Supreme Court allows appeal against land ownership decision due to insufficient factual findings on Ottoman-era land status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the government's appeal against a lower court's decision granting land ownership to private parties. The lower court failed to establish whether the disputed land was agricultural or forested before 1915, a critical fact required by the Athens Peace Treaty. Consequently, the Supreme Court found the lower court's reasoning insufficient and remanded the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 § 4 of Law No. 147/1914; Art. 559 § 1, 19 of the Code of Civil Procedure: The court must explicitly determine the pre-1915 status of land as agricultural or forested to apply the Athens Peace Treaty provisions; failure to do so constitutes a procedural error requiring remand.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1540 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1540/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων:
1) Ά. συζ. Ν. Μ., το γένος Α. και Α. Ν., κατοίκου Αθηνών,
2) Ι. Ν. του Α., κατοίκου … Λασιθίου,
οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Τσαντάκη με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05.09.2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 84/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22.04.2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη από 22.04.2019 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα υπ’ αριθμ. 23/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο απέρριψε την από 10.06.2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθμ. 84/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 05.09.2012 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας των αναιρεσιβλήτων. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§1, 566§1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 ΚΠολΔ).
[II] Με το άρθρο 2§4 του ν. 147 της 30.01/01.02.1914, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14.11.1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14.11.1913 περί Ειρήνης, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, ορίστηκε ότι: «Εν ταις χώραις ταις διατελούσαις τέως υπό την άμεσον κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους εισάγεται εν γένει η Ελληνική αστική νομοθεσία.
Διατηρούνται όμως εν ισχύι αι περί γαιών διατάξεις, αι ρυθμίζουσαι τα επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα, των περί τούτων δικαιοπραξιών συντελουμένων εφεξής κατά τους Ελληνικούς νόμους. Κατά τα λοιπά παραμένουν οι εν ταις προσαρτώμενες χώρες προϋπάρχοντες αστικοί νόμοι.». Ο με τον νόμο αυτό περιορισμός της ισχύος του Οθωμανικού «Νόμου περί των γαιών» της 7ης Ραμαζάν 1274 (έτους εγίρας)/1856 «Kanunname-i arazi» (ΟθΝπΓαιών) μόνο στις ρυθμίζουσες τα επ’ αυτών δικαιώματα ιδιωτικής φύσεως, έχει την έννοια του αποκλεισμού των διατάξεων περί των δικαιωμάτων του Οθωμανικού Κράτους επί των δημόσιων γαιών, οι οποίες περιήλθαν πλέον στο Ελληνικό Δημόσιο, μετά την προσάρτηση των νέων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια και, συνακόλουθα, όσον αφορά την Κρήτη, μετά τις 11.05.1915, αφότου η νήσος ενώθηκε με την Ελλάδα.
Εξάλλου, όπως είναι ιστορικά γνωστό, το έτος 1897 η Κρήτη, που κατεχόταν από τις Δυνάμεις, αναγνωρίστηκε αυτόνομη, με την επικυριαρχία του σουλτάνου και σχηματίστηκε Εθνική Κυβέρνηση στην νήσο, κάτω από την υψηλή επιτροπεία του πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδος (1898). Κατά την διάρκεια της ως άνω αυτονομίας της Κρήτης και, συγκεκριμένα στις 23.07.1904, τέθηκε σε ισχύ ο Κρητικός Αστικός Κώδικας (Κρητ.Α.Κ.), η ισχύς του οποίου διατηρήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 2 του προαναφερθέντος ν. 147/1914 και μετά την ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα (11.05.1915) έως την κατάργησή του, η οποία επήλθε, με βάση τα άρθρα 1, 5 αριθμός 3 του ΕισΝΑΚ και 1§1 του ν.δ.
της 7/10.05.1946, στις 22.02.1946, δεδομένου ότι από τις 23.02.1946 τέθηκε σε ισχύ ο Αστικός Κώδικας.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 198, 199 και 202 του εφαρμοστέου στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., Κρητ.Α.Κ. προκύπτει ότι τα κτήματα της επικράτειας διακρίνονται σε δημόσια, τα οποία είναι αναπαλλοτρίωτα, και σε ανήκοντα στην περιουσία του κράτους, τα οποία υπόκεινται σε απαλλοτρίωση, περί των οποίων ρητώς ορίζεται, με το άρθρο 302 του ίδιου Κώδικα, ότι υπόκεινται στους περί χρησικτησίας ορισμούς.
Δημόσια κτήματα είναι μόνο εκείνα, που αναφέρονται στο άρθρο 199 του Κρητ.Α.Κ., και στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα δάση ή οι δασικές εκτάσεις, ενώ, κατά το επόμενο άρθρο 200 του Κρητ.Α.Κ., όλα τα υπόλοιπα ανήκουν στην περιουσία του κράτους και, επομένως, υπάγονται στο περί αυτών νομικό καθεστώς. Εξάλλου, κατά το προϊσχύσαν του Κρητ.Α.Κ., Οθωμανικό δίκαιο ο θεσμός της χρησικτησίας, δεν αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσεως κυριότητας, τόσο για τα ακίνητα καθαρής ιδιοκτησίας (mulk), όσο και για τις δημόσιες γαίες (arazi-i emiriye).
Ειδικότερα, με το άρθρο 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, ρητώς οριζόταν ότι οι δημόσιες γαίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν τα δάση και τα παραπλήσια, ανήκαν στο δημόσιο και παραχωρούνταν από την κυβέρνηση [«άρθρο 3. Δημόσιαι γαίαι εισί τα χωράφια, λειμώνες, χειμάδια, θέρετρα (θεριναί βοσκαί), δάση και παραπλήσια, των οποίων η ιδιοκτησία ανήκει εις το δημόσιον.
Παρεχωρούντο δε παρά της Κυβερνήσεως και εν περιπτώσει πωλήσεως ή διαθεσιμότητος ελαμβάνοντο άλλοτε υπό κατοχήν διά της αδείας και παραχωρήσεως των ιδιοκτητών των τιμαρίων και ζιαμετίων (fiefs militaries), θεωρουμένων ως κυρίων της γης, ή ενίοτε των εκμισθωτών και εισπρακτόρων αυτών. Αλλ' εσχάτως, καταργηθέντος του συστήματος τούτου, μεταβιβάζεται η κατοχή των τη αδεία και παραχωρήσει του ειδικού υπαλλήλου της Υψ.
Πύλης. Εφοδιάζονται δε οι κάτοχοι αυτών με ταπία, φέροντα άνωθι τον Τουγράν του Σουλτάνου. Ταπίον λέγεται το διδόμενον ποσόν απέναντι του δικαιώματος του κατέχειν, και το οποίον εισπράττεται παρά του ειδικού υπαλλήλου δια το δημόσιον» (πηγή: Οθωμανικοί Κώδηκες εκδοθέντες εν Κωνσταντινουπόλει το έτος 1869 υπό Δημητρίου Νικολαΐδου)].
Επομένως, ο χρόνος που διέδραμε στην διάρκεια ισχύος της Οθωμανικής νομοθεσίας δεν υπολογίζεται για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία. Όμως, ο Κρητ.Α.Κ. θέσπισε με τα άρθρα 1356 και 1357 αυτού, που συνιστούν διατάξεις διαχρονικού δικαίου, ειδική ρύθμιση, για τον υπολογισμό του χρόνου ο οποίος διέδραμε πριν από την ισχύ του.
Η πρώτη διάταξη ορίζει ότι ο χρόνος που ορίζεται από το νόμο αυτό για την απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία αρχίζει, αφότου υπήρξαν όλα τα προσόντα, τα οποία απαιτούνται από τον νόμο για την χρησικτησία και ότι, εάν, κατά την έναρξη ισχύος αυτού, είναι συμπληρωμένος ο χρόνος της χρησικτησίας ή υπολείπεται για την συμπλήρωσή του χρονικό διάστημα, που είναι μικρότερο της πενταετίας, η κυριότητα δεν αποκτάται πριν περάσουν πέντε έτη από την ισχύ του νόμου, ενώ η δεύτερη διάταξη ορίζει ότι η, κατά το άρθρο 295 εικοσαετής νομή, η οποία απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, υπολογίζεται από την ημέρα κατά την οποία άρχισε, εάν εξακολουθεί κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (Α.Π. 1706/2018, Α.Π. 555/2016).
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 293 του Κρητ.Α.Κ. «Ο καλή τη πίστει αποκτήσας ακίνητο δυνάμει τίτλου, κατά τους νομίμους τύπους συντεταγμένου και προσηκόντως μεταγεγραμμένου, γίνεται κύριος αυτού δια δεκαετούς συνεχούς νομής από της χρονολογίας της μεταγραφής» και κατά το άρθρο 294 αυτού «Καλή πίστει νομεύς είναι ο αγνοών, ότι απέκτησε το πράγμα παρά μη αληθούς κυρίου.
Επί χρησικτησίας αρκεί η εν αρχή της νομής καλή πίστις».
Περαιτέρω, από μεν τις διατάξεις των άρθρων 299 και 298 του αυτού Κώδικα προκύπτει ότι, επί έκτακτης χρησικτησίας, ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του και επί τακτικής χρησικτησίας ο ειδικός διάδοχος προσμετρά προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας, τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον έχει έγκυρο μεταγεγραμμένο τίτλο και καλή πίστη κατά τη στιγμή της διαδοχής, από δε την διάταξη του άρθρου 302 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι υπόκεινται σε χρησικτησία, μη εξαιρούμενα από αυτή, τα δημόσια κτήματα. Το τελευταίο άρθρο καταργήθηκε σιωπηρώς από το άρθρο 21 του ν. δ. 22.04/16.05.1926 «Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κ.λπ.», με το οποίο εξαιρέθηκαν της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα για το μέλλον, εφόσον έως την ισχύ του δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος χρησικτησίας. Η συμπλήρωση όμως της χρησικτησίας εμποδιζόταν από της ισχύος του ν. ΔΞΗ' (4068)/1912 «Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας» των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, με τα οποία ανεστάλη κάθε προθεσμία και κάθε παραγραφή επί αστικών διαφορών και τα οποία ίσχυσαν στην Κρήτη από τις 11.05.1915.
Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, από το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ ο Κρητ.Α.Κ. (23.07.1904), επί γαιών που είχαν το χαρακτήρα δάσους και αποτελούσαν κτήματα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους και όχι στην αναπαλλοτρίωτη, ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον η χρησικτησία συμπληρωνόταν έως τις 11.05.1915, με συνυπολογισμό, προκειμένου περί έκτακτης χρησικτησίας, έως δεκαπέντε (15) ετών, το πολύ, νομής πριν από τον χρόνο ενάρξεως ισχύος του Κρητ.Α.Κ. (23.07.1904), προκειμένου δε περί τακτικής χρησικτησίας, με συνυπολογισμό έως πέντε (5) ετών, το πολύ, νομής με τα λοιπά αυτής προσόντα (τίτλος, μεταγραφή, καλή πίστη), πριν από το χρόνο ενάρξεως ισχύος του Κρητ.Α.Κ. (Α.Π. 1706/2018, Α.Π. 572/2001).
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 1033 του Α.Κ., για την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για την μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου αποτελεί η ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο εκείνου, ο οποίος συμφώνησε στην μεταβίβασή της (Α.Π. 111/2020, Α.Π. 99/2019, Α.Π. 860/2018).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία απαιτείται στην μεν πρώτη περίπτωση άσκηση νομής με νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, καλή πίστη και πάροδος δεκαετίας στην δε δεύτερη άσκηση νομής επί είκοσι συνεχή έτη, με δυνατότητα του νομέα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να συνυπολογίσει τον δικό του χρόνο χρησικτησίας στον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του.
Άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς επάνω σε αυτό πράξεις με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, ενώ, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για δασική έκταση πράξεις νομής αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου, η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων (Α.Π. 175/2020, Α.Π. 336/2019, Α.Π. 984/2017).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους.
Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως που αφορά ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε αυτό (δικαστήριο της ουσίας) ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 4/2018, Ολ.Α.Π. 6/2017, Α.Π. 148/2020, Α.Π. 50/2020).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσεως, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή, χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (Ολ.Α.Π. 9/2011, Α.Π. 736/2020, Α.Π. 999/2019).
Ειδικότερα, η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, για να μη στερείται από την νόμιμη βάση της, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της, μεταξύ των άλλων στοιχείων της χρησικτησίας αυτής, και τις εμφανείς πράξεις του νομέα ή του αντιπροσώπου του που προσιδιάζουν στην φύση και στον προορισμό του ακινήτου και συνιστούν την άσκηση νομής επ’ αυτού (Α.Π. 485/2014).
Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 εδάφιο α' του ΚΠολΔ μπορεί να εξεταστεί και ως λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, γιατί περιέχει σιωπηρά και παράπονο για έλλειψη νόμιμης βάσεως (Α.Π. 440/2019, Α.Π. 823/2008) ενώ το αυτό ισχύει και αντιστρόφως (Α.Π. 276/2019).
[III] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρο 561§2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε επί λέξει τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσιβλήτων:
«| Τα επίδικα είναι δύο ακίνητα, τα οποία αποτελούν μέρος ευρύτερου ακινήτου συνολικής εκτάσεως 90 στρεμμάτων περίπου, κείμενου στη … Λασιθίου, εκτός σχεδίου πόλης, στην περιοχή ... στις τοποθεσίες ..., ..., .... Το ευρύτερο αυτό ακίνητο τέμνεται σε δύο άνισα τεμάχια από την διερχόμενη μέσω αυτού περιφερειακή οδό Σητείας - Ηρακλείου, συνορεύει δε βόρεια με θάλασσα, νότια με ιδιοκτησία αεροδρομίου Σητείας, ανατολικά με ιδιοκτησία Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου και με ιδιοκτησία κληρονόμων Χ.
Γ. Κ. και δυτικά με χείμαρρο και με ιδιοκτησία των αδελφών Ι. και Γ. Ν. του Ν.. Το ευρύτερο αυτό ακίνητο είχε περιέλθει στους ενάγοντες το έτος 1986 από άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα τους Α. Ν. του Ι., στον οποίο περιήλθε το έτος 1946 με την υπ’ αριθμό …/31-1-1946 δημόσια διαθήκη του πατέρα του Ι. Ν. του Α., παππού των εναγόντων, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Σητείας Γεωργίου Φραγκούλη, δημοσιεύτηκε με το υπ’ αριθμό …/22-5-1946 πρακτικό του Πρωτοδικείου Λασιθίου και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής .../1-9-1947.
Την κληρονομία αποδέχθηκε ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων, πατέρας τους, με την υπ’ αριθμό .../20-4-1959 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Σητείας Ιωάννη Κοτσιφάκη, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο 87 με αριθμό μεταγραφής .../23-4-1959. Στον απώτερο δικαιοπάροχο των εναγόντων Ι.
Ν. του Α., παππού τους, περιήλθε ολόκληρο το ακίνητο το έτος 1927 με αγορά από τον Δ. Κ. του Χ. Γ. με το υπ’ αριθμό …/19-10-1927 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σητείας Γεωργίου Φυντικάκη, που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ... . Στον τελευταίο (Δ.
Κ. του Χ. Γ.) περιήλθε ολόκληρο το ακίνητο το έτος 1923 με δωρεά από τον πατέρα του Χ. Γ. Κ. (δεν προκύπτει πατρώνυμο) με το υπ’ αριθμό .../31-1-1923 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σητείας Εμμανουήλ Αγγελάκη, που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής ... .
Στον τελευταίο (Χ. Γ. Κ.) περιήλθε ολόκληρο το ακίνητο το έτος 1900 με αγορά από τον Χ. Π. ή Α. του Α. με το υπ’ αριθμό .../14-10-1900 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σητείας Γεωργίου Δρακάκη, που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο … με αριθμό μεταγραφής .... Από το έτος 1927 και εφεξής οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, άμεσος (πατέρας τους) και απώτερος (παππούς τους), κατείχαν το επίδικο, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και ασκούσαν σ' αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις και συγκεκριμένα καλλιεργούσαν τα επίπεδα τμήματα του, ενώ χρησιμοποιούσαν ως βοσκότοπους τα επικλινή τμήματα του.
Ειδικότερα, ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Ι. Ν. του Α. από το έτος 1927 κατείχε το ακίνητο με διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο, ασκώντας σ' αυτό με καλή πίστη τις αρμόζουσες διακατοχικές πράξεις, ήτοι σπέρνοντας με δημητριακά τα καλλιεργήσιμα τμήματα του, εκτρέφοντας τα ζώα του στα υπόλοιπα τμήματα του και διασφαλίζοντας τα όρια του.
Στη συνέχεια ο άμεσος δικαιοπάροχος των εναγόντων Α. Ν. του Ι. από το έτος 1946 κατείχε το ακίνητο με διάνοια κυρίου και νόμιμο τίτλο, ασκώντας ομοίως με καλή πίστη σ' αυτό τις αρμόζουσες διακατοχικές πράξεις, ήτοι εκμισθώνοντας σε γεωργούς της περιοχής τα καλλιεργήσιμα τμήματά του για καλλιέργεια δημητριακών με ετήσιο μίσθωμα μέρος από τα παραγόμενα γεωργικά προϊόντα και επίσης εκμισθώνοντας σε κτηνοτρόφους της περιοχής τα υπόλοιπα τμήματά του με ετήσιο μίσθωμα μέρος από τα παραγόμενα κτηνοτροφικά προϊόντα και διασφαλίζοντας τα όριά του, τα οποία μάλιστα καθορίστηκαν ανάμεσα στην ιδιοκτησία του και στην ιδιοκτησία του όμορου από τα ανατολικά Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου, δυνάμει του από 19.11.1976 δηλωτικού, που συντάχθηκε από τον ίδιο και τον ιερέα του ναού αυτού Ε.
Μ.. Έπειτα, από το 1986, που το όλο ακίνητο περιήλθε στους ενάγοντες με άτυπη παραχώρηση από τον πατέρα τους, συνέχισαν οι ίδιοι να κατέχουν αυτό με διάνοια συγκυρίων, ασκώντας με καλή πίστη τις ίδιες διακατοχικές πράξεις, ήτοι εκμισθώνοντας αυτό σε κτηνοτρόφους της περιοχής με ετήσιο μίσθωμα μέρος από τα παραγόμενα κτηνοτροφικά προϊόντα.
Από τη συνεχή και αδιάλειπτη, με διάνοια κυρίου, άσκηση των προαναφερομένων πράξεων συννομής από τους ενάγοντες επί των επίδικων ακινήτων, που αποτελούν αγριάδες με καλλιεργήσιμα τμήματα, χωρίς την εναντίωση κανενός, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, τουλάχιστον από το 1946, κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Ακολούθως, το έτος 2007 έγινε διαχωρισμός από το βόρειο τεμάχιο του όλου ακινήτου ενός τμήματος εκτάσεως 28.845,80 τ.μ., εφαπτόμενου της περιφερειακής οδού Σητείας - Ηρακλείου, σε πέντε μικρότερα άρτια και οικοδομήσιμα ακίνητα (οικοπεδαγρούς), όπως αυτά απεικονίζονται στο προαναφερόμενο από Απριλίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ.
Μ. και του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Β. με τα κεφαλαία γράμματα Α, Β, Γ, Δ και Ε. Από τα τμήματα αυτά τα υπό στοιχεία Β και Δ στο εν λόγω τοπογραφικό διάγραμμα είναι τα επίδικα ακίνητα, στα οποία αμφισβητεί το εναγόμενο, μέσω της Διεύθυνσης Δασών Σητείας, την συγκυριότητα, κατά τα ανωτέρω, των εναγόντων, ισχυριζόμενο ότι αποτελούν δημόσια δασική έκταση και ανήκουν στην ιδιοκτησία του, ώστε δημιουργείται, σε σχέση με τα δύο επίδικα αυτά ακίνητα, σύγχυση και αβεβαιότητα, που δικαιολογεί το έννομο συμφέρον των εναγόντων για την έγερση της ένδικης αγωγής προς αποτροπή της.
Το πρώτο από τα επίδικα ακίνητα, ήτοι το υπό στοιχείο Β, έχει έκταση 5.572,44 τ.μ. και συνορεύει βορειοδυτικά σε πλευρά ΖΗ μήκους 18,22 μ. με ιδιοκτησία των εναγόντων, βορειοανατολικά σε πλευρά ΗΘ μήκους 66,10 μ. με ιδιοκτησία των εναγόντων, ανατολικά σε πλευρές ΘΙ και ΙΚ μήκους 27,66 μ. και 56,22 μ. αντίστοιχα με αγροτική οδό και με ιδιοκτησία των εναγόντων, νοτιοανατολικά σε πλευρά ΚΕ μήκους 57,94 μ.
με την εθνική οδό Σητείας - Ηρακλείου και νοτιοδυτικά σε πλευρά ΕΖ μήκους 111,86 μ. με ιδιοκτησία των εναγόντων. Το δεύτερο από τα επίδικα ακίνητα, ήτοι το υπό στοιχείο Δ, έχει έκταση 5.779,26 τ.μ. και συνορεύει βορειοδυτικά σε πλευρά ΝΡ μήκους 38,51 μ. με αγροτική οδό και με ιδιοκτησία των εναγόντων, βορειοανατολικά σε πλευρές ΡΠ και ΠΟ μήκους 18,19 μ.
και 141,97 μ. αντίστοιχα με ιδιοκτησία των εναγόντων, νοτιοανατολικά σε πλευρά ΟΞ μήκους 46 μ. με την εθνική οδό Σητείας-Ηρακλείου και νοτιοδυτικά σε πλευρά ΞΝ μήκους 129,40 μ. με ιδιοκτησία των εναγόντων. Αμφότερα τα επίδικα αυτά ακίνητα υπάγονται στην προπεριγραφείσα ευρύτερη αγροτική έκταση των 90 στρεμμάτων, σύμφωνα και με την από 16.09.2015 τεχνική έκθεση της τοπογράφου Κ.
Φ., που συντάχθηκε μετά από επιτόπια εφαρμογή των ανωτέρω τίτλων. Ειδικότερα σε σχέση με την αμφισβήτηση της συγκυριότητας των εναγόντων στα δύο επίδικα ακίνητα, Β και Δ, τα οποία και αποτυπώνονται υπό στοιχεία ΕΖΗΘΙΚΕ και ΝΞΟΠΡΝ αντίστοιχα στο προαναφερόμενο από Απριλίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνικού γραφείου Ε.
Β. - Κ. Μ., αποδείχθηκε ότι με την υπ’ αριθμό …/28-1-2009 πράξη χαρακτηρισμού, που εκδόθηκε από την Διεύθυνση Δασών Λασιθίου και έγινε τελεσίδικη την 15.04.2009, χαρακτηρίστηκε η έκταση αυτών ως χορτολιβαδική, κατά την έννοια της παρ. 6β του άρθρου 3 Ν. 998/79 και της παρ. 2 του άρθρου 1 Ν. 3208/2003, η οποία τελεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση της Δασικής Υπηρεσίας.
Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι αυτά παλαιότερα ήταν καλλιεργήσιμα, κατά τα προαναφερόμενα, και περιβάλλονται από αγροτικές εκτάσεις, εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο άρχισε να αμφισβητεί την συγκυριότητα των εναγόντων, αλλά και των δικαιοπαρόχων τους και να προβάλλει δική του κυριότητα στα επίδικα ακίνητα από το έτος 2009 με την έκδοση της επίμαχης πράξης χαρακτηρισμού, ενώ μέχρι τότε αναγνώριζε, σιωπηρώς αλλά και ρητώς, το επ' αυτών δικαίωμα συγκυριότητας των εναγόντων.
Αναφορικά με τον χαρακτήρα των επιδίκων ως αγροτικών ακινήτων δεν μπορεί να οδηγηθεί το Δικαστήριο σε αντίθετο συμπέρασμα από την κατάθεση της μάρτυρα του εναγομένου, υπάλληλο στη Διεύθυνση Δασών Σητείας, η οποία αναφέρει σχετικώς ότι στις αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1970 η συγκεκριμένη έκταση, στην οποία ανήκουν, δεν εμφανίζει ίχνη καλλιέργειας, καθόσον μόνο το στοιχείο αυτό δεν αρκεί για να προσδώσει στα επίδικα ακίνητα δασικό χαρακτήρα.
Αντίθετα είναι σαφής η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, συζύγου της πρώτης από αυτούς, ο οποίος για το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτήρα των επιδίκων αναφέρει ότι η ευρύτερη έκταση είχε δύο χρήσεις και συγκεκριμένα την καλλιεργούσαν με σιτάρι και αρακά και την χρησιμοποιούσαν για εκτροφή ζώων, ότι ο πεθερός του (Α.
Ν. του Ι.), τον οποίο γνώρισε το 1970, οπότε ο αυτός (μάρτυρας) επισκέφθηκε για πρώτη φορά την έκταση αυτή, την έπαιρνε ο ίδιος μέχρι τον πόλεμο, μετά την νοίκιαζε στον Κ. και τον Κ. για καλλιέργεια και για βοσκή των ποιμνίων τους, οι οποίοι του έδιδαν ως αντάλλαγμα σιτάρι και αρακά καθώς και τυρί, γάλα και αρνιά, με μια διακοπή στην περίοδο της Κατοχής και μετά συνέχισαν πάλι.
Επίσης αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο έχει προβεί σε αναγκαστική απαλλοτρίωση, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, διαφόρων τμημάτων του ως άνω ευρύτερου ακινήτου, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό την κυριότητα ιδιωτών στις απαλλοτριούμενες εκτάσεις, ενώ στις σχετικές δίκες, με αντίδικο το Ελληνικό Δημόσιο, οι ενάγοντες έχουν αναγνωρισθεί ως δικαιούχοι της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων τμημάτων.
Συγκεκριμένα, κατά την αναγκαστική απαλλοτρίωση για την διάνοιξη της περιφερειακής οδού Σητείας - Ηρακλείου, η οποία διήλθε μέσα από το ευρύτερο ακίνητο των εναγόντων και το χώρισε σε δύο τεμάχια, κατά τα προεκτεθέντα, οι ενάγοντες στις σχετικές δίκες, στις οποίες εκδόθηκαν η υπ’ αριθμό 533/1994 οριστική απόφαση του Εφετείου Κρήτης και η υπ’ αριθμό 548/1995 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι και αποζημιώθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο.
Εξάλλου, οι ενάγοντες μετά από αγωγή τους κατά των αδελφών Ι. και Γ. Ν., που είναι ξαδέλφια τους και όμοροι από δυτικά ιδιοκτήτες, αναγνωρίστηκαν συγκύριοι ολόκληρου του ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων και των επίδικων τμημάτων αυτού, με την υπ’ αριθμό 516/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο 763 με αριθμό μεταγραφής 105133.
Ακόμη για διάφορα άλλα τμήματα της όλης έκτασης έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις, με τις οποίες αναγνωρίσθηκε η κυριότητα ιδιωτών έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, μεταξύ των άλλων με την υπ’ 107/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που έγινε τελεσίδικη μετά την απόρριψη ως κατ’ ουσία αβάσιμης της κατ' αυτής έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου με την υπ' αριθμό 50/2018 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού αναγνωρίστηκαν συγκύριοι του όμορου από δυτικά ακινήτου τα προαναφερόμενα ξαδέλφια των εναγόντων Ι.
και Γ. Ν. του Ν., οι οποίοι έχουν ως κοινό απώτερο δικαιοπάροχο με τους ενάγοντες τον Ι. Ν. του Α.. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα είχαν το χαρακτήρα δάσους, δασικής εκτάσεως, λειβαδιού ή βοσκότοπου, κατά την έννοια των Β.Δ. της 17/29-11-1836 και 3/15-12-1833, αλλά αποδείχθηκε ότι αυτά παλαιότερα είχαν τη μορφή αγρού.
Ανεξάρτητα όμως από τη μορφή, που είχαν τα επίδικα ακίνητα, αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό Δημόσιο, για το οποίο δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας επί των κειμένων στην Κρήτη δασών, ποτέ δεν άσκησε σε αυτά διακατοχικές πράξεις, σε αντίθεση με τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τους ίδιους. Έτσι, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων με παράγωγο τρόπο, με τα προαναφερόμενα συμβόλαια και τη μεταγραφή τους και με πρωτότυπο τρόπο, με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας και ακολούθως οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι των επίδικων αγροτικών ακινήτων (οικοπεδαγρών) και η συγκυριότητά τους ουδέποτε καταλύθηκε μέχρι σήμερα.
Επομένως, το δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η κυριότητα των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων, μεταβιβάσθηκε στη συνέχεια νομοτύπως στους λοιπούς δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τελικά στους ίδιους, βάσει των πιο πάνω αναφερόμενων μεταγεγραμμένων κτητικών τίτλων και λοιπών προσόντων. Περαιτέρω, τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά των εναγόντων σε έκαστο από τα επίδικα ακίνητα διαμορφώθηκαν σε 51% για την πρώτη και σε 49% για τον δεύτερο των εναγόντων.
Τα συγκεκριμένα μερίδια των εναγόντων προέκυψαν από δωρεά εξ αδιαιρέτου ποσοστών συγκυριότητας μεταξύ τους με τα υπ’ αριθμούς ... και .../22-6-2007 δωρητήρια συμβόλαια της συμβολαιογράφου Σητείας Ειρήνης Γρηγορίου, που έχουν μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών Υποθηκοφυλακείου Σητείας στον τόμο … με αριθμούς ...
και ... αντίστοιχα. Έκτοτε οι ενάγοντες εκμισθώνουν τα επίδικα ακίνητα με τα υπ’ αριθμούς ... και .../22-6-2007 μισθωτήρια συμβόλαια της ίδιας ανωτέρω συμβολαιογράφου, που έχουν μεταγραφεί στα ίδια ανωτέρω βιβλία και στον ίδιο τόμο με αριθμούς μεταγραφής ... και ... αντίστοιχα, στην επιχείρηση Σ. Μ. Μονοπρόσωπη ΕΠΕ για εγκατάσταση φωτοβολταϊκών με εικοσαετή διάρκεια μισθώσεως.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με όμοιες, κατά κύριο λόγο, προς τις ανωτέρω, παραδοχές, έκρινε ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούσαν ανέκαθεν γεωργική έκταση, που ανήκε κατά κυριότητα στους άμεσους και απώτερους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και στη συνέχεια έγιναν συγκύριοι οι ίδιοι σ' αυτά και απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας, με τον οποίο υποστηρίζει ότι τα επίδικα ακίνητα ως χορτολιβαδικά, που δεν είχαν αναγνωριστεί νόμιμα ως ιδιωτικά, περιήλθαν στην κυριότητα του, ως διαδόχου του Οθωμανικού Κράτους με βάση τη συνθήκη ειρήνης μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται ο πρωτοδίκως προβαλλόμενος αυτός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επίσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους επαναφέρονται οι επίσης πρωτοδίκως προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, με τους οποίους υποστηρίζει ότι δεν αποδεικνύεται η άσκηση νομής από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους στα επίδικα ακίνητα με τις απαιτούμενες δηλωτικές εξουσιάσεως αυτών υλικές και εμφανείς πράξεις, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων δεν έγινε ποτέ κύριος, υπό τα ισχύοντα στην Κρήτη, με πρωτότυπο τρόπο στην ευρύτερη έκταση των 90.000 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα ακίνητα, αφού δεν είχε συμπληρωθεί τριακονταετής χρησικτησία και επίσης ότι τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονται στους επικαλούμενους από τους ενάγοντες κτητικούς τίτλους.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν δασική έκταση και περιήλθαν κατά κυριότητα σ' αυτό κατά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα ως διαδόχου του Οθωμανικού κράτους, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν δασική έκταση, λόγω του χαρακτηρισμού τους με την προαναφερόμενη τελεσίδικη πράξη της Διεύθυνσης Δασών Λασιθίου, ως δημόσιας χορτολιβαδικής έκτασης, μόνη η επίκληση και απόδειξη από το εναγόμενο της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης, δεν αρκεί να θεμελιώσει το δικαίωμα κυριότητας του επ' αυτής, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί, αλλά και υπό την παραδοχή αυτή, πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει το Ελληνικό Δημόσιο ότι η επίδικη έκταση περιήλθε στην κυριότητα του με έναν από τους τρόπους κτήσης κυριότητας, που προβλέπεται από τον Κρητικό Αστικό Κώδικα ή τον Αστικό Κώδικα ή από ειδικούς νόμους, δεν απέδειξε όμως στην ερευνώμενη υπόθεση το εναγόμενο, με την προσαγωγή οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου, τον τρόπο κτήσης της επικαλούμενης κυριότητας του επί των επίδικων ακινήτων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ομοίως δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, επομένως ο σχετικός λόγος έφεσης, με τον οποίο επαναφέρεται ο πρωτοδίκως προβαλλόμενος αυτός ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και κατ’ ακολουθία πρέπει η έφεση να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσία αβάσιμη [...]|».
[IV] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) Ελληνικού Δημοσίου, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) στα επίδικα ακίνητα παραβίασε ευθέως τις προμνησθείσες διατάξεις του άρθρου 2§4 του ν. 147 της 30.01/01.02.1914, που εκδόθηκε σε εφαρμογή της με τον ν. ΔΣΙΓ' (4213) της 14/14.11.1913 κυρωθείσας Συνθήκης των Αθηνών της 1/14.11.1913 περί Ειρήνης, μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, του άρθρου 3 του νόμου περί γαιών της 7ης Ραμαζάν 1274/1856, του ν. ΔΞΗ' (4068)/1912 «Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας» και των σε εφαρμογή αυτού (άρθρο 1) εκδοθέντων διαταγμάτων, του 21 του ν. δ. 22.04/16.05.1926 «Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ» , των άρθρων 1356 και 1357 του Κρητ.Α.Κ. και του άρθρου 51 Εισ.Ν.Α.Κ. .
Ειδικότερα, το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, ενώ δεν συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα του χρόνου συμπληρώσεως της επικαλούμενης από τους αναιρεσίβλητους χρησικτησίας για την κτήση εκ μέρους τους του δικαιώματος κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων.
Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον το αναιρεσείον (εναγόμενο) Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε με σχετικούς ισχυρισμούς περιεχόμενους στις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που, επιπλέον, διατυπώθηκαν και ως λόγοι της εφέσεώς του, τόσο την φύση και την μορφή του όλου αρχικού ακινήτου, από την κατάτμηση του οποίου προέρχονται τα επίδικα τμήματα, την οποία προσδιόρισε ως δασική και όχι αγροτική, όσο και την κυριότητα του απώτατου δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) Χ.
Π. ή Α. του Α. κατά το έτος της αρχικής μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, ήτοι το έτος 1900, απαιτείτο για τη θεμελίωση της βάσης της αγωγής και η απόδειξη της συμπλήρωσης της αναφερόμενης χρησικτησίας μέχρι τις 11.05.1915, με το συνυπολογισμό κατά τα άνω της νομής πριν την έναρξη ισχύος του Κρητ.Α.Κ. (23.07.1904). Παρά ταύτα όμως το Εφετείο, δηλαδή παρά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος (εκκαλούντος) Ελληνικού Δημοσίου ότι επρόκειτο περί γαιών που είχαν τον χαρακτήρα δάσους και αποτελούσαν ακίνητα ανήκοντα στην απαλλοτριωτή περιουσία του Κράτους, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και συγκεκριμένα οι προαναφερόμενες διατάξεις, δεχόμενο για την θεμελίωση του πιο πάνω δικαιώματος κυριότητας των αναιρεσιβλήτων την άσκηση νομής εκ μέρους τους και πριν από αυτούς των δικαιοπαρόχων τους από το έτος 1927 και μεταγενέστερα κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην απόφαση αυτή δεν περιλαμβάνονται παραδοχές για την μορφή και τον χαρακτήρα των επίδικων ακινήτων πριν από το ως άνω χρονικό σημείο (11.05.1915), αλλά αναφέρεται μόνο ότι αυτά ήσαν καλλιεργήσιμα παλαιότερα, χωρίς άλλο ειδικότερα χρονικό προσδιορισμό τούτου.
Έτσι, το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, εσφαλμένα δέχτηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας περιπτώσεως στον λόγο της μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων. Εξάλλου, το Εφετείο, με τις ως άνω παραδοχές του, κατά την κατάστρωση της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού, παραβίασε και εκ πλαγίου τις ως άνω διατάξεις και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, περιλαμβάνοντας σε αυτόν ασαφείς, ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενόψει του ότι ουδέν διαλαμβάνει για την άσκηση πράξεων νομής επί των επιδίκων ακινήτων για τον χρόνο από τις 11.05.1915 και προγενέστερα έως την συμπλήρωση του ως άνω απαιτούμενου χρόνου για την κτήση της κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, περιοριζόμενο στην αναφορά πράξεων νομής από το έτος 1927 και μεταγενέστερα, ενώ επίσης δεν διαλαμβάνει παραδοχή ότι το όλο ακίνητο πριν από τις 11.05.1915 και για χρονικό διάστημα δεκαπέντε ετών (δηλαδή από το έτος 1900) είχε την μορφή αγρού και όχι δάσους ή, σε κάθε περίπτωση, ήταν ανέκαθεν αγρός. Ενόψει τούτων δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερόμενων στην μείζονα σκέψη ουσιαστικών διατάξεων.
Επομένως, πρέπει ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ ως και ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
[V] Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580§3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσείοντος), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 ΚΠολΔ, 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 23/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθορίζει δε το ποσό τους σε τριακόσια ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ