1540/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ι. Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σ. Τ., για να αποφανθεί για την αυτεπάγγελτη διόρθωση της 183/2018 απόφασης του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την 153/2018 πράξη του Προέδρου του εν λόγω Τμήματος:
Legislator headnote
AI generated1540/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, το οποίο, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν, από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της απόφασης, περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την εξέδωσε, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1540 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1540/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ι. Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Σ. Τ., για να αποφανθεί για την αυτεπάγγελτη διόρθωση της 183/2018 απόφασης του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την 153/2018 πράξη του Προέδρου του εν λόγω Τμήματος:
Των αναιρεσειόντων: α) Ε. Ι. Λ., κατοίκου ... και β) Χ. Ι. Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. συζ. Π. Μ., το γένος Γ. Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε.
Των προς τους η κοινοποίηση: α) Ε. Χ. Λ., κατοίκου ... και β) ..., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Κατά τη συζήτηση της παραπάνω πράξης, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι δεν παραστάθηκαν.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Λάμπρος Καρέλος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, το οποίο, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν, από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της απόφασης, περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο, που την εξέδωσε, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται αναλογικά για τη διόρθωση και των πρακτικών, προκύπτει, ότι, αντικείμενο διόρθωσης δεν αποτελούν διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων και που αίρονται μόνο με την άσκηση ενδίκων μέσων, αλλά ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισφρέουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης.
Τα σφάλματα αυτά πρέπει να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το κείμενο της απόφασης και των στοιχείων που ορίζουν το περιεχόμενό της ή από τα πρακτικά ή από τις προτάσεις ή τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία. Εξάλλου, από την ίδια διάταξη προκύπτει, ότι επιτρεπτή διόρθωση της απόφασης, που μπορεί να αφορά οποιοδήποτε τμήμα της, άρα και το διατακτικό της, χωρίς να παραβιάζονται οι αρχές του δεδικασμένου, υφίσταται, όταν, τα σφάλματα που πρέπει να διορθωθούν, οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που έχουν διατυπωθεί, αρκεί η μεν παραδρομή, στην οποία οφείλονται τα λάθη, να προκύπτει από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της, η δε διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης ή να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της (ΑΠ 283/17).
Επίσης, από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης με εκείνες των άρθρων 317 παρ. 3 και 318 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, στην περίπτωση της αυτεπάγγελτης διόρθωσης, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο για τη συζήτηση, κατά την οποία καλούνται, πριν από οκτώ (8) τουλάχιστον ημέρες, με επιμέλεια της γραμματείας του δικαστηρίου, όλοι οι διάδικοι, που αναφέρονται στην απόφαση που πρόκειται να διορθωθεί, αν δε αυτοί δεν εμφανισθούν κατά τη συζήτηση, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, εφόσον, όμως, έχουν κλητευθεί νόμιμα.
Εν προκειμένω, από τις εκθέσεις επίδοσης από 15-6-2018 δύο (2) του αρχιφύλακα του ΑΤ ... Σ. Ζ. προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Ε. Ι. Λ. και την αναιρεσίβλητη Ε. σύζ. Π. Μ., το γένος Γ. Β., από 2-7-2018 του υπαρχιφύλακα του ΑΤ ... Ι. Κ. και από 19-6-2018 της αρχιφύλακος του ΑΤ ... Ζ. Α. προς τους Ε. Χ. Λ. και Β. Χ. Λ., αντίστοιχα, προς τους οποίους κοινοποιείται η από 25.5.2017 κλήση του πρώτου αναιρεσείοντος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ. Ι. Λ., προκύπτει, ότι οι ανωτέρω κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για συζήτηση της 153/2018 πράξης του Προέδρου του Τμήματος αυτού, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19/9/2018), για διόρθωση της 183/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, καθόσον ακριβές αντίγραφο της πράξης αυτής, με την πράξη ορισμού της ανωτέρω ημεροχρονολογίας για τη συζήτησή της και της από 11-6-2018 κλήσης της Γραμματέως του Τμήματος τούτου, να παραστούν στην παραπάνω συζήτηση, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στους ανωτέρω. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, η συζήτηση θα προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες.
Με την παραπάνω 153/2018 πράξη ζητείται η διόρθωση της ανωτέρω 183/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, ως προς τα αναφερόμενα λάθη, που, από παραδρομή, έχουν παραλειφθεί ή αναγραφεί στα αναφερόμενα τμήματά της. Η αίτηση είναι νόμιμη, σύμφωνα με το άρθρο 315 ΚΠολΔ, παραδεκτά δε φέρεται για συζήτηση στο Δικαστήριο τούτο, αφού αυτό εξέδωσε την ανωτέρω απόφαση. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί και στην ουσία, ερήμην των διαδίκων, αφού αυτοί, κατά τα προεκτεθέντα, έχουν κληθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: Επί της από 14-6-2013 αίτησης του ανωτέρω Ε. Ι. Λ. και του αδελφού του Χ. κατά της παραπάνω Ε. Μ., για αναίρεση της 5/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., εκδόθηκε η 923/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αυτής, λόγω μη κλήτευσης από τον αναιρεσείοντα Ε. Λ., που επέσπευσε τη συζήτησή της, του άλλου αναιρεσείοντα αδελφού του Χ., που δεν είχε παραστεί σ' αυτή, εξαιτίας της αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ τούτων, αφού επρόκειτο για αγωγή αποβολής από την οιονεί νομή πραγματικής δουλείας διόδου και, συνεπώς, για αδιαίρετο δικαίωμα. Στη συνέχεια, με την από 25-5-2017 κλήση του ανωτέρω Ε. Λ. κατά της αναιρεσίβλητης Ε. Μ., επαναφέρθηκε η υπόθεση για συζήτηση. Η κλήση αυτή, λόγω θανάτου στις 14-2-2015 του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ. Λ., κοινοποιείται και στους ανωτέρω Ε. Χ. Λ. και Β. Χ. Λ., προκειμένου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του θανόντος, να επαναλάβουν την παραπάνω δίκη. Η υπόθεση συζητήθηκε, εξαιτίας της κλήσης αυτής, με επίσπευση του καλούντος Ε. Λ., την 1-11-2017 και εξεδόθη η 183/2018 απόφαση του Τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, με την οποία έγιναν δεκτά τα εξής: "
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σ. Τ., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Α. καλούντος: Ε. Λ. του Ι., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ε. Μ.. Β. Χ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος Ε. Μ., δήλωσε ότι ο Χ. Λ. απεβίωσε στις 14-2-2015 και συνεχίζουν τη δίκη οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Ε. Λ. του Χ., κάτοικος Ά. Β. Ε. και Β. Λ. του Χ., κάτοικος ..., οι οποίοι εκπροσωπούνται από την ίδια. Της αναιρεσίβλητης-καθης η κλήση: Ε. συζ. Π. Μ., το γένος Γ. Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και του Κ. Λ.. του Ι., που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αυλωναρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2006, 19/2008 μη οριστικές, 32/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 14/6/2013 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 923/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Με την από 25-5-2017 κλήση του, ο 1ος αναιρεσείων επανέφερε την υπόθεση για συζήτηση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 20/1/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος, Εισηγητή Αρεοπαγίτη Ερωτόκριτου Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
. Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης ο δεύτερος των αναιρεσειόντων, Χ. Λ., απεβίωσε την 14-2-2015 δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε από τους Ε. Λ. και Β. Λ., μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίοι με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, που έγινε ακροατήριο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο και καταχωρήθηκε στα πρακτικά της συνεδρίασης αυτής, γνωστοποίησαν στην αναιρεσίβλητη το γεγονός του θανάτου του προαναφερομένου καθολικού δικαιοπαρόχου τους και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη.
Ο θάνατος του τελευταίου και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή, αποδεικνύονται από το προσκομιζόμενο απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου αυτού, το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης και το πιστοποιητικά του αρμόδιου γραμματέα περί μη αποποίησης της κληρονομίας και μη δημοσίευσης διαθήκης αυτού, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (261 Κ.Πολ.Δ.) Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 975, 996, 984, 987, 996 και 1118 ΑΚ προκύπτει ότι η οιονεί νομή δηλαδή η με διάνοια δικαιούχου ασκούμενη φυσική εξουσία σε ξένο πράγμα ως προς ορισμένες μόνο χρησιμότητες αυτού, δύναται να αποκτηθεί και πρωτότυπα, ανεξάρτητα από τη βούληση του νομέα, αφότου συνυπάρξουν τα στοιχεία της οιονεί νομής δηλαδή η φυσική εξουσίαση και η βούληση του αποκτώντος ότι νέμεται το πράγμα με διάνοια δικαιούχου, προκειμένου δε ειδικώς περί πραγματικής δουλείας, όπως είναι και η δουλεία διόδου, η οιονεί νομή αποκτάται πρωτότυπα αφότου ο οιονεί νομέας άρχισε να χρησιμοποιεί τη δίοδο με διάνοια δικαιούχου πραγματικής δουλείας διόδου.
Σε περίπτωση δε προσβολής της οιονεί νομής από τρίτον, ο οιονεί νομέας έχει τις περί νομής αγωγές περί αποβολής ή διαταράξεως, στοιχεία των οποίων είναι κατά νόμο για το ορισμένο αυτών, αν η οιονεί νομή αποκτήθηκε πρωτότυπα η φυσική εξουσία επί του πράγματος, που ασκείται με διάνοια πραγματικής δουλείας διόδου και η προσβολή αυτής από τον εναγόμενο.
Περαιτέρω τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΟλΑΠ8/2005).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 1β Κ.Πολ.Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε αυτόν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, που για να είναι ορισμένος, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, έστω και αυτεπάγγελτα για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Ι. Λ. δυνάμει του υπ' αριθ. ..57/1969 συμβολαίου του συμβολαιογράφου.....
νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε στον πρώτο των εκκαλούντων - εναγόντων, με δωρεά, τμήμα του μεγαλύτερου ακινήτου του, ευρισκόμενο στη θέση "..." του οικισμού και νυν Δ.Δ. Οκτωνιάς του Δήμου Αυλώνος Ευβοίας και δη το δυτικό τμήμα αυτού, το οποίο περιείχε οικία, εμβαδού 50 τ.μ., το οποίο δυτικώς συνορεύει με κοινοτικό δρόμο.
Με το αυτό συμβόλαιο ο δωρητής Ι.ς Λ. συνέστησε πραγματική δουλεία διόδου, κρατώντας το δικαίωμα να διέρχεται ελεύθερα από το δωρηθέν ακίνητο προς εξυπηρέτηση της υπόλοιπης ιδιοκτησίας του, η οποία εκτεινόταν ανατολικά. Το ακίνητο αυτό εν συνεχεία μεταβιβάστηκε από τον πρώτο εκκαλούντα - ενάγοντα στον γιο του κατά ψιλή κυριότητα.....παρακρατώντας εφ' όρου ζωής το δικαίωμα επικαρπίας επ' αυτού για τον εαυτό του αλλά και για τη σύζυγο του, υπέρ της οποίας συνέστησε δικαίωμα επικαρπίας.....Στη συνέχεια ο αρχικός δωρητής (Ι.
Λ.) δυνάμει του υπ' αριθ. ..28/1973 συμβόλαιο, νομίμως μεταγεγραμμένου, μεταβίβασε λόγω δωρεάς ένα ακόμη τμήμα του ως άνω ευρύτερου ακινήτου στον έτερο υιό του, δεύτερο των εναγόντων, εντός του οποίου περιεχόταν μια ημιτελής κατοικία.....στην ίδια ως άνω θέση. Το εν λόγω ακίνητο, το οποίο συνορεύει Ανατολικά με την ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων της εφεσίβλητης, ο αυτός εκκαλών μεταβίβασε δια του υπ' αριθ. ..28/1976 συμβολαίου, νομίμως μεταγεγραμμένου, στον Ε.
Λ. και στη σύζυγό του. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, ο πατέρας των εκκαλούντων - εναγόντων μεταβίβασε στον έτερο υιό του Κ. Λ., δυνάμει του υπ' αριθ. ..29/1973 συμβολαίου, νομίμως μεταγεγραμμένου, ένα τρίτο τμήμα του ευρύτερου ακινήτου του, δια δωρεάς και δη ένα τμήμα, επιφανείας 150 τ.μ., ενώ εν τέλει μεταβίβασε δυνάμει του υπ' αριθ. ..680/1986 συμβολαίου παροχής γονέα σε τέκνο του, νομίμως μεταγεγραμμένου, στην κόρη του, Δ.
Λ., μεταξύ άλλων, ένα ακόμη τμήμα του ευρύτερου ακινήτου του, επιφανείας 56,51 τ.μ., το οποίο εν συνεχεία η τελευταία μεταβίβασε στον Χ. Λ. (δεύτερο των εκκαλούντων - εναγόντων) δια του υπ' αριθ. 5399/1986 συμβολαίου.....Επισημαίνεται στο σημείο αυτό, ότι ο ως άνω απώτερος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων - εναγόντων, πατέρας τους, κατά τις γενόμενες μεταβιβάσεις των τμημάτων του ακινήτου του στα τέκνα του, φρόντισε και δημιούργησε μεταξύ των προαναφερόμενων τμημάτων δρόμους, προκειμένου να επικοινωνούν αυτά μεταξύ τους αλλά και με τον δημοτικό δρόμο, ο οποίος ευρίσκεται προς δυτικά.....
Ειδικότερα δια του υπ' αριθ. 6157/1969 συμβολαίου, προσαγομένου με επίκληση, δημιουργήθηκε δρόμος από το ακίνητου του Ε. Λ., ώστε το υπόλοιπο ακίνητο του να επικοινωνεί με τον δυτικά διερχόμενο δημοτικά δρόμο καθώς αυτό (όπως δημιουργήθηκε) δεν είχε οποιαδήποτε διέξοδο σε οδό. Ομοίως δια του υπ' αριθ. 7628/1973 προσαγομένου με επίκληση ως άνω συμβολαίου, δημιουργείται στο τμήμα, που μεταβιβάζεται στον Χ.
Λ., δρόμος από τη νότια πλευρά του και με τα αυτά όρια, προκειμένου αυτό να έχει διέξοδο (δίοδο) σε οδό, εν συνεχεία δε το ακίνητο (δηλαδή με τον δρόμο του) μεταβιβάζεται από τον τελευταίο στον) Ε. Λ.. Ακόμη δυνάμει του υπ' αριθ. 7629/1973 συμβολαίου, δια του οποίου μεταβιβάζεται τμήμα στον Κ. Λ., δημιουργείται δρόμος από τη βόρεια πλευρά του ενώ δυνάμει του υπ' αριθ. 30680/1985, επίσης προσαγομένου με επίκληση συμβολαίου, προς τη θυγατέρα του Δ., δημιουργείται δρόμος στη νότια πλευρά του.
Εξ άλλου, όπως αποδείχθηκε, δυνάμει του συμβολαίου του, νομίμως μεταγεγραμμένου, ο Ε. Λ. δώρισε στον Χ. Λ. μια λωρίδα εδάφους από το αρχικό ακίνητο, που περιήλθε σε αυτόν, προκειμένου το ακίνητο αυτού (Χ. Λ.) να επικοινωνεί με τον δρόμο δυτικά......Από όλα αυτά τα συμβόλαια, τα οποία προσάγονται με επίκληση αποδεικνύεται, ότι τόσο το αρχικό ευρύτερο ακίνητο του δικαιοπαρόχου πατέρα των εκκαλούντων, όσο και τα δικά τους τμήματα (αλλά και των αδελφών τους) επικοινωνούσαν με τους επί μέρους δρόμους, που άφησε ο δικαιοπάροχος τους, με την δημοτική οδό, η οποία κείται δυτικά ως προς τις ιδιοκτησίες τους.
Προσέτι αποδείχθηκε, Ότι η εφεσίβλητη είναι κυρία, νομέας και κάτοχος ομόρου και κειμένου βορειοδυτικά της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων ακινήτου, εκτάσεως..... το οποίο συνορεύει, μεταξύ άλλων, Νότια με ακίνητο, ιδιοκτησίας σήμερα Γ. Α. Κ.. Σημειώνεται, ότι τα ακίνητα των διαδίκων και του ως άνω Γ. Κ. αποτελούσαν ένα ενιαίο ακίνητο, το οποίο κατά το έτος 1931 ήταν διανεμημένο σε δύο τμήματα, που ανήκαν το μεν ανατολικό στον Σ.
Β. Σ., απώτερο δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης και του Γ. Κ., το δε δυτικό στον αδελφό του Ι. Β. Σ., απώτερο δικαιοπάροχο των εκκαλούντων και άμεσο δικαιοπάροχο του πατέρα τους. Εξ άλλου, όπως αποδεικνύεται το ανατολικό τμήμα του ως άνω ευρύτερου ακινήτου είχε πρόσοψη στο ανατολικά ευρισκόμενο κοινοτικό δρόμο και το δυτικό στον δυτικά ευρισκόμενο κοινοτικό δρόμο.
Έτσι βεβαιώνεται, ότι τα ακίνητα αυτά (τα δύο τμήματα, τα οποία εν συνεχεία κατατμήθηκαν) είχαν, έκαστο, πρόσωπο σε οδό και ως εκ τούτου ουδεμία αναγκαιότητα υπήρχε για διέλευση μεταξύ αυτών προκειμένου να έχουν διέξοδο και στον έτερο δρόμο. Ειδικότερα, από τα προσαγόμενα με επίκληση συμβόλαια των αδελφών Λ.
βεβαιώνεται, ότι ανατολικό όριο έχουν την ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων της καθ' ης και όχι οποιονδήποτε δρόμο, ούτε άλλωστε με οποιονδήποτε τρόπο αναφέρεται, ότι αυτοί είχαν δικαίωμα διέλευσης εκ της ιδιοκτησίας αυτής, ώστε να έχουν διέξοδο και στον ανατολικά διερχόμενο δρόμο. Αντιθέτως αναφέρεται η λωρίδα (δίοδος) η οποία διέρχεται κατά μήκος της ιδιοκτησίας των εκκαλούντων και οδηγεί στον δυτικώς διερχόμενο κοινοτικό δρόμο, τον οποίο και χρησιμοποιούσαν οι εκκαλούντες, όπως και κατά την αυτοψία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διαπιστώθηκε, υπαρχούσης μεγάλης αυλόπορτας αυτών στην απόληξή του (δυτικά).
Περαιτέρω από την ίδια αυτοψία διαπιστώθηκε, ότι κατά μήκος του νοτίου ορίου της ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης υφίσταται στενό δρομάκι, το οποίο καταλήγει στην δημοτική οδό, η οποία ευρίσκεται ανατολικά της ιδιοκτησίας αυτής. Η αυτή οδός (η οποία κατά τους ισχυρισμούς των εκκαλούντων είναι πλάτους 3>5 μ• και μήκους περί τα 15 μ.) ευρίσκεται σε υψομετρική διαφορά με την καθέτως διερχόμενη δημοτική οδό, ενώ λόγω της κλίσης της (δημοτικής) οδού είναι μεγαλύτερη στο σημείο, όπου καταλήγει η επίδικη (οδός), γεγονός, το οποίο, όπως η πρωτοβάθμια απόφαση δέχθηκε, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι δεν δύναται να χρησιμοποιείτο από τους εκκαλούντες δι' οχημάτων για τη διέλευση τους και τη σύνδεση των ιδιοκτησιών τους με την ως άνω (ανατολικώς κειμένη ως προς τις ιδιοκτησίες τους) οδό.
Ο ισχυρισμός δε των εκκαλούντων, ότι αυτή η υψομετρική διαφορά προέκυψε εν συνεχεία, ήτοι κατόπιν οικοδομικών εργασιών της εφεσίβλητης πλησίον της ανωτέρω οδού, ουδόλως αποδείχθηκε και δεν επιστηρίχθηκε από οποιοδήποτε αποδεικτικό ίσο (μέσο). Αντιθέτως, η αυτή υψομετρική διαφορά επιβεβαιώθηκε δυνάμει της από Ιουνίου 2006 τεχνικής έκθεσης φωτοερμηνείας του πολιτικού μηχανικού Σ.
Κ., η οποία βασίζεται σε αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1945, 196, 1979, 1990 και 2003, όπου και διαπιστώνεται διαφορά ύψους του αύλιου χώρου της ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης στο νοτιοδυτικό άκρο αυτής, όπου διέρχεται η επίδικη οδός και του διερχόμενου ανατολικά δημοτικού δρόμου, με απώτερο συμπέρασμα του αυτού μηχανικού, ότι ήταν αδύνατη η προσπέλαση από τον κεντρικό δρόμο προς ορισμένο τμήμα του αύλιου χώρου της εφεσίβλητης.
Εξ άλλου, όπως επίσης διαπιστώθηκε κατά την αυτοψία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εντός της νότιας πλευράς της επίδικης λωρίδας υφίσταται τμήμα παλαιού τοίχου (το ήμισυ του οποίου έχει καταρρεύσει), το οποίο αποτελούσε παλαιό όριο των ιδιοκτησιών της εφεσίβλητης και του Γ. Κ., όπως οι διάδικοι ομολογούν αλλά και δέντρο, γεγονότα, που ομοίως, οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι δεν δύναται να χρησιμοποιείτο ο αυτός δρόμος από τους εκκαλούντες προς διέλευση και δη δι' οχημάτων.
Σημειώνεται επίσης, ότι η οδός αυτή ουδόλως αναφέρεται στον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων - πατέρα τους, όπου και αναγράφεται όμορος ιδιοκτήτης Ανατολικά ο Σ.ς Σ.ς (δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης και του Γ. Κ.) και ουδεμία μνεία γίνεται περί υπάρξεως οδού οποιασδήποτε μορφής (ιδιωτικής, κοινόχρηστης ή άλλης).
Αντιθέτως στο υπ' αριθ. 9265/1978 συμβόλαιο, νομίμως μεταγεγραμμένου, αναφέρεται ότι η εφεσίβλητη αποκτά το ακίνητο της, το οποίο Νότια και Ανατολικά συνορεύει με δρόμους, Βόρεια με ιδιοκτησία Μ. και Δυτικά με ιδιοκτησία Δ. Λ., γεγονός, το οποίο οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι υπήρχε κάποια οδός (ή είχε διαμορφωθεί εν τω μεταξύ προς εξυπηρέτηση του ακινήτου της εφεσίβλητης, όπως και από την αυτοψία διαπιστώθηκε να υπάρχει) και όχι, ότι χρησιμοποιείτο από τους εκκαλούντες και τον δικαιοπάροχο τους, όπως οι ίδιοι αβασίμως ισχυρίσθηκαν και νυν ισχυρίζονται.
Η ύπαρξη αυτής της οδού (επιδίκου) επιβεβαιώνεται και από την υπ' αριθ. πρωτ. 3195/26.06.2003 βεβαίωση του Δήμου Αυλώνος, η δε έτερη βεβαίωση του ίδιου Δήμου, η οποία δεν διαπιστώνει την ύπαρξη οδού στο ίδιο σημείο (επίδικο) δεν δημιουργεί σύγχυση ούτε αμφισβήτηση, αλλ' αντιθέτως βεβαιώνει την κατάσταση, όπως ήδη είχε διαμορφωθεί κατόπιν των επεμβάσεων (οικοδομικών εργασιών) της εφεσίβλητης, οι οποίες έλαβαν χώρα πριν τον Ιούνιο του 2003.
Προς τούτο πρέπει να σημειωθεί, ότι, εν όψει και απάντων των προαναφερομένων συμβολαίων, διαπιστώνεται, ότι όπου τα μέρη θέλησαν τη διάνοιξη οδού ή το δικαίωμα χρήσης αυτής το ανέφεραν ρητώς και ως εκ τούτου ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται και στο παρόν δικαστήριο, ότι η ως άνω επίδικη οδός (η ύπαρξη της οποίας ουσιαστικώς δεν αμφισβητήθηκε από τα διάδικα μέρη) δεν χρησιμοποιείτο από τους εκκαλούντες, οι οποίοι ουδέν δικαίωμα και δη οιονεί δουλείας διόδου έχουν επ' αυτής".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, κατά το ενδιαφέρον μέρος, για την αναγνώρισή τους ως οιονεί νομέων δουλείας διόδου δια μέσου του ακινήτου της εναγομένης και την υποχρέωση της τελευταίας να τους αποδώσει ελεύθερη τη χρήση της και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεσή τους (αναιρεσειόντων) κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1β του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας από το δικαστήριο της ουσίας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στους προαναφερόμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου στην έλλειψη συνδρομής των όρων των οποίων στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα και απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα το δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί 1) ότι ενώ το ακίνητο της αναιρεσίβλητης στην ανατολική του πλευρά έχει πρόσοψη σε δημοτικό δρόμο, δέχθηκε ότι και η επίδικη δίοδος με την οποία τούτο συνορεύει νότια διαμορφώθηκε προς εξυπηρέτηση αυτού του ακινήτου και δε χρησιμοποιήθηκε από τους ενάγοντες και τους δικαιοπαρόχους τους, κυρίους ομόρων ακινήτων η δίοδος αυτή προς εξυπηρέτηση των δικών τους ακινήτων καθώς και 2) ότι η επίδικη δίοδος έχει υψομετρική διαφορά από την παραπάνω ανατολικά του ακινήτου της αναιρεσίβλητης διερχόμενη δημοτική οδό, στην οποία καταλήγει, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η προσπέλαση αυτής, παράλληλα δέχεται ότι η επίδικη δίοδος χρησιμοποιείτο από την τελευταία και όχι από τους αναιρεσείοντες και τους δικαιοπαρόχους τους επειδή δεν ήταν προσπελάσιμη με οχήματα, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία "α) ο σχηματισμός και η δημιουργία μιας διόδου γίνεται για να εξυπηρετήσει την ανάγκη ενός ακινήτου να συνδεθεί και επικοινωνήσει με έναν ήδη υπάρχοντα δρόμο με τον οποίο δεν συνορεύει.
β) Εάν ένα ακίνητο εφάπτεται με ολόκληρη την πρόσοψη του σε κοινόχρηστο δρόμο δεν υφίσταται ανάγκη οι ιδιοκτήτες του να δημιουργήσουν σε άλλη πλευρά αυτού δίοδο για να συνδέσουν το ακίνητό τους με τον ίδιο κοινόχρηστο δρόμο με τον οποίο ήδη εφάπτεται ολόκληρη η πρόσοψη του ακινήτου τους και γ) Η δημιουργία μιας διόδου προϋποθέτει ότι αυτή είναι προσπελάσιμη ως προς τη χρήση και τον προορισμό της.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθ' όσον τα παρατιθέμενα παραπάνω συμπεράσματα δεν έχουν το χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αποτελούν επιχειρήματα προς στήριξη των απόψεων των αναιρεσειόντων ότι ασκούσαν οιονεί νομή δουλείας διόδου στο επίδικο ακίνητο και δεν αφορούν την ερμηνεία των προαναφερομένων ουσιαστικών κανόνων ούτε χρησιμοποιήθηκαν κατά την υπαγωγή στους κανόνες αυτούς πραγματικών περιστατικών, αλλά ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση της βασιμότητας των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4045/2012, παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-6-2013 αίτηση των Ε. Λ. και Χ. Λ., περί αναιρέσεως της 5/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδος, που δίκασε ως Εφετείο. Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ".
Με την παραπάνω 153/2018 πράξη ζητείται η διόρθωση όλων των συναφών σημείων της ανωτέρω 183/2018 απόφασης και των οικείων πρακτικών, διότι, όπως συνάγεται από την εν λόγω πράξη, αντίθετα με όσα έγιναν δεκτά με την απόφαση και τα πρακτικά των οποίων ζητείται η διόρθωση, κατά τη συζήτηση της αναίρεσης την 1-11-2017, μετά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω 183/2018 απόφαση, δεν παρέστησαν ούτε ο πρώτος αναιρεσείων - καλών Ε. Λ., ούτε οι κληρονόμοι του θανόντος δευτέρου αναιρεσείοντος Χ. Λ., ήτοι τα τέκνα του Ε. και Β.. Από τα στοιχεία της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ότι οι δυο τελευταίοι κλητεύτηκαν στην παραπάνω συζήτηση της αναίρεσης την 1-11-2017. Επίσης, δεν παρέστησαν στη συζήτηση αυτή ο πρώτος αναιρεσείων Ε. Λ., όπως και οι ανωτέρω διάδοχοι του δευτέρου αναιρεσείοντος Χ. Λ..
Συνεπώς, εσφαλμένα αναγράφεται στην 183/2018 απόφαση και στα πρακτικά ότι στην ανωτέρω συζήτηση παρέστησαν και οι τρεις παραπάνω, ήτοι ο Ε. Λ., η Ε. Λ. και ο Β. Λ.. Το λάθος, όμως, αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει στη διόρθωση της ανωτέρω απόφασης και των πρακτικών, όπως ζητείται, διότι, με βάση τα ανωτέρω δεδομένα, της μη κλήτευσης των παραπάνω διαδόχων του θανόντος δευτέρου αναιρεσείοντος και της αναγκαστικής, για τους λόγους που προεξετέθησαν, ομοδικίας μεταξύ αυτών και του πρώτου αναιρεσείοντος, θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης ως προς όλους, κατ' άρθρο 576 παρ. 3α ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 577 παρ. 1 κ' 2 ίδιου Κώδικα.
Με τέτοια, όμως, κρίση, δεν διορθώνεται με την έννοια που προεκτέθηκε η ανωτέρω 183/2018 απόφαση, αλλά αυτή αλλάζει εξ ολοκλήρου, έτσι ώστε η διορθωτική απόφαση να αποτελεί νέα απόφαση, εντελώς διάφορη εκείνης, της οποίας ζητείται η διόρθωση, με την οποία (διορθωτική απόφαση) διατυπώνεται νέα, διάφορη της προηγούμενης, δικαιοδοτική κρίση.
Και τούτο, διότι, ενώ ο Άρειος Πάγος ερεύνησε, με την παραπάνω 183/2018 απόφασή του, τους λόγους αναίρεσης και τους έκρινε, βάσει των δεδομένων που παραθέτει στην εν λόγω απόφασή του, αβάσιμους, απορρίπτοντας, κατόπιν αυτών, την αίτηση αναίρεσης, αν γίνει δεκτή η παραπάνω πράξη, το Δικαστήριο τούτο θα πρέπει να εκδώσει, για τους ανωτέρω λόγους, απόφαση με το παραπάνω εντελώς διάφορο περιεχόμενο, βάσει των ανωτέρω νέων δεομένων, τα οποία αφενός μεν είναι εντελώς διάφορα εκείνων που τέθηκαν αρχικά υπόψη του και απέληξαν στην 183/2018 απόφασή του, αφετέρου δε δεν τέθηκαν υπόψη του κατά τη συζήτηση που απέληξε στην 183/2018 απόφαση.
Επίσης, στην περίπτωση αυτή του απαραδέκτου της συζήτησης, στην οποία θα οδηγήσει η παραδοχή της παραπάνω πράξης, όταν πληρωθεί η προαναφερθείσα παράλειψη που καθιστά απαράδεκτη τη συζήτηση, ο Άρειος Πάγος θα ερευνήσει αναγκαστικά εκ νέου τους λόγους αναίρεσης, που, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχει ήδη ερευνήσει και απορρίψει.
Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω, δεν υφίσταται ασυμφωνία από παραδρομή μεταξύ της δικαιοδοτικής κρίσης που ήθελε το Δικαστήριο και εκείνης που διατυπώθηκε στην παραπάνω 183/2018 απόφασή του, ώστε να μπορεί να διορθωθεί η εν λόγω απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 315 ΚΠολΔ, καθόσον η διόρθωση που ζητείται σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και μεταβάλει - ανακαλεί γενικότερα το περιεχόμενό της. Δεν συντρέχει, επομένως, νόμιμη περίπτωση διόρθωσης της 183/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και των οικείων πρακτικών.
Συνεπώς, πρέπει να αποφανθεί γι' αυτό το Δικαστήριο τούτο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αποφαίνεται, ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση διόρθωσης της 183/2018 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και των οικείων πρακτικών, όπως ζητείται με την 153/7-6-2018 πράξη του Προέδρου του Γ' Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ