Legislator Case Law & Legislation
1540/2019 AI generated

Supreme Court partially allows appeal applying new lighter penalty law to witness perjury case.

Case Number 1540/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a second-instance judgment convicting the defendant for witness perjury and defamation. The court found the appeal admissible and noted that a new Penal Code came into force on July 1, 2019, which imposed a lighter sentence for the specific crime of witness perjury. Consequently, the court applied this new, more lenient law ex officio and remanded the case for a new sentencing hearing while dismissing the rest of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 2 and 511 of the Penal Code; Article 522 of the Code of Criminal Procedure: When a new Penal Code enters into force after a second-instance judgment but before the Supreme Court's decision, and it prescribes a lighter penalty for the same offense, the Supreme Court must apply it ex officio and remand the case for new sentencing.

Keywords

AI generated
witness perjury new penal code lighter penalty ex officio application remand for sentencing Supreme Court partial appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 2 of the Penal Code
Article 511 of the Code of Criminal Procedure
Article 522 of the Code of Criminal Procedure
Article 224 §§ 1 and 2 of the Penal Code
Article 363-362 of the Penal Code
Law 4619/2019
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1540 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1540/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Λ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Βιολέττα Κριτσιλή, για αναίρεση της υπ'αριθ.496, 553/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1)Μ. Λ. - Κ. του Τ., 2)Β. Κ. του Π. και 3)Τ. Κ. του Π., κατοίκων ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Πρασιανάκη.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9-1-2019 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 73/2019.

Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη υπ' αριθμόν 2/2019 από 9-1-2019 αίτηση της Α. Λ. του Α. κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 553/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημµελημάτων Πειραιώς, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3 εδ.α του ΚΠΔ, βιβλίο, στις 31-12-2018, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με δήλωση της αναιρεσείουσας στο Γραμματέα του Εφετείου Πειραιώς για την οποία συντάχθηκε έκθεση, κατά το άρθρο 473 §1 ΚΠΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.

Από τη διάταξη του άρθρου 224 §§ 1 και 2 του ΠΚ, κατά την οποία: "1. Όποιος ως διάδικος σε πολιτική δίκη δίνει εν γνώσει του ψευδή όρκο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια", προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, απαιτείται:

α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέτασή του αρχής, β) τα πραγματικά περιστατικά που αυτός κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι είχε γνώση των αληθινών, αλλά σκόπιμα τα απέκρυψε ή αρνήθηκε να τα καταθέσει.

Η ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα γεγονότα που κατέθεσε, θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό, όταν αυτό είναι αντίθετο όχι μόνο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα, που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή πληροφορήθηκε από διηγήσεις τρίτων και, ως εκ τούτου, γνώριζε.

Προϋπόθεση για την τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα περιστατικά που κατατέθηκαν πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, δηλαδή, σε συγκεκριμένα και ειδικώς προσδιορισμένα κατά το χρόνο και τον τόπο και αναγόμενα στο παρελθόν ή το παρόν συμβάντα ή καταστάσεις, που έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προ-κειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής ή σε άλλα περιστατικά που συνδέονται αναπόσπαστα με τα γεγονότα αυτά, χωρίς να έχει οποιαδήποτε σημασία αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης και ανεξάρτητα από το αν επηρέασαν ή όχι το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη υπόθεση.

Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ακόμη ότι η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίδεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του συγκεκριμένου εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, ενώ ως αρμόδια αρχή θεωρείται εκείνη ενώπιον της οποίας είναι δυνατόν, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση προσώπου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση διαφοράς.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 362 εδ.α' του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή. Στην περίπτωση δε που το ως άνω γεγονός είναι ψευδές, κατά τη διάταξη του άρθρου 363 εδ.

α' του ΠΚ και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, απαιτείται αντικειμενικώς μεν, ισχυρισμός ή διάδοση από το δράστη για κάποιον άλλον ενώπιον τρίτου, ψευδούς γεγονότος, το οποίο θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου, υποκειμενικώς δε άμεσος δόλος, ο οποίος σύμφωνα με τη γενική διάταξη του άρθρου 27§2 εδ.α' του ΠΚ, περιλαμβάνει, αφενός μεν τη γνώση του δράστη, με την έννοια της πλήρους βεβαιότητας, ότι το γεγονός αυτό είναι ψευδές και μπορεί να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του άλλου και αφετέρου, τη θέληση αυτού να ισχυριστεί ή διαδώσει ενώπιον τρίτου το γεγονός αυτό.

Η ύπαρξη δε του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26§1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27§1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, τα οποία κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης, δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες της τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, ενώ, όταν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), όπως συμβαίνει, κατά τα προαναφερόμενα, στην περίπτωση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω "σκοπού" (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), τότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στα στοιχεία αυτά.

Υπάρχει, όμως, αιτιολογία του δόλου, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ίδιου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η σχετική γνώση του, χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση αυτή, περιστατικών.

Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης, από τα άρθρα 93§3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τις νομικές σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός αυτών κατά το είδος τους και δεν απαιτείται η αναλυτική τους παράθεση ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου.

Όταν δε στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί και τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα. Επιπρόσθετα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης αιτιάσεις, που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το Δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, αφού στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση και το πρόσχημα της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πειραιά, δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 553/2018 απόφασή του, κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα για τις αξιόποινες πράξεις ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και της επέβαλε συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και εννέα (9) μηνών την οποίαν ανέστειλε επί τριετία.

Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από το αιτιολογικό της, σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων (χωρίς όρκο καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, αναγνωσθέντα έγγραφα στα οποία περιλαμβάνονται και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και απολογία της κατηγορουμένης), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 11-8-2014 απεβίωσε στον ….

ο Π. Κ., σύζυγος της πρώτης πολιτικώς ενάγουσας Μ. Λ. - Κ. και πατέρας των λοιπών πολιτικώς εναγόντων Β. Κ. και Τ. Κ.. Εκτός των ως άνω τέκνων τους, ο αποβιώσας με την πρώτη πολιτικώς ενάγουσα είχαν αποκτήσει και έτερο τέκνο τον Α. Κ., ο οποίος απεβίωσε στις 14-8-2011, σε ηλικία 36 ετών, εξαιτίας μιας σπάνιας νευρολογικής νόσου, μετά από μακρά νοσηλεία στη νευρολογική κλινική -του Γ.Ν….. "...".

Ο Π. Κ. υπήρξε αυταρχικός και καταπιεστικός πατέρας, ο οποίος συμπεριφερόταν χωρίς τρυφερότητα στα παιδιά του. Τα πειθαρχούσε με σκληρότητα, επεδείκνυε συχνά βίαιη συμπεριφορά απέναντι τους και είχε επιβάλει ένα κλίμα φόβου στην καθημερινότητά τους. Την ίδια σκληρή συμπεριφορά επεδείκνυε τόσο κατά την τρυφερή παιδική ηλικία των τέκνων τους, όσο και κατά τα έτη εκπαίδευσής τους, αρχικά στη ...

Σχολή και εν συνεχεία όταν οι δύο γιοί του, δηλαδή ο Α. και ο Τ., μετέβησαν σε Πανεπιστήμιο της ... για να σπουδάσουν ιατρική. Λόγω της συμπεριφοράς του αποβιώσαντος οι σχέσεις των πολιτικώς εναγόντων μαζί του είχαν σοβαρά διαταραχθεί. Μόλις τα τέκνα τους απέκτησαν ελάχιστη οικονομική ανεξαρτησία, μετακόμισαν άμεσα από την οικογενειακή στέγη, επιθυμώντας να απομακρυνθούν από τον πατέρα τους.

Ο τελευταίος με την με αριθμό ….60/27-3-2013 δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Λ. Κ. - Ζ. και δημοσιεύθηκε νόμιμα, αποκλήρωσε τους πολιτικώς ενάγοντες, σύζυγο και τέκνα του, νόμιμους μεριδούχους, μη υπαρχόντων άλλων εξ αδιαθέτου κληρονόμων και εγκατέστησε κληρονόμους του τον μεν, ήδη αποβιώσαντα στις 14-8-2013 γιό του Α.

Κ. στην επικαρπία του συνόλου της περιουσίας του, τη δε Ιερά Μητρόπολη …., μοναδική κληρονόμο, σε περίπτωση θανάτου του επικαρπωτή υιού του, στα υπάρχοντα κατά το χρόνο του θανάτου του περιουσιακά στοιχεία, των οποίων ήταν εν ζωή μοναδικός κύριος ή συγκύριος, ενώ ουδέν κατέλιπε στους πολιτικώς ενάγοντες.

Οι αναφερόμενοι στην προαναφερόμενη διαθήκη λόγοι αποκλήρωσης τους συνίστανται, κατά τους ισχυρισμούς του διαθέτη, στην εκ προθέσεως σωματική βλάβη στον διαθέτη από τον πολιτικώς ενάγοντα γιό του Τ. Κ., καθώς και στην προσβλητική, απειλητική και σκαιά συμπεριφορά αυτού προς τον διαθέτη, στην απαξιωτική, προσβλητική και εξυβριστική συμπεριφορά της πολιτικώς ενάγουσας Β.

Κ. και τέλος, στην απαξιωτική συμπεριφορά της πολιτικώς ενάγουσας Μ. Κ., νόμιμης συζύγου του, η οποία (κατά τα αναφερόμενα στη διαθήκη) τον εγκατέλειψε τον Μάϊο του 2011 και επέφερε έτσι από αποκλειστική υπαιτιότητά της ισχυρό κλονισμό στο γάμο τους, με αποτέλεσμα ο διαθέτης να καταθέσει αγωγή διαζυγίου, η οποία δεν συζητήθηκε λόγω κατάργησης της δίκης αιτία θανάτου του τότε ενάγοντος.

Με την από 3-3-2015 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, κατά της Ιεράς Μητρόπολης …., οι τελευταίοι ζήτησαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω δημόσιας διαθήκης, να αναγνωρισθεί το κληρονομικό τους δικαίωμα κατά το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους καθενός εξ αυτών, να υποχρεωθεί η εναγομένη Ιερά Μητρόπολη ...

να αποδώσει στους ενάγοντες (ήδη πολιτικώς ενάγοντες) το ποσοστό της νόμιμης μοίρας τους και σε περίπτωση άρνησης της εναγομένης να τους αποδώσει τα προαναφερόμενα ποσοστά να διαταχθεί η αποβολή της από την κληρονομιαία περιουσία κατά τα ποσοστά νόμιμης μοίρας των εναγόντων. Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου στις 15-5-2015 εξετάσθηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο, κατά πρόταση της εναγομένης Ιεράς Μητρόπολης ..., η κατηγορούμενη Α.

Λ., πρώτη εξαδέλφη του διαθέτη Π. Κ., και κατέθεσε ενόρκως ότι: το σπίτι στο οποίο διέμεναν ο διαθέτης Π. Κ. με τη σύζυγο του Μ. Κ. και τα τρία τέκνα τους Τ., Β. και Α., το έτος 2011, ήταν ένας σκουπιδότοπος από κουτιά, χαρτόκουτα και διάφορα αντικείμενα που μάζευε η σύζυγος από το δρόμο και τα συσσώρευε μέσα στο σπίτι, το οποίο ήταν τελείως παραμελημένο, ότι ομοίως η οικία της Β.

και του Α., μαζί με την οποία διέμενε μετέπειτα ο τελευταίος ήταν απαράδεκτη, ότι ο διαθέτης υπήρξε ένας στοργικός και μειλίχιος πατέρας που αγαπούσε πολύ και φρόντιζε τον υιό του Α., στον οποίο δεν δημιούργησε ποτέ προβλήματα, ότι και ο Α. αγαπούσε πολύ τον πατέρα του, ότι ως πατέρας ξόδεψε πολλά χρήματα, περίπου 90 εκ.

δραχμές προκειμένου να σπουδάσουν τα τέκνα του στη ….., ότι οι εγκαλούντες πιθανότατα πάσχουν από ψυχικό νόσημα, γεγονός το οποίο είχε διαπιστωθεί και από τον ίδιο το διαθέτη, ο οποίος επισήμανε στη σύζυγο του ότι χρήζει ιατρικής βοήθειας, πλην όμως η ίδια δεν το δεχόταν και επηρέαζε και τα παιδιά αρνητικά.

Ότι, περαιτέρω, η σύζυγος και ο υιός του διαθέτη Τ., τον επισκέφθηκαν στο σπίτι του και εκεί άρχισαν να τον καθυβρίζουν χυδαία και να τον απειλούν ότι θα τον σκοτώσουν αν τολμήσει να ξαναπατήσει στον Α. και να τον ενοχλήσει, ότι θα του κόψουν τα πόδια, θα εξαφανίσουν τον Α. ώστε να μην τον δει ποτέ, ότι στη συνέχεια δημιουργήθηκε κάποιο επεισόδιο και ο Τ.ς τον βούτηξε από το πουκάμισο και τον έσερνε σε όλο το σπίτι, προκαλώντας του μώλωπες, που και η ίδια τους είδε, ενώ η σύζυγός του παρότρυνε τον ανωτέρω με τα λόγια "σκότωσέ τον, τον παλιόγερο μόνο πρόσεχε μην πας φυλακή".

Ότι ο Τ. Κ., κατά τη συζήτηση της αιτήσεως διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη για τον Α. Κ., κατόπιν αιτήσεως του ίδιου του διαθέτη να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης του ως άνω υιού του, μέσα στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ενώπιον όλων των παραγόντων της δίκης, απεύθυνε προς αυτόν (πατέρα του) την φράση "θα σε αυτώσω κι εσένα και τη μάνα που σε γέννησε, κάποια στιγμή θα σε σκοτώσω...".

Ότι ο Τ. Κ. δεν προσκάλεσε τον πατέρα του στο τραπέζι του γάμου του, ενώ είχε λάβει από αυτόν 40.000 ευρώ για να φτιάξει κοστούμι. Όλα τα ανωτέρω κατατεθέντα από την κατηγορουμένη γεγονότα ήταν ψευδή, καθώς, όπως αποδείχθηκε, ειδικότερα, από τα αναγωσθέντα έγγραφα, σε συνδυασμό και με τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα Σ.

Κ., οι οποίες κρίνονται ιδιαίτερα πειστικές, και για το λόγο τούτο, δεν δύνανται να αντικρουσθούν από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα Σ. Κ. και την απολογία της κατηγορουμένης, οι οποίες δεν ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά μέσα, η αλήθεια είναι ότι η οικογενειακή οικία των ανωτέρω δεν υπήρξε ποτέ σκουπιδότοπος και παραμελημένη, χωρίς την τήρηση κανόνων υγιεινής και καθαριότητας, η όποια δε ακαταστασία προέκυψε μετά την αποχώρηση της Μ.

Κ. το 2011 από τη συζυγική στέγη, οπότε και ο Π. Κ., κλείνοντας το ιατρείο του, μετέφερε και εναπόθεσε στην οικία του όλο τον εξοπλισμό αυτού, την επίπλωση και τα λοιπά κινητά πράγματά του, όπως καθαρή και τακτοποιημένη ήταν και η οικία που αυτή (Μ. Κ.) διέμενε με τον υιό της Α. (βλ. τις προσκομιζόμενες από τους πολιτικώς ενάγοντες φωτογραφίες), ότι οι εγκαλούντες ουδέποτε απείλησαν, εξύβρισαν και προκάλεσαν σωματικές βλάβες στο σύζυγο και πατέρα τους Π.

Κ., ότι κανένας απ' αυτούς δεν έπασχε από ψυχική νόσο, ούτε δε και ο ήδη αποβιώσας Α. Κ., η ασθένεια του οποίου δεν σχετιζόταν με ψυχικό νόσημα*αι ο οποίος δεν επιθυμούσε να έχει επαφή με τον πατέρα του, διότι θεωρούσε ότι του είχε κάνει μεγάλο κακό, ενώ διαβιούσε με δική του βούληση και θέληση με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του, τα οποία τον φρόντιζαν και του συμπαραστέκονταν με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο στη σοβαρή του ασθένεια, μέσα σε ένα απόλυτα κατάλληλο περιβάλλον.

Και τα τρία παιδιά του διαθέτη είχαν ακριβώς την ίδια σχέση με τον πατέρα τους, καταθέτοντας δε τα δύο εξ αυτών στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, περιέγραψαν με μελανά χρώματα την παιδική τους ηλικία, την τραυματική επίδραση της στάσης του πατέρα τους στη ψυχοσύνθεση τους και την συνεπεία αυτής απόσταση και συναισθηματική στην ουσία αποξένωση που επήλθε στις σχέσεις τους με τον πατέρα τους.

Η σχέση του διαθέτη με τα παιδιά του, όπως αυτή καθορίστηκε από την παιδική ακόμα ηλικία τους, ήταν η αιτία για την οποία ο γιός του Α. Κ., όταν νόσησε σοβαρά και διαγνώστηκε με ανίατη ασθένεια, δεν θέλησε να αναφέρει τίποτε στον πατέρα του, μην επιθυμώντας να τον καταστήσει κοινωνό της περιπέτειας της υγείας του.

Εξάλλου, ο διαθέτης δεν ξόδεψε υπερβολικά ποσά για τις σπουδές των τέκνων τους, αντιθέτως τα ποσά που καταβλήθηκαν προέρχονταν από εισοδήματα της περιουσίας της συζύγου του, κυρίως από εκμίσθωση ακινήτων, τα οποία διαχειριζόταν ο διαθέτης. Αληθές επίσης είναι ότι στο γάμο του γιού του Τ. είχε κληθεί ο διαθέτης, αλλά ο ίδιος επέλεξε να παραβρεθεί μόνο στην εκκλησία και όχι στο τραπέζι του γάμου, αν και κλήθηκε ειδικά να παραβρεθεί και σ' αυτό και ότι ουδέν ποσό είχε δώσει στο γιό του για το γάμο ή για άλλη αιτία (να φτιάξει κουστούμι).

Η κατηγορούμενη τελούσε εν γνώσει του ψεύδους των κατατεθέντων απ' αυτήν πραγματικών περιστατικών, λόγω της στενής συγγενικής της σχέσης με τον αποβιώσαντα Π. Κ., με τον οποίο ετύγχαναν ξαδέρφια, ενώ , όπως κατέθεσαν οι δύο τελευταίοι των πολιτικώς εναγόντων, ανίψια της, η ίδια είχε παρευρεθεί ενώπιον αρκετών σκηνών βίας που διαδραματίζονταν με τον πατέρα τους, σε βάρος των ίδιων.

Εξάλλου, τα όσα ψευδή γεγονότα, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατέθεσε εν γνώσει της η κατηγορούμενη, εξεταζόμενη ως μάρτυρας, έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των πολιτικώς εναγόντων ενώπιον όλων των παραγόντων της δίκης, των παρευρισκομένων στο ακροατήριο, καθόσον οι πολιτικώς ενάγοντες εμφανίζονταν ως ανάξιοι να κληρονομήσουν το διαθέτη, λόγω της περιγραφόμενης από την κατηγορουμένη επιλήψιμης και τις περισσότερες φορές ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς τους απέναντι στο σύζυγο και πατέρα τους.

Η ίδια δε, ως δικηγόρος, γνώριζε τη βαρύτητα των όσων κατέθετε, καθώς και τις νομικές τους συνέπειες. Πρέπει να σημειωθεί εξάλλου, ότι με την υπ' αριθμ. 1871/2016 απόφαση του δικάσαντος ως άνω Δικαστηρίου, n αγωγή των πολιτικώς εναγόντων έγινε δεκτή αναγνωρίσθηκαν ως ανίσχυρες οι διατάξεις περί αποκληρώσεως των τελευταίων, που περιέχονταν στην προαναφερόμενη δημόσια διαθήκη, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της διαθήκης κατά το μέρος που θίγει τη νόμιμη μοίρα των πολιτικώς εναγόντων και αναγνωρίσθηκε ότι οι τελευταίοι συντρέχουν ως κληρονόμοι σε ολόκληρη την κινητή και ακίνητη περιουσία του κληρονομουμένου Π.

Κ., κατά ποσοστό 1/8 η πρώτη πολιτικώς ενάγουσα, κατά ποσοστό 3/16 η δεύτερη και 3/16 ο τρίτος, υποχρεώθηκε δε η εναγόμενη Ιερά Μητρόπολη ... να τους αποδώσει το ποσοστό της κληρονομιαίας περιουσίας που αναλογεί στη νόμιμη μοίρα καθενός εξ αυτών. Επομένως, στοιχειοθετούνται τόσο αντικειμενικά όσο και υποκειμενικά οι αποδιδόμενες στην κατηγορουμένη αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης (και όχι της δυσφήμησης, όπως επικουρικά ζήτησε η συνήγορος της κατηγορουμένης) και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, κατά τα διαλαμβανόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Ακολούθως το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε ένοχη την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα των παραπάνω αξιόποινων πράξεων, κατά τα αναγραφόμενα κατά λέξη στο διατακτικό της, ότι: " Α) Ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Ειδικότερα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εξεταζόμενη ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση αγωγής αναγνώρισης ακυρότητας δημόσιας διαθήκης των εγκαλούντων Μ.

Λ. Κ., Τ. Κ. και Β. Κ., σε βάρος της Ιεράς Μητρόπολης ..., ότι το σπίτι στο οποίο διέμεναν ο διαθέτης Π. Κ. με τη σύζυγο του Μ. Κ. και τα τρία τέκνα τους Τ., Β. και Α., το οποίο η ίδια επισκέφθηκε το έτος 2011, ήταν ένας σκουπιδότοπος από κουτιά, χαρτόκουτα και διάφορα αντικείμενα που μάζευε η σύζυγος από το δρόμο και τα συσσώρευε μέσα στο σπίτι τελείως παραμελημένο, ότι ομοίως η οικία της Β.

και του Α., μαζί με την οποία διέμενε μετέπειτα ο τελευταίος ήταν απαράδεκτη, σε άθλια κατάσταση, ότι ο διαθέτης υπήρξε ένας στοργικός και μειλίχιος πατέρας που αγαπούσε πολύ και φρόντιζε τον υιό του Α., στον οποίο δεν δημιούργησε ποτέ προβλήματα, ότι και ο Α. αγαπούσε πολύ τον πατέρα του ότι ως πατέρας ξόδεψε πολλά χρήματα, περίπου 90 εκ.

δραχμές, προκειμένου να σπουδάσουν τα τέκνα του στη ..., ότι οι εγκαλούντες πιθανότατα πάσχουν από κάποιο ψυχικό νόσημα, γεγονός το οποίο είχε διαπιστωθεί και από τον ίδιο τον διαθέτη, ο οποίος επισήμανε στη σύζυγο του ότι χρήζει ιατρικής βοήθειας, πλην όμως η ίδια δεν το δεχόταν και επηρέαζε και τα παιδιά αρνητικά.

Ότι, περαιτέρω, η σύζυγος και ο υιός του διαθέτη Τ.ς, τον επισκέφθηκαν στο σπίτι του και εκεί άρχισαν να τον καθυβρίζουν χυδαία και να τον απειλούν ότι θα τον σκοτώσουν αν τολμήσει να ξαναπατήσει στον Α. και να τον ενοχλήσει, ότι θα του κόψουν τα πόδια, θα εξαφανίσουν τον Α. ώστε να μην τον δει ποτέ, ότι στη συνέχεια δημιουργήθηκε κάποιο επεισόδιο και ο Τ.

τον βουτάει από το πουκάμισο και τον έσερνε σε όλο το σπίτι, προκαλώντας του μώλωπες, που και η ίδια τους είδε, ενώ η σύζυγος του παρότρυνε τον ανωτέρω με τα λόγια "σκότωσέ τον, τον παλιόγερο μόνο πρόσεχε μην πας φυλακή". Ότι ο Τ. Κ., κατά τη συζήτηση της αιτήσεως διορισμού δικαστικού συμπαραστάτη για τον Α.

Κ., κατόπιν αιτήσεως του ίδιου του διαθέτη να διοριστεί δικαστικός συμπαραστάτης του ως άνω υιού του, μέσα στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ενώπιον όλων των παραγόντων της δίκης, απεύθυνε προς αυτόν (πατέρα του) την φράση "θα σε αυτώσω κι εσένα και τη μάνα που σε γέννησε, κάποια στιγμή θα σε σκοτώσω...".

Ότι ο Τ. Κ. δεν προσκάλεσε τον πατέρα του στο τραπέζι του γάμου του, ενώ είχε λάβει από αυτόν 40.000 ευρώ για να φτιάξει κοστούμι. Όλα τα ανωτέρω κατέθεσε η κατηγορουμένη, ενώ γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και πως τα αληθή επ' αυτών είναι ότι η οικογενειακή οικία των ανωτέρω δεν υπήρξε ποτέ σκουπιδότοπος και παραμελημένη, χωρίς την τήρηση κανόνων υγιεινής και καθαριότητας, ότι οι εγκαλούντες ουδέποτε απείλησαν, εξύβρισαν και προκάλεσαν σωματικές βλάβες στον διαθέτη Π.

Κ., ότι κανένας από αυτούς έπασχε από ψυχική νόσο, ούτε και ο ήδη εκλιπών Α. Κ., η ασθένεια του οποίου δεν σχετίζονταν με ψυχικό νόσημα και ο οποίος δεν επιθυμούσε να έχει επαφή με τον πατέρα του, διότι θεωρούσε ότι του είχε κάνει μεγάλο κακό, ενώ διαβιούσε με δική του βούληση και θέληση με τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του, τα οποία τον φρόντιζαν και του συμπαραστέκονταν με τον πλέον ενδεδειγμένο τρόπο για τη σοβαρή του ασθένεια, μέσα σε ένα απόλυτα κατάλληλο περιβάλλον, ότι ουδέποτε ο Π.

Κ. ξόδεψε υπερβολικά ποσά για τις σπουδές των τέκνων του, ότι στο γάμο του υιού του Τ. είχε κληθεί ο πατέρας του, ο οποίος επέλεξε να μην παραβρεθεί και ουδέν ποσό του είχε δώσει για αυτήν ή για άλλη αιτία και ότι εν γένει ο Π. Κ. υπήρξε αυταρχικός και καταπιεστικός πατέρας, που συμπεριφερόταν χωρίς τρυφερότητα και βίαια στα παιδιά του, υιοθετώντας μειωτική και απαξιωτική συμπεριφορά απέναντι τους, τα οποία τελικώς αποξενώθηκαν συναισθηματικά από αυτόν, εξαιτίας της σκληρής σε βάρος τους συμπεριφοράς του, ήδη από την παιδικής τους ηλικία, και όχι εξαιτίας της αρνητικής επιρροής της μητέρας τους σε βάρος του διαθέτη.

Β) Στον ίδιο ως άνω τόπο και χρόνο, ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλον ψευδή γεγονότα, που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του, ενώ γνώριζε ότι αυτά ήταν ψευδή. Συγκεκριμένα, τα όσα εν γνώσει της ψευδή ισχυρίσθηκε στην από 15-5-2015 ένορκη κατάθεση της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εξεταζόμενη ως μάρτυρας κατά την εκδίκαση αγωγής αναγνώρισης ακυρότητας δημόσιας διαθήκης των εγκαλούντων Μ.

Λ. Κ., Τ. Κ. και Β. Κ., σε βάρος της Ιεράς Μητρόπολης ..., τα οποία αναλυτικώς εκτίθενται στην υπό στοιχείο Α) κατηγορία, έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των ως άνω εγκαλούντων ενώπιον όλων των παραγόντων της δίκης, των παρευρισκόμενων στο ακροατήριο, καθόσον οι εγκαλούντες εμφανίζονταν ως ανάξιοι να κληρονομήσουν τον διαθέτη, λόγω της περιγραφόμενης από την κατηγορουμένη επιλήψιμης και τις περισσότερες φορές ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς τους απέναντι στο σύζυγο και πατέρα τους. " Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν και συγκροτούν την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή αυτών (περιστατικών) στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 16,17,18, 26§1α', 27, 51, 53, 56, 79, 224§§ 1 και 2, 227 και 363 - 362 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε αυτές, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, ούτε το πόρισμα της απόφασης, ως συνδυασμός αιτιολογικού και διατακτικού, είναι ασαφές, αντιφατικό ή με λογικά κενά που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και το διατακτικό της, που επιτρεπτά αλληλοσυμπληρώνονται, παρατίθενται κατά το είδος τους τα αποδεικτικά μέσα τα οποία λήφθηκαν υπόψη και από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας η αναλυτική παράθεσή τους, ή η ειδικότερη αναφορά σχετικά με ποιά συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα εκτιθέμενα ως αποδειχθέντα προκύπτουν ξεχωριστά από κάθε αποδεικτικό μέσο, ούτε και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ενώ το γεγονός ότι αναφέρεται στην η υπ' αριθμ. 1871/2016 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή αγωγή των εγκαλούντων για ακυρότητα δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος συζύγου και πατέρα τους, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και δεν αξιολογήθηκαν όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Οι λοιπές, σχετικές με τα αποδεικτικά μέσα αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που αναφέρονται σε διαφορετικά αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, διότι κατά την άποψή της από αυτά συνάγονται διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες, αφού συνιστούν αμφισβήτηση των εις βάρος αυτής (αναιρεσείουσας) ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της και με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση εκτίθενται με επάρκεια και πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα. Συγκεκριμένα, ως προς το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα εκτίθενται :α) τα ψευδή περιστατικά τα οποία κατέθεσε η αναιρεσείουσα, β) ο τόπος και ο χρόνος κατά τους οποίους ενήργησε και η αρχή ενώπιον της οποίας κατέθεσε, γ) τα αληθή περιστατικά τα οποία γνώριζε η ίδια προσωπικά και δ) η πρόθεσή της να καταθέσει ενόρκως αυτά τα οποία κατέθεσε, γνωρίζοντας ότι ήσαν ψευδή.

Όσο δε αφορά την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση: α)ποια ήσαν τα αληθή πραγματικά περιστατικά τα οποία η ίδια η αναιρεσείουσα προσωπικά γνώριζε, σε αντίθεση με τα συγκεκριμένα ψευδή και προσβλητικά της τιμής των εγκαλούντων πολιτικώς εναγόντων που εκείνη κατέθεσε, β)ο τόπος και ο χρόνος κατά τους οποίους ενήργησε, δ)η πρόθεσή της να μειώσει την τιμή και την υπόληψη των προαναφερομένων προσώπων.

Τέλος, ειδική και εμπεριστατωμένη είναι και η αιτιολογία που αφορά στη θεμελίωση του άμεσου δόλου της αναιρεσείουσας, ως προς το ανωτέρω έγκλημα, αφού από τη συλλογιστική του σκεπτικού, το οποίο μαζί με το διατακτικό συνθέτουν την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναμφίβολα προκύπτει ότι οι συναπτόμενοι με τα ψευδή γεγονότα ισχυρισμοί της, στηρίζονται στην προσωπική αντίληψη της ίδιας την αναλήθεια των οποίων γνώριζε λόγω της συγγένειάς της με το διαθέτη (εξαδέλφη του) και της συναναστροφής της με αυτόν, αλλά και με τους πολιτικώς ενάγοντες.

Κατά συνέπεια, οι προβαλλόμενοι, από το άρθρο 510§1 στοιχ. Δ' και Ε'του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των δια-τάξεων των άρθρων 224§§1 και 2 και 363-362 του ΠΚ είναι αβάσιμοι και, επομένως, πρέπει να απορριφθούν.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 2§1 του ΠΚ, με την οποία ορίζεται ότι "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις", προκύπτει ότι καθιερώνεται με αυτήν η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, προδήλως δε είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή, με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.

Εξάλλου, από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 511 εδ.γ', 514 εδ.β' και 518§1 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης τεθεί σε ισχύ νέος νόμος ο οποίος απειλεί μικρότερη ποινή για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο.

Στην κρινόμενη υπόθεση η αναιρεσείουσα, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, καταδικάστηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμόν 553/2018 απόφασή του, για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης και της επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και εννέα (9) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 224 §§1και 2 (για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα) και 363-362 (για την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης) του ισχύοντος μέχρι 1-7-2019 ΠΚ.

Πλην, όμως, μετά τη θέση εν ισχύ από την προαναφερθείσα ημεροχρονολογία του νέου ΠΚ, με το Ν. 4619/2019, για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για την οποία ο ισχύων κατά το χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ΠΚ απειλούσε ποινή φυλάκισης, τουλάχιστον ενός έτους, ενώ ο ισχύων από 1-7-2019 νέος Ποινικός Κώδικας για την συγκεκριμένη πράξη απειλεί ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή και συνεπώς πρόκειται για επιεικέστερη διάταξη έναντι εκείνης του καταργηθέντος ΠΚ ως προς την απειλούμενη ποινή.

Ενόψει τούτων, αφού μετά τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ίσχυσε η ως άνω επιεικέστερη διάταξη του νέου ΠΚ και αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά τα προαναφερόμενα, κρίθηκε παραδεκτή, ως νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκηθείσα και ως περιέχουσα ορισμένους και παραδεκτούς λόγους, συντρέχει νόμιμη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 ΠΚ και 511 ΚΠΔ, αυτεπάγγελτης εφαρμογής από τον Άρειο Πάγο της ως άνω επιεικέστερης διάταξης του νέου ΠΚ, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-7-2019 και σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνον ως προς τις διατάξεις της περί τυχόν νέας επιμέτρησης της ποινής και τυχόν καθορισμού νέας συνολικής ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές εάν αυτό είναι δυνατόν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠΔ και ν'απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 553/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημµελημάτων Πειραιώς, μόνο κατά τις διατάξεις της περί τυχόν νέας επιμέτρησης της ποινής για την πράξη της ψευδορκίας και καθορισμού συνολικής ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της, για νέα συζήτηση για τυχόν νέα επιμέτρηση ποινών και συνολικής ποινής στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο αν είναι δυνατόν από τους ίδιους δικαστές που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπ' αριθμ. 2/2019 από 9-1-2019 αίτηση της Α. Λ. του Α., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της υπ' αριθμόν 553/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημµελημάτων Πειραιώς.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουλίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Οκτωβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ