Legislator Case Law & Legislation
1541/2011 AI generated

1541/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1541/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1541/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Γ.-Φ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 53) Ε. Λ. του Γ., 54) Α. Λ. του Κ., 55) Α. Κ. του Δ., 56) Α. Μ.-Κ. του Π., 57) Μ. Γ. του Γ., 58) Ε. Μ. του Γ., 59) Κ. Τ. του Π., 60) Σ. Π. του Δ., 61) Ν. Π. του Γ., 62) Μ. Α.-Π. του Ε., 63) Α. Κ.-Κ. του Γ., 64) Ε. Μ. του Ν., 65) Θ. Τ. του Γ., 66) Δ. Τ. του Α., 67) Φ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1541 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1541/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΝΩΜΕΝΗ ΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "UNITED TEXTILES SA", που εδρεύει στην Αθήνα ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "FANCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΕΝΔΥΣΗΣ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Θεοδώρου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Δ. του Γ., 2) Α. Κ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιερόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ά. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 4) Α. Μ.-Θ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ιερόπουλο και κατέθεσε προτάσεις, 5) Η.

Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 6) Α. Π. του Ν., 7) Σ. Γ. του Κ., 8) Θ. Π. του Σ., 9) Χ. Ρ. του Π., 10) Μ. Μ.-Κ. του Δ., 11) Π. Μ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιερόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, 12) Σ.

Τ. του Δ., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 13) Ε. Β. του Τ., 14) Α. Ν. του Χ., 15) Α. Κ. του Κ., 16) Ε. Κ. του Γ., κατοίκων ..., 17) Ε. Π. του Φ., 18) Ε. Β. του Α., κατοίκων ..., 19) Σ. Μ.-Γ., 20) Α. Κ. του Λ., κατοίκων ..., 21) Ά. Μ. του Σ., 22) Μ. Κ. του Α., 23) Χ. Κ. Κ. του Κ., 24) Α. Τ. του Π., 25) Μ. Λ. του Ι., 26) Α.

Τ.-Δ. του Ν., 27) Φ. Α. του Σ., 28) Π. Τ. του Δ., 29) Ε. Χ.-Γ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιερόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, 30) Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 31) Ε. Α. του Χ., 32) Θ. Τ. του Ι., 33) Κ.

Ι. του Σ., 34) Δ. Σ. του Σ., 35) Ε. Μ. του Θ., 36) Φ. Γ. του Ι., 37) Ε. Κ.-Σ. του Α., 38) Ό. Κ. του Θ., 39) Χ. Κ. του Ι., 40) Α. Κ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιερόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, 41) Κ. Κ. του Β., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο, 42) Ε. Ρ.-Π. του Π., 43) Δ. Θ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιερόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, 44) Δ.

Τ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 45) Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 46) Δ. Φ. Φ. του Α., 47) Δ. Κ. του Κ., 48) Α. Μ. του Δ., 49) Μ. Α. του Σ., 50) Ε. Μ. του Α., 51) Κ. Π. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιερόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις, 52) Γ.

Γ.-Φ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 53) Ε. Λ. του Γ., 54) Α. Λ. του Κ., 55) Α. Κ. του Δ., 56) Α. Μ.-Κ. του Π., 57) Μ. Γ. του Γ., 58) Ε. Μ. του Γ., 59) Κ. Τ. του Π., 60) Σ. Π. του Δ., 61) Ν. Π. του Γ., 62) Μ. Α.-Π. του Ε., 63) Α. Κ.-Κ. του Γ., 64) Ε. Μ. του Ν., 65) Θ. Τ. του Γ., 66) Δ. Τ. του Α., 67) Φ.

Σ. του Χ., 68) Ε. Γ. του Θ., 69) Ε. Χ.-Γ. του Μ., 70) Α. Γ. του Μ., 71) Π. Μ. του Κ., 72) Ε. Σ.-Κ. του Ι., 73) Σ. Μ. του Ν., 74) Χ. Μ. του Α., 75) Λ. Μ. του Σ., 76) Μ. Β. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιερόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 41 αναιρεσίβλητος Κ. Κ. απεβίωσε στις 3/9/2008 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό 150/2008 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Δήμου Νάουσας, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού α) Β. Κ., β) Α. Κ. και γ) Ί. Π. ατομικά και για λογαριασμό των ανηλίκων τέκνων της Μ. Κ. και Ε. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/ΕΡ-ΔΙ/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 953/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/7/2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 15/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις υπ' αριθμ. 11429/7-9-2010, 13391/7-9-2010, 11426/7-9-2010, 651Β/23-1-2001, 681Β/23-1-2011, 722Β/27-6-2011, 672Β/23-6-2011, 646Β/23-6-2011 και 661Β/23-6-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Βέροιας ... και τις υπ' αριθμ. 4291γ/7-9-2010, 4312γ/8-9-2010 και 4296/7-9-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Βέροιας ..., προκύπτει ότι, αντίγραφο της ένδικης, από 3-7-2009 αιτήσεως της αναιρεσείουσας "ΕΝΩΜΕΝΗ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΕ", για αναίρεση της 953/2009 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μαζί με την πράξη του Προέδρου Τμήματος, με την οποία ορίζεται δικάσιμος η παρούσα, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους εκ των αναιρεσιβλήτων Μ. Ά., Τ. Η., Τ. Σ., Σ. Α., Τ. Δ. και Γ. - Φ. Γ. Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, κατά την νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να δικασθούν ερήμην, να συζητηθεί, όμως, η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.ΠολΔ., επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα ή απαράδεκτο ή έκπτωση από το δικαίωμα, που προέρχεται από παράβαση δικονομικής διατάξεως.

Μέσω αυτού ελέγχεται και η αοριστία της αγωγής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 262 του ίδιου Κώδικα, η ένσταση, για να είναι ορισμένη και, συνεπώς, δικονομικά παραδεκτή, πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία την θεμελιώνουν. Ειδικότερα, καθόσον αφορά την αοριστία της αγωγής, ο προβαλλόμενος σχετικός εκ μέρους του εναγομένου ισχυρισμός, για να είναι σαφής και ορισμένος, πρέπει με αυτόν να προσδιορίζονται οι ελλείψεις της αγωγής, που επιφέρουν την αοριστία της.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προέβαλε ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό, ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, διότι " δεν αναφέρεται σ' αυτή, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ποια είναι τα πραγματικά περιστατικά και τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η παραβίαση εκ μέρους μας των διατάξεων του ν. 1387/1983".

Ο λόγος αυτός εφέσεως απορρίφθηκε ως αόριστος, καθόσον "δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένες αοριστίες της αγωγής, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που είναι απαραίτητα, για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παρεβίασε την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.ΠολΔ, καθόσον πράγματι ο εν λόγω ισχυρισμός, όπως προβλήθηκε, πάσχει από αοριστία, εφόσον δεν προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες ελλείψεις της αγωγής, οι οποίες, με την συνδρομή τους, επιφέρουν την αοριστία αυτής.

Συνεπώς, ο περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της ένδικης αιτήσεως, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 1387/1983, που φέρει τον τίτλο "έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις" και εκδόθηκε για να προσαρμοστεί το ελληνικό δίκαιο προς την 75/129 Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ "περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις", τέτοιες απολύσεις θεωρούνται όσες γίνονται από επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από είκοσι εργαζόμενους για λόγους που δεν αφορούν στο πρόσωπο των απολυομένων και υπερβαίνουν κάθε ημερολογιακό μήνα τους 5 εργαζόμενους, αν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν 20-50 άτομα και ποσοστό 2-3% του προσωπικού και μέχρι 30 άτομα, αν πρόκειται για επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν πάνω από 50 εργαζόμενους.

Κατά το άρθρο 2 παρ. 2γ' του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε πριν από την κατάργηση του εδ. γ' από το Ν 2736/1999, οι διατάξεις του νόμου αυτού δεν εφαρμόζονται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης μετά από πρωτόδικη δικαστική απόφαση. Με τα άρθρα 3 και 4 του ίδιου νόμου προβλέπεται η υποχρέωση του εργοδότη πριν προχωρήσει σε ομαδικές απολύσεις, να προσέλθει σε διαβουλεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, με σκοπό να διερευνηθεί η δυνατότητα αποφυγής ή μείωσης των απολύσεων και των δυσμενών συνεπειών τους.

Το άρθρο 5 του ίδιου νόμου ορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθεί για την πραγματοποίηση των ομαδικών απολύσεων. Ειδικότερα, στο άρθρο 5 του Ν. 1387/1983, ορίζονται τα εξής: "1. Η προθεσμία των διαβουλεύσεων μεταξύ των εργαζομένων και του εργοδότη είναι είκοσι ημερών και αρχίζει από την πρόσκληση του εργοδότη για διαβουλεύσεις στους κατά το προηγούμενο άρθρο εκπροσώπους των εργαζομένων.

Το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων διατυπώνεται σε πρακτικό που υπογράφεται από τα δύο μέρη και υποβάλλεται από τον εργοδότη στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 3. 2. Εάν υπάρξει συμφωνία των μερών, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται σύμφωνα με το περιεχόμενο της συμφωνίας και ισχύουν αφού περάσουν δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του σχετικού πρακτικού στο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας κατά περίπτωση. 3.

Εάν δεν υπάρξει συμφωνία των μερών, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, με αιτιολογημένη απόφαση που εκδίδεται μέσα σε δέκα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του παραπάνω πρακτικού και αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία του φακέλου και συνεκτιμήσει τις συνθήκες της αγοράς εργασίας, την κατάσταση της επιχείρησης καθώς και το συμφέρον της εθνικής οικονομίας, μπορεί είτε να παρατείνει για είκοσι ακόμη ημέρες τις διαβουλεύσεις ύστερα από αίτηση ενός των ενδιαφερομένων μερών, είτε να μην εγκρίνει την πραγματοποίηση του συνόλου ή μέρους των σχεδιαζόμενων απολύσεων.

Πριν από την έκδοση της παραπάνω απόφασης ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, μπορούν να ζητούν τη γνώμη της Επιτροπής Υπουργείου Εργασίας, που εδρεύει σε κάθε νομό, ή του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας, αντίστοιχα. Τα γνωμοδοτικά αυτά όργανα, ο Νομάρχης ή ο Υπουργός Εργασίας, μπορούν να καλούν και να ακούουν τόσο τους κατά το άρθρο 4 εκπροσώπους των εργαζομένων και τον ενδιαφερόμενο εργοδότη, όσο και πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις πάνω σε επί μέρους τεχνικά θέματα.4.Ο εργοδότης μπορεί να πραγματοποιήσει ομαδικές απολύσεις στην έκταση που καθορίζει η απόφαση του Νομάρχη ή του Υπουργού Εργασίας.

Εάν δεν εκδοθεί τέτοια απόφαση μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες, οι ομαδικές απολύσεις πραγματοποιούνται στην έκταση που δέχτηκε ο εργοδότης κατά τις διαβουλεύσεις.5. Σε ομαδικές απολύσεις που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 1,2,3 και 4 του παρόντος".

Στο άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του ανωτέρω Ν 2736/1999 παρ. 5 που είχε ως εξής: "Η διαδικασία ομαδικών απολύσεων του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται στους εργαζόμενους που απολύονται λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν πρωτόδικης δικαστικής απόφασης", ενώ με το άρθρο 16 παρ. 6 του τελευταίου αυτού νόμου καταργήθηκε η παρ. 2γ' του άρθρου 2 του Ν 1387/1983.

Στη συνέχεια η πιο πάνω παρ. 5, που είχε προστεθεί με το άρθρο 15 του Ν 2736/1999, τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του Ν 2874/2000 ως εξής: "Σε ομαδικές απολύσεις, που προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής απόφασης, δεν εφαρμόζονται οι παρ. 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου".

Με τον πιο πάνω Ν 1387/1983 έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 75/129/ΕΟΚ, η οποία τροποποιήθηκε με τη νεότερη Οδηγία 92/56/ΕΟΚ και στη συνέχεια η Οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου της 20.7.1998 κωδικοποίησε σε ένα ενιαίο κείμενο το περιεχόμενο των δύο προηγούμενων Οδηγιών, οι δε τροποποιήσεις που επέφερε η τελευταία μεταφέρθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη με τους νόμους 2736/1999 και 2874/2000.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η κοινοτική Οδηγία βασίζει την προστατευτική της παρέμβαση στο πεδίο των ομαδικών απολύσεων στη θέσπιση τριών βασικών εργοδοτικών υποχρεώσεων: α) την υποχρέωση διαβούλευσης με τους εκπροσώπους του προσωπικού, β) την υποχρέωση έγγραφης ενημέρωσης αυτών και γ) την παράλληλη υποχρέωση ενημέρωσης της δημόσιας αρχής σχετικά με τις σχεδιαζόμενες ομαδικές απολύσεις σε συνδυασμό με την υποχρέωση αναμονής του εργοδότη για κάποιο ολιγόχρονο χρονικό διάστημα (30 ημερών) πριν από την πραγματοποίηση των ομαδικών απολύσεων.

Επιπλέον, από τις ως άνω διατάξεις του προαναφερόμενου νόμου προβλέπεται και η παρέμβαση της δημόσιας αρχής μετά από την περάτωση της διαδικασίας των διαβουλεύσεων, με την πρόβλεψη της δυνατότητας του Νομάρχη ή του Υπουργού Εργασίας να μην εγκρίνουν τις σχεδιαζόμενες απολύσεις. Όπως σαφώς προκύπτει από τις ως άνω διατάξεις, μεταξύ των διατυπώσεων, που πρέπει να τηρηθούν, για το νομότυπο ομαδικών απολύσεων, είναι και 1) η υποβολή του σχετικού πρακτικού διαβούλευσης, που έγινε μεταξύ εργοδότη και εργαζομένων, στον αρμόδιο Νομάρχη ή τον Υπουργό Εργασίας και β) η καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη των συμβάσεων να γίνει μετά την πάροδο της δεκαήμερης προθεσμίας , μέσα στην οποία, τα ως άνω δημόσια όργανα, έχουν το δικαίωμα να εκδώσουν απόφαση, με την οποία, είτε θα παρατείνουν την εικοσαήμερη προθεσμία διαβουλεύσεων είτε να εγκρίνουν ή να μην εγκρίνουν τις προτεινόμενες από τον εργοδότη ομαδικές απολύσεις.

Αυτό ισχύει και για την περίπτωση, κατά την οποία οι προτεινόμενες ομαδικές απολύσεις προκαλούνται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, καθόσον ο νόμος δεν διακρίνει. Μόνο σε μια περίπτωση, δεν έχει εφαρμογή η ως άνω διαδικασία ομαδικών απολύσεων: Όταν οι απολύσεις αυτές γίνονται "λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν πρωτόδικης δικαστικής απόφασης".

Το τελευταίο μπορεί να συμβεί, λ.χ., στην περίπτωση πτωχεύσεως ή λύσεως της επιχειρήσεως, με δικαστική απόφαση. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ιδίως δε όταν η οριστική διακοπή των δραστηριοτήτων της οικείας επιχειρήσεως αποφασίζεται οικειοθελώς από τον εργοδότη και θεμελιώνεται σε εκτιμήσεις οικονομικής φύσεως ή άλλες, οι πιο πάνω υποχρεώσεις του εργοδότη παραμένουν στο ακέραιο.

Επομένως, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι από τις διατάξεις του ισχύοντος (εθνικού) δικαίου δεν προβλέπεται η προηγούμενη έκδοση δικαστικής αποφάσεως στην περίπτωση οριστικής διακοπής της λειτουργίας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, που αποφασίζεται οικειοθελώς από τον εργοδότη. Πρέπει δε να τονιστεί ότι η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 1 παρ. 2 οτοιχ.

δ της εν λόγω Οδηγίας δεν δικαιολογεί τη μη εφαρμογή αυτής στην πιο πάνω περίπτωση (απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 7ης Σεπτεμβρίου 2006 στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-187/2005 έως C-190/2005, ολ.Α.Π. 39/2007, Α.Π. 1067/2010). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν 1387/1983 ομαδικές απολύσεις που γίνονται κατά παράβαση του νόμου αυτού είναι άκυρες.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η εναγόμενη εταιρία δραστηριοποιείται στον κλάδο ένδυσης και τον Οκτώβριο του 2004 διατηρούσε σε διάφορες περιοχές της χώρας πέντε χωριστές μονάδες παραγωγής, μεταξύ των οποίων και ετοίμων ενδυμάτων στη Νάουσα, η οποία (μονάδα παραγωγής) ανήκε αρχικά στην εταιρία "ΤΡΙΚΟΛΑΝ ΑΕ", που με συγχώνευση απορροφήθηκε από την εναγομένη την 1-1-2002.

Μέχρι την ημερομηνία αυτή οι ενάγοντες εργάζονταν στην ανωτέρω επιχείρηση ("ΤΡΙΚΟΛΑΝ ΑΕ"), η οποία και τους προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και στη συνέχεια απασχολούντο από την εναγομένη μέχρι το Σεπτέμβριο του 2004,οπότε το Διοικητικό Συμβούλιο της τελευταίας αποφάσισε τη διακοπή της βιομηχανικής δραστηριότητας και την οριστική παύση της λειτουργίας του εργοστασίου της στη Νάουσα, καθώς και την απόλυση όλων των εκεί εργαζομένων της.

Έτσι, στις 14.9.2004 κοινοποίησε στους εκπροσώπους των εργαζομένων αυτού του εργοστασίου της (Νάουσας) έγγραφη πρόσκληση σε διαβουλεύσεις για τις 17.9.2004, η οποία (πρόσκληση) κοινοποιήθηκε στις 15.9.2004 και στο Νομάρχη Ημαθίας και στον Υπουργό Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας και στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.

Με το έγγραφο αυτό γνωστοποιούσε ότι η διοίκηση της εταιρίας αποφάσισε ότι θα διακόψει από 6.10.2004 κάθε παραγωγική της δραστηριότητα στη βιομηχανική εγκατάσταση παραγωγής έτοιμων ενδυμάτων σι η Νάουσα και ότι θα παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του συνόλου των εργαζομένων, που απασχολούντο στο εργοστάσιο για τους εξής λόγους:

α) Τα σημαντικά οικονομικά προβλήματα, που αντιμετωπίζει η εταιρία (εναγομένη) τα τελευταία χρόνια και ειδικότερα τα σημαντικά αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα των τελευταίων ετών, β) το μεγαλύτερο μέρος των ζημιών της δημιουργείται από τα αρνητικά οικονομικά δεδομένα του εργοστασίου της Νάουσας και ενδεικτικά αναφέρεται ότι μολονότι το εργοστάσιο αυτό απασχολεί το 15% του προσωπικού της εταιρίας (93 εργαζόμενοι επί συνόλου 616) και το έτος 2003 συνεισέφερε στο συνολικό κύκλο εργασιών της εταιρίας 21,3% (14.451 εκατ.

ευρώ επί συνόλου 49.305 εκατ. ευρώ),το ίδιο έτος το 45% των ζημιών της εταιρίας προερχόταν από το εργοστάσιο αυτό (επί συνόλου 6.601 εκατ. ευρώ ζημιών της εταιρίας το εργοστάσιο της Νάουσας είχε ζημίες 3.007 εκατ. ευρώ), γ) η διαρκής και συνεχιζόμενη μείωση των παραγγελιών προς το εργοστάσιο της Νάουσας και δ) οι γενικότερες αρνητικές προοπτικές του κλάδου του ιματισμού στη χώρα μας με δεδομένη την όξυνση του αθέμιτου ανταγωνισμού από άλλες χώρες με σημαντικά χαμηλότερο κόστος παραγωγής, καθώς και η σταδιακή απελευθέρωση της ευρωπαϊκής αγοράς με την πλήρη άρση των ποσοστώσεων από 1.1.2005.

Επίσης, στην ίδια πρόσκληση η εναγομένη σημείωνε ότι η παραπάνω απόφαση της εταιρίας λήφθηκε αφού εξάντλησε όλες τις προσπάθειες για την εξεύρεση εναλλακτικών λύσεων και συγκεκριμένα ότι: α) Προχώρησε τα έτη 1999 και 2001 σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου 6,4 εκατ. ευρώ, β) υλοποίησε μια σειρά συγχωνεύσεων με τελευταία την απορρόφηση της "ΤΡΙΚΟΛΑΝ" από την εταιρία (εναγομένη), γ) επιδίωξε την ένταξη του νομού Ημαθίας στη ζώνη κινήτρων που ισχύουν στην περιοχή της Θράκης, χωρίς αποτέλεσμα, δ) πρότεινε το 2003 τη μείωση του προσωπικού του εργοστασίου στη Νάουσα, χωρίς ωστόσο αυτό να γίνει αποδεκτό από το σωματείο των εργαζομένων, αντίθετα μάλιστα από τις κοινοποιήσεις τους επιδεινώθηκε η ζημιογόνος κατάσταση της εταιρίας και ε) μετέφερε το 25% των εργαζομένων στη νέα μονάδα πλεκτηρίου που δημιουργήθηκε από τη μητρική εταιρία Κλωστήρια Ναούσης.

Τέλος, αναφέρεται στην πρόσκληση ότι οι καταγγελίες των συμβάσεων θα πραγματοποιηθούν με την τήρηση όλων των νόμιμων προϋποθέσεων και με την καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης. Ενόψει τούτων, η εναγομένη καλούσε τους εκπροσώπους των εργαζομένων να προσέλθουν στις 17.9.2004 και ώρα 12.00' σε διαβουλεύσεις με τους νόμιμους εκπροσώπους της στο ξενοδοχείο "Αιγες Μέλαθρον" στη Βέροια, προκειμένου να συζητήσουν διεξοδικότερα και να διερευνήσουν από κοινού τις δυνατότητες μείωσης όσο το δυνατό των προβλημάτων που θα δημιουργήσουν οι σχεδιαζόμενες απολύσεις.

Όμως, κατά την ημερομηνία αυτή δεν επιτεύχθηκε συμφωνία για τις ομαδικές απολύσεις μεταξύ των μερών, αλλά ακολούθησε, στις 20.9.2004, κοινοποίηση από την εναγομένη στο σωματείο των εργαζομένων των οικονομικών στοιχείων της εταιρίας και συγκεκριμένα των ισολογισμών της εταιρίας "ΤΡΙΚΟΛΑΝ" για το έτος 2001 και των ισολογισμών της ίδιας (εναγομένης) για τα έτη 2001,2002 και 2003,δύο πινάκων με τα οικονομικά αποτελέσματα χρήσεων των ετών 1998 έως 2003,τόσο της "ΤΡΙΚΟΛΑΝ" όσο και όλης της εταιρίας της εναγομένης ("FANCO"), μετά τη συγχώνευση της πρώτης από τη δεύτερη, και του πίνακα με τα οικονομικά αποτελέσματα χρήσεων του εργοστασίου της Κομοτηνής για τα έτη 2001 έως 2003 (βλ.

την υπ' αριθμ. 20.9.2004 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας ...). Τα ίδια πιο πάνω έγγραφα στις 21.9.2004 κοινοποιήθηκαν και προς την Επιθεώρηση Εργασίας και στο Νομάρχη Ημαθίας (βλ. τις υπ' αριθμ. 281Γ' και 282Γ'/21.9.2004 εκθέσεις επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας ...), καθώς και στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (βλ.

σχετική σημείωση παραλαβής σε εξώδικη δήλωση-κοινοποίηση εγγράφων με αριθμό πρωτ . 4586). Ακολούθησε, στις 21.9.2004, σύσκεψη στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, όπου συμμετείχαν και εκπρόσωποι των διαδίκων, με αντικείμενο συζήτησης τις απολύσεις των εργαζομένων, πλην όμως και πάλι δεν επιτεύχθηκε μία κοινά αποδεκτή λύση.

Μετά από αυτά, στις 5.10.2004 η εναγομένη συνέταξε μονομερώς πρακτικό διαβουλεύσεων, στο οποίο αποτυπώνονται όλες οι εξελίξεις και διαπιστώνεται το άκαρπο αποτέλεσμα αυτών, το πρακτικό δε αυτό υποβλήθηκε αυθημερόν στο Υπουργείο Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας (βλ. σχετική σημείωση παραλαβής με αριθμό πρωτ. 4897) και στο Νομάρχη Ημαθίας (βλ.

την υπ' αριθμ. 293Γ"/5.10.2004 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή ...). Την επομένη (6.10.2004) και ενώ τον Οκτώβριο του 2004 στο εργοστάσιο της Νάουσας απασχολούντο (98) εργαζόμενοι, η εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τις συμβάσεις εργασίας (94) από αυτούς, μεταξύ των οποίων και των εναγόντων, διατηρώντας τους υπολοίπους (4) ως προσωπικό ασφαλείας, προκειμένου να διεκπεραιώνουν τις εκκρεμότητες από τη διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου και κατέβαλε στους απολυθέντες ένα μέρος της οφειλόμενης αποζημίωσης γνωστοποιώντας τους παράλληλα ότι, κάνοντας χρήση του δικαιώματος της από τη διάταξη του άρθρου 2 εδ.

β' και γ' του Ν. 3198/1955,θα τους καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της αποζημίωσης σε έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Απ' όλα τα παραπάνω που αποδείχθηκαν, προκύπτει, καθόσον αφορά, ειδικότερα, στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 1387/1983 προϋπόθεση για το έγκυρο των ομαδικών απολύσεων, που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, ότι η εναγομένη κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των (76) στον αριθμό εναγόντων και άλλων (18) μη διαδίκων συναδέλφων τους, χωρίς προηγουμένως να αναμείνει να παρέλθει η προθεσμία των δέκα ημερών από την υποβολή στο Νομάρχη και τον Υπουργό Εργασίας του πρακτικού των (αποτυχημένων) διαβουλεύσεων με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, αφού η καταγγελίες έγιναν την αμέσως επόμενη ημέρα.

Και ναι μεν αυτό το (χρονικό) γεγονός συνομολογείται από την εναγομένη, ισχυρίζεται, όμως, αυτή ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής η εν λόγω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 1387/1983, που προβλέπει την παραπάνω δεκαήμερη προθεσμία, για το λόγο ότι οι ένδικες απολύσεις έγιναν από αυτήν, όχι ως επιχείρηση που βρίσκεται σε λειτουργία, αλλά ως επιχείρηση που διέκοψε οριστικά τη δραστηριότητα της.

Τούτο δε διότι, κατά τους ισχυρισμούς πάντοτε της ίδιας της εναγομένης, η Οδηγία 75/129,με την οποία εναρμονίστηκε το ελληνικό δίκαιο με το νόμο αυτό (1387/1983), δεν εφαρμόζεται στους εργαζομένους που θίγονται από τη διακοπή της δραστηριότητας της επιχείρησης, εφόσον αυτή επέρχεται κατόπιν δικαστικής απόφασης.

Όμως, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον για το ζήτημα αυτό, όπως προαναφέρθηκε, μετά από σχετικό ερώτημα, ως προδικαστικό άλλων δικαστικών υποθέσεων, προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δόθηκε ως λύση το ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραπάνω Κοινοτικής Οδηγίας (άρα και οι διατάξεις του Ν. 1387/1983) και για τις περιπτώσεις που οι ομαδικές απολύσεις γίνονται από επιχείρηση, της οποίας η λειτουργία διακόπηκε οριστικά οικειοθελώς για οποιαδήποτε αιτία, χωρίς να προηγηθεί γι' αυτό δικαστική απόφαση.

Επομένως, εφόσον η εναγομένη απέλυσε εργαζομένους περισσότερους από είκοσι και συγκεκριμένα τους 76 εναγόμενους και άλλους 18 μη διαδίκους εργαζομένους, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 1387/1983, είναι άκυρη η ομαδική αυτή απόλυση και ως εκ τούτου είναι βάσιμη η αγωγή, κατ' ουσίαν.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή για τον ίδιο λόγο, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και το νόμο εσφαλμένα εφάρμοσε". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του Ν. 1387/1983, όπως αυτός τροποποιήθηκε, κατά τα ανωτέρω καθώς και της υπ' αριθμ. 75/129 Οδηγίας της ΕΟΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Οδηγία 92/56/ΕΟΚ και, συνεπώς, οι περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ. 1, δεύτερος και τρίτος λόγοι, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, αφού ο προβαλλόμενος από την αναιρεσείουσα ισχυρισμός, ότι, εφόσον επρόκειτο για οριστικό κλείσιμο της επιχείρησης, με δική της απόφαση, δεν είχε υποχρέωση να αναμείνει την πάροδο της ως άνω δεκαημέρου προθεσμίας, προκειμένου να προβεί στην καταγγελία των επιδίκων εργασιακών συμβάσεων, αλλά μόνο να προβεί στις σχετικές διαβουλεύσεις με τους εργαζομένους και, στη συνέχεια, να υποβάλει το σχετικό πρακτικό στις αρμόδιες αρχές "χωρίς να μπορεί να γίνει δεκτή οποιαδήποτε επέμβαση αυτών, για τη διατήρηση της λειτουργίας της επιχειρήσεως είτε προσωρινά (παρατείνοντας τις διαβουλεύσεις) είτε μόνιμα (απαγορεύοντας τις απολύσεις), καθώς κάτι τέτοιο θα αποτελούσε αδικαιολόγητη επέμβαση στη σφαίρα της επιχειρηματικής ελευθερίας" δεν είναι σύννομος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο νόμος δε διακρίνει, ορίζοντας ότι η ως άνω διαδικασία επί ομαδικών απολύσεων, δεν εφαρμόζεται (μόνο) στους εργαζομένους, που απολύονται, λόγω διακοπής των εργασιών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατόπιν δικαστικής αποφάσεως, πράγμα που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Εξάλλου, με το ίδιο σκεπτικό (της αναιρεσείουσας), θα μπορούσε κανείς να οδηγηθεί στο συμπέρασμα, ότι σε περίπτωση διακοπής των εργασιών επιχειρήσεως, μετά από απόφαση του εργοδότη, δεν παρίσταται αναγκαία η τήρηση, γενικώς, της διαδικασίας, που προβλέπεται από το άρθρο 5 του Ν.1387/1983, όπως αυτό τροποποιήθηκε, αφού και αυτό θα ήταν περιττό και θα αποτελούσε "επέμβαση στη σφαίρα της επιχειρηματικής ελευθερίας", πράγμα το οποίο, όμως, ούτε η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, η οποία, αντίθετα, ακολούθησε τη σχετική διαδικασία και προήλθε σε διαβουλεύσεις με τους εργαζομένους, υποβάλλοντας το σχετικό πρακτικό στις αρμόδιες αρχές.

Η αναιρεσείουσα, με τις έγγραφες προτάσεις της, ζητεί να υποβληθεί (προδικαστικό) ερώτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ), περί του εάν "σε περίπτωση διακοπής της λειτουργίας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, μετά την υποβολή του πρακτικού διαβουλεύσεων στον Υπουργό Εργασίας, είναι αναγκαία η παρέλευση της δεκαήμερης προθεσμίας του άρθρου παρ. 3 Ν. 1387/2983" (για την διενέργεια απολύσεων-).

Το αίτημα αυτό είναι απορριπτέο, καθόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις, που τίθενται από το άρθρο 234 της ΣυνθΕΚ, για "προδικαστική παραπομπή", δοθέντος ότι τόσο στη διάταξη αυτή όσο και στην αντίστοιχη της ως άνω Κοινοτικής Οδηγίας, δεν υπάρχει ασάφεια, σχετική με τη ρύθμιση της επίδικης έννομης σχέσης και, επομένως, δεν ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας της κοινοτικής αυτής διατάξεως.

Εξάλλου, όπως και στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε, με την από 7-9-2006 απόφασή του, επί ερωτήματος, εάν "οι διατάξεις της 75/129 Οδηγίας εφαρμόζονται επί ομαδικών απολύσεων, προκαλουμένων από την οριστική διακοπή της λειτουργίας μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, η οποία αποφασίσθηκε οικειοθελώς από τον εργοδότη και έγινε χωρίς να προηγηθεί σχετική δικαστική απόφαση", το ΔΕΚ αποφάνθηκε ότι η ως άνω Οδηγία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, "ενώ η παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 1, παραγρ. 2, στοιχ.

δ' της εν λόγω Οδηγίας, δεν δικαιολογεί τη μη εφαρμογή της" (βλ και Ολ.Α.Π. 37/2007).

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-7-2009 αίτηση της εταιρίας "ΕΝΩΜΕΝΗ ΚΛΩΣΤΟΫΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΑΕ", για αναίρεση της 953/2009 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ