Supreme Court partially allows appeal regarding child support deprivation damages and family contact rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed two concurrent appeals against a Thessaloniki Court of Appeal decision involving child support and family contact disputes. The court rejected the insurance company's appeal regarding the deceased husband's widow's claim for damages but found the appeal by the mother of minor children admissible. Consequently, the case was remitted to the appellate court for further examination of the child support deprivation claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 932 paragraph 3 and 559 of the Code of Civil Procedure: The court established that a claim for damages due to the deprivation of family contact with a deceased spouse constitutes a valid legal interest, while the deprivation of child support for a parent constitutes a separate actionable harm requiring remittal for assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1541 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1541/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Χ1, ενεργούσας ατομικά και για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Χ2, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ1, για την ίδια ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της Φ2 και Φ3, κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Χ1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/3/2003 αγωγή της υπό στοιχείο Β. αναιρεσιβλήτου και την από 23/9/2003 αγωγή της υπό στοιχείο Α. αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β.2 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι ως άνω αναιρεσείουσες με τις από 23/11/2006 και 30/7/2007 αιτήσεις τους αντίστοιχα.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 23/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 23/11/2006 αίτηση αναίρεσης, μόνον κατά τον πέμπτο και κατά το μέρος αυτού, από το άρθρο 559 αριθμό 19 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τους λοιπούς και την από 20/3/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 30/7/2007 αίτηση αναίρεσης κατά τους πρώτο, από άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, δεύτερο, από 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ και τρίτο, από 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, λόγους.
Ο πληρεξούσιος της υπό στοιχείο Α. αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β.2 αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 23/11/2006 αιτήσεως, την απόρριψη της από 30/7/2007 αιτήσεως, και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι υπό κρίση αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, α) από 23-11-2006 της Χ1 και β) από 30-7-2007 της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", με τις οποίες προσβάλλεται η ίδια απόφαση, 219/2006 του Εφετείου Θράκης και αφορούν τους ίδιους διαδίκους, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί έτσι επιταχύνεται και διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης (αρθ. 246 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης ... και ... αντίστοιχα, με τις κάτω από την πρώτη απόδειξη παράδοσης θυροκολληθέντος δικογράφου και βεβαίωση αποστολής έγγραφης ειδοποίησης με τα ΕΛΤΑ, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο της 7-3-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη, μη απαιτουμένης ως εκ τούτου νέας κλήσης (άρθρα 226 αριθμ. 4 σε συνδ.
με 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας εκάστης των αιτήσεων αναίρεσης στον πρώτο αναιρεσίβλητο της πρώτης ως άνω αναίρεσης (Ψ) και στη πρώτη αναιρεσίβλητο της δευτέρας ως άνω αναίρεσης (Φ1) αντίστοιχα. Επομένως, εφ'όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Α) Επί της από 23-11-2006 αίτησης αναίρεσης της Χ1.
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία ( μη συνδρομή ) αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν, ΓΠΝ/1911, 297, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι απαραίτητη προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, είναι η υπαιτιότητα του οδηγού του αυτοκινήτου, που προκάλεσε τη ζημία, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της πράξεως ή παραλείψεως του οδηγού, από τις οποίες προκλήθηκε η ζημία, η ύπαρξη δε της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται καταρχήν από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα της βλάβης που προκλήθηκε, συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, Η ύπαρξη της υπαιτιότητας ή της συνυπαιτιότητας, καθώς και ο βαθμός του πταίσματος των εμπλακέντων στο ατύχημα προσώπων δεν αναιρούνται από μόνο το γεγονός, ότι το ένα από τα πρόσωπα αυτά παραβίασε τις διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.), αφού μόνη η παράβαση των διατάξεων αυτού δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα, στην επέλευση των συνεπειών οπό αυτοκινητικό ατύχημα.
Αποτελεί απλώς στοιχείο, η στάθμιση του οποίου, από το δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 300 παρ, 1 εδ. α' ΑΚ, με την οποίο ορίζεται, ότι, αν εκείνος που ζημιώθηκε συνετέλεσε, από δικό του πταίσμα, στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της, προκύπτει, ότι όταν υπάρχει ζημιογόνο γεγονός, οπό το οποίο πηγάζει ευθύνη του ζημιώσαντος για αποζημίωση και στην επέλευση ή στην έκταση της ζημίας συνετέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, απόκειται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας να καθορίσει ανάλογα το ύψος της αποζημίωσης, αλλά και της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης, που θα επιδικάσει.
Για να διαμορφώσει την κρίση του αυτή, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερο τα περιστατικό της εκάστοτε περίπτωσης, η κρίση του δε αυτή δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη στην ενάσκηση διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου της ουσίας. Εξ άλλου, για τη θεμελίωση συντρέχοντος πταίσματος του επιβαίνοντος σε όχημα, του οποίου ο οδηγός τελεί σε μέθη, δεν αρκεί μόνη η γνώση της κατανάλωσης από τον οδηγό οινοπνευματωδών ποτών, αλλά απαιτείται να γνωρίζει ότι ο οδηγός, εξ αιτίας της μέθης, βρίσκεται σε μειωμένη ικανότητα οδήγησης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Την 14-5-2002 και περί ώρα 18.40, ο πρώτος εναγόμενος (νυν πρώτος αναιρεσίβλητος), οδηγώντας το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕΕΓΑ" (νυν δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), για τις ζημιές που θα προξενούσε σε τρίτους, κατά την κυκλοφορία του και υπό την επίδραση οινοπνεύματος τελών, καθόσον στο αίμα του διαπιστώθηκε κατά την εξέταση από το Χημείο της Δ/νσης Εγκληματολογικών Υπηρεσιών Βορείου Ελλάδος ποσοστό αλκοόλης 1,09 ο/οο (άρθρ. 42 ΚΟΚ) έβαινε επί της επαρχιακής οδού ...-...
με κατεύθυνση προς ... και με συνεπιβάτες άλλα τρία άτομα, μεταξύ των οποίων στη θέση του συνοδηγού το ΑΑ. Καθόν χρόνο αυτός πλησίαζε στο 1,5 χιλ. την άνω Ε.Ο δεν μείωσε την αυξημένη για τις περιστάσεις ταχύτητά του των 73 χιλ. την ώρα (πλάτος του ρεύματός του κυκλοφορίας 3,10 μ.) ως υποχρέωση είχε κατ' άρθρο 19§3 του ΚΟΚ, ενόψει μάλιστα και της εκεί υφισταμένης στην πορεία του ενδεικτικής πινακίδας Κ-8 (επικίνδυνη δεξιά στροφή) με αποτέλεσμα προ της υπάρχουσας εκεί δεξιάς κλειστής στροφής στην πορεία του να αναγκασθεί να τροχοπεδήσει το όχημά του και να χάσει τον έλεγχο αυτού, το οποίο στη συνέχεια να παρεκλίνει της πορείας του, να εκτραπεί ύστερα από την οδό και να ανατραπεί τελικά εκτός του οδοστρώματος και εντός αρδευτικού καναλιού, βάθους 3 μ., πλήρους ύδατος.
Με τα πραγματικά αυτά περιστατικά που αποδείχθηκαν το επίδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού, ως εκ του ότι αυτός δεν κατέβαλε την κατά τους κανόνες της τροχαίας κινήσεως επιβαλλόμενη επιμέλεια και δη παραβίασε τις παραπάνω διατάξεις του ΚΟΚ που αναφέρθηκαν.
Περαιτέρω από τα παραπάνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά την ανατροπή και πτώση του άνω αυτοκινήτου στο αρδευτικό κανάλι ο ΑΑ χτύπησε σε διάφορα μέρη του σώματός του ελαφρώς, καθώς και στο κεφάλι του και το χτύπημα που υπέστη, αν και δεν ήταν ιδιαίτερο σοβαρό, ωστόσο συνετέλεσε στην απώλεια των αισθήσεων του, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να απεγκλωβιστεί από το βυθισμένο όχημα, όπως κατάφεραν οι λοιποί τρεις επιβάτες αυτού και να πνιγεί, από δε τον πνιγμό αυτό μάλιστα ως μόνης ενεργού αιτίας επήλθε ο θάνατος του.
Από το γεγονός αυτό αποδεικνύεται ότι ο θανών δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας, η οποία θα μπορούσε να συγκρατήσει αυτόν στη θέση του, έτσι ώστε, κατά την εκτροπή και ανατροπή του αυτοκινήτου να αποφευχθεί η βλάβη του στο κρανίο. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η πράξη του προαναφερόμενου ΑΑ να επιβιβασθεί σε Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, γνωρίζοντας ότι ο οδηγός αυτού έχει καταναλώσει αμέσως προηγούμενα ποσότητα οινοπνευματώδους ποτού και ότι φαινόταν κουρασμένος, ως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο μάρτυρας της ενάγουσας της πρώτης αγωγής ΒΒ, γεγονότα που θα δημιουργούσαν στον οδηγό δυσχέρεια στον έλεγχο του οχήματος, δηλώνει ότι παραμέλησε την προσοχή που καταβάλει κάθε μέσος συνετός άνθρωπος, προκειμένου να αποφύγει τον κίνδυνο και συνεπώς να αποτρέψει τη ζημία του (καθήκον επιμέλειας) και η ενέργεια του αυτή της αυτοδιακινδύνευσης βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το σοβαρό τραυματισμό του και τον εξ αυτού θάνατο.
Εντεύθεν πρέπει να γίνουν δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες οι σχετικές ενστάσεις της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας περί συντρέχοντας πταίσματος του θανόντος κατά ποσοστό 30% στον θανατηφόρο τραυματισμό του, για το λόγο ότι δεν είχε προσδεθεί με ζώνη ασφαλείας και κατά 20%, διότι επιβιβάστηκε σε όχημα, αν και γνώριζε ότι ο οδηγός αυτού είχε καταναλώσει οινοπνευματώδη ποτά, που μείωναν αισθητά την ικανότητα αντίδρασης αυτού στον κίνδυνο".
Υπό τις παραδοχές αυτές, έκανε δεκτή, εν μέρει, την αγωγή της νυν αναιρεσείουσας, συζύγου του θανόντος και μείωσε τα κριθέντα ως επιδικαστέα ποσά αποζημίωσης, κατά το ως άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος. Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του θανόντος συνεπιβάτου, αφενός μεν εξ αιτίας της παράλειψη χρήσης της ζώνης ασφαλείας, αφετέρου δε εξαιτίας της γνώσης του παθόντος ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου, στο οποίο επιβιβάσθηκε, είχε καταναλώσει ποσότητα οινοπνεύματος, που μείωνε την ικανότητά του, ως προς την οδήγηση, καθώς και ως προς το ζήτημα της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ως άνω υπαιτιότητας (συνυπαιτιότητας) του θανόντος και του επελθόντος αποτελέσματος (θανάτου αυτού, εκ του πνιγμού).
1. Επομένως, τόσο ο πρώτος, όσο και ο δεύτερος, κατά το ένα μέρος αυτών, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδεται στο δικάσαν Εφετείο η πλημμέλεια της διάταξης του αρθ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., για εκ πλαγίου παραβίαση των αρθ. 300 και 914 ΑΚ, ένεκα ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς τα ως άνω ζητήματα ήτοι τη συνυπαιτιότητα του θανόντος και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του επελθόντος θανάτου αυτού καθώς και ως προς τα ζητήματα της μέθης του οδηγού του αυτοκινήτου, της γνώσης αυτής από τον θανόντα και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτών και του επελθόντος θανάτου είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
3. Ο από το αρθ. 559 αριθμ. 10 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, κατά τον οποίο συγχωρείται αναίρεση όταν το Δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, έχοντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη θεμελιώνεται όταν το Δικαστήριο δέχεται πράγματα χωρίς να εκθέτει από ποιά αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την περί τούτων απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται, ως αβάσιμος, όταν, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικάσαν δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του, από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα.
4. Με τους πρώτο, και τον δεύτερο, κατά το ένα μέρος αυτών, από το άρθρο 559 αριθ. 10, Κ.Πολ.Δ., λόγους αναίρεσης, προβάλλεται αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε πράγματα, ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα, ως προς τα ζητήματα της συνυπαιτιότητας του θανόντος συζύγου της αναιρεσείουσας, για την επέλευση του θανάτου του, εξ αιτίας της μη χρήσης ζώνης ασφαλείας (πρώτος λόγος), της μέθης του οδηγού του αυτοκινήτου και της γνώσης αυτής και της εντεύθεν ανικανότητάς του για την οδήγηση, από τον θανόντα, καθώς και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτών και του προκληθέντος θανάτου του συζύγου της αναιρεσείουσας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και σε ότι αφορά τα ως άνω ζητήματα, για τα οποία οι λόγοι αυτοί, από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα.
5. Ο πρώτος κατά το ένα μέρος αυτού και ο τρίτος, από αρθ. 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ., λόγοι αναίρεσης, περί μη λήψης υπόψη, από το δικάσαν Εφετείο, των αναφερομένων στο αναιρετήριο αποδεικτικών μέσων ήτοι συγκεκριμένων εγγράφων και βεβαίωσης μάρτυρα, τα οποία η ενάγουσα-νυν αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του και τα οποία ήταν χρήσιμα, προς απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούσαν ισχυρισμούς που επιδρούσαν στο διατακτικό, δηλαδή γεγονότα που συγροτούσαν τη βάση της συνυπαιτιότητας του θανόντος, εξ αιτίας της μη χρήσης της ζώνης ασφαλείας (πρώτος λόγος) και γεγονότα που συγκροτούσαν τη βάση του αιτήματος της ενάγουσας-αναιρεσείουσας για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης (τρίτος λόγος) είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι από τη διαλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, διαβεβαίωση του Εφετείου ότι εστήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και στα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό προς το αιτιολογικό της απόφασης αυτής ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα ως άνω, στα οποία αναφέρονται και οι δύο λόγοι, έγγραφα, έστω και εάν δεν μνημονεύει ειδικώς αυτά, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ενώ η φερόμενη ως μη ληφθείσα υπόψη ένορκη βεβαίωση (υπ' αριθμ. 2557/1-11-2005) του μάρτυρα ... (τρίτος λόγος), μνημονεύεται ειδικά στην απόφαση.
ΙΙ. Με τον τέταρτο, κατά το μέρος αυτού, από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης, αποδίδεται η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης, από το δικάσαν Εφετείο, των διατάξεων των αρθ. 1389 και 1390 Α.Κ., ένεκα ανεπαρκούς και ασαφούς αιτιολογίας, ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης απόφασης, το σχετικό με το αίτημα της ενάγουσας-νυν αναιρεσείουσας, περί επιδίκασης σαυτήν αποζημίωσης, λόγω στέρησης διατροφής, εξαιτίας του κατά τα ως άνω επελθόντος θανάτου του συζύγου της.
Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε ότι "δεν προέκυψε ότι η συνεισφορά του θανόντος στις οικογενειακές ανάγκες ήταν μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της συζύγου του, έτσι ώστε αυτός να είχε υποχρέωση να καταβάλει στην τελευταία διατροφή, με δεδομένη άλλωστε την κατ' ουσία, μη συμβίωσή τους" και, υπό τις παραδοχές αυτές, απέρριψε, ως αβάσιμο κατ' ουσία, το ως άνω αίτημα της αναιρεσείουσας.
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες και στέρησε, έτσι αυτή νόμιμης βάσης, ως προς το ζήτημα αυτό, δεδομένου ότι δεν προκύπτουν, από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, για την κρίση, στην προκειμένη περίπτωση, περί της μη συνδρομής των όρων, που αποκλείουν την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων (των αρθ. 1389 και 1390 Α.Κ.).
Ειδικώτερα, δεν προσδιορίζονται οι συνθήκες της οικογενειακής ζωής της αναιρεσείουσας, οι απαιτούμενες δαπάνες για τη διατροφή της, εάν αυτή εργαζόταν και είχε εισοδήματα από την εργασία της ή από άλλες πηγές, εάν είχε περιουσία και αν με τα εισοδήματα και την περιουσία της μπορούσε, να καλύψει τις ανάγκες για τη διατροφή της.
Επομένως, ο τέταρτος, από το αρθ. 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Β) Επί της από 30-7-2007 αίτησης αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ".
Ι. Κατά το άρθρο 932 εδ. 3 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Στη διάταξη αυτή δεν προσδιορίζεται η έννοια του όρου "οικογένεια του θύματος", προφανώς γιατί ο νομοθέτης δεν θέλησε να διαγράψει δεσμευτικά τα όρια ενός θεσμού, ο οποίος από τη φύση του υφίσταται κατ' ανάγκη τις επιδράσεις από τις κοινωνικές διαφοροποιήσεις, κατά τη διαδρομή του χρόνου.
Κατά την αληθή όμως έννοια της διάταξης, που απορρέει από το σκοπό της θέσπισης της, στην οικογένεια του θύματος περιλαμβάνονται οι εγγύτεροι και στενώς συνδεόμενοι συγγενείς του θανατωθέντος, που δοκιμάστηκαν ψυχικά από την απώλεια του και στην ανακούφιση του ψυχικού πόνου αυτών στοχεύει η διάταξη, αδιαφόρως αν συζούσαν μεταξύ τους ή διέμεναν χωριστά.
Η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης στα δικαιούμενα αυτά πρόσωπα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, που συνιστά πραγματικό ζήτημα, της ύπαρξης, κατ'εκτίμηση του δικαστή της ουσίας, μεταξύ αυτών και του θανατωθέντος, όταν ο τελευταίος ζούσε, στενού συναισθηματικού δεσμού και αισθημάτων αγάπης και στοργής, η διαπίστωση της ανυπαρξίας των οποίων μπορεί να οδηγήσει στον αποκλεισμό, είτε όλων των προσώπων αυτών, είτε κάποιων, είτε κάποιου από αυτούς, από την επιδίκαση της εν λόγω χρηματικής ικανοποίησης (Ολ ΑΠ 21/2000).
Εξ άλλου η "τυποποίηση" της έννοιας οικογένεια, ούτε από το σκοπό της πιο πάνω νομικής διάταξης δικαιολογείται, ούτε από κάποια πρακτική ανάγκη επιβάλλεται, καθόσον είναι δυνατόν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να έχουν υποστεί ψυχική οδύνη και πρόσωπα, που δεν συμπεριλαμβάνονται στον προκαθορισμένο κύκλο των μελών της οικογένειας, ενώ αυτοί, που ανήκουν σ' αυτόν κατά την τυποποίηση, να μην υπέστησαν ψυχική οδύνη.
Η κρατούσα στη νομολογία άποψη κάνει τη διάκριση και αναγνωρίζει μεν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, στο μνηστήρα, ή στη μνηστή, υπό την προϋπόθεση ύπαρξης πρόθεσης τέλεσης γάμου (ΑΠ 1141/2007, ΑΠ 1071/2002), όχι όμως και στους συμβιούντες, σε κατάσταση, ελεύθερης συμβίωσης, χωρίς καμμία πρόθεση μελλοντικής σύναψης γάμου (ΑΠ 1735/2006, ΑΠ 434/2005).
Περαιτέρω, τα τέκνα, τα γεννηθέντα (πριν από την ισχύ του Ν. 3719/2008-"Σύμφωνο Συμβίωσης"-), εκτός γάμου, κατά τη διάρκεια συμβίωσης των γονέων τους, δεν έχουν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης, του αρθ. 932 εδ. γ. Α.Κ., σε περίπτωση θανάτου του (φερομένου) πατέρα τους, εάν αυτά δεν έχουν αναγνωρισθεί από τον πατέρα τους, με εκουσία ή με δικαστική αναγνώριση, αφού, διαφορετικά, δεν έχει αποδειχθεί, καθοιονδήποτε τρόπο η πατρότητα, δεδομένου ότι, μέχρι την ισχύ του ως άνω νόμου (3719/2008), ως γενεσιουργός τρόπος της συγγένειας με τον πατέρα, είναι μόνον ο γάμος και η αναγνώριση (εκουσία ή δικαστική).
Εξ άλλου, το σοβαρό ζήτημα της αναγνώρισης της πατρότητας του εξωγάμου τέκνου επιβάλλεται να αποτελεί αντικείμενο κύριας δίκης, μετά από κατάθεση σχετικής αγωγής και μόνο μεταξύ των προσώπων, τα οποία περιοριστικά ορίζονται στο αρθ. 619 §3 Κ.Πολ.Δ., κατά την ειδική διαδικασία των αρθ. 614 επ. Κ.Πολ.Δ., και δεν επιτρέπεται να κρίνεται παρεμπιπτόντως, στα πλαίσια άλλης δίκης, όπως π.χ.
της δίκης της προκειμένης περίπτωσης, που ανοίγεται μεταξύ του εξωγάμου τέκνου και της ασφαλιστικής εταιρείας, λόγω θανάτου, κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, του φερόμενου ως πατέρα.
Εν προκειμένω, το δικάσαν Εφετείο, δέχθηκε ότι: "Ο θανών ΑΑ, από του έτους 1986 στη ..., όπου ζούσε, συνήψε ερωτικό δεσμό με την ενάγουσα της πρώτης αγωγής Φ1 (νυν πρώτη των αναιρεσιβλήτων) και συμβίωνε μαζί της, στην πόλη ..., μέχρι και το έτος 1996, από την ένωση τους δε αυτή απέκτησαν και δύο τέκνα, ήτοι τη Φ2, γεννηθείσα την 19-5-1989 και το Φ3, γεννηθέντα την 22-3-1992.
Η γέννηση δε των τέκνων αυτών, καθώς προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ληξιαρχικές πράξεις γέννησης σε μετάφραση, καταχωρήθηκε εκεί στα ληξιαρχικά βιβλία (...) σύμφωνα με το νόμο. Ο θανών δεν τέλεσε γάμο με την προαναφερόμενη ενάγουσα, ούτε στη συνέχεια προέβη σε αναγνώριση των άνω τέκνων του. Από το έτος 1992-1993, αυτός διατηρούσε ερωτικό δεσμό και με την ενάγουσα της δεύτερης αγωγής Χ1 (νυν δεύτερη των αναιρεσιβλήτων), από τον οποίο απέκτησε, το έτος 1993, μία κόρη, τη Χ2.
Το έτος 1996 αυτός τέλεσε γάμο (πολιτικό) με την τελευταία στη ... της ... και στη συνέχεια αφού εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, την 21-2-2000, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικής πράξης του συμβολαιογράφου Ξάνθης Χαρ. Ξύλα, αναγνώρισε την εκ του γάμου τούτο κόρη του Χ2. Η πρώτη ενάγουσα ήλθε στην Ελλάδα με τα τέκνα της το έτος 1997 και εγκαταστάθηκε στην ..., όπου στη συνέχεια απέκτησε ιδιόκτητη κατοικία στην οδό ... .
Ο θανών ήλθε επίσης στην Ελλάδα το έτος 1997, εγκαταστάθηκε στα ... της ..., με τη δεύτερη ενάγουσα και την κόρη του Χ2 και προσπάθησε να εργασθεί ως οικοδόμος. Έτσι εργάσθηκε στη ... και την ... και κυρίως στην ..., όπου διέμενε με την πρώτη ενάγουσα Φ1 και τα τέκνα του Φ2 και Φ3, για πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα, αποτελώντας το σπίτι της οδού ...
την κύρια κατοικία του. Κατά τον χρόνο του επιδίκου ατυχήματος ο θανών διέμενε στην ... και συγκατοικούσε με την πρώτη ενάγουσα και τα τέκνα της, οπού άλλωστε και τελέστηκε η κηδεία του, στην οποία παρευρέθηκαν οι γονείς και οι αδελφοί του, οι οποίοι έχουν εγκατασταθεί στην ... . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών, κατά το χρόνο που διέμενε στην ..., επισκεπτόταν περιστασιακά την οικογένεια του, στη ..., όπου τελικά αυτή εγκαταστάθηκε".
Κατόπιν αυτών το Εφετείο έκρινε ότι, τόσο η πρώτη των αναιρεσιβλήτων Φ1, με την οποία ο θανών, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές του, κατά διαστήματα συμβιούσε, όσο και τα εκτός γάμου τέκνα αυτής, Φ2 και Φ3, δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο αυτού και επιδίκασε, για την αιτία αυτή, στη μεν πρώτη εξ αυτών, ποσό 45.000 ευρώ, και στο καθένα από τα ως άνω τέκνα ποσό 40.000 ευρώ.
Με το να κρίνει έτσι το δίκασαν Εφετείο, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα ήδη στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 εδ.γ' ΑΚ, υποπέσαν έτσι στην από το άρθρο 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού δέχθηκε ότι η χωρίς πρόθεση γάμου, δεδομένου ότι ο θανών διατηρούσε παράλληλα και νόμιμη οικογένεια, με την οποία συμβίωνε, κατά διαστήματα, συμβίουσα, κατά διαστήματα, επίσης, με τον θανόντα Φ1 και τα μηδέποτε αναγνωρισθέντα από τον θανόντα εξώγαμα τέκνα αυτής δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος, κατά το ένα μέρος τους, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγοι αναίρεσης, είναι βάσιμοι, δεδομένου δε ότι η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω δευτέρου λόγου εκτείνεται και στο, από το αρθρ. 559 αριθμ. 8 και 19 Κ.Πολ.Δ., μέρος αυτού, που αναφέρεται στο ίδιο ως άνω ζήτημα της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης των εκτός γάμου, μη αναγνωρισθέντων, τέκνων παρέλκει η έρευνα των αναιρετικών αυτών λόγων.
ΙΙ. Με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης ευθέως και εκ πλαγίου, του άρθρου 932 εδ.γ' ΑΚ, εκ του ότι, το δίκασαν Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι ο θανών κατά το χρόνο του θανάτου του, δεν συμβίωνε με τη νόμιμη σύζυγο του-ενάγουσα- νυν δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Χ1, η οποία κατοικεί στη ..., αλλά συζούσε, με την πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα της τελευταίας, στην ..., εντούτοις επιδίκασε στην δεύτερη των αναιρεσιβλήτων (σύζυγο του) χρηματική ικανοποίηση, λόγω ψυχικής οδύνης, χωρίς να διαλάβει, στην αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης του, ότι μεταξύ των περιστασιακά επικοινωνούντων συζύγων υπήρχαν αισθήματα στοργής και αγάπης, ικανά να προκαλέσουν στη σύζυγο ψυχική οδύνη, εξ αιτίας του θανάτου του συζύγου της. Το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα αυτό, δέχθηκε ότι: Οι ενάγουσες της πρώτης και δεύτερης αγωγής (νυν αναιρεσίβλητες) και τα ανήλικα αυτών τέκνα, από την αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου οδηγού, υπέστησαν και ψυχική οδύνη.
Συνεπώς πρέπει να επιδικαστεί σ'όλους και χρηματική ικανοποίηση, η οποία σε 30.000 € για τη Χ1 το οποίο ποσό αυτό (Δικαστήριο) κρίνει εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ταραχής και του ψυχικού πόνου των ως άνω μελών της οικογένειας του θανόντος, τις συνθήκες της αδικοπραξίας, την υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού, τη συμβολή του θανόντος στο θανατηφόρο τραυματισμό του και την ηλικία του, την κοινωνική και περιουσιακή
κατάσταση των διαδίκων, πλην της ασφαλιστικής εταιρίας. Με το να κρίνει έτσι το δίκασαν Εφετείο, δεν παρεβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 932 εδ.γ' ΑΚ, ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Χ1, την οποία αφορά ο τρίτος, κατά το μέρος του, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, αφού, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αυτή είναι η νόμιμη σύζυγος του θανόντος, με την οποία αυτός είχε τελέσει γάμο, κατά το έτος 1996 και με την οποίαν εξακολουθούσε να διατηρεί επαφές και να την επισκέπτεται, έστω και περιστασιακά, μέχρι το χρόνο του θανάτου του και επομένως αυτή περιλαμβάνεται στην έννοια του όρου "οικογένεια" και ως υποστάσα ψυχική οδύνη δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 932 εδ.γ', την οποία έτσι ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το δίκασαν Εφετείο.
Ούτε, εξ άλλου, εκ πλαγίου παρεβίασε την ίδια ως άνω διάταξη, δεδομένου ότι στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "η σύζυγος υπέστη, ψυχική οδύνη" και ότι, για τον προσδιορισμό του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, λαμβάνεται υπόψη και "η έκταση της ταραχής και του ψυχικού πόνου" εμπεριέχεται λογικά και το στοιχείο της αυτονόητης προϋπόθεσης του υπάρχοντος στενού συναισθηματικού δεσμού, ο οποίος προκαλεί τον ψυχικό πόνο, εκ της απωλείας του θανόντος και συνεπώς, διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό.
Επομένως απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι ο τρίτος, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναίρεσης, ο αναφερόμενος στη νόμιμη σύζυγο του θανόντος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει αφού απορριφθεί η δεύτερη αίτηση αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρίας ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη Χ1 να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος της που αφορά την α) την από 3-3-2003 αγωγή της Χ1, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα επί των ανηλίκων τέκνων της Φ2 και Φ3 ως προς την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΓΑ" και β) την από 23-3-2003 αγωγή της Χ1 και μόνο κατά το αίτημα περί επιδίκασης σαυτήν αποζημίωσης, λόγω στέρησης διατροφής, για την ίδια ατομικά να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές ( αρθ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι ηττηθέντες αναιρεσίβλητοι εκάστης των ως άνω αναιρέσεων στη δικαστική δαπάνη καθεμιάς εκ των αναιρεσειουσών καθώς και η αναιρεσείουσα της δεύτερης αναίρεσης ασφαλιστική εταιρία στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης Χ1 (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 23-11-2006 και 30-7-2007 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης της Χ1 και της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕΕΓΑ Η ΕΘΝΙΚΗ"
αντίστοιχα.
Απορρίπτει την αναίρεση της ασφαλιστικής εταιρείας "ΕΘΝΙΚΗ ΑΕΕΓΑ", κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων Χ1.
Αναιρεί εν μέρει την 219/2006 απόφαση του Εφετείου Θράκης και συγκεκριμένα κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτου της πρώτης άνω αίτησης αναίρεσης και την πρώτη αναιρεσίβλητη της δεύτερης αίτησης αναίρεσης Φ1 στα δικαστικά έξοδα εκάστης των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) Ευρώ, καθώς και την αναιρεσείουσα της δεύτερης άνω αναίρεσης, στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης Χ1, για την αναίρεση αυτή, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ