά τα προεκτεθέντα το ποσό των 80.000 λιρών Αγγλίας που καταβλήθηκε στην Ε. Β. με τον προαναφερόμενο τρόπο, αφορούσε μέρος του κρυφού τιμήματος που είχε συμφωνηθεί μεταξύ αυτής και του Γ.
Κ. ως εκπροσώπου της αγοράστριας εταιρίας "..." και καταβλήθηκε σ’ αυτή μέσω της εντολοδόχου ενάγουσας, η οποία ενήργησε με εντολή του Γ. Κ. που ήταν αφενός πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου (ενάγουσας) αφετέρου ήταν και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της αγοράστριας εταιρίας "...". Ειδικότερα ο Γ.
Κ. στη συγκεκριμένη περίπτωση ενήργησε αφενός για λογαριασμό της εντολέως εταιρίας "..." της οποίας ήταν νόμιμος εκπρόσωπος, αφετέρου δε για λογαριασμό της εντολοδόχου τράπεζας και ως άμεσος αντιπρόσωπος της, αποδεχόμενος για λογαριασμό αυτής την εντολή πίστωσης του ποσού των 80.000 λιρών Αγγλίας στο λογαριασμό της Ε.
Β. και συγκεκριμένα, με την ισχυρή θέση που κατείχε και στις δύο εταιρίες, εντύπωση που εμφάνιζε και στις προς τα έξω σχέσεις του, έδωσε εντολή στους αρμόδιους υπαλλήλους της Τράπεζας, χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου, να προβούν στην αποστολή του παραπάνω εμβάσματος με κλειδαριθμημένο τηλετυπικό μήνυμα προς την αλλοδαπή τράπεζα του ποσού των 80.000 λιρών Αγγλίας που όφειλε η εταιρία "..." προς την Ε.
Β., ενεργώντας με την προαναφερόμενη ιδιότητα του και με την ανοχή του διοικητικού συμβουλίου, εντολή που οι αρμόδιοι υπάλληλοι, ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων τους, αποδέχθηκαν και εκτέλεσαν. Έτσι έγινε μεν η καταβολή χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της Ε.
Β. αλλά κατόπιν εντολής του Γ. Κ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της εταιρίας ..., την οποία εκπροσωπούσε και αφορούσε η καταβολή αυτή το οφειλόμενο εκ μέρους της εταιρίας ... παραπάνω επί πλέον τίμημα για την αγορά της επιχείρησης και των ακινήτων.
Συνεπώς, η Ε. Β. δεν κατέστη πλουσιότερη εις βάρος της ενάγουσας χωρίς να υπάρχει νόμιμη αιτία, δεδομένου ότι εισέπραξε το παραπάνω ποσό ως τίμημα που ανταποκρινόταν στην πραγματική αξία, κατά το χρόνο της μεταβίβασης, των περιουσιακών στοιχείων που πώλησε και μεταβίβασε, ώστε να μην υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός αυτής ούτε έναντι της αγοράστριας εταιρίας παρά το γεγονός ότι το τίμημα δεν αναφερόταν στα συμβόλαια, η δε ενάγουσα ενήργησε ως εντολοδόχος του Γ.
Κ. και σε εκτέλεση της εντολής που έλαβε απ’ αυτόν, με την προαναφερόμενη ιδιότητα του. Το ότι υπήρξε ελαττωματικότητα στη σχέση κάλυψης μεταξύ της ενάγουσας εντολοδόχου και του εντολέα Γ. Κ., διότι ο τελευταίος και η εταιρία "..." δεν κάλυψαν την ενάγουσα με κατάθεση στο ταμείο της του αντίστοιχου με την ανωτέρω πίστωση ποσού δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της πιστώσεως αφού το ποσό έλαβε η Ε.
Β. ως τίμημα με βάση έγκυρη σχέση με τον εντολέα (σχέση αξίας). 4. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η, στηριζομένη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ένδικη αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με την οποία ζητούσε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, (διάδοχοι της αρχικά εναγομένης Ε.
Β., η οποία έχει αποβιώσει και έχει κληρονομηθεί απ’ αυτούς), να της καταβάλουν, κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας ( 50%) το ισόποσο σε ευρώ κατά τον χρόνο της πληρωμής των 80.000 λιρών Αγγλίας είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει αντίθετα, και απέρριψε την αγωγή.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο περιέλαβε στην απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το προαναφερθέν ουσιώδες ζήτημα, ότι ο Γ. Κ. ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος της ενάγουσας-αναιρεσείουσας σε σχέση με τη σύμβαση εντολής που καταρτίσθηκε με την εταιρεία "..."", οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 18παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιριών". 211,216 και 716 επ.
ΑΚ. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια ότι ο ανωτέρω Γ. Κ., ενεργώντας με την ισχυρή θέση (του Προέδρου του ΔΣ) που κατείχε και στις δύο πιο πάνω εταιρίες, εντύπωση που εμφάνιζε και στις προς τα έξω σχέσεις του, έδωσε εντολή (με την ως άνω ιδιότητα του) και με την ανοχή του διοικητικού συμβουλίου της αναιρεσείουσας στους αρμόδιους υπαλλήλους αυτής να προβούν στην αποστολή του παραπάνω εμβάσματος με κλειδαριθμημένο τηλετυπικό μήνυμα προς την αλλοδαπή τράπεζα του ποσού των 80.000 λιρών Αγγλίας, που όφειλε η εταιρία "..." προς την Ε.
Β.. Δεν απαιτείτο δε για την νομική πληρότητα της απόφασης και άλλες, εκτός των ανωτέρω, αιτιολογίες.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτώς προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή παρακωλυτικοί αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικοί ισχυρισμοί και οι λόγοι έφεσης.
Επομένως, δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμών που συνέχονται με την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών αυτούς γεγονότων ή διευκρινιστικών της αγωγής ή της ένστασης περιστατικών που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες παρόλο που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση αυτών (αγωγής ή ένστασης).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο, από τον αριθ. 8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο διότι έλαβε παρά το νόμο υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ο Γ. Κ. ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος της σε σχέση με τη σύμβαση εντολής που καταρτίσθηκε με την εταιρεία "....", ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχυρίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι με την έφεση και τις προτάσεις τους.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και δη της από 5-9-2008 έφεσης των αναιρεσιβλήτων, των από 9-11-2011 προτάσεων αυτών που υπέβαλαν στο Εφετείο κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και των από 22-1-1990 προτάσεων που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η αρχικώς εναγομένη Ε.
Β., (όπως το όλο περιεχόμενο των προτάσεων αυτών εκτιμάται), προτάθηκε παραδεκτά ο ισχυρισμός ότι ο Γ. Κ. ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος της ενάγουσας- αναιρεσείουσας σε σχέση με τη σύμβαση εντολής που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της εταιρείας "...", η δε λήψη υπόψη διευκρινιστικών του εν λόγω ισχυρισμού περιστατικών, όπως ότι ο Γ.
Κ., έδωσε τη σχετική με την αποστολή του ως άνω εμβάσματος εντολή ενεργώντας με την ισχυρή θέση (του Προέδρου του ΔΣ) που κατείχε και στις δύο πιο πάνω εταιρείες, εντύπωση που εμφάνιζε και στις προς τα έξω σχέσεις του, που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση αυτού (ισχυρισμού), που προέκυψαν από τις αποδείξεις, δεν ιδρύει τον πιο πάνω, (από τον αριθ. 8 περ.
α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ) λόγο αναίρεσης. Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο, από τον αριθ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη μη οριστική απόφαση του Εφετείου την αιτίαση της εσφαλμένης κατανομής του βάρους απόδειξης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι μολονότι η αρχικώς εναγομένη Ε.
Β. πρότεινε τον ισχυρισμό- ένσταση του άρθρου 905 εδ. 1 ΑΚ- ότι η καταβολή του επίδικου ποσού εκ μέρους της ενάγουσας τράπεζας έγινε εν γνώσει της ανυπαρξίας του χρέους, ώστε να μην είναι δυνατή η αναζήτηση του, εν τούτοις επέβαλε το βάρος απόδειξης στην τελευταία (ως ενάγουσα) και όχι στην ενιστάμενη - εναγόμενη, όπως θα έπρεπε.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι όπως προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης το Εφετείο δεν προχώρησε στην έρευνα του ουσία βάσιμου ή μη της ως άνω ένστασης, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσία αβάσιμη με την προεκτεθείσα αιτιολογία.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται λόγω μη υποβολής αιτήματος εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει την από 17-6-2015 αίτηση αναίρεσης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ