Legislator Case Law & Legislation
1541/2014 AI generated

1541/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1541/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1541/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1027/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. 'Ήδη η εφετειακή απόφαση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει, επομένως, αυτή να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Keywords

AI generated
family and professional life gainful employment of spouse improved country conditions financial circumstances marital standard of living taking up gainful employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1541 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1541/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. Π. του Δ. συζ. Κ. Μ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Θεοδοσίου.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Β. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, που ανεκάλεσε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16657/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1027/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 29-11-2013 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την 16657/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης απορρίφθηκε αγωγή της αναιρεσείουσας, περί συμμετοχής της στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου συζύγου της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 1027/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. 'Ήδη η εφετειακή απόφαση προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ). Πρέπει, επομένως, αυτή να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

II) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8, 10, 11, 12 και 14 Κ.Πολ.Δ, ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναίρεσης αν το ουσιαστικό δικαστήριο: α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, γ) έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, δ) προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο και ε) παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8, 10, 11 , 12 και 14 Κ.Πολ.Δ. , ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον πρώτο λόγο της έφεσης της, όπως και το σχετικό αποδεικτικό υλικό που προσκόμισε στο δικαστήριο, με αποτέλεσμα να καταλήξει αδικαιολόγητα αλλά και παραβιάζοντας τις διατάξεις για την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι η συνεισφορά της στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια του γάμου τους ανήλθε μόνο σε ποσοστό 1/4 αυτής. 'Οσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ο αυτοτελής ισχυρισμός που προτάθηκε από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της και δεν τον έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο. Αν όμως ήθελε εκτιμηθεί ότι η αναιρεσείουσα εννοεί τον ισχυρισμό της περί συμβολής αυτής στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου συζύγου της κατά τη διάρκεια του γάμου τους, τότε είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφόσον, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και ερεύνησε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό (δεχθέν ότι η συμβολή αυτής ανερχόταν σε μικρότερο του αιτηθέντος ποσοστό). 'Οσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ, ο ίδιος λόγος προβάλλεται αορίστως, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ποια "πράγματα" το Δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ως προς την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι επίσης αόριστος, διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η παραβίαση, δηλαδή αν πρόκειται για λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει ή αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν και σε καταφατική περίπτωση ποια είναι αυτά ή αν πρόκειται για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε και προσκόμισε και σε καταφατική περίπτωση ποια είναι αυτά. 'Οσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 12 Κ.Πολ.Δ.

ο λόγος προτείνεται, ωσαύτως, αορίστως

διότι η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει ότι το δικαστήριο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα προσδίδοντας σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη την οποία δεν είχε κατά νόμον, ή ότι προσέδωσε τέτοια δύναμη μολονότι δεν την είχε κατά νόμον και ποιο ήταν το αποδεικτικό αυτό μέσο. 'Οσον αφορά, τέλος, την επικαλούμενη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρει ποια παρά το νόμο ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο κήρυξε το δικαστήριο που δίκασε.

Ill) Με το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 1490/2006).

Περαιτέρω, από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.

Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ' είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφενός έχει ελλιπείς αιτιολογίες σε ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφετέρου δε ότι δεν έλαβε υπόψη της τις αναφερόμενες στην αίτηση αναίρεσης ένορκες βεβαιώσεις με αρ. ..., ... και ... καθώς και τις με αρ. ...

και ... ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα στο Εφετείο και από τις οποίες προκύπτει η σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό εκείνου που δέχθηκε το Δικαστήριο οικονομική αυτής συνεισφορά στην οικογένεια και στην αγορά της ακίνητης περιουσίας του αναιρεσιβλήτου. Επίσης, με τον τρίτο λόγο της αίτησης της η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό υλικό που προσκόμισε και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη τα προσκομιζόμενα από αυτή φύλλα προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας των επίδικων ακινήτων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, από τα οποία προκύπτει ότι η αντικειμενική αξία αυτών ήταν πολύ μεγαλύτερη της αναγραφόμενης στα συμβόλαια αγοράς αντικειμενικής αξίας τους, την οποία αναιτιολόγητα το Εφετείο δέχθηκε ως ανταποκρινόμενη στην πραγματική.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε σχετικώς τα εξής: "Οι διάδικοι τέλεσαν στις 4-11-1982 στα Σκόπια ... νόμιμο γάμο ... από τον γάμο τους δε αυτόν απέκτησαν δύο ενήλικα ήδη τέκνα ... Κατά τον χρόνο τέλεσης του γάμου τους οι διάδικοι δεν διέθεταν κανένα περιουσιακό στοιχείο ενώ ο εναγόμενος αμέσως μετά τον γάμο του απέκτησε α) ένα ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο ...

αξίας 3.000 ευρώ, β) ένα στερεοφωνικό συγκρότημα ... αξίας 100 ευρώ, γ) μία έγχρωμη τηλεόραση ... αξίας 100 ευρώ και δ) ένα VIDEO ... αξίας 100 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτού ότι κατά τον χρόνο τελέσεως του γάμου τους διέθετε και το ποσό των 45.000 γερμανικών μάρκων αποδεικνύεται αβάσιμος ... Μετά την εγκατάσταση των διαδίκων στην Ελλάδα ο εναγόμενος, ο οποίος ήταν κάτοχος πτυχίου μηχανολόγου-μηχανικού του Πανεπιστημίου των Σκοπίων στις 20.6.1984 συνέστησε με τον ...

ομόρρυθμη εταιρία ... με έδρα την Θεσσαλονίκη ... σε μισθωμένο γραφείο. Αντικείμενο της εμπορικής δραστηριότητας της εν λόγω εταιρίας ήταν η αντιπροσωπεία 28 συνολικώς εργοστασίων κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων, ανταλλακτικών αυτών, υδραυλικών συστημάτων, ιμάντων, μπαταριών αυτοκίνητων κλπ που είχαν έδρα διάφορες βαλκανικές χώρες και η συμμετοχή, του εναγομένου στα κέρδη και τις ζημίες αυτές ήταν μέχρι και το έτος 1986 50% και στη συνέχεια 75%.

Η εταιρία αυτή λειτούργησε ουσιαστικά μέχρι το έτος 1988, λύθηκε δε και τυπικά το έτος 2001 ... Παραλλήλως ο εναγόμενος από το έτος 1988 λειτουργούσε με το ίδιο ως άνω αντικείμενο ατομική επιχείρηση. Τα εισοδήματα του εναγομένου από τις εμπορικές του αυτές δραστηριότητες σύμφωνα με τις φορολογικές δηλώσεις που υπέβαλε και με βάση τις οποίες εκδόθηκαν τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος ανερχόταν κατά το έτος 1984 σε 660.000 δραχμές, το έτος 1985 σε 288.768 δραχμές, με δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα 1.450.675 και έξοδα 1.450.675 δρχ., το έτος 1986 σε 770.402 δραχμές, με δηλωθέντα ακαθάριστα έξοδα 6.114.304 δρχ.

και έξοδα 4.573.499 δρχ., το έτος 1987 σε 2.441.885 δρχ. με δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα, 13.013.911 δρχ. και έξοδα 9.758.064 δρχ., το έτος 1988 από την συμμετοχή του στην εταιρία σε 2.206.640 δρχ., με δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα 11.697.643 και έξοδα 8.755.457 δρχ. και από την ατομική επιχείρηση 2.674.992 δρχ., με δηλωθέντα έσοδα 13.409.457 δρχ. και έξοδα 10.734.140 δρχ., το έτος 1989 σε 5.423.066 δρχ., με δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα 24.736.458 δρχ και έξοδα 19.313.392 δρχ., το έτος 1990 σε 8.985.652 δρχ., με δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα 25.323.486 δρχ.

και έξοδα 16.337.834 δρχ., το έτος 1991, σε 6.471.508 δρχ., με δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα 17.071.834 δρχ. και έσοδα 10.600.326 δρχ., το έτος 1992 σε 4.591.047 δρχ., με δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα 13.720.122 δρχ. και καθαρά 9.129.075 δρχ., το έτος 1993 σε 5.011.803 δρχ., με ακαθάριστα έσοδα 13.093.368 δρχ. και καθαρά 8.081.585 δρχ., το έτος 1994 σε 4.432.448 δρχ., με ακαθάριστα έσοδα 12.395.355 δρχ.

και καθαρά 8.601.521 δρχ., το έτος 1995 σε 2.223.597 δρχ., με ακαθάριστα έσοδα 8.694.028 δρχ. και καθαρά 6.470.431 δρχ., το έτος 1996 σε 5.040.473 δρχ., με ακαθάριστα έσοδα 10.161.608 δρχ. και καθαρά 6.821.914 δρχ., το έτος 1997 σε 5.695.508 δρχ., με ακαθάριστα έσοδα 10.503.754 δρχ. και καθαρά 5.567.028 δρχ., το έτος 1998 σε 6.030.578 δρχ., με ακαθάριστα έσοδα 9.764.563 δρχ. και καθαρά 5.406.750 δρχ., το έτος 1999 σε 3.264.942 δρχ.

με ακαθάριστα έσοδα 6.529.883 δρχ. και καθαρά 5.013.116 δρχ. και το έτος 2000 σε 2.760.801 δρχ., με ακαθάριστα έσοδα 5.521.601 δρχ. και καθαρά 3.166.754 δρχ. Κατά το άνω χρονικό διάστημα για τα εισοδήματα του αυτά κατέβαλε ως φόρο για το έτος 1994 το ποσό των 153.580 ευρώ, για το έτος 1986 το ποσό των 99.583 δρχ., για το έτος 1987 το ποσό των 1.160.447 δρχ.

και για το έτος 1988 το ποσό των 2.012.... δρχ., ενώ για τα εισοδήματα του των λοιπών ετών είχε επιστροφή φόρου για το έτος 1985 54,520 δρχ., για το έτος 1989 2.638.234 δρχ., για το έτος 1990 245.540 δρχ., για το έτος 1991 507.266 δρχ., για το έτος 1992 1.615.326 δρχ, για το έτος 1993 1.472.428 δρχ, για το έτος 1994 1.578, 661 δρχ, για το έτος 1995 854.251 δρχ, για το έτος 1996 1.143.798 δρχ., για το έτος 1997 1.085.093 δρχ., για το έτος 1998 822.048 δρχ., για το έτος 1999 478.216 δρχ και για το έτος 2000 377.047 δρχ.

Στις 8.5.1991 διενεργήθηκε έκτακτος έλεγχος από την Ε' Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, που αφορούσε τα οικονομικά έτη 1989 και 1990 (χρήσεις 1988 και 1989), κατά την οποία προέκυψε ότι τα καθαρά κέρδη ήταν 11.273.704 δρχ. το έτος 1988 και 19.401.101 δρχ το έτος 1989. Από το λόγο όμως αυτό δεν αποδεικνύεται και ότι για όλα τα άλλα έτη, τα καθαρά κέρδη του εναγομένου ήταν υπερδιπλάσια των δηλωθέντων, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος και διατείνεται η εξετασθείσα μάρτυς λογίστριά του αφού ούτε διαπιστώθηκε τέτοια διαφορά από σχετικό έλεγχο πέρα του ότι από την παράθεση των ανωτέρω δηλωθέντων ποσών των εσόδων - εξόδων του εναγομένου προκύπτει ότι τα δηλωθέντα κατά τα άνω δύο έτη εμφανίζονται προδήλως διογκωμένα σε σχέση με τα έσοδα γεγονός που προδήλως προκάλεσε και τον έλεγχο της Δ.Ο.Υ κατά τα έτη μόνο αυτά.

Εξάλλου η ενάγουσα από το έτος 1983 εργαζόταν ως βοηθός κομμώτριας ... Αυτή για τα έτη 1983 έως 1986 και 1990 και 1991 δεν υπέβαλλε φορολογικές δηλώσεις, ενώ τα εισοδήματα αυτής από την εν λόγω εργασία της, σύμφωνα με τις σχετικές δηλώσεις της με βάση τις οποίες εκδόθηκαν τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα ήταν κατά το έτος 1987 428.958 δρχ, το έτος 1988 434.802 δρχ, το έτος 1989 500.047 δρχ., το έτος 1992 257.023 δρχ., το έτος 1993 1.054.632 δρχ, το έτος 1994 1.300.497 δρχ., το έτος 1995 1.210.117 δρχ., το έτος 1996 1.311.240 δρχ., το έτος 1997 1.225.129 δρχ, το έτος 1998 1.093.038 δρχ.

και το έτος 1999 1.179.065 δρχ. Εκτός των δηλωθέντων αυτών εισοδημάτων η ενάγουσα εξασφάλιζε και περαιτέρω έσοδα από τα φιλοδωρήματα κατά την εργασία της, που όπως είναι γνωστό από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής σ' αυτά προσβλέπουν εργαζόμενοι σ' αυτού του είδους τις εργασίες για την επαύξηση των εισοδημάτων τους από την απασχόλησή τους, επιπλέον δε εργαζόταν και κατ' ιδίαν με την άσκηση του επιτηδεύματός της στην οικία της ή στις οικίες πελατισσών της και από τα φιλοδωρήματα και την κατ' ιδίαν απασχόλησή της σχεδόν διπλασίαζε τα εισοδήματά της ενώ εργαζόταν ανελλιπώς καθόλο αυτό το διάστημα ...

κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του με την ενάγουσα απέκτησε με αγορά, κατά κυριότητα τα κατωτέρω περιουσιακά στοιχεία: 1) το έτος 1989 ... ένα διαμέρισμα ... αντί τιμήματος 7.580.000 δραχμών, το ύψος του οποίου συνομολογούν οι διάδικοι. 2) το έτος 1988 .... δύο αυτοτελή συνεχόμενα γραφεία ... αντί τιμήματος 6.500.000 δραχμών .... 3) το έτος 1990 ...

ένα διαμέρισμα ... αντί τιμήματος 10.000.000 δραχμών και 4) το έτος 1994 την κυριότητα ενός ιδιωτικής χρήσης επιβατικού αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, έτους πρώτης κυκλοφορίας 1994. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διασπάσθηκε οριστικά στις 28.11.2001, ... Ο εναγόμενος με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ....

πώλησε το διαμέρισμα επί της οδού .... …, αντί τιμήματος 88.041 ευρώ, το οποίο μάλιστα αποτελούσε την οικογενειακή στέγη στην οποία διέμεναν η ενάγουσα και τα τέκνα τους. Επίσης, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... πώλησε και το άλλο διαμέρισμα το κείμενο στην οδό ..., αντί τιμήματος 47.942,55 ευρώ.

Μετά την εκποίηση από τον εναγόμενο των ανωτέρω ακινήτων περιουσιακών στοιχείων του κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 16724/2001 απόφαση, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με την οποία απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε μεταβολή της περιουσίας του.

Κατά το διάστημα αυτό ο εναγόμενος είχε ήδη περιέλθει σε οικονομική δυσχέρεια, διότι λόγω του πολέμου στις άλλοτε ομόσπονδες χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας στις συναλλαγές με τις οποίες στηριζόταν η εμπορική δραστηριότητά του και είχε οφειλές προς τρίτους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι όφειλε ... το συνολικό ποσό των 99.911 ευρώ που αποτελούσε το παθητικό της περιουσίας του.

Έτσι κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο η περιουσία του εναγομένου αποτελείτο α) από τα δύο συνεχόμενα γραφεία, β) το αυτοκίνητο εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, έτους κυκλοφορίας 1994 και γ) το ποσό των 135.983,54 ευρώ, που αποτελεί το άθροισμα του ανταλλάγματος των εκποιηθέντων από τον εναγόμενο ανωτέρω δύο ακινήτων- αποκτημάτων.

Η αξία του υπό στοιχείου α' ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο της ασκήσεως της αγωγής αλλά και της συζητήσεως αυτής ήταν 140.800,14 ευρώ και του υπό στοιχείο β' 6.500 ευρώ ... και το συνολικό ποσό του ενεργητικού της περιουσίας αυτού ανερχόταν κατά τον χρόνο γενέσεως της αξιώσεως της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 283.283,68 ευρώ ...

από το οποίο όμως πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 99,911 ευρώ και μένει ως υπόλοιπο της τελικής περιουσίας το ποσό των 183.372,68 ευρώ ... Να σημειωθεί ότι η ύπαρξη των λοιπών κινητών περιουσιακών στοιχείων τα οποία ο εναγόμενος απέκτησε στην αρχή του γάμου τους και εισήγαγε στην Ελλάδα κατά την μετοίκησή τους δεν ασκούν καμιά ουσιαστική επιρροή αφού η ενάγουσα δεν προβάλλει αξίωση σ' αυτά ούτε ο εναγόμενος προβάλλει ισχυρισμό αξιοποίησης αυτών για την απόκτηση των επιδίκων περιουσιακών στοιχείων πλην του αυτοκινήτου αριθμ.

κυκλοφορίας BMW, για οποίο ισχυρίζεται ότι μεταβίβασε στην πωλήτρια εταιρία του δευτέρου αυτοκινήτου (αποκτήματος) προς εξόφληση μέρους του τιμήματος αυτού. Ο ισχυρισμός του όμως αυτός ... αποδεικνύεται αβάσιμος ... Υπό τα περιστατικά αυτά και τις συνθήκες κτήσεως των άνω περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου, του χρόνου κτήσεως αυτών και της συγκρίσεως των εισοδημάτων των διαδίκων κατά την διάρκεια του γάμου τους, η ενάγουσα, συνέβαλε στην επαύξηση αυτή με το προϊόν της εργασίας της, αφού εργαζόταν από την τέλεση του γάμου τους και καθόλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αποκτήθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου, και προσέφερε, αποκλειστικά αυτή τις προσωπικές της υπηρεσίες για την λειτουργία του κοινού οίκου τους και για την ανατροφή των δύο τέκνων τους, ώστε να μη απαιτηθεί υποκατάστατη δύναμη με την αντίστοιχη δαπάνη γι' αυτές, κατά το ποσοστό 1/4.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι το τίμημα για την αγορά του δευτέρου διαμερίσματος καταβλήθηκε με χρήματα που του δώρησε ο πατέρας του από την πώληση περιουσιακών στοιχείων στην Γιουγκοσλαβία πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ... Περαιτέρω ναι μεν τα εισοδήματα του εναγομένου ήταν πολλαπλάσια αυτών της ενάγουσας, ενώ τα δηλωθέντα από τον εναγόμενο έσοδα από την άσκηση της εμπορίας υπό εταιρική και ατομική μορφή ανερχόταν μέχρι το έτος 1990, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα που αποκτήθηκαν τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία αυτού (δύο διαμερίσματα και γραφεία) στο ποσό των 23.381.657 (ήδη 68.618.21 Ε) το μεν συνολικό τίμημα αυτών ήταν 24.080.000 δρχ. (7.580.000 + 6.500.000 + 10.000.000), ήτοι μεγαλύτερο των άνω εσόδων, επιπλέον από τα προσκομιζόμενα από τον ίδιο αντίγραφα τραπεζικών καταθέσεών του προκύπτει ότι κατά το έτος 1990 αυτός είχε καταθέσεις 3.075.231.320 έως 5.231.320 δρχ. ...

Επίσης ο ισχυρισμός του ότι η ενάγουσα με το προϊόν της εργασίας της δεν συνεισέφερε στην οικιακή οικονομία πέραν της υποχρεώσεώς της προς συνεισφορά, διότι οι απαιτούμενες δαπάνες της οικιακής οικονομίας ήταν μηνιαίως 4.000 ευρώ από τις οποίες ο ίδιος συνεισέφερε το ποσό των 3.400 ευρώ και η ενάγουσα το υπόλοιπο των 600 που αποτελούσε το σύνολο των εσόδων της, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος αφού υπό τον ισχυρισμό αυτό ο εναγόμενος διατείνεται συνεισφορά του σε οικογενειακές δαπάνες ύψους 40.800 ευρώ ετησίως που υπερκαλύπτουν και τα δηλωθέντα εισοδήματά του κατά το χρονικό διάστημα κτήσεως των περιουσιακών του στοιχείων

Έτσι η αξίωση της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου (τελικής περιουσίας) ανέρχεται στο ποσό των στο οποίο αντιστοιχεί το ποσό των 45.843,17 ευρώ (183.337,72 Χ 1/4), κατά παραδοχή ως βάσιμης εν μέρει της ενστάσεως του εναγομένου περί ανατροπής του τεκμηρίου του άρθρου. Συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι η ενάγουσα δεν είχε καμιά συμμετοχή στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου με την παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσίαν εν όλω της ανατρεπτικής του τεκμηρίου ενστάσεως του εναγομένου έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων όπως βάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα με τους οικείους λόγους της εφέσεώς της και πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού διακρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο να δικασθεί η αγωγή, να γίνει αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος, να αναγνωρισθεί η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου κατά το ποσό 45.843,17 ευρώ και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος στην καταβολή από το άνω ποσό αυτού των 10.000 ευρώ, απορριπτόμενου του αιτήματος της ενάγουσας για μεταβίβαση, σ' αυτήν του ποσοστού της συμμετοχής της (αυτούσιας απόδοσης) στην ακίνητη, περιουσία του εναγομένου".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συγκεκριμένης (κατά ποσοστό 1/4) συμμετοχής της αναιρεσείουσας στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο σκέλος του, ερειδόμενος στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Επίσης, αβάσιμοι είναι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και ως προς το δεύτερο σκέλος του, όπως και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ερειδόμενοι στο άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ (κατά το νοηματικό περιεχόμενό τους).

Ειδικότερα στην απόφαση ρητώς αναφέρονται, ως νόμιμα αποδεικτικά στοιχεία, οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ... και ... και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης. Εκ τούτου, σε συνδυασμό προς την βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψιν "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα ...

μεταξύ των οποίων και καταθέσεις μαρτύρων κατά τη συζήτηση άλλων υποθέσεων μεταξύ των διαδίκων" καθώς προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Δικαστήριο συνεξετίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις που είχαν δοθεί στα πλαίσια άλλων δικών.

Το παράπονο της αναιρεσείουσας σχετικά με την αξιολόγηση των αποδείξεων από δικαστήριο δεν ελέγχεται αναιρετικά, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών και δεν στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ. Ακόμη δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση από το δικαστήριο καθενός από τα αποδεικτικά μέσα.

IV) Με τον τέταρτο λόγο της αίτησής της η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 12 , 17 και 19 Κ.Πολ.Δ. , παραπονείται για την απόρριψη από το Εφετείο του αιτήματός της περί επιδίκασης σ' αυτή τόκων υπερημερίας για το πριν την επίδοση της ένδικης αγωγής χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα από το χρόνο επίδοσης στον αναιρεσίβλητο της προηγούμενης υπ' αρ. ...

αγωγής της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (από το δικόγραφο της οποίας αυτή παραιτήθηκε) δεχόμενο τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι ήταν άκυρη η κλήτευσή του (κλητεύθηκε ακύρως ως αγνώστου διαμονής και όχι ως γνωστής διαμονής), παραβλέποντας τον ισχυρισμό της που προέβαλε με τις προτάσεις ενώπιον του και Εφετείου ότι ο αναιρεσίβλητος:

α) είχε λάβει γνώση του περιεχομένου της προηγούμενης αγωγής της εναντίον του, και άρα υπήρξε όχληση αυτού και β) δεν επικαλέστηκε πρόκληση δικονομικής του βλάβης από την κλήτευσή του ως αγνώστου διαμονής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν καθίσταται σαφές ποιο συγκεκριμένο νομικό (υπαγωγικό ή ερμηνευτικό) σφάλμα αποδίδεται μ' αυτόν στην προσβαλλομένη απόφαση, ούτε αναφέρεται (πλην της άκυρης επίδοσης της αγωγής) άλλος σαφής και ορισμένος τρόπος όχλησης του εναγομένου.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1 παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση της Θ. Π. για αναίρεση της 1027/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ