Supreme Court dismisses appeal due to respondent's absence and procedural inadmissibility of arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a first-instance judgment in a consumer contract dispute. The respondent failed to appear at the hearing or submit a declaration, leading the court to proceed ex officio and rule in absentia. The court rejected the appellant's arguments regarding legal errors and evidence evaluation, deeming them inadmissible because they relied on facts already accepted by the lower court or constituted an unreviewable assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 1 paras. 1, 2, 4 of Law 2251/1994: The Supreme Court may proceed to the hearing in the absence of the respondent if they were summoned lawfully and in advance, and any appeal arguments based on inadmissible evidence evaluation or facts already accepted by the lower court are rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1540 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1540/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Ξάνθου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Λ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-1-2019 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.
Εκδόθηκε η απόφαση 1797/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-12-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε καταφατική δε περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε ούτε και παραστάθηκε δια πληρεξουσίου δικηγόρου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2ΚΠολΔ.
Συνεπώς πρέπει να δικαστεί ερήμην και να χωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν αυτή παρούσα, εφόσον όπως προκύπτει από την 4661Β/8-7-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Ε. Χ., της επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως με κλήση προς συζήτηση για την παρούσα δικάσιμο.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 2 και 4 του ν. 2251/1994 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το ν. 3587 /2007 "1. Τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των καταναλωτών τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. Το Κράτος μεριμνά ιδίως για: α) την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών, β) τα οικονομικά τους συμφέροντα, γ)...., δ) και ε) την πληροφόρηση και την επιμόρφωση τους, ιδιαίτερα των ευπρόσβλητων ομάδων καταναλωτών σε θέματα που αφορούν στην αγορά, στον ανταγωνισμό, στον καταναλωτή, στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και στην προαγωγή της βιώσιμης κατανάλωσης. 3. ... 4.
Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος νόμου νοούνται: α) Καταναλωτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι και: αα) κάθε αποδέκτης διαφημιστικού μηνύματος, ββ) κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του. β) Προμηθευτής, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, κατά την άσκηση της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του, προμηθεύει προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες στον καταναλωτή.
Προμηθευτής νοείται και ο διαφημιζόμενος." Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 8 του ίδιου ως άνω ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 ν. 3587/2007 ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψη του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή.
Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο. 3. Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας. 4. Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας του.
Για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως: α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητας της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν." Επομένως, σύμφωνα με την πρώτη των ανωτέρω διατάξεων καταναλωτής που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες ή κάνει χρήση αυτών, για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (Ολ.ΑΠ13/2015).
Κατά την έννοια δε της δεύτερης των άνω διατάξεων, ως παρέχοντα υπηρεσίες, θεωρούνται και τα εργαστήρια (ινστιτούτα) αισθητικής προσώπου και σώματος, ριζικής αποτρίχωσης, massage κλπ. το νομοθετικό πλαίσιο της ίδρυσης και λειτουργίας των οποίων καθορίζεται από την υπ' αριθ. 3215/03.06.98 ΥΑ(ΦΕΚ Β ? 655/30.06.98) "Προϋποθέσεις εγκατάστασης και λειτουργίας Μονάδων αδυνατίσματος και διαιτολογικών Μονάδων", που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 52 του Ν. 2519/1997 (ήδη τροποποιηθέντος τούτου με το άρθ. 23 ν.3204/2003), τροποποιήθηκε με τις ΥΑ υπ' αριθ.
Α5/4564/12.08.98 (ΦΕΚ Β ?919/26.08.98) και Υ3β/14185/2004 (ΦΕΚΒ ? 246/09.02.2004), και ήδη συμπληρώθηκε με την ΥΑΥ3β/ΟΙΚ/107/17.8-22.8.2007 (ΦΕΚΒ'1698/23.8.2007), τα προσόντα δε και οι προϋποθέσεις εργασίας του προσωπικού τους διέπονται από τις διατάξεις του ν.δ361/1969 σε συνδυασμό με το αρθ. 1 περ. 3 του π.δ83/1989. Τα τελευταία αποτελούν εμπορικές επιχειρήσεις, παρέχουσες κατά τρόπο ανεξάρτητο, στο πλαίσιο της εμπορικής τους δραστηριότητας, υπηρεσίες στο καταναλωτικό κοινό (άνδρες και γυναίκες) που αφορούν τη βελτίωση της εμφάνισης και της φυσικής κατάστασης έναντι οικονομικού αντιτίμου με την εφαρμογή συναφών προγραμμάτων, το δε κοινό στο οποίο απευθύνονται με εκτεταμένες διαφημιστικές υποσχέσεις για την αποτελεσματικότητα των παρεχομένων υπηρεσιών λόγω της ανάδειξης της επιμελημένης εμφάνισης ως συγχρόνου αισθητικού προτύπου και συνώνυμου της υγείας, της επιτυχίας και της ελκυστικότητας, κάνει χρήση των υπηρεσιών αυτών ως τελικός αποδέκτης προσδοκώντας την επίτευξη αντίστοιχου ευεργετικού αποτελέσματος.
Ως εκ των ανωτέρω, εμπίπτουν στη ρύθμιση των οικείων διατάξεων του ν.2251/1994 (ήδη του ν. 3587/2007). Eξ άλλου, ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή", ώστε αυτός να λαμβάνει τεκμηριωμένα την σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.
Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται ιδίως στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, (όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 του ν.3587/2007) που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών" (ΑΠ 865/2017).
Σημειώνεται , ότι η ανάγκη προστασίας των καταναλωτών έναντι των επιχειρήσεων που παρέχουν υπηρεσίες (όπως και των προμηθευτών) είχε επισημανθεί και στο άρθρο 7 του ιδρυτικού νόμου 3297/2004 του Συνήγορου του Καταναλωτή που προέβλεπε την εκπόνηση του Κώδικα Καταναλωτικής Δεοντολογίας, ο οποίος τελικώς κυρώθηκε με το Π.Δ 10/2017, στο δε άρθρο 2 αυτού καθορίζει τη συναλλακτική συμπεριφορά των παρεχόντων υπηρεσίες (ή προϊόντα) στους καταναλωτές, με έμφαση στο δικαίωμα ενημέρωσής τους και στην παροχή κάθε πληροφορίας με ευκρινή και κατανοητό τρόπο σχετικά με την παρεχόμενη υπηρεσία.
Εφόσον συνεπώς συντρέχουν οι ανωτέρω προβλεπόμενες από το άρθρο 8 προϋποθέσεις, ο βλαπτόμενος και υφιστάμενος ζημία καταναλωτής δύναται με αγωγή κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες (η οποία δεν αποκλείει την κοινή αδικοπρακτική ούτε την ενδοσυμβατική ευθύνη κατά τον ΑΚ) να αξιώσει την αποκατάστασή της (ΑΠ 1295/2019, ΑΠ589/2001).
Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες δεν συναρτάται με το πραγματικό περιεχόμενο της υποχρέωσής του, προς αποφυγή των κινδύνων, αλλά με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών, που θεμιτά δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης του στη συγκεκριμένη αγορά υπηρεσιών, δηλαδή με την παραβίαση της υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, που όφειλε κατά το νόμο ή τη σύμβαση ή την καλή πίστη κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και μπορούσε να λάβει μέσα στη σφαίρα επιρροής του, κάτω από ομαλές προβλέψιμες συνθήκες, σε τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες, χρησιμοποιούμενες από τον καταναλωτή, να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, που τελικά είναι το προστατεύσιμο δικαίωμα.
Οι προϋποθέσεις εξάλλου εφαρμογής του άρθρου 8 του ν.2251/1994 ταυτίζονται με τις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης του άρθρου 914 ΑΚ, ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος για αυτοτελή νόμιμο λόγο ευθύνης, αλλά για εξειδικευμένη ρύθμιση αδικοπρακτικής ευθύνης (ΑΠ 1295/2019, ΑΠ 1849/2017), με τη διαφορά ότι με το άρθρο αυτό καθιερώνεται νόθος αντικειμενική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες.
Συγκεκριμένα, το κύριο αποδεικτικό βάρος του ενάγοντος ζημιωθέντος δεν συνίσταται στην απόδειξη υπαιτιότητας του εναγομένου, η οποία τεκμαίρεται, αλλά στην απόδειξη παροχής της υπηρεσίας, της ζημίας και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρέχοντος την υπηρεσία και ζημίας (ΑΠ 1295/2019, ΑΠ 865/2017). Στα πλαίσια αυτά, η ελλιπής προσυμβατική ενημέρωση από τα ινστιτούτα αισθητικής ως προς την πιθανότητα αποτυχίας της προσφερόμενης υπηρεσίας και δη η αποσιώπηση τυχόν αντενδείξεων συμμετοχής στο προτεινόμενο πρόγραμμα με βάση την κατάσταση της υγείας του καταναλωτή και το ληφθέν ιατρικό του ιστορικό σε σχέση με την επίτευξη του προσδοκώμενου αποτελέσματος, ώστε αυτός να έχει την ορθή και αναγκαία πληροφόρηση, προκειμένου να λάβει τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής και να μην παραπλανάται , αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή (παροχή υπηρεσιών), την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζε, θεμελιώνει αγωγή του τελευταίου στις εν λόγω διατάξεις , εφόσον οι χρησιμοποιούμενες από αυτόν υπηρεσίες λόγω ακριβώς της παράλειψης αυτής επιφέρουν βλάβη στα έννομα συμφέροντά του.
Περαιτέρω, το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α` 87/23-7-2015), οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα, ορίζει: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. ...
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος..., 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Oι αμέσως πιο πάνω αναιρετικοί λόγοι απαριθμούνται περιοριστικά, αντιστοιχούν δε προς τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από τους αριθμούς 1, 2, 4, 5, 7, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, δεν ταυτίζονται απολύτως (ΑΠ 894/2018). Ειδικότερα, από το ανωτέρω άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.7/2006).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ.6 προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού είτε δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), είτε τα εκτιθέμενα περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν καλύπτουν όλα τα απαιτούμενα με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου δικαίου στοιχεία (ανεπαρκείς αιτιολογίες), ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ1386/2019).
Η εν λόγω διάταξη, όμως, όμοια με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, δεν έχει εφαρμογή και δεν ιδρύεται ο προβλεπόμενος, από αυτή, αναιρετικός λόγος όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, επομένως, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 6 (ή 559 αριθμ. 19) του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 1690/2018, ΑΠ 1130/2009, ΑΠ 348/2009, ΑΠ 1068/2007, ΑΠ 589/2005, ΑΠ 174/2004, ΑΠ 189/2018).
Η περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων στις υποθέσεις αρμοδιότητας των ειρηνοδικείων και των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων έχει ως συνέπεια ότι δεν ιδρύεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγος αντίστοιχος (μεταξύ άλλων) και εκείνου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 894/2018, ΑΠ 494/2018, ΑΠ 127/2018, ΑΠ 853/2017) .
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 466 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 42 παρ. 1 ν. 3994/2011 (που ισχύει από 25.7.2011), αν το αντικείμενο της μικροδιαφοράς υπάγεται στο Ειρηνοδικείο και αφορά απαιτήσεις, καθώς και δικαιώματα επάνω σε κινητά πράγματα ή τη νομή τους και η αξία τους δεν είναι μεγαλύτερη από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, εφαρμόζονται τα άρθρα 467 έως 472, δηλαδή οι διατάξεις του δέκατου τρίτου κεφαλαίου του ΚΠολΔ με τον τίτλο "Ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές".
Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν, η εκ άρθρου 560 περ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ως λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου με αιτίαση την παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές (ΑΠ1165/2021, ΑΠ 395/2017, AΠ1054/2009, ΑΠ 1309/1984). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με την από 21.1.2019 αγωγή της ισχυρίστηκε τα εξής:
Ότι ούσα 18 χρονών και πάσχουσα από τριχοφυία που την επηρέαζε ψυχολογικά, προσέφυγε στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, η οποία δια των προστηθέντων υπαλλήλων της με παραπλανητικές και ψευδείς διαβεβαιώσεις ότι είχε τη δυνατότητα με τα μηχανήματα και τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε στις θεραπείες που εφάρμοζε να επιτύχει τη μόνιμη και ριζική αποτρίχωση της, αποκρύπτοντάς της ότι οι μέθοδοι που εφάρμοζε δεν ήσαν ικανές να επιφέρουν αποτέλεσμα στο πρόβλημά της.
Ότι πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις αυτές και δυνάμει αντίστοιχης σύμβασης που κατάρτισε με την αναιρεσείουσα στις 18-9-2014 υποβλήθηκε στις συναφείς θεραπείες καταβάλλοντας γι' αυτές το ποσό των 2.214 ευρώ , πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα, αφού δεν επιτεύχθηκε η εξάλειψη του προβλήματός της. Ότι η αναιρεσείουσα της προσέφερε και νέο πρόγραμμα θεραπείας αντί του ποσού των 106 ευρώ μέχρι το Μάρτιο του 2018, οπότε έπαυσε να της προσφέρει τις υπηρεσίες της ισχυριζόμενη ότι η αναιρεσίβλητη έχει ορμονικό πρόβλημα που αντιμετωπίζεται ιατρικά και όχι με τις θεραπείες της.
Ενόψει αυτών, επικαλούμενη η αναιρεσίβλητη ότι η αναιρεσείουσα από υπαιτιότητά της δεν τήρησε την άνω συμβατική της υποχρέωση, αλλά και υπό την επίκληση συρροής αδικοπρακτικής ευθύνης λόγω της παραβίασης εκ μέρους της τελευταίας της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο των συναλλαγών, καθώς και παραβίαση του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, ζήτησε ως αποζημίωση το ποσό που κατά τα ανωτέρω κατέβαλε και συνιστά τη ζημία της καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 500 ευρώ.
Το Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης με την 1797/2019 απόφασή του, που προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και δεν υπόκειται σε έφεση, ενόψει του ότι πρόκειται για υπόθεση μικροδιαφοράς, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα: "... Στις 18-9-2014 η ενάγουσα συμφώνησε με την εναγόμενη να της παράσχει υπηρεσίες ριζικής αποτρίχωσης προκειμένου να αντιμετωπίσει το πρόβλημα τριχοφυϊας που είχε.
Το συνολικό κόστος των υπηρεσιών της εναγομένης συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.214 ευρώ το οποίο και κατέβαλε η ενάγουσα. Η ενάγουσα παρόλο που ακολούθησε πιστά το πρόγραμμα που της όρισε η εναγόμενη δεν είδε βελτίωση στο πρόβλημά της. Στις 11.10.2016 η εναγόμενη παρείχε στην ενάγουσα ένα επί πλέον πρόγραμμα αποτρίχωσης το οποίο όμως και αυτό δεν ικανοποίησε την ενάγουσα.
Τέλος η εναγομένη το Μάρτιο του 2018 απαγόρευσε στην ενάγουσα να πραγματοποιήσει στις εγκαταστάσεις της άλλες θεραπείες υποστηρίζοντας ότι έχει ορμονικό πρόβλημα και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημά της. Αποδείχθηκε όμως ότι η ενάγουσα από την αρχή είχε ενημερώσει την εναγόμενη ότι πάσχει από χρόνια νόσο του υπερθυρεοειδισμού (HASHIMOTO) και πως η εναγόμενη ουδέποτε της είπε για την πιθανή αποτυχία του προγράμματός της στην περίπτωσή της.
Η συμπεριφορά αυτή της εναγόμενης δεν είναι αδικοπρακτική εφόσον δεν υπερέβη τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη, είναι όμως αντισυμβατική καθόσον δεν ενημέρωσε την ενάγουσα για την πιθανότητα αποτυχίας του προγράμματος θεραπείας του προβλήματός της. Τέλος αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 2.214 ευρώ για το πρώτο πρόγραμμα θεραπείας της, ενώ δεν κατέβαλε το ποσό των 106 ευρώ που αφορούσε το δεύτερο πρόγραμμα θεραπείας της που κατάρτισε στις 11-10-2016, εφόσον αυτό ήταν δωρεάν...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο, αφού έκρινε ότι η αγωγή ήταν ορισμένη και νόμιμη κατ' αμφότερες τις συρρέουσες βάσεις της (εκ συμβάσεως και εξ αδικοπραξίας) δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος (κατά την εκ της συμβάσεως έργου ιστορική της βάση) και επιδίκασε ως αποζημίωση τη θετική ζημία που υπέστη από το προμνημονευθέν πταίσμα της αναιρεσείουσας, δηλαδή το καταβληθέν για τις επίμαχες θεραπείες ποσό των 2.214 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοσή της.
Επομένως, καταλήγοντας βάσει των προαναφερόμενων παραδοχών του στο παραπάνω πόρισμά του, το Ειρηνοδικείο, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 8 και 9 του ν.2251/1994 (όπως τροποποιήθηκαν με το άρθ.10 και 12 του ν.3587/2007).
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Ειρηνοδικείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής ή μη των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων των άρθρων 681 ΑΚ και 8, 9 ν.2251/1994 (όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το αρθ. 10, 12ν.3587/2007) που εφάρμοσε και στηρίζουν το αγωγικό αίτημα, έστω κι αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πανηγυρικά, οι οποίες συμπληρώνονται κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ (ΑΠ 745/2019), αφού η παράλειψη του δικαστηρίου να παραθέσει τις διατάξεις που εφαρμόστηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση με βάση το ιστορικό της διαφοράς δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, εφόσον υπό τις προεκτεθείσες ουσιαστικές παραδοχές σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό κατέληξε (ΑΠ 1261/2020).
Έχει δε τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, δηλαδή ότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, με την οποία ανέλαβε να παράσχει στην αναιρεσίβλητη υπηρεσίες ριζικής αποτρίχωσης, δεν την ενημέρωσε, παρά τη γνώση της για την ύπαρξη του ορμονικού της προβλήματος, για την πιθανότητα αποτυχίας της προταθείσας εκ μέρους της και συμφωνηθείσας με την αναιρεσίβλητη υπηρεσίας, και τελικά δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή της από τη σύμβαση από υπαιτιότητα της, με συνέπεια να ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη η αναιρεσίβλητη από την ελλιπή ενημέρωσή της, με τις υποστηρίζουσες την κρίση αυτή παραδοχές ότι :
α) το Σεπτέμβριο του 2014 δυνάμει συμβάσεως που κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη που είχε πρόβλημα τριχοφυϊας συμφώνησε να της παράσχει υπηρεσίες ριζικής αποτρίχωσης αντί του ποσού των 2.214 ευρώ που η τελευταία κατέβαλε, β) παρά την πιστή εφαρμογή του προγράμματος από την αναιρεσίβλητη μέχρι το 2018, που η αναιρεσείουσα αρνήθηκε να της προσφέρει του λοιπού τις υπηρεσίες της με την επίκληση ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει το πρόβλημά της γιατί ήταν ορμονικό, η αναιρεσίβλητη δεν είχε βελτίωση στο πρόβλημα της τριχοφυϊας της, γ) η μη εκπλήρωση της άνω συμβατικής υποχρεώσεως (ριζικής εξάλειψης της τριχοφυίας) οφείλεται σε πταίσμα της αναιρεσείουσας, καθόσον δεν είχε ενημερώσει (προηγουμένως) την αναιρεσίβλητη για την πιθανότητα αποτυχίας του προγράμματος, παρότι η τελευταία εξ αρχής είχε γνωστοποιήσει στην αναιρεσείουσα ότι έπασχε από τη χρόνια νόσο του υπερθυρεοειδισμού (HASHIMOTO), δεχόμενο έτσι το δικαστήριο, κατά τη νοηματική εκτίμηση του όλου περιεχομένου της απόφασης, ότι η αναιρεσείουσα, αν είχε ενημερωθεί για την πιθανότητα αποτυχίας του προγράμματος θεραπείας, δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της ένδικης σύμβασης.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι "το δικαστήριο διέλαβε στις παραδοχές της ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ευθύνης της (αναιρεσείουσας) στη μη επίτευξη αποτελέσματος, δεχόμενο ότι ήταν υπαίτια για τη μη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης, ότι συνεπεία της πάθησής της οι θεραπείες αποτρίχωσης δεν θα απέφεραν μόνιμα αποτελέσματα, δεν αναφέρει πως οδηγήθηκε στο συμπέρασμα περί της ευθύνης της, ούτε μνημονεύει τους όρους της επίμαχης σύμβασης, την εκτέλεση των προβλεπομένων για την περίπτωσή της θεραπειών, την προηγούμενη λήψη του ιατρικού της ιστορικού με την ασθένειά της και ότι δεν της προκάλεσε ουδεμία βλάβη, ενώ ουδεμία αιτιολογία διαλαμβάνει ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ζημίας της αναιρεσίβλητης, το λόγο επιδίκασης αποζημίωσης, πως συνδέεται με την αποτυχία των θεραπειών στις οποίες υποβλήθηκε η αναιρεσίβλητη", καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των άρθρων 690, 298ΑΚ, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση της εφαρμογής του άρθρου 690 ΑΚ.
Πέραν των ανωτέρω είναι απαράδεκτος και διότι υπό την επίφαση της άνω πλημμέλειας, επιχειρεί τη θεμελίωση του άνω λόγου στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ υπό την έννοια της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω επικαλούμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, η προβολή της οποίας εξαιρείται ρητά, εφόσον πρόκειται για μικροδιαφορά, αφετέρου πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, διότι δεν αποτελούν "ζητήματα" οι αιτιολογίες σε σχέση με την επί των αποδείξεων επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας, αφού το δικαστήριο πρέπει να εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τι αποδείχθηκε και τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα.
Επισημαίνεται δε ειδικά ως προς το ζήτημα της επιδικασθείσας στην αναιρεσίβλητη ζημίας, ότι οι ως άνω παραδοχές περί της μη γνωστοποίησης από την αναιρεσείουσα της πιθανότητας αποτυχίας των θεραπειών ριζικής αποτρίχωσης λόγω της ορμονικής πάθησης της αναιρεσίβλητης για την οποία τους είχε (πριν την έναρξη των θεραπειών) ενημερώσει, η οποία πράγματι ήταν ανεπιτυχής, συνδέουν, κατά λογική ακολουθία και χωρίς να απαιτείται σχετική πανηγυρική διατύπωση, την αποτυχία των θεραπειών εκ της ως άνω παράλειψης με το ποσό που κατέβαλε για το υποσχεθέν από την αναιρεσείουσα με τη σύμβαση και μη επιτευχθέν από υπαιτιότητά της αποτέλεσμα, το οποίο και συνιστά αυτονοήτως τη θετική της ζημία (ήτοι την αντίστοιχη μείωση της περιουσίας της) σε συνάφεια με το πταίσμα της αναιρεσείουσας.
Σύμφωνα με το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αρ. 8 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Τούτο διότι το "πραγματικό επιχείρημα", δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί, που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 107/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 701/2008).
Επίσης, ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων, μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 855/2021, ΑΠ 284/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, αφενός ότι: α) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη και δη την ένστασή της περί του ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης δεν περιείχε τα στοιχεία που απαιτεί ο νόμος κατά τα άρθρα 216, 106, 111,117,118 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 690, 297, 298 ΑΚ, ενόψει του ότι δεν διαλαμβάνει σ' αυτή ποιες υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις της από δόλο ή αμέλεια προκάλεσαν ζημία στην ενάγουσα , σε τί συνίσταται η ζημία της, ποια η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας της και των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας, ούτε ο τρόπος υπολογισμού της ζημίας", και β) αφετέρου ότι: "δεν έλαβε υπόψη την ένστασή της περί μη ευθύνης της, ούτε τον ισχυρισμό της ότι στην αγωγή η αναιρεσίβλητη εμφανίζεται ως υγιές άτομο, παρ'ότι από το ιατρικό της ιστορικό που προσκόμισε η αναιρεσείουσα και είχε λάβει πριν τις θεραπείες προκύπτει ότι αυτή πάσχει από ορμονική διαταραχή (υποθυρεοειδισμό) που προκαλεί ανεπιθύμητη τριχοφυία και ότι της επισημάνθηκε πως τα αποτελέσματα των θεραπειών αποτρίχωσης της δεν θα ήταν μόνιμα, όπως και η ίδια γνώριζε, γεγονός που διαβεβαίωσε και η μάρτυράς της".
Ο λόγος αυτός κατά μεν το υπό στοιχείο α) μέρος του είναι απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα, υπό την προσχηματική επίκληση της άνω αναιρετικής πλημμέλειας εκ του αρθ.560 αρ.5 ΚΠολΔ, επιχειρεί τη θεμελίωση του σε λόγο αντίστοιχο του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (αφού η πλημμέλεια αυτή ανάγεται στην αοριστία της αγωγής), ο οποίος όμως δεν ιδρύεται στις υποθέσεις ειρηνοδικείου, όπως η προκείμενη.
Σε κάθε δε περίπτωση, δεν μπορεί να εκτιμηθεί ούτε ως λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι κατά ρητή επιταγή του οικείου άρθρου δεν είναι επιτρεπτή η προβολή του στις μικροδιαφορές όπως η υπό κρίση υπόθεση. Κατά δε το υπό στοιχείο β) μέρος του ο αυτός αναιρετικός λόγος είναι προεχόντως αόριστος, διότι ουδόλως προσδιορίζει το περιεχόμενο της επικαλούμενης ένστασης περί μη ευθύνης της αναιρεσείουσας και τον τρόπο προβολής του στο Ειρηνοδικείο, οι δε αιτιάσεις του περί μη αναφοράς προβλημάτων υγείας της αναιρεσίβλητης στην αγωγή της δεν θεμελιώνουν πλημμέλεια από τον αρ. 5, αλλά συνιστούν επιχείρημα της αναιρεσείουσας στο πλαίσιο απόκρουσης του αποδιδόμενου με την αγωγή πταίσματος, το οποίο μαχητά τεκμαίρεται και η τελευταία φέρει το βάρος απόδειξης της μη ύπαρξής του (ΑΠ 162/2020, 232/2019), ενώ κατά τα λοιπά πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, με τον ίδιο ως άνω, πρώτο, λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση ομοίως για πλημμέλεια εκ του αρ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν με την αγωγή της, και ειδικότερα α) ενώ η αγωγή έχει αίτημα περί αποζημιώσεως λόγω μη εκτελέσεως της συμβάσεως, το Ειρηνοδικείο επιδίκασε την επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα δεν ενημέρωσε την αναιρεσίβλητη για τυχόν αποτυχία των θεραπειών της, ενώ αυτή έπασχε από υποθυρεοειδισμό, και β) ενώ η αναιρεσίβλητη δεν διέλαβε στην αγωγή της δήλωση υπαναχώρησης, η προσβαλλόμενη δέχθηκε, παρ' όλα αυτά, ότι οφείλεται επιστροφή του καταβληθέντος τιμήματος.
Ο λόγος αυτός, κατά το οικείο μέρος, είναι προεχόντως απαράδεκτος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως αναφέρθηκε, το δικαστήριο δεν στήριξε το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στις διατάξεις των άρθρων 689-690 ΑΚ, αλλά στη μη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης πριν την κατάρτιση της σύμβασης, για την πιθανή αποτυχία του συγκεκριμένου προγράμματος, η δε αναιρεσίβλητη επικαλέστηκε ρητά παραβίαση του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, εκθέτοντας, για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης της αγωγής της, και όλα τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων.
Ανεξαρτήτως αυτού, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, είναι απαράδεκτος, διότι υπό την προσχηματική επίκληση της αναιρετικής εκ του αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειας, αφενός επιχειρεί τη θεμελίωσή του στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια της εσφαλμένης εφαρμογής και μη εφαρμογής αντιστοίχως των συναφών κανόνων ουσιαστικού δικαίου (δηλαδή των άρθρων 689, 690 ΑΚ ), η προβολή της οποίας (πλημμέλειας) όμως ρητά εξαιρείται κατά τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, εφόσον η παρούσα υπόθεση συνιστά μικροδιαφορά, αφετέρου πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας .
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί οι αναφερόμενες αιτιάσεις δεν αφορούν σε "πράγματα", κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικά που έγιναν δεκτά ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, αναφορικά με τα επικαλούμενα από την αναιρεσίβλητη, με την ένδικη αγωγή, περί ζημίας της εξ αιτίας της εκτιθέμενης συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η από 12-12-2019 αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττάται λόγω της ερημοδικίας της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2019 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "..." για αναίρεση της με αριθμό 1797/2019 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Σεπτεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ