Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding evidence review and procedural delay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four siblings against a lower court judgment regarding property inheritance disputes. The appellants argued that the appellate court failed to properly consider specific evidence, but the court found the lower court's general reference to all submitted documents sufficient to prove evidence was reviewed. The court determined the appellant's delay in filing the lawsuit was due to failed extrajudicial settlement attempts and the respondent's misleading promises, rather than restored family relations.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The appeal ground regarding the consideration of evidence is inadmissible if the decision states all submitted evidence was taken into account, as a general reference suffices without specific evaluation of each item.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1541 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1541/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4. Οι 1η και 2η εκπροσωπήθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Πεγιάδη και οι 3η και 4η παραστάθηκαν με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Κοκκίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9311/1999 μη οριστική, 1353/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2017/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-6-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 20-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού λόγου χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που περιέχονται στη με αριθ. 279/2001 εισηγητική έκθεση και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι για να ληφθούν υπόψη, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός από την από 18-6-1987 πρόσκληση - δήλωση της αναιρεσίβλητης προς τους αναιρεσιβλήτους που δεν ελήφθη υπόψη για τον αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγο.
Από τη γενική αυτή αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με την αναφερόμενη σε αυτή εξαίρεση και το υπόλοιπο περιεχόμενό της προκύπτει αδιστάκτως και δεν γεννάται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία και τα αναφερόμενα στους πρώτο και δεύτερο (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγους αναιρέσεως αποδεικτικά στοιχεία, μάρτυρες και έγγραφα και συγκεκριμένα 1) την από 8-3-1996 εξώδικη δήλωση των Α και Β προς το "Εθνικό ίδρυμα Υποδοχής και αποκατάστασης Αποδήμων και Παλιννοστούντων Ομογενών Ελλήνων" και τις από 31-10-1995 και 19-10-1995 υπεύθυνες δηλώσεις της αναιρεσίβλητης προς το Ίδρυμα αυτό, β) τα από 27-2-1996 και 11-3-1996 ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης, γ) την από 7-3-1997 υπεύθυνη δήλωση της καθ' ης (αναιρεσίβλητης), δ) την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης Γ και την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Δ.
Επομένως, η προβαλλόμενη με τους λόγους αυτούς ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τις προαναφερόμενες μαρτυρικές καταθέσεις και έγγραφα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 262 § 1 ΚΠολΔ και 281 ΑΚ προκύπτει ότι για την πληρότητα της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος και το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, απαιτείται τα περιστατικά που συγκροτούν την κατάχρηση να προβάλλονται με επάρκεια κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον εναγόμενο που ζητεί την απόρριψη της αγωγής και συγχρόνως να γίνεται επίκληση απ' αυτόν και της προκύπτουσας από τα περιστατικά αυτά καταχρήσεως και να διατυπώνεται επίσης απ' αυτόν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 8 αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη στην κρίση του για την απόρριψη της ένστασης των αναιρεσειόντων για καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό πρόσθετα περιστατικά καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματός της αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, γιατί δεν επικαλούνται οι αναιρεσείουσες ότι προτάθηκαν τα περιστατικά αυτά στον πρώτο βαθμό.
Επίσης ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο προσβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τα περιστατικά αυτά καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι αντιφάσκει λογικά με την πρώτη (από το άρθρο 559 αριθ. 8) αιτίαση, αφού για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού (από το 559 αριθ.19) προϋπόθεση είναι ότι το Εφετείο εισήλθε στην ουσία επί των περιστατικών αυτών και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Σε κάθε δε περίπτωση οι παραπάνω από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 19 ΚΠολΔικ αιτιάσεις είναι απορριπτέες και ως αβάσιμες διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των από 30-9-1999 προτάσεων των αναιρεσειουσών της πρώτης στον πρώτο βαθμό συζήτησης, ως περιστατικά καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, το οποίο της αναγνωρίσθηκε με τη με αριθ. 2889/1997 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, προβλήθηκε η αδράνεια εκτέλεσης της απόφασης αυτής, σε συνδυασμό μόνο με τη στενή συγγένεια που είχε η αναιρεσίβλητη με τον αρχικώς εναγόμενο αδελφό της (Α), τη μη αποστολή εξώδικης όχλησης προς αυτόν και τις αναιρεσείουσες κληρονόμους του (που αποτελεί αδράνεια) και την παροχή από αυτόν (Α) στην αναιρεσίβλητη ειδικής πληρεξουσιότητας το 1992 για εκκρεμείς δίκες του στην ..... .
Όπως δε προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα περιστατικά αυτά και έκρινε με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες ότι δεν είναι αρκετά προς στοιχειοθέτηση καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος της αναιρεσίβλητης. Ειδικότερα, δέχεται το Εφετείο ότι λόγω της δικαστικής αυτής διενέξεως οι σχέσεις των δύο αδελφών κατά το χρονικό διάστημα από την έκδοση της άνω αποφάσεως του Εφετείου τον Απρίλιο του 1997 έως το Μάρτιο του 1997 που έλαβε χώρα η άσκηση της αγωγής δεν ήταν καλές.
Ότι στις συνεχείς προφορικές οχλήσεις της ενάγουσας αναιρεσίβλητης ο αρχικώς εναγόμενος Α υποσχόταν ότι θα της μεταβιβάσει το ποσοστό της στα επίδικα τρία (3) διαμερίσματα δίνοντάς της την εντύπωση ότι θα της τα δώσει ανά πάσα στιγμή και μάλιστα την έβαλε να ψάχνει να βρει οικόπεδα προκειμένου να της κτίσει και με τη δικαιολογία από μέρους του ότι το ένα ήταν πολύ μικρό και το άλλο πολύ μεγάλο, ποτέ δε βρισκόταν κατάλληλο.
Και όταν τελικά βρέθηκε κάποιο οικόπεδο, αντί να αναλάβει να το κτίσει, της ζήτησε να πουλήσει ότι είχε πάρει και με τα χρήματα από τις πωλήσεις αυτές να το κτίσει. Επίσης είχε γίνει πρόταση από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) στον αδελφό της να κτίσει με δικά του χρήματα τη μερίδα της σε κληρονομιαίο κοινό οικόπεδο, που είχαν όλα τα αδέλφια στη .....
προκειμένου να την αποζημιώσει για το ποσό, που της όφειλε. Αυτός αρχικά έδειξε ότι το δεχόταν αλλά τελικά δεν έκανε τίποτε. Μόνη η παροχή ειδικής πληρεξουσιότητας προς την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) το έτος 1992 από τον Α και την αδελφή τους Ε - που και αυτή κατοικούσε στην Αθήνα, δεν υποδηλώνει αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ τω διαδίκων και μη διεκδίκηση των απαιτήσεων της ενάγουσα (αναιρεσίβλητης).
Η ως άνω πληρεξουσιότητα που χορηγήθηκε με το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους εναγομένους (αναιρεσείοντες) ..... ειδικό πληρεξούσιο της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Μυλωνά, το οποίο στη συνέχεια ανακλήθηκε δια της υπ'αριθμόν ..... πράξεως ανακλήσεως του Συμβ/φου Ξάνθης Μωϋσή Β. Τσελεπίδη, δόθηκε προς την Ψ (αναιρεσίβλητη) προκειμένου να προβεί σε πράξεις διαχειρίσεως δύο κοινών κληρονομιαίων ακινήτων στην ....., δεδομένου ότι η ίδια ήταν η μόνη, που επισκεπτόταν τακτικά την .....
και είχε την επίβλεψή τους. Η μακρά συνεπώς αδράνεια της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) προς άσκηση της ένδικης αγωγής, δεν οφείλεται στην αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ αυτής και του Α και στην εκκαθάριση των μεταξύ των οικονομικών εκκρεμοτήτων, αλλά (οφείλεται) αφενός μεν στην προσπάθεια της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες δικαιώσεώς της εξωδικαστικά πριν προσφύγει και πάλι στη Δικαιοσύνη, καθόσον είχε πετύχει την προσωποκράτηση επί δεκάμηνο του αδελφού της σε εκτέλεση της ως άνω αμετακλήτου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, αφετέρου δε στο ότι ο αδελφός της με την ανωτέρω συμπεριφορά του έδινε την εντύπωση στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) με τις συνεχείς υποσχέσεις του ότι θα εξοφλούσε την απαίτησή του.
Συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2007 αίτηση των Χ1, Χ2, Χ3 και Χ4 για αναίρεση της υπ' αριθ. 2017/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ