Supreme Court partially allows appeal, remands case for further trial on specific claims and counterclaims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment. The appellants argued for compensation for moral damage, while the appellees contested the validity of the counterclaim for set-off. The court found the appeal admissible in part regarding the moral damage claim and the set-off counterclaim, ordering the case remitted for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580(3)(b), 178, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal and remand the case for further trial when the appeal is admissible against specific parts of the judgment but inadmissible against others, or when new grounds are raised that require re-examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1540 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1540/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 3.Δ. Α. του Β., κατοίκου ..., 4.Κ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 5.Κ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 6.Κ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 7.Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 8.Κ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., 9.Μ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 10.Π. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 11.Τ. Β. του Ι., κατοίκου ..., 12.Φ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 13.Χ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 14.Κ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 15.Κ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 16.Μ. Ι. του Θ., κατοίκου ..., και 17.Ρ. Α. του Μ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καλαβρό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΕΤ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑΣ", με διακριτικό τίτλο "ΕΛΕΤ Α.Ε.", που εδρεύει στο Γέρακα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2.Γ. Κ. του Π., κατοίκου ... Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 2ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Και
Β. Της αναιρεσείουσας: (υπό εκκαθάριση) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ - ESPERIA PALACE HOTEL", που εδρεύει στο Γέρακα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο - Δημήτριο Καλαμίδα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 2.Α. Σ. του Β., κατοίκου ..., 3.Δ. Α. του Β., κατοίκου ..., 4.Κ. Α. του Σ., κατοίκου ..., 5.Κ. Χ. του Π., κατοίκου ..., 6.Κ. Β. του Δ., κατοίκου ..., 7.Κ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 8.Κ. Δ. του Κ., 9.Μ. Ε. του Α., κατοίκου ..., 10.Π. Γ. του Χ., κατοίκου ..., 11.Τ. Β. του Ι., κατοίκου Καματερού, 12.Φ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., 13.Χ. Ι. του Σ., κατοίκου ..., 14.Κ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 15.Κ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 16.Μ. Ι. του Θ., κατοίκου ..., 17.Ρ. Α. του Μ.. κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καλαβρό, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2011 αγωγή των ως άνω Α. αναιρεσειόντων - Β. αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, η οποία κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1384/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 4929/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι Α. αναιρεσείοντες με την από 27-7-2022 αίτησή τους και τους 7-2-2023 προσθέτους αυτής λόγους και η Β. αναιρεσείουσας εταιρεία με την από 1-8-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων διαδίκων ζήτησαν την παραδοχή της δικιάς τους αίτησης (και των προσθέτων λόγων στην Α. αίτηση αναίρεσης) και την απόρριψη της αίτησης των αντιδίκων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1105/2022, ΑΠ 367/2020).
Στην κρινόμενη υπόθεση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης, λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, των α)από 27-7-2022 με αριθ. καταθ. 6163/693/29-7-2022 αίτησης αναίρεσης του Αγορά Μιχαήλ και άλλων δεκαέξι (16) αναιρεσειόντων κατά 1) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΕΤ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑΣ" και 2)του Γ.
Κ. του Π., β) των από 7-2-2023 με αριθ.καταθ. 33/8-2-2023 από τους ίδιους αναιρεσείοντες κατά των ιδίων αναιρεσίβλητων, με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντων πρόσθετων λόγων αναίρεσης και γ)της από 1-8-2022 με αριθ.καταθ. 6222/703/1-8-2022 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ESPERIA PALLAS HOTEL", με τις οποίες (αιτήσεις και πρόσθετους λόγους) διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 4929/4-8-2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί των από 25-11-2016 με αριθ.καταθ. 4836/30-11-2016 και από 29-11-2016 με αριθ.καταθ. 4837/30-11-2016 ασκηθεισών από τους εναγόμενους εφέσεων κατά της με αριθμό 1384/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ως άνω διαδικασία και δέχθηκε εν μέρει την από 14-3-2011 με αριθ.καταθ.46097/1371/2011 αγωγή δεκαεννέα (19) εναγόντων, ως προς τους δεκαεπτά (17) ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητους ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός τους, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 704/2020).
Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α' του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.
Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 929/2023, ΑΠ 1298/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 540/2020), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 536/2020, ΑΠ 415/2020, ΑΠ 306/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 393/2022, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1389/2019).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3 και 104 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως η παρ.3 του άρθρου 96 συμπληρώθηκε με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου έχουν υποχρέωση οι διάδικοι να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, ενώ ως προς την συζήτηση απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνον με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και προκειμένου περί υποθέσεων εργατικών διαφορών και με ιδιωτικό έγγραφο που φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημοσία ή δημοτική αρχή και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως κατά πάσα στάση της δίκης την ύπαρξη πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται την μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά την συζήτηση της υπόθεσης και την κήρυξη ως άκυρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 954/2020, ΑΠ 676/2020, ΑΠ 711/2019, ΑΠ 356/2019).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).
Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1806/2022, ΑΠ 542/2020, ΑΠ 306/2020, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 1622/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση η από 27-7-2022 αναίρεση και οι από 7-2-2023 πρόσθετοι λόγοι, προσδιορίσθηκαν προς συζήτηση αρχικά για τη δικάσιμο στις 14-3-2023, οπότε αναβλήθηκε η συζήτησή τους για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση των ως άνω αίτησης και πρόσθετων λόγων, που έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο αυτή, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο η πρώτη αναιρεσίβλητη-καθής οι πρόσθετοι λόγοι, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.
Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους αναιρεσείοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους, που επέσπευσαν τη συζήτηση της ως άνω αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, με αριθ. ...-2022 και ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Λ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο α)της από 27-7-2022 ως άνω αίτησης αναίρεσης και β) των από 7-2-2023 προσθέτων λόγων κατά της με αριθμό 4929/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 14ης-3-2023, οπότε αναβλήθηκε η υπόθεση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο, επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την παραστάσα ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου πληρεξούσια δικηγόρο της πρώτης αναιρεσίβλητης-εκκαλούσας-δεύτερης εναγομένης Γεωργία Κρεμμύδα, η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτής για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 145/2019).
Εφόσον, όμως η ως άνω αναιρεσίβλητη-καθής οι πρόσθετοι λόγοι δεν παραστάθηκε, όπως προεκτέθηκε, κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, παρότι κλήθηκε για την αρχική δικάσιμο και ενόψει του ότι η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση ως προς όλους τους διαδίκους κατ' άρθρο 226 παρ. 4 εδ.
β και γ ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται κατ' άρθρο 575 εδ.β του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, αυτή θεωρείται δικονομικά απούσα.
Συνεπώς πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της ως άνω αίτησης και των πρόσθετων λόγων, παρά την απουσία της πρώτης αναιρεσίβλητης. Ακόμη, από τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της από 27-7-2022 αίτησης αναίρεσης αυτών και των προσθέτων λόγων κατά της εταιρείας ΕΛΕΤ και του Γ. Κ., εξουσιοδοτήσεις προκύπτει ότι η 5η αναιρεσείουσα Κ. Χ. και η 7η αναιρεσείουσα Κ. Α. δεν είχαν δώσει σχετική πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καλαβρό για την πιο πάνω επίσπευση, αφού δεν προσκομίζονται γι' αυτές σχετικές εξουσιοδοτήσεις με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών, ούτε συμβολαιογραφικά πληρεξούσια που να αφορούν την πιο πάνω από 27-7-2022 αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους.
Συνεπώς αυτές ακύρως επέσπευσαν τη συζήτηση και θεωρούνται δικονομικά απούσες. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αναφορικά με την 5η και 7η αναιρεσείουσες: α) ως προς την επίσης απολιπομένη πρώτη αναιρεσίβλητη, αντίδικό τους εταιρεία ΕΛΕΤ, πρέπει να κηρυχθεί ματαιωθείσα η συζήτηση (άρθ. 260 του ΚΠολΔ) και β) ως προς τον παριστάμενο Γ. Κ. και εφόσον δεν προκύπτει άλλοθεν η κλήτευση των εν λόγω αναιρεσειουσών, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτές,, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς προσηκόντως παρισταμένους αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από 27-7-2022 αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.
Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα, με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Ι.-Ι. Ν. Κ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 1-8-2022 και με αριθ.καταθ. 6222/703/1-8-2022 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 4929/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας που επέσπευσε τη συζήτηση της ως άνω αναίρεσης, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον παραστάντα ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου πληρεξούσιο δικηγόρο των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων Αλέξανδρο Καλαβρό κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο Ν. 4335/2015, ο οποίος φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (ΑΠ 1372/2021, ΑΠ 145/2019).
Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης της αναιρετικής δίκης, όλοι οι αναιρεσίβλητοι φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Καλαβρό. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η παροχή ρητής πληρεξουσιότητας από τους αναιρεσίβλητους στον ως άνω δικηγόρο να τους εκπροσωπήσει στη συζήτηση της ως άνω από 1-8-2022 αίτησης αναίρεσης, αφού δεν προσκομίζονται σχετικές εξουσιοδοτήσεις με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής αυτών, ούτε συμβολαιογραφικά πληρεξούσια που να αφορούν την πιο πάνω από 1-8-2022 αίτηση αναίρεσης Εφόσον, δε, οι αναιρεσίβλητοι δεν μετέχουν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος στη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, για την οποία, όπως προεκτέθηκε, κλήθηκαν να παραστούν, θεωρούνται δικονομικά απόντες.
Συνεπώς πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της από 1-8-2022 αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους.
Περαιτέρω, οι ένδικες αιτήσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός διετίας από τη δημοσίευση στις 4 Αυγούστου 2020 της προσβαλλόμενης απόφασης καθόσον από την έρευνα των φακέλλων δεν προκύπτει επίδοσή της (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτές (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επίσης, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν παραδεκτά και εμπρόθεσμα, με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 8-2-2023 και επίδοση αυτών στις 9-2-2023 στους αναιρεσίβλητους, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ...-2023 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Λ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες πριν από την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης αναφερόμενη δικάσιμο της 14ης-11-2023 (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση της παρ. 2 με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 (Α 190), ισχύοντος από 1-1-2022 κατ' άρθρο 120 αυτού). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα, λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα αυτών (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα ως προς την πορεία της υπόθεσης: Με την από 14-3-2011 με αριθ.καταθ. 46097/1371/15-3-2011 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 19 ενάγοντες, εκ των οποίων οι 17 είναι ήδη αναιρεσείοντες-αναιρεσίβλητοι, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από την πρώτη εναγόμενη και υπό εκκαθάριση ήδη τελούσα εταιρεία με την επωνυμία "ΑΕ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ESPERIA PALLAS HOTEL", με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και απασχολήθηκαν κατά τους αναφερόμενους χρόνους και με τις αναφερόμενες ειδικότητες στο διατηρούμενο από την πρώτη εναγόμενη, στην Αθήνα ξενοδοχείο ESPERIA, καθώς και στη δεύτερη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία "ΕΛΕΤ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑΣ", που έχει ως αντικείμενο την οργάνωση εκδηλώσεων.
Ότι ο τρίτος εναγόμενος ήταν ο βασικός μέτοχος και των δύο εταιρειών, που τελούσαν μεταξύ τους σε ενότητα, καθόσον είχαν κοινό ουσιαστικά διαχειριστή, κοινό λογιστήριο και οικονομικό διευθυντή και μέλη των Διοικητικών τους Συμβουλίων αποτελούσαν συγγενικά και φιλικά πρόσωπα του τρίτου εναγόμενου. Ότι ο τελευταίος, ο οποίος και τους προσέλαβε ήταν ο εργοδότης τους, καθώς από αυτόν λάμβαναν οδηγίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Ότι οι συμβάσεις τους λύθηκαν στις 15-12-2010 με καταγγελία εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης, λόγω της παύσης λειτουργίας του ξενοδοχείου, χωρίς όμως να τους καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και ως εκ τούτου οι καταγγελίες είναι άκυρες. Επικαλέστηκαν δε περαιτέρω, ότι συντρέχει νόμιμος λόγος άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των εναγομένων εταιρειών κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διότι η δεύτερη εναγόμενη αποτελούσε εταιρεία του ιδίου ομίλου με την πρώτη και με τη συμπεριφορά της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στους ενάγοντες ότι είναι εργοδότης τους και διότι ο τρίτος εναγόμενος σχεδίασε την πρόσληψή τους τυπικά από την πρώτη εναγόμενη, που δεν διέθετε ικανή περιουσία, και την εργασία τους και στη δεύτερη εναγόμενη που είναι εύρωστη οικονομικά, ώστε σε περίπτωση που παύσει η δραστηριότητα της πρώτης να δυσκολευτούν στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους.
Με το ιστορικό αυτό ζήτησαν, μετά από παραδεκτή μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό και περιορισμό των ποσών για αποδοχές υπερημερίας ορισμένων εξ αυτών, λόγω της εντωμεταξύ ανεύρεσης εργασίας (2ος, 3ος, 8η, 9ος, 10ος, 13ος, 16ος, 18ος, 19ος εξ αυτών) και συνταξιοδότησης της 11ης εξ αυτών ως προς τα αιτήματα των μισθών υπερημερίας, της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και της αποζημίωσης απόλυσης, του 17ου ενάγοντος κατά το υπερβαίνον το ποσό των 20.000 ευρώ:
α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15-12-2010 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, τα αναφερόμενα αναλυτικά στην αγωγή ποσά για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την απόλυση (15-12-2010) μέχρι α)τη συζήτηση της αγωγής και β) μέχρι την άρση της υπερημερίας, επικουρικά δε να υποχρεωθούν να τους καταβάλουν τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για αποζημίωση απόλυσης στον καθένα, πλην του πέραν των 20.000 ευρώ ποσού των 2.248 ευρώ του 17ου ενάγοντος, που ως προεκτέθηκε, πρέπει να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή τους προς καταβολή του, εκ των αιτουμένων δε ποσών αποζημίωσης έχουν αφαιρεθεί τα καταβληθέντα στους 2ο, 4η, 5η, 6η, 9ο,11η,12η, 18ο και 19ο αναφερόμενα στην αγωγή ποσά αποζημίωσης απόλυσης και γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν το ποσό των 10.000 ευρώ στον καθένα για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως όλα τα προαναφερόμενα ποσά κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 1384/2016 οριστική απόφαση, του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία η αγωγή θεωρήθηκε ως μη ασκηθείσα ως προς τους 7° και 15η των εναγόντων λόγω παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, και ως προς τους λοιπούς έγινε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και αναγνωρίστηκε η εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγομένων, καθόσον έγινε δεκτό το αγωγικό αίτημα για την άρση της νομικής αυτοτέλειας των εναγομένων εταιρειών, να καταβάλουν στους ενάγοντες τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά για μισθούς υπερημερίας από 15-12-2010 έως την ημερομηνία που ο καθένας ζητούσε και για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην απόφαση διακρίσεις.
Απορρίφθηκε δε ως μη νόμιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που πρόβαλε η πρώτη εναγόμενη. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν οι από 25-11-2016 και 29-11-2016 εφέσεις από την πρώτη εναγόμενη και τον τρίτο εναγόμενο και από τη δεύτερη εναγόμενη αντίστοιχα, με τις οποίες αυτοί παραπονούντο για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων.
Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 4929/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές τυπικά και κατ' ουσίαν οι εφέσεις εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η από 14-3-2011 αγωγή, απορρίφθηκε αυτή ως προς τη 2η και 3ο των εναγομένων, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσίαν ως προς την 1η εναγόμενη, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και ότι η ως άνω εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στους ενάγοντες για μισθούς υπερημερίας από την απόλυση έως την αναφερόμενη για καθένα ημεροχρονολογία και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναφερόμενα σ' αυτήν ποσά, νομιμοτόκως κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες διακρίσεις Ειδικότερα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
συνεκτιμώντας τα νομίμως από τους διαδίκους με επίκληση προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία Α.Ε. ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ - ESPERIA PALACE HOTEL είχε ως αντικείμενο δραστηριότητας τη λειτουργία του ξενοδοχείου ΕΣΠΕΡΙΑ, επί της οδού ..., στην Αθήνα.
Για τις ανάγκες της επιχειρήσεώς της προσέλαβε τους ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου: 1) στις 17-7-2003 τον πρώτο ως σερβιτόρο, 2) στις 20-10-2003 τον δεύτερο ως μάγειρα, 3) στις 7-2-1999 τον τρίτο ως βοηθό αρχισερβιτόρου, 4) στις 1-4-1999 την τέταρτη ως καθαρίστρια, 5) στις 1-5-2001 την πέμπτη ως λαντζέρα, 6) στις 1-4-2004 την έκτη ως καμαριέρα, 7) στις 20-5-2002 την όγδοη ως καμαριέρα, 8) στις 4-5-1999 τον ένατο ως μάγειρα, 9) στις 5-9-2006 τον δέκατο ως σερβιτόρο, 10) στις 1-2-1995 την ενδέκατη ως μάγειρα, 11) στις 1-4-1997 τη δωδέκατη ως καμαριέρα, 12) στις 29-1-2008 τον δέκατο τρίτο ως μάγειρα, 13) στις 22-1-1996 τον δέκατο τέταρτο ως ζαχαροπλάστη, 14) στις 1-3-2000 τον δέκατο έκτο ως μάγειρα, 15) στις 1-3-1994 τον δέκατο έβδομο ως μαιτρ, 16) στις 16-10-2006 τον δέκατο όγδοο ως υπάλληλο υποδοχής, και 17) στις 10-6-2005 τον δέκατο ένατο ως γκρουμ, αντί μηνιαίου μισθού, που κατά το μήνα Δεκέμβριο του 2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1.075,11 ευρώ, 1.132,94 ευρώ, 1.267,3 ευρώ, 1.072,07 ευρώ, 1.053,95 ευρώ, 1.196,26 ευρώ, 1.209,44 ευρώ, 1.203,99 ευρώ, 1.044,91 ευρώ, 1.383,87 ευρώ, 1.124,51 ευρώ, 1.418,11 ευρώ, 1.265 ευρώ, 1.298,58 ευρώ,1.440 ευρώ, 1.242,96 ευρώ και 1.030,72 ευρώ αντίστοιχα.
Σε εκτέλεση των συμβάσεών τους οι ενάγοντες προσέφεραν ανελλιπώς στην πρώτη εναγομένη την υπό τις συμφωνηθείσες ειδικότητες εργασία τους υπό τους όρους και εντός των πλαισίων των ατομικών συμβάσεων του καθενός τους και στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της εργοδότριάς τους και των έργων που έναντι τρίτων η τελευταία κατά καιρούς είχε αναλάβει, μεταξύ των οποίων και η εμπορική συνεργασία της με την δεύτερη εναγομένη εταιρία με την επωνυμία ΕΛΛΗΝΙΚΉ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΦΟΔΟΣΙΑΣ (ΕΛΕΤ Α.Ε.).
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο, από 7-1-2008, μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό, η πρώτη εναγομένη παρασκεύαζε και προμήθευε τη δεύτερη τούτων, έναντι τιμήματος, με τα φαγητά που η τελευταία προσέφερε σε εκδηλώσεις που διοργάνωνε, είτε έκανε χρήση του χώρου που η δεύτερη είχε μισθώσει στον Ιππικό Όμιλο Αμαρουσίου και η ίδια διοργάνωνε εκεί εκδηλώσεις καταβάλλοντάς της τη συμφωνημένη προμήθεια.
Δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στη δεύτερη εναγομένη εταιρία catering, ούτε εξάλλου αυτό ήταν δυνατόν, καθόσον οι περισσότεροι από αυτούς εργάζονταν σε διαφορετικούς τομείς, π.χ καμαριέρες. Όσοι από αυτούς απασχολήθηκαν για την παρασκευή φαγητών ή γλυκών ή στο πλαίσιο ορισμένων από τις προαναφερόμενες εκδηλώσεις, προσέφεραν την εργασία τους αποκλειστικά στην πρώτη εναγομένη, η οποία ήταν η εργοδότριά τους, κατέβαλε τις αποδοχές τους και κάλυπτε τις ασφαλιστικές τους εισφορές, δεκτής γενομένης κατ' ουσίαν της νομίμως προβληθείσης από τη δεύτερη εναγομένη ένστασης έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της.
Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία έκρινε τα αντίθετα, κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσης της δεύτερης εναγομένης, που πρέπει να γίνει δεκτός.[....].
Περαιτέρω, οι ενάγοντες προσέφεραν τις ως άνω υπηρεσίες τους στην πρώτη εναγομένη μέχρι την 15-12-2010, κατά την οποία η τελευταία προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη εταιρεία λειτουργούσε στην παραπάνω διεύθυνση επί 50 έτη, έχοντας μεγάλο κύκλο εργασιών και ούσα κερδοφόρα επιχείρηση, τουλάχιστον μέχρι το έτος 2008.
Από το έτος 2009 άρχισαν να παρουσιάζονται προβλήματα στην επιχείρηση, λόγω και της γενικότερης οικονομικής κρίσης, τα οποία δημιούργησαν υπέρογκες οφειλές της προς τον εκμισθωτή (Ταμείο Νομικών) του ακινήτου στο οποίο στεγάζονταν το ξενοδοχείο ΕΣΠΕΡΙΑ, λόγω και του υψηλού μισθώματος. Έτσι στις 16-12-2010 ο εκμισθωτής του ακινήτου αυτού την απέβαλε δυνάμει της με αριθμό 896/2010 έκθεσης βίαιας αποβολής και εγκατάστασης, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ.
Τ., ενώ κατασχέθηκε και ο εξοπλισμός του εν λόγω ξενοδοχείου. Έκτοτε η πρώτη εναγομένη, η οποία είχε ως μόνη δραστηριότητα την εκμετάλλευση του συγκεκριμένου ξενοδοχείου, λύθηκε και βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης. Η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων έγινε λόγω ανωτέρας βίας, και δη λόγω της ως άνω αποβολής της από το μίσθιο.
Επικαλείται δε προς ενίσχυση του ισχυρισμού της ότι η κακή οικονομική της κατάσταση και οι οφειλές της προς το Ταμείο Νομικών προήλθαν λόγω της συρρίκνωσης των κερδών της εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, κυρίως όμως λόγω της άτεγκτης συμπεριφοράς του εκμισθωτή, το οποίο δεν συναινούσε στη μείωση του μισθώματος που ήταν υπέρογκο για τα δεδομένα της εποχής της κρίσης, καθώς ανερχόταν στο ποσό των 90.000 ευρώ μηνιαίως.
Σύμφωνα όμως και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, ανωτέρα βία δεν συντρέχει στην περίπτωση που τα επικαλούμενα από τον εργοδότη περιστατικά ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και συνεπώς να αντιμετωπισθούν, ενώ δεν συνιστά ανωτέρα βία, χωρίς τη συνδρομή άλλης περίστασης, η κακή πορεία της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης και ειδικότερα η δυσαναλογία των εξόδων αυτής και των από την επιχειρηματική δραστηριότητα εσόδων της, αφού είναι γεγονός προβλέψιμο, δια καταβολής της συνήθους επιμέλειας, κείμενο εντός του επιχειρηματικού κινδύνου.
Ειδικότερα, θα μπορούσε η πρώτη εναγομένη να μετεγκατασταθεί σε άλλο ακίνητο κατάλληλο να χρησιμοποιηθεί για ξενοδοχείο, με μικρότερο μίσθωμα, και να προβεί γενικότερα σε άλλη επιχειρηματική στρατηγική προκειμένου να καταστεί βιώσιμη η επιχείρησή της, λαμβανομένου υπόψη ότι η ως άνω αποβολή της από το μίσθιο ακίνητο δεν ήταν απρόβλεπτο γεγονός.
Συνεπώς, αβάσιμος κρίνεται ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι δεν οφείλει αποζημίωση απόλυσης στους ενάγοντες διότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους έγινε λόγω ανωτέρας βίας. Με βάση τα παραπάνω, οι ενάγοντες δικαιούνταν κατά την απόλυσή τους τη νόμιμη αποζημίωση, ενώ η πρώτη εναγομένη, η οποία δεν κατέβαλε αυτή στους ενάγοντες ή την κατέβαλε μερικώς σε ορισμένους, περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει μισθούς σε αυτούς σαν να τους απασχολούσε κανονικά, δεδομένου ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι εκ του λόγου αυτού άκυρη. Επομένως, οι ενάγοντες δικαιούνται αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την απόλυσή τους (16-12-2010) μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (5-11-2015) η 4η, η 5η, η 6η, η 12η, και ο 17ος, ποσού 71.292,65 ευρώ, 70.087,66 ευρώ, 79.551,29 ευρώ, 74.779,91 ευρώ και 95.760 ευρώ, αντιστοίχως, μέχρι 30-4-2013 ο 1ος ποσού 34.941,07 ευρώ, μέχρι 31-1-2011 ο 2ος ποσού 1.841,02 ευρώ, μέχρι 28-2-2012 ο 3ος ποσού 21.227,28 ευρώ, μέχρι 31-12-2010 η 8η ποσού 604,72 ευρώ, μέχρι 31-1-2011 ο 9ος ποσού 1.956,48 ευρώ, μέχρι 31-3-2011 ο 10ος ποσού 4.049,01 ευρώ, μέχρι 23-10-2011 η 11η ποσού 16.656.61 ευρώ, μέχρι 30-9-2011 ο 13ος ποσού 15.785,26 ευρώ, μέχρι 30-9-2012 ο 14ος ποσού 31.950,86 ευρώ, μέχρι 31-5-2011 ο 16ος ποσού 7.895,36 ευρώ, μέχρι 28-2-2011 ο 18ος ποσού 3.418,14 ευρώ και μέχρι 30- 6-2011 η 19η ποσού 7.730,40 ευρώ (συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας), ο μαθηματικός υπολογισμός των οποίων δεν αμφισβητείται ειδικώς.
Περαιτέρω, απορριπτέα τυγχάνει η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται ότι η καταγγελία των συμβάσεων των εναγόντων έγινε λόγω της δυστοκίας του εκμισθωτή του ακινήτου όπου στεγαζόταν η επιχείρησή της και ότι την ίδια δεν την βαρύνει καμμία υπαιτιότητα. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, και αληθής υποτιθέμενος, κρίνεται μη νόμιμος, αφού τα επικαλούμενα προς στήριξή του πραγματικά περιστατικά, χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις αναγόμενες στη συμπεριφορά των εναγόντων δικαιούχων, δεν αρκούν για να καταστήσουν το ένδικο δικαίωμα αντίθετο στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η άκυρη καταγγελία των συμβάσεων των εναγόντων με υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης προκάλεσε σ' αυτούς ηθική βλάβη και συνεπώς δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση, για την οποία, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η άκυρη καταγγελία, του είδους της προσβολής της προσωπικότητάς τους και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, εύλογο κρίνεται το ποσό των 1.000 ευρώ για τον καθένα.
Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία ως προς τα ανωτέρω έκρινε τα ίδια, ορθά εφάρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγους της έφεσης των 1ης και 3ου των εναγομένων είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρία διοικούνταν από τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος είναι ο κύριος μέτοχος αυτής και συγκεντρώνει στο πρόσωπό του τις ιδιότητες του ιδρυτή, βασικού μετόχου, Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου, ενώ το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας αυτής απαρτίζεται από τον ίδιο και μέλη της οικογένειας του ή έμπιστους συνεργάτες του.
Οι ενάγοντες κατά την απασχόλησή τους στην πρώτη εναγομένη ελάμβαναν εντολές από τον τρίτο εναγόμενο, ο οποίος ασκούσε κατ' αποκλειστικότητα το διευθυντικό δικαίωμα, αναγόμενα τα ανωτέρω σε τυπικές δράσεις και συμπεριφορά εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου και βασικού μετόχου ανώνυμης εταιρίας. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι ο τρίτος εναγόμενος, υπό τις ως άνω ιδιότητές του, χρησιμοποίησε τη νομική προσωπικότητα της πρώτης εναγομένης εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο και να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτους, όπως οι ενάγοντες, ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προς αυτούς, αφού μάλιστα, όπως και οι ίδιοι αναφέρουν στην αγωγή τους, έχουν καταβληθεί σ' αυτούς το σύνολο των δεδουλευμένων αποδοχών τους μέχρι την απόλυσή τους, ούτε ότι οι πράξεις της πρώτης εναγομένης εταιρείας συνιστούσαν ατομικές ενέργειες του ανωτέρω, ως κυρίαρχου μετόχου αυτής, που σκόπιμα παραλλάσσονταν, ώστε να συνέχονται με την εταιρεία, από την οποία αθέμιτα επιχειρείτο να αποκοπούν, προϋποθέσεις όμως αναγκαίες για την άρση της νομικής αυτοτέλειας της πρώτης εναγομένης εταιρείας που ο τρίτος εναγόμενος εκπροσωπούσε, ώστε να καταστεί και αυτός εις ολόκληρον υπόχρεος μετά της εταιρείας στις ένδικες απαιτήσεις των εναγόντων.
Επομένως, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν ως προς τον τρίτο εναγόμενο. Η εκκαλουμένη, άρα, που έκρινε τα αντίθετα και δέχθηκε την εις ολόκληρον ευθύνη του τρίτου εναγομένου, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσης των 1ης και 3ου των εναγομένων, που πρέπει να γίνει δεκτός".
Α) Επί της από 27-7-2022 με αριθ. καταθ. 6163/693/29-7-2022 αίτησης αναίρεσης και των από 7-2-2023 με αριθ.καταθ. 33/8-2-2023 πρόσθετων λόγων:
Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρου 61 ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.
Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.
Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.
Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνο η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.
Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 § 2 του κ.ν. 2190/1920, ισχύοντος κατά τον επίδικο χρόνο, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.
Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 § 1 και 12 §§ 1 & 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.
Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο. Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε., βλ.
άρθρ. 1 § 3 κ.ν. 2190/1920, και ήδη άρθρο 4 παρ.1 του ν.4548/2018, 41 παρ.2 ν. 959/1979, 43α ν.3190/1955), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.
Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
Περαιτέρω δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.
Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.
Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.
Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.
Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συγκεκριμένης συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1152/2023, ΑΠ 1091/2021, ΑΠ 406/2021, ΑΠ 801/2020, ΑΠ 1355/2018).
Συνεπώς, η κάμψη της νομικής προσωπικότητας μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως το έσχατο μέσο, αξιολογώντας την υποκεφαλαιοδότηση της εταιρείας, τη σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας και τη χρησιμοποίηση του νομικού προσώπου της εταιρείας, για αποφυγή εκπλήρωσης αναληφθεισών υποχρεώσεων και πρόκληση ζημίας σε τρίτο. Κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρεία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρείες του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων. (ΑΠ 1091/2021, ΑΠ 1089/2021). Από το γεγονός όμως αυτό, δεν προκύπτει αυτόματα υποχρέωση της μητρικής εταιρείας, (ή άλλης εταιρείας του ομίλου) να χρηματοδοτεί εσαεί τη θυγατρική της εταιρεία, ώστε η τελευταία να παραμένει εσαεί βιώσιμη. Για προσφυγή στην άρση της αυτοτέλειας θα πρέπει η ανεπαρκής χρηματοδότηση να συνιστά συμπεριφορά κακόπιστης πρόκλησης βλάβης των κυρίως μετόχων ή της μητρικής εταιρείας προς τους θιγέντες εταιρικούς δανειστές (ΑΠ 1089/2021, ΑΠ 1091/2021).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3994/2011 "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών), επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (ΟλΑΠ 2/1994) - ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού - χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 201/2021, ΑΠ 321/2020, ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011). Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τηρήσεως προδικασίας και επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη νέων περιστατικών παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 467/2021, ΑΠ 837/2019, ΑΠ 1183/2015, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 389/2010).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Στην τελευταία δε περίπτωση η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/3020, ΑΠ 477/2022, ΑΠ 9/2022, ΑΠ 1575/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017). Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία),(ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 9/2016).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 9/2016, ΟλΑΠ 15/2006).
Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 475/2022, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 109/2020,ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στη δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί.
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016,ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 804/2022, ΑΠ 957/2020, ΑΠ 599/2020, ΑΠ 573/2018).
Ακόμη, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 492/2020, ΑΠ 1241/2019, ΑΠ 1449/2019).Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 169/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες παραθέτοντας στο αναιρετήριο τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προσάπτουν σ' αυτήν τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Ειδικότερα διατείνονται: α)στο πρώτο σκέλος του αναιρετικού λόγου, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε τη νομική αυτοτέλεια της δεύτερης εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ η τελευταία ήταν ίδιων συμφερόντων με την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, ανήκαν στον ίδιο όμιλο με την επωνυμία "star-hotels", είχαν κοινή έδρα, κοινά πρόσωπα στο διοικητικό συμβούλιο με βασικό μέτοχο τον τρίτο εναγόμενο ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο και ίδιο εργατικό προσωπικό ήτοι τους αναιρεσείοντες, υπήρξε de facto σύνδεση αυτών και το σύμφωνο συνεργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ των ως άνω εταιρειών ήταν εικονικό, η δε επίδικη περίπτωση αποτελούσε κλασική περίπτωση καταστρατήγησης της νομικής προσωπικότητας εταιρείας, β) στο δεύτερο σκέλος του αναιρετικού λόγου, όπως συμπληρώθηκε με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε όσον αφορά τον τρίτο εναγόμενο ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, ότι δεν συνέτρεχαν προϋποθέσεις από τη συμπεριφορά του άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης εναγόμενης, παρότι αυτός, που ήταν ο βασικός μέτοχος, συσσώρευσε χρέη στην τελευταία από τις οφειλές μισθωμάτων του ξενοδοχείου ΕΣΠΕΡΙΑ, η εκμετάλλευση του οποίου αποτελούσε τη μοναδική της δραστηριότητα, στον εκμισθωτή, εις βάρος των δανειστών της πρώτης εναγόμενης, ήτοι των αναιρεσειόντων εργαζόμενων σ' αυτό, παρέλειψε να χρηματοδοτήσει αυτήν προς εξόφληση των εν λόγω οφειλών της και συνέχιση της λειτουργίας του ξενοδοχείου της και μέσω της δεύτερης εναγόμενης μίσθωσε άλλα ξενοδοχεία στην Αθήνα (Πλ.
Μαβίλη) και στην Πάτρα το Πόρτο Ρίο συνεχίζοντας την επιχειρηματική του δραστηριότητα.
Οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι (κύριος και πρώτος πρόσθετος) είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Και τούτο διότι: 1) με τα αναφερόμενα στα δικόγραφα περιστατικά της εικονικότητας της συνεργασίας μεταξύ των εναγομένων εταιρειών, της έλλειψης χρηματοδότησης από τον τρίτο εναγόμενο της πρώτης εναγόμενης, προς εξόφληση των χρεών της, της συνέχισης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας σε βάρος της, με την ίδρυση άλλων ξενοδοχείων-κεφαλαιουχικών εταιρειών μέσω της δεύτερης εναγόμενης, καθώς και της χρεωκοπίας άλλης κεφαλαιουχικής εταιρείας αυτού στη Γερακινή Χαλκιδικής, ως δηλωτικά της κατ' άρθρο 281 ΑΚ καταχρηστικής συμπεριφοράς του προς καταστρατήγηση της νομικής προσωπικότητας των εναγομένων εταιρειών από αυτόν, προκειμένου να καμφθεί η νομική τους προσωπικότητα, επιχειρείται απαραδέκτως κατά το παρόν στάδιο της αναιρετικής δίκης, μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, όσον αφορά το κεφάλαιό της για άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας των εναγομένων εταιρειών, αφού τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά δεν περιλαμβάνονται στο αγωγικό δικόγραφο, όπως το περιεχόμενό του αναλυτικά προεκτέθηκε κατά το κεφάλαιο αυτό.
Τα αναγραφόμενα δε στην αγωγή περιστατικά της ιδιότητας του τρίτου εναγόμενου ως βασικού μετόχου των εταιρειών και τα κοινά τους χαρακτηριστικά (έδρα, λογιστήριο, οικονομικός διευθυντής, μέλη Δ.Σ.), δεν αρκούν χωρίς τη συνδρομή και άλλων προϋποθέσεων σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, για τη θεμελίωση καταχρηστικής κατ' άρθρο 281 ΑΚ συμπεριφοράς του τρίτου εναγόμενου ή της δεύτερης εναγόμενης, που να επιφέρει την κάμψη της νομικής προσωπικότητας των ως άνω εταιρειών και την άρση της αυτοτέλειάς τους. 2) Όσον αφορά τη δεύτερη εναγόμενη - πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τις προεκτιθέμενες παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς αυτήν ελλείψει παθητικής της νομιμοποίησης, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι ήταν εργοδότρια των αναιρεσειόντων, καθόσον δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση της, ότι οι αναιρεσείοντες προσέφεραν αποκλειστικά τις υπηρεσίες τους την πρώτη εναγόμενη, η οποία και κατέβαλλε τις αποδοχές τους και κάλυπτε τις ασφαλιστικές τους εισφορές και όχι λόγω μη άρσης της αυτοτέλειάς της, συνεπώς τα σχετικά με την αυτοτέλεια αυτής περιεχόμενα στον αναιρετικό και στον πρόσθετο λόγο στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. 3) Αν και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους πρώτο πρόσθετο λόγο και τον αναιρετικό λόγο αντίστοιχα, δεν αναφέρονται τα νομικά σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ερμηνεία της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που φέρεται ως παραβιασθείσα ή την εσφαλμένη υπαγωγή των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης σ' αυτήν, ώστε να είναι ορισμένη η αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΑΚ, ούτε εξειδικεύεται η αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, αν δηλαδή η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ή δεν έχει αιτιολογίες και σε τι συνίσταται η έλλειψη, ή ανεπάρκεια ή η αντίφαση αυτών, ώστε να είναι ορισμένη η εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στις οικείες νομικές σκέψεις. 4) Κατά τα λοιπά με τα περιεχόμενα στους ανωτέρω λόγους επιχειρήματα και απόψεις των αναιρεσειόντων, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά που κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές αποδείχθηκαν, πλήττεται απαραδέκτως κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου.
Κατόπιν αυτών, ο αναιρετικός λόγος και ο πρώτος πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος α)τα προσκομισθέντα από αυτούς έγγραφα, προς απόδειξη γεγονότος ουσιώδους για την έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τα υπό στοιχεία VI και VII έγγραφα που προσκομίστηκαν πρωτοδίκως και από τα οποία αποδεικνύεται η καταχρηστική συμπεριφορά του τρίτου εναγόμενου ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου προς καταστρατήγηση της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγόμενης, με τη σύσταση νέας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την εκμετάλλευση του ξενοδοχείου Πόρτο Ρίο και με τη χρεωκοπία άλλης κεφαλαιουχικής εταιρείας του στη Γερακινή Χαλκιδικής και β) ότι δεν έλαβε υπόψη του την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτυρική κατάθεση του μάρτυρα των αντιδίκων Φτάκα σχετικά με την επιχειρηματική δραστηριότητα της δεύτερης εναγόμενης ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης ως εταιρίας catering και την χρησιμοποίηση για τη δραστηριότητά της αυτή του εργατικού δυναμικού και των εγκαταστάσεων της πρώτης εναγόμενης.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος όσον αφορά τη μη λήψη υπόψη των προαναφερομένων εγγράφων, διότι τα εν λόγω έγγραφα τα οποία προσκομίζονται από τους αναιρεσείοντες στην παρούσα αναιρετική δίκη, ορθά δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και δεν ιδρύεται εξ αυτού του λόγου η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, διότι με τα εν λόγω έγγραφα αποδεικνύονται γεγονότα που δεν περιλαμβάνονται, όπως στους προηγούμενους λόγους εκτέθηκε, στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά πρόσθετα γεγονότα που μεταβάλλουν την ιστορική βάση της αγωγής.
Αναφορικά δε με την μαρτυρική κατάθεση από τη γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση όλων των αποδεικτικών μέσων κατ' είδος και συγκεκριμένα της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των εναγομένων (επίμαχη κατάθεση), (βλ. φύλλο 5ο οπίσθια σελ. 20ος-21ος στίχος της προσβαλλόμενης απόφασης) προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο προς διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη του όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την επίμαχη μαρτυρική κατάθεση, η οποία συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις και συνεπώς ο ως άνω λόγος κατά το σκέλος του αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου (κύριου ή πρόσθετου) αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν α)η από 27-7-2022 με αριθ. καταθ. 6163/693/29-7-2022 αίτηση αναίρεσης και β)οι από 7-2-2023 με αριθ.καταθ. 33/8-2-2023 ασκηθέντες με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι παριστάμενοι προσηκόντως αναιρεσείοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου δεύτερου αναιρεσίβλητου-καθού οι πρόσθετοι λόγοι, κατόπιν σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176,183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
Β) Επί της από 1-8-2022 με αριθ.καταθ. 6222/703/1-8-2022 αίτησης της υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΕ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΩΝ ESPERIA PALLAS HOTEL":
Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, εάν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ` εύλογη κρίση (ΑΠ 517/2019, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 22/2014, ΑΠ 1289/2013).
Όταν όμως η ακυρότητα της καταγγελίας οφείλεται σε παράλειψη καταβολής της αποζημίωσης, ολικά ή εν μέρει, ο απολυθείς εργαζόμενος δεν χάνει την αξίωσή του προς λήψη της αποζημίωσής του και επομένως δεν υπάρχει ζημία του με αιτία την παράνομη σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955, συμπεριφορά του εργοδότη.
Κατά συνέπεια η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρέωσής του για καταβολή της ενοχικά οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης δεν συνιστά αδικοπραξία και, κατά περαιτέρω συνέπεια, δεν θεμελιώνει και αξίωση για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητας του απολυθέντος εργαζόμενου, αφού και αυτή προϋποθέτει αδικοπραξία (ΑΠ 1851/2022).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 3 και 6 του ν. 2112/1920 και ιδίως του τελευταίου εδαφίου της, παραγράφου 2 του τελευταίου άρθρου όπως αυτό συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 του ν. 4558/1930 που ορίζει ότι, "υπάλληλος απολυόμενος ένεκα διακοπής της εργασίας λόγω πυρκαϊάς ή άλλου περιστατικού ανωτέρας βίας, κατά των οποίων είναι ασφαλισμένος ο εργοδότης, δικαιούται των 2/3 της κατ` άρθρο 3 εδαφ. α' αποζημιώσεως", συνάγεται ότι δεν δικαιούται της ανωτέρω αποζημίωσης, ο απολυθείς υπάλληλος, λόγω διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης από γεγονός ανωτέρας βίας, κατά του οποίου δεν είναι ασφαλισμένος ο εργοδότης του (ΟλΑΠ 1300/1979, ΑΠ 178/2013, ΑΠ 1331/2002).
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 656 εδ. α του ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 349 και 350 του ΑΚ, προκύπτει ότι ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία, όταν ο μισθωτός προσφέρει πραγματικά, με τον προσήκοντα τρόπο την εργασία του και αυτός δεν τη δέχεται ή δηλώνει ότι δεν τη δέχεται, με συνέπεια να υποχρεούται στην καταβολή του μισθού σε αυτόν (μισθωτό).
Υποχρέωση, εξάλλου, του εργοδότη να καταβάλει τον μισθό, υπάρχει και σε περίπτωση αδυναμίας αυτού να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η αδυναμία αυτή ανάγεται όχι μόνο σε πταίσμα του, αλλά και όταν οφείλεται σε τυχαία περιστατικά, που τον αφορούν και σχετίζονται με τη σφαίρα των συνθηκών, που μπορεί να ελέγχει ή τους γενικότερους ή ειδικότερους κινδύνους της πορείας και λειτουργίας της επιχείρησης και εκμετάλλευσής του.
Ο εργοδότης απαλλάσσεται μόνον αν η αδυναμία του (για αποδοχή) της εργασίας) οφείλεται σε ανώτερη βία (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 362/2019). Ανωτέρα βία δε υφίσταται όταν η διακοπή της εργασίας επέρχεται από τυχερό και απρόβλεπτο γεγονός το οποίο δεν ήταν δυνατό να αποτραπεί ακόμη και αν ληφθούν μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΟλΑΠ 1738/1980, ΟλΑΠ 1340/1979, ΑΠ 1402/2021).
Με βάση τα παραπάνω, ανώτερη βία δεν συντρέχει στην περίπτωση που τα επικαλούμενα από τον εργοδότη περιστατικά ανάγονται στον κύκλο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στη σφαίρα κινδύνου αυτού, αφού αυτά θα μπορούσαν εκ των προτέρων να ληφθούν υπόψη ως ενδεχόμενα κατά την κοινή πείρα και συνεπώς να αντιμετωπιστούν (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 362/2019, ΑΠ 171/2013).
Ούτε συνιστά ανώτερη βία, χωρίς την συνδρομή άλλης περιστάσεως, η κακή πορεία της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης που είναι γεγονός προβλέψιμο, δια καταβολής της συνήθους επιμελείας, κείμενο εντός του συνήθους επιχειρηματικού κινδύνου (ΑΠ 171/2013).
Περαιτέρω, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 1072/2023, ΑΠ 855/2020, ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017). Μόνη η μακρά διάρκεια του διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης, καταχρηστική (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017).
Εξ άλλου, όταν η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 (ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 767/2018).
Κατά δε τη διάταξη δε του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 14/2022) όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούταν να απαντήσει (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1525/2023, ΑΠ 1169/2021, ΑΠ 750/2020).
Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά ή σιωπηρά για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 116/2020, ΑΠ 404/2019). Τέλος, για να ιδρυθεί ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 8β' ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1498/2021).
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2 εδ.γ του ν.2112/1920 και 656 εδ.α'ΑΚ, αναφορικά με τη συνδρομή ανωτέρας βίας για την αποδοχή των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων-εργαζομένων της.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το ξενοδοχείο ESPERIA PALACE HOTEL επί της οδού ..., στην Αθήνα. που αποτελούσε το αντικείμενο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας και στο οποίο εργάζοντο οι αναιρεσίβλητοι έως 15-12-2010, έπαυσε να λειτουργεί λόγω ανωτέρας βίας και ως εκ τούτου αυτή προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.
Ότι η ανωτέρα βία συνίσταται στην αποβολή της επιχείρησης από το μίσθιο ακίνητο από τον εκμισθωτή λόγω οφειλής μισθωμάτων, στις 16-12-2010 δυνάμει της με αριθμό 896/2010 έκθεσης βίαιας αποβολής και εγκατάστασης, του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Τ., ενώ κατασχέθηκε και ο εξοπλισμός του εν λόγω ξενοδοχείου, το οποίο από το έτος 1960 ήταν εκμισθωμένο από το Ταμείο Νομικών και αποτελούσε επικερδή επιχείρηση αλλά από το έτος 2009 λόγω της οικονομικής κρίσης και της υπέρογκης αύξησης του μισθώματος στο ποσό των 90.000 ευρώ μηνιαίως, η αναιρεσείουσα αδυνατούσε να καταβάλει την αύξηση αυτή με συνέπεια την έξωσή της και την παύση της λειτουργίας του ξενοδοχείου.
Ότι τον ισχυρισμό αυτό ότι συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας που καθιστά έγκυρες τις καταγγελίες και συνεπώς οι αναιρεσίβλητοι δεν δικαιούνται αποζημίωση απόλυσης ούτε επέρχεται υπερημερια αυτής, πρόβαλε πρωτοδίκως και με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, πλην όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε ότι δεν συνέτρεχε ανωτέρα βία και ότι η αναιρεσείουσα καταγγέλοντας τις συμβάσεις εργασίας των αναιρεσίβλητων χωρίς να τους καταβάλει τις νόμιμες αποζημιώσεις κατέστησε άκυρες τις καταγγελίες, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας τους και οφείλει μισθούς υπερημερίας, καταλήγοντας έτσι σε δυσμενές γι' αυτή αποδεικτικό πόρισμα και διατακτικό.
Με τις προεκτεθείσες σχετικές παραδοχές του, ότι δεν συνέτρεχε στην κρινόμενη υπόθεση ανωτέρα βία και ότι η αναρεσείουσα όφειλε να καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης λόγω της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, μη καταβάλλοντας δε αυτή οι καταγγελίες είναι άκυρες και μη αποδεχόμενη την εργασία τους, οφείλει μισθούς υπερημερίας, το δευτεροβάθμιο Δικαστήρια ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διάταξη των άρθρων 6 παρ. 2 εδ.γ του ν.2112/1920 και 656 εδ.α ΑΚ,, καθόσον οι ως άνω επικαλούμενοι λόγοι από την αναιρεσείουσα δεν εμπίπτουν στην έννοια της ανωτέρας βίας, που ορίζεται στις ανωτέρω διατάξεις, όπως αυτή αναλύθηκε στην οικεία νομική σκέψη, διότι η κακή οικονομική πορεία της επιχείρησης της αναιρεσείουσας και η αποβολή της από το μίσθιο ακίνητο λόγω οφειλομένων μισθωμάτων ανήκουν στη σφαίρα κινδύνου της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, που ήταν προβλέψιμα και τα οποία αυτή μπορούσε να ρυθμίσει με τις κατάλληλες εξώδικες ή δικαστικές ενέργειες, όπως αναπροσαρμογή μισθώματος, δεδομένων και των τότε οικονομικών συνθηκών, αναστολή εκτέλεσης της εξωστικής απόφασης και άλλων σχετικών νομικών ενεργειών αλλά και μεταφορά της επιχείρησης σε άλλο κτίριο με χαμηλότερο μίσθωμα, ώστε να αποφευχθεί η παύση της λειτουργίας της επιχείρησης.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια και ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο κατ' εκτίμηση αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Μονομελές Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57,59,299,932 ΑΚ, αναφορικά με την επιδίκαση σ'αυτούς χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της άκυρης απόλυσής τους από τη μη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, τον ισχυρισμό της δε αυτόν παραδεκτά είχε προτείνει πρωτοδίκως και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τον πέμπτο λόγο έφεσης.
Ο εξεταζόμενος λόγος είναι βάσιμος και τούτο διότι, κατά το μέρος που το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι εξ αιτίας της διακοπής της λειτουργίας της επιχείρησης της αναιρεσείουσας, μετά την έξωσή της από το κτήριο, όπου στεγαζόταν το ξενοδοχείο, όπου οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους σε αυτήν, μη οφειλομένης σε γεγονός ανώτερης βίας αλλά σε υπαιτιότητά της και της εν συνεχεία απόλυσης του προσωπικού, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, οι αναιρεσείοντες υπέστησαν ηθική βλάβη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς των, για την οποία δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299 και 932 του ΑΚ, και συνεπώς υπέπεσε στην από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, εφόσον τα περιστατικά αυτά δεν αρκούν από μόνα τους να θεμελιώσουν προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσίβλητων και συνακόλουθα αξίωση καταβολής χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση τη ηθικής των βλάβης, στη δε προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται μνεία άλλων πρόσθετων περιστατικών ικανών να θεμελιώσουν την κατά άνω προσβολή.
Μόνο δε η μη καταβληθείσα αποζημίωση απόλυσης, η οποία, όπως ήδη εκτέθηκε συνιστά μη εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης της αναιρεσείουσας και δημιουργεί ενοχική αξίωση στους αναιρεσίβλητους προς λήψη αυτής, δεν συνιστά αδικοπραξία της αναιρείουσας-εργοδότριας και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας τους, κατά την έννοια των άρθρων 57, 59 και 932 ΑΚ.
Επομένως ο περί τούτου δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός. Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα αυτοτελή προταθέντα από αυτήν πραγματικά περιστατικά τα οποία στο σύνολό τους καθιστούν νόμιμη την παραδεκτά πρωτοδίκως προβληθείσα από αυτή εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, τον οποίο ισχυρισμό παραδεκτά επανέφερε στο Εφετείο με τον τρίτο λόγο της έφεσής της.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι αυτή πρότεινε ως αυτοτελή πραγματικά περιστατικά κατάχρησης δικαιώματος τα ακόλουθα: 1) ότι οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν τις προσπάθειές της να μη παύσει τις εργασίες του το ξενοδοχείο ΕΣΠΕΡΙΑ, αλλά η αδιάλλακτη συμπεριφορά του εκμισθωτή που είχε δυστοκία και άρνηση στην λήψη συλλογικής απόφασής του για μείωση του μισθώματος που ήταν για σειρά ετών υπέρογκο, είχε ως αποτέλεσμα τον οικονομικό της στραγγαλισμό, αφού, ενώ τα έσοδα δεν αρκούσαν για την κάλυψη των εξόδων, αυτή ποτέ δεν αμέλησε στην καταβολή των μισθών στους εργαζόμενους-αντιδίκους της, ακόμη και με οικονομική βλάβη της, προκειμένου να διατηρήσει ανοικτή την επιχείρηση, 2) ότι λίγο πριν από την αποβολή της από το ξενοδοχείο ΕΣΠΕΡΙΑ κατέβαλε στον εκμισθωτή το ποσό των 300.000 ευρώ έναντι της οφειλής της προς αυτόν, προκειμένου να δοθεί παράταση στη διαδικασία έξωσής της και να συνεχισθεί η λειτουργία του ξενοδοχείου, 3) ότι, παρά τις δυσκολίες, εξόφλησε όλα τα δεδουλευμένα των εργαζομένων-αντιδίκων, από τους οποίους τα 2/3 έχουν εξοφληθεί σταδιακά και για την αποζημίωση - απόλυσης, 4) ότι είναι καταχρηστικό και εναντίον της καλής πίστεως οι αντίδικοι να ζητούν μισθούς υπερημερίας ενώ γνωρίζουν ότι το ξενοδοχείο έκλεισε λόγω της βίαιης αποβολής και η αναιρεσείουσα εταιρεία τελεί σε εκκαθάριση, 5) ότι οι αντίδικοι για μεγάλο χρονικό διάστημα ετών παραμένουν ηθελημένα άνεργοι, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξουν την εξεύρεση εργασίας σε άλλον εργοδότη, την οποία μπορούσαν με αρκετή ευκολία να ανεύρουν, καθόσον ήταν αντικειμενικά απολύτως ευχερές στους αντιδίκους, που είναι πεπειραμένοι μισθωτοί ξενοδοχείου με μακρά προϋπηρεσία, να αναζητήσουν και ανεύρουν, κατά το διάστημα της υπερημερίας άλλη εργασία ισότιμη προς εκείνη που πρόσφεραν στην αναιρεσείουσα, αλλά αυτοί αδράνησαν σκοπίμως και αδικαιολογήτως και παρέμειναν άνεργοι, αποβλέποντας στη λήψη από αυτήν μισθών υπερημερίας πολλών ετών, που φθάνουν μέχρι τα εξήμισυ έτη.
Από τα ανωτέρω περιστατικά καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Μονομελές Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη του, μόνο το πρώτο, ενώ δεν έλαβε υπόψη του τα υπόλοιπα τέσσερα ως άνω περιστατικά, υποπίπτοντας στην εκ του αριθμού 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αφού τα μη ληφθέντα υπόψη περιστατικά αποτελούν "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τα ελάμβανε αθροιστικά υπόψη θα έκρινε νόμιμη την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ προταθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων για λήψη μισθών υπερημερίας.
Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου του εξεταζόμενου τρίτου λόγου αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στα υπ' αριθμ. 1384/2016 ταυτάριθμα με την πρωτόδικη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η τότε πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα παραδεκτά κατ' άρθρο 591 παρ.1δ ΚΠολΔ, πρόβαλε προφορικά και καταχωρήθηκε στα ως άνω πρακτικά την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων αναφορικά με τους αιτούμενους από αυτούς μισθούς υπερημερίας.
Την ένσταση αυτή ανέπτυξε στις από 5-11-2015 πρωτόδικες προτάσεις της, παραθέτοντας στη σελίδα 16 και 17 αυτών, τα υπό στοιχεία 1-4 προεκτιθέμενα στον αναιρετικό λόγο πραγματικά περιστατικά κατάχρησης, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών όμως απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη. Με τον τρίτο λόγο της από 25-11-2016 έφεσής της επανέφερε παραδεκτά την ως άνω απορριφθείσα ένστασή της και αναπτύσσονται σ' αυτόν τα προταθέντα πρωτοδίκως ανωτέρω υπό στοιχεία 1-4 πραγματικά περιστατικά.
Επί πλέον δε, προστίθεται το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη το αυτοτελές υπό στοιχείο 5 στον ανωτέρω αναιρετικό λόγο περιστατικό κατάχρησης, περί κακόβουλης και σκόπιμης αδράνειας των εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων να ανεύρουν ισότιμη εργασία σε άλλες τουριστικές επιχειρήσεις κατά τον μακρύ χρόνο της υπερημερίας, παρότι υπήρχε τέτοια ευχέρεια.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την ως άνω ένσταση της εκκαλούσας ως μη νόμιμη με τις ακόλουθες ειδικότερα παραδοχές:
"Περαιτέρω, απορριπτέα τυγχάνει η ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, με την οποία η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται ότι η καταγγελία των συμβάσεων των εναγόντων έγινε λόγω της δυστοκίας του εκμισθωτή του ακινήτου όπου στεγαζόταν η επιχείρησή της και ότι την ίδια δεν την βαρύνει καμμία υπαιτιότητα. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, και αληθής υποτιθέμενος, κρίνεται μη νόμιμος, αφού τα επικαλούμενα προς στήριξή του πραγματικά περιστατικά, χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις αναγόμενες στη συμπεριφορά των εναγόντων δικαιούχων, δεν αρκούν για να καταστήσουν το ένδικο δικαίωμα αντίθετο στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου".
Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπόψη του τα παραπάνω υπό στοιχεία 1-4 επί μέρους περιστατικά, τα οποία η πρώτη εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα αφενός είχε διαλάβει στο δικόγραφο της έφεσής της και αφετέρου είχε προτείνει πρωτοδίκως, για τη θεμελίωση της σχετικής ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης από τους ενάγοντες ήδη αναιρεσίβλητους της αξίωσής τους, για λήψη μισθών υπερημερίας και ρητά αλλά και σιωπηρά τα απέρριψε, διότι δεν θεμελίωναν την εν λόγω ένσταση αφού δεν αναφέροντο και περιστατικά αναγόμενα σε συμπεριφορά των δικαιούχων-εναγόντων.
Επομένως, οι αντίθετες αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον εξεταζόμενο τρίτο αναιρετικό λόγο της άνω από 1-8-2022 αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμες Ως προς το υπό στοιχείο 5 αυτοτελές περιστατικό το οποίο αναφέρεται σε προηγηθείσα συμπεριφορά των εναγόντων κατά τη διάρκεια της υπερημερίας και ειδικότερα στην κακόβουλη και σκόπιμη μη ανεύρεση εργασίας, αν και αυτό ήταν ευχερές, προκειμένου να λάβουν από αυτήν μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζονται, η αναιρεσείουσα αν και αναφέρει στο αναιρετήριο γενικά ότι τα εκτιθέμενα σ'αυτό περιστατικά κατάχρησης προτάθηκαν πρωτοδίκως, από τα αναλυτικά ήδη εκτιθέμενα, από την προεκτεθείσα επισκόπηση των πρωτόδικων προτάσεών της, προκύπτει ότι το εν λόγω περιστατικό θεμελίωσης της ένστασης κατάχρησης δεν προτάθηκε πρωτοδίκως, αλλά το πρώτον διέλαβε αυτό η αναιρεσείουσα στο δικόγραφο της έφεσής της.
Με την μεταγενέστερη όμως αυτή προσθήκη μεταβάλλεται απαραδέκτως στην κατ' έφεση δίκη η ιστορική βάση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης και συνεπώς ως απαραδέκτως προβληθέντα ισχυρισμό, χωρίς να γίνεται επίκληση της συνδρομής περίπτωσης εκ των αναφερομένων στο άρθρο 527 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν.4335/2015, ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης (μετά την 1-1-2016), ορθά δεν τον έλαβε υπόψη του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και δεν ιδρύεται εκ του λόγου αυτού η αποδιδόμενη ως άνω πλημμέλεια από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ και η σχετική αιτίαση του εξεταζόμενου λόγου κατά το σκέλος αυτό είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Με τη διάταξη του άρθρου 440 του ΑΚ ορίζεται ότι ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες. Πιο συγκεκριμένα η απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές.
Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη (ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 84/2019). Σύμφωνα με το άρθρο 442 του ΑΚ ο συμψηφισμός της επίδικης απαίτησης αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως προτείνεται σε κάθε στάση δίκης ακόμα και κατά την εκτέλεση (ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 1481/2018, ΑΠ 629/2015, ΑΠ 1281/2014).
Εξάλλου, στο άρθρο 5 παρ. 3 εδ. τελευταίο του ν. 3198/1955, ορίζεται ότι "η αποζημίωση που έχει καταβληθεί συμψηφίζεται με τις οφειλόμενες λόγω της ακύρωσης της καταγγελίας τακτικές αποδοχές", ήτοι τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 1780/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" που αφέθηκε αδίκαστη νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους, κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 1137/2020, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 17/2017, ΑΠ 1088/2014). Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση (ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 54/2017), όχι όμως, και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων, όπως προεκτέθηκε, ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 427/2020, ΑΠ 54/2017), ούτε η ένσταση και η αντένσταση (ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 123/2020, ΑΠ 906/2018. ΑΠ 1294/2018) με εξαίρεση τις γνήσιες ενστάσεις που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, όπως η ένσταση συμψηφισμού ως προς την ανταπαίτηση που προτείνεται σε συμψηφισμό, η μη λήψη υπόψη της οποίας ιδρύει τον εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. (ΑΠ 1482/2021, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ 81/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (αλλά και από τον αριθμό 9γ του ιδίου άρθρου κατ' ορθή υπαγωγή του διαλαμβανόμενου στο λόγο αυτό νομικού σφάλματος) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν από αυτή παραδεκτά και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την ένσταση συμψηφισμού που είχε προβάλλει παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και την οποία είχε επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο της από 25-11-2016 έφεσής της, για την περίπτωση που το Δικαστήριο θα έκρινε την απόλυση των εναγόντων ως άκυρη και θα τους επιδίκαζε μισθούς υπερημερίας, αιτούμενη προς συμψηφισμό τα αναλυτικώς αναφερόμενα και καταβληθέντα, όπως στην αγωγή ομολογείται στους 2°, 4η, 5η, 6η, 9°, 11η, 12η, 18° και 19° των εναγόντων-αναιρεσίβλητων ποσά αποζημίωσης απόλυσης με τις απαιτήσεις τους για μισθούς υπερημερίας και προς αντίστοιχη απόσβεση αυτών, βάσει του άρθρου 5 παρ.3 εδ.γ' του Ν.3198/1955, άλλως δυνάμει των άρθρων 904 επόμ.του Α.Κ., ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.
Συγκεκριμένα πρότεινε προς συμψηφισμό τα ακόλουθα ποσά: α)1.000 ευρώ που έλαβε ο 2ος ενάγων, β) 1.434 ευρώ που έλαβε η 4η ενάγουσα, γ) 500 ευρώ που έλαβε η 5η ενάγουσα, δ)1.084 ευρώ που έλαβε η 6η ενάγουσα, ε) 1.772 ευρώ που έλαβε ο 9ος ενάγων, στ) 2.000 ευρώ που έλαβε η 11η ενάγουσα, ζ) 600 ευρώ που έλαβε η 12η ενάγουσα, η) 1.000 ευρώ που έλαβε ο 18ος ενάγων και θ) 500 ευρώ που έλαβε ο 19ος ενάγων.
Επικαλείται ακόμη η αναιρεσείουσα ότι η ως άνω ένσταση ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού η παραδοχή της θα είχε ως συνέπεια την απόσβεση κατά τα προαναφερόμενα ποσά της επιδικασθείσας απαίτησης καθενός των συγκεκριμένων εναγόντων από μισθούς υπερημερίας που έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει την παραδεκτά ασκηθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με συνοπτική καταχώρηση στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού και ανάπτυξη στις ενώπιόν του κατατεθείσες προτάσεις, από την πρώτη εναγόμενη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία και επαναφερθείσα από αυτή με τον τέταρτο λόγο έφεσης, ένσταση για συμψηφισμό της προεκτεθείσας ανταπαίτησης αυτής με την ασκηθείσα με την από 14-3-2011 αγωγή των ως άνω εναγόντων και επιδικασθείσα απαίτησή τους από μισθούς υπερημερίας σε βάρος της ύψους 1.841,02 ευρώ στο 2ο, 71.292,65 ευρώ στην 4η, 70.087,66 ευρώ στη 5η, 79.551,29 ευρώ στην 6η, 1.956,48 στον 9ο, 16.656,61 στην 11η, 74.779,91 στη 12η, 3.418,14 ευρώ στο 18ο και 7.730,40 ευρώ στο 19ο των εναγόντων και να αποσβεσθούν ισόποσα οι εκατέρωθεν απαιτήσεις.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης όμως προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν εξέτασε την ένσταση συμψηφισμού και δεν αποφάνθηκε, ως όφειλε, επί του τετάρτου λόγου της έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας με τον οποίο επανέφερε παραδεκτά και νόμιμα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο την προταθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση συμψηφισμού, υποπίπτοντας αφενός στην εκ του αριθμού 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθότι δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα", ήτοι λόγο της από 25-11-2016 έφεσης της εκκαλούσας που αφορούσε την ως άνω ένσταση συμψηφισμού και ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης αφετέρου δε στην εκ του αριθμού 9γ του ιδίου άρθρου πλημμέλεια καθότι άφησε αδίκαστη την ένσταση συμψηφισμού της πρώτης εναγόμενης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας με την οποία προτάθηκε από αυτή προς συμψηφισμό ανταπαίτησή της κατά της ως άνω επιδικασθείσας απαίτησης των 2ου, 4ης, 5ης, 6ης, 9ου, 11η;, 12η;, 18ου και 19ου των εναγόντων- αναιρεσίβλητων.
Συνακόλουθα πρέπει να γίνουν δεκτοί ο ως άνω τέταρτος λόγος της από 1-8-2022 αναίρεσης ως βάσιμος. Κατόπιν αυτών και λόγω της παραδοχής των δεύτερου και τέταρτου αναιρετικών λόγων της από 1-8-2022 αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση α)κατά το μέρος που δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως προς το κεφάλαιο της απαίτησης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής τους βλάβης και β}κατά το μέρος που δεν εξέτασε την παραδεκτά πρωτοδίκως προβληθείσα από την αναιρεσείουσα και επαναφερθείσα ενώπιόν του με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της ένσταση συμψηφισμού, όσον αφορά τους 2ο, 4η, 5η, 6η, 9ο, 11η,12,18ο και 19ο αναιρεσίβλητους και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα ως άνω αναιρούμενα μέρη, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 εδ.
β του ΚΠολΔ). Πρέπει δε, να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 178, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει α)την από 27-7-2022 με αριθ. καταθ. 6163/693/29-7-2022 αίτηση, β) τους από 7-2-2023 με αριθ.καταθ. 33/8-2-2023 με ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους και γ)την από 1-8-2022 με αριθ.καταθ. 6222/703/1-8-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4929/4-8-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κηρύσσει ματαιωθείσα τη συζήτηση της από 27-7-2022 με αριθ. καταθ. 6163/693/29-7-2022 αίτησης αναίρεσης και των από 7-2-2023 με αριθ.καταθ. 33/8-2-2023 πρόσθετων λόγων ως προς τις αναιρεσείουσες Κ. Χ. και Κ. Α. και την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία ΕΛΕΤ ΑΕ.
Διατάσσει το χωρισμό της δίκης της από 27-7-2022 με αριθ. καταθ. 6163/693/29-7-2022 αίτησης αναίρεσης και των από 7-2-2023 με αριθ.καταθ. 33/8-2-2023 πρόσθετων λόγων, ως προς την ως άνω αναιρεσείουσες Κ. Χ. και Κ. Α.
Κηρύσσει ως προς αυτές και τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Γ. Κ. απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά α) την από 27-7-2022 με αριθ. καταθ. 6163/693/29-7-2022 αίτηση αναίρεσης και β) τους από 7-2-2023 με αριθ.καταθ. 33/8-2-2023 πρόσθετους λόγους.
Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσείοντες-ασκούντες πρόσθετους λόγους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του παρισταμένου δεύτερου αναιρεσίβλητου-καθού οι πρόσθετοι λόγοι, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Αναιρεί κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό μέρη την με αριθμό 4929/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλον δικαστή είναι εφικτή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους της από 1-8-2022 αίτησης αναίρεσης, σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ