Supreme Court dismisses appeal against bank's breach of contract verdict due to insufficient reasoning and lack of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a second-instance court ruling in a breach of contract dispute involving the National Bank of Greece. The appellants argued that the lower court failed to provide clear reasoning and misapplied the burden of proof regarding the bank's good faith. The court rejected these claims, stating that the appellate court's decision was based on sufficient evidence and that the appellants' arguments were vague and lacked specific factual support.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court's decision is not manifestly unreasonable, provided the reasoning is clear, consistent, and based on the evidence presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1540 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1540/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Κ. του Ν., 2) Τ. Κ. του Κ. και 3) Τ. Κ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γιανναράκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4626/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 5909/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-3-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από τις ... και ...9.7.2012 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της σχετικής πράξης του Προέδρου του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία προσδιορίστηκε δικάσιμος αυτή που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας και κλήση για παράσταση κατ'αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα τους αναιρεσείοντες. 'Αρα, εφ'όσον αυτοί δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, πρέπει να δικαστούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει ωσάν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρ. 576 παρ.παρ.1,2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ. Εισάγεται προς συζήτηση αναίρεση κατά απόφασης δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία έκρινε για υπόθεση διάρρηξης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας μετά από αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας.
ΙΙΙ. Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ. λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο δέχτηκε, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" εδώ, νοούνται αυτοτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα εξήγαγε την απόδειξη (ΑΠ 379/2006).
Αρκεί δε να εκτίθενται, έστω και γενικώς, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία άντλησε την απόδειξη, δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογούνται τα, επί μέρους, αποδεικτικά μέσα, ούτε να εξειδικεύονται τα έγγραφα, ούτε να αναφέρεται σε ποια συγκεκριμένα, αποδεικτικά μέσα στηρίζεται κάθε μία από τις πραγματικές παραδοχές (ΑΠ 1614/2002, ΑΠ 259/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα της ενάγουσας ... και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα εξής: Στις 31/10/1991 καταρτίσθηκε στην Αθήνα μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας με την επωνυμία "ΡΑ.ΤΑ.ΤΑ.
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η με αρ. .../1991 σύμβαση πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού, ποσού 30.000.000 δραχμών, το ύψος της οποίας αυξήθηκε δια των από 18/12/1991 και 16/6/1992 ταυταρίθμων με την ανωτέρω σύμβαση, συμβάσεων αυξήσεως πιστώσεως, κατά 6.000.000 δραχμές και 12.000.000 δραχμές αντίστοιχα.
Στη συνέχεια η εν λόγω σύμβαση πιστώσεως μεταφέρθηκε από την Αθήνα στο κατάστημα της ενάγουσας στη Ν. Φιλαδέλφεια, στο οποίο έλαβε τον αριθμό ... και στο οποίο καταρτίσθηκε η από 8.12.1997 σύμβαση αυξήσεως πιστώσεως δι' ανοικτού (αλληλοχρέου) λογαριασμού με την οποία το όριο της πιστώσεως αυξήθηκε περαιτέρω κατά 12.000.000 δραχμές και έφθασε το ποσό των 60.000.000 δραχμών.
Τις ως άνω συμβάσεις (αρχική και συμβάσεις αυξήσεως πιστώσεως) εγγυήθηκε ο πρώτος εναγόμενος ως αυτοφειλέτης υπέρ της πιστούχου εταιρίας, παραιτούμενος από τα δικαιώματα διαιρέσεως και διζήσεως ... Η ως άνω πιστούχος εταιρία έκανε χρήση της παρασχεθείσης πιστώσεως... έτσι ώστε στις 15.12.1997 να εμφανίζει χρεωστικό υπόλοιπο 34.982.238 δραχμών για κεφάλαιο πλέον 1.788.514 δραχμών για ΕΦΤΕ και τόκους, το οποίο (χρεωστικό υπόλοιπο) η πιστούχος εταιρία αναγνώρισε εγγράφως με την από 20/1/1998 επιστολή της προς την ενάγουσα.
Στις 5/5/1998,η ενάγουσα, επειδή η πιστούχος δεν επέδειξε συνέπεια στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, έκλεισε τον ως άνω ανοικτό λογαριασμός οποίος κατά την ημερομηνία αυτή παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της (πιστούχου εταιρίας) και των εγγυητών ύψους 25.749.063 δραχμών. Αυθημερόν η ενάγουσα μετέφερε το χρεωστικό αυτό κατάλοιπο στον ...
λογαριασμό οριστικής καθυστέρησης ... ο οποίος στη συνέχεια πιστώθηκε με καταβολές συνολικού ποσού 15.848.004 δραχμών απομένοντος, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, υπολοίπου κεφαλαίου 9.901.060 δραχμών (ήτοι 29.056,67 Ευρώ). Η δε ενάγουσα γνωστοποίησε το οριστικό κλείσιμο του ανωτέρω λογαριασμού καθώς και το προκύψαν χρεωστικό κατάλοιπο τόσο στην πιστούχο εταιρία όσο και στον πρώτο εναγόμενο με την από 5/5/1998 επιστολή, που τους επέδωσε με δικαστικό επιμελητή, καλώντας αυτούς να προβούν σε άμεση εξόφληση.
Κατόπιν δε της από 3-11-00 αιτήσεως της, εκδόθηκε η με αρ. 12935/2000 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκαν τόσο η πιστούχος όσο και οι εγγυητές αυτής, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος εναγόμενος, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των 13.001.059 δραχμών πλέον τόκων και εξόδων, την οποία η ενάγουσα με επιταγή προς πληρωμή, κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο για πρώτη φορά την 12/1/2001 ...
και για δεύτερη φορά την 23/2/2001...Η οφειλή παραμένει ανεξόφλητη. Εν τω μεταξύ, ωστόσο, ο πρώτος εναγόμενος με το με αρ. .../17.11.1997 συμβόλαιο γονικής παροχής ... που μεταγράφηκε νομίμως ... μεταβίβασε στους δεύτερη και τρίτο εναγόμενους - τέκνα του -, κατ' ισομοιρία την επικαρπία των εξής οριζοντίων ιδιοκτησιών, των οποίων την ψιλή κυριότητα είχε προηγουμένως μεταβιβάσει με άλλη συμβολαιογραφική πράξη...
Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος συνέστησε γονική παροχή υπέρ των ως άνω τεκνών του... και δυνάμει του με αρ. .../30.11.1994 συμβολαίου ... μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα των κατά τα άνω περιελθουσών σ' αυτόν οριζοντίων ιδιοκτησιών στα άνω τέκνα του, κατ' ισομοιρία. Έτσι μετά την μεταβίβαση και της επικαρπίας, ο πρώτος εναγόμενος - οφειλέτης αποξενώθηκε από κάθε δικαίωμα επί των παραπάνω ακινήτων, ενώ δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία.
Η αξία της μεταβιβασθείσας λόγω γονικής παροχής επικαρπίας των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατά το χρόνο της κατά τα άνω απαλλοτριώσεως (17.11.1997), καθορίσθηκε από τους συμβαλλόμενους στο ποσό της αντικειμενικής εκτιμήσεως της Δ.Ο.Υ., ήτοι συνολικά και για τα δύο ακίνητα στο ποσόν των δραχμών 11.743.250 (Ευρώ 34.462,95), ανερχόμενη κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής σε 65.953,11 Euro.
Κατά το χρόνο της ως άνω μεταβιβάσεως (17/11/97) το ύψος της οφειλής του πρώτου εναγόμενου (ως εγγυητή) προς την ενάγουσα ανέρχονταν στα 35.000.000 δραχμές. Το γεγονός της παθητικής σε βάρος της πιστούχου εταιρίας κατάστασης, προκύπτουσας από την αντιπαραβολή των κονδυλίων πίστωσης - χρέωσης στη δεδομένη στιγμή, γνώριζε τότε ο πρώτος εναγόμενος, όντας ευθέως αντισυμβαλλόμενος και ως εγγυητής αλλά και ως διευθύνων σύμβουλος της πιστούχου εταιρίας και εκπροσωπών αυτήν, έως λίγο πριν (δηλαδή έως τις 20/10/97), αλλά και έκτοτε, ως μέτοχος και μέλος του τριμελούς διοικητικού συμβουλίου αυτής ...
αναμειχθείς ειδικώς και έκτοτε περί την εξέλιξη της ένδικης πιστωτικής συμβάσεως ... Οι τελευταίες (νέες χορηγήσεις) καθώς και η πραγματοποίηση στη συνέχεια κάποιων καταβολών από πλευράς της πιστούχου εταιρίας, δεν αποδεικνύουν αυτές καθ' εαυτές εν γένει καλή οικονομική πορεία, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εναγόμενοι, οι οποίοι και δεν επικαλούνται άλλα συγκεκριμένα αποδεικτικά τέτοιας πορείας στοιχεία, σημειούμενης εδώ και της επακολουθήσασας πτώχευσης της πιστούχου εταιρίας.
Όπως και λέχθηκε δε ήδη η απαίτηση της ενάγουσας ήταν ήδη γεγενημένη έστω και αν δεν ήταν, πριν το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, βέβαιη και εκκαθαρισμένη κατά ποσό, αρκεί, που τα τελευταία είχαν συντελεστεί έως την πρώτη συζήτηση της κρινομένης αγωγής. Προκύπτει δε και η πρόθεση βλάβης του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος, γνωρίζοντας την απαίτηση, προέβη στην απαλλοτρίωση των ένδικων περιουσιακών του στοιχείων ενώ δεν του απέμενε άλλο περιουσιακό στοιχείο, απ' το οποίο θα μπορούσε η ενάγουσα να ικανοποιηθεί και υπέστη έτσι αυτή αντίστοιχη βλάβη.
Είναι αδιάφορη δε η γνώση ή μη των τρίτων (δεύτερης και τρίτου εναγόμενων) ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς αυτούς προς βλάβη της δανείστριας ενάγουσας, αφού πρόκειται για γονική παροχή, δηλαδή, απαλλοτρίωση από χαριστική αιτία". Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν (κατ' εκτίμηση των σχετικών ισχυρισμών τους), πως τα αναφερόμενα στην πιο πάνω απόφαση, περί ανάμειξης του πρώτου τούτων στην εξέλιξη της ουσιαστικής σύμβασης και πτώχευσης της πιστούχου εταιρείας έγιναν δεκτά χωρίς απόδειξη από το Εφετείο, το οποίο στήριξε σ' αυτά την παραδοχή για την γνώση του πρώτου αναιρεσείοντες περί της ενδίκου οφειλής, καθώς και για τον σκοπό αυτού να βλάψει, (δια της εκποιήσεως), την αναιρεσίβλητη Τράπεζα.
Όμως το θέμα της υποκειμενικής στάσης του πιο πάνω διαδίκου, στην συγκεκριμένη περίπτωση (γνώση, σκοπός βλάβης) στα πλαίσια των οριζόμενων στη διάταξη του άρθρου 939 ΑΚ, αποτελεί, όντως, ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο- όπως προκύπτει από την απόφαση-στήριξε την σχετική κρίση του σε συγκεκριμένα, κατ'είδος αναφερθέντα, αποδεικτικά στοιχεία.
Κατά ταύτα, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, που προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.10 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ως προς το θέμα δε της μη διάταξης απόδειξης που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο, πρέπει να λεχθεί ότι ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής (8.11.2002) ουδεμία σχετική υποχρέωση υφίστατο, ενόψει του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, όπως αυτό διαμορφώθηκε με τον Ν. 2915/2001.
ΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας, υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.
ΑΠ 36/1988, Ολ. ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την, εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (αρθρ. 336 IV Κ.Πολ.Δ.), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητας της, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (αρθρ. 559 αρ.1 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998), μπορούν να αποτελέσουν λόγο αναίρεσης μόνο κατά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου, δηλαδή κατά την εξειδίκευση των περιεχόμενων στον κανόνα δικαίου αόριστων νομικών εννοιών ή κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (Ολ. ΑΠ 23/1988, ΑΠ 720/2003).
Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης όταν χρησιμεύουν για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 656/1996, ΑΠ 120/2004), η ερμηνεία της δικαιοπραξίας, ούτε για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ. ΑΠ 10/2005, ΑΠ 377/1998, ΑΠ 1373/2002). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα το οποίο ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός συντρέχει, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία, κατά νόμο, για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ. ΑΠ 26/2004, Ολ. ΑΠ 24/1992, ΑΠ 463/2004, ΑΠ 15/2006).
Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, το τελευταίο, για να σχηματίσει την κρίση του, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό του. Ειδικότερα: α) δεν είναι αντιφατικό, πως ο πρώτος αναιρεσείων εκπροσωπούσε, έως την 20.10.1997 την πιστούχο εταιρεία και το ότι έγινε αποδεκτό, πως ήταν, ωσαύτως εκπρόσωπος αυτής στις 8.12.1997, δηλαδή μετά την πιο πάνω ημερομηνία, εφ'όσον έγινε δεκτό, πως ήταν μέλος του τριμελούς διοικητικού συμβουλίου αυτής, ουδόλως δε αποκλείεται, in concreto, να είχε συγκεκριμένη εξουσία εκπροσώπησης, όπως, ανέλεγκτα, δέχτηκε η εφετειακή απόφαση, β) το ότι το Εφετείο έκρινε διαφορετικά, εκτιμώντας τις αποδείξεις και δεν βάσισε την ουσιαστική κρίση του, στις εκτιμήσεις των αναιρεσειόντων και τα όσα απ'αυτούς προτάθηκαν, ακόμη δε, το ότι, δεν έκρινε, η πιο πάνω απόφαση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προτάσεις τους, πρόδηλα, δεν καθιστούν την απόφαση αναιτιολόγητη, από μόνο το λόγο, πως δεν συμπορεύτηκε, με τις ουσιαστικές παραδοχές των αναιρεσειόντων.
Περαιτέρω, προβάλλεται πως παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 939 Κ και τα διδάγματα της κοινής πείρας, εφ'όσον: α) δεν υπήρχε χρέος και πρόθεση βλάβης της αναιρεσίβλητης, δεν δέχτηκε, ότι υπήρχε καλή πορεία της επιχείρησης, που αποδεικνύονταν από την αύξηση των ορίων της πίστωσης, β) δεν έγινε ορθή υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στην πιο πάνω διάταξη και παραβιάστηκαν τα διδάγματα τη κοινής πείρας.
Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην πιο πάνω μείζονα σκέψη, οι αιτιάσεις αυτές, είναι κατ'αρχήν, αόριστες, αφού δεν αναφέρεται, γιατί δε υπήχθησαν σωστά τα συγκεκριμένα περιστατικά στον πιο πάνω κανόνα δικαίου. Η ουσιαστική, με διαφορετικό τρόπο, επανεκτίμηση από πλευράς αναιρεσειόντων του αποδεικτικού υλικού δεν μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.
Και τα διδάγματα της κοινής πείρας δε, αναφέρονται εδώ, στα πλαίσια της εκτίμησης των αποδείξεων, και όχι στα πλαίσια της ερμηνείας του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου. Σε κάθε περίπτωση δε, με βάση τις προμνημονευθείσες παραδοχές του, το Εφετείο, ορθά εφήρμοσε την πιο πάνω διάταξη. 'Αρα, οι τα αντίθετα προβάλλοντες τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι, που εκθέτουν τις από το άρθρο 559 αρ.1 και 19Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθεί σε βάρος των αναιρεσειόντων η δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας τους (άρθρ.176, 180, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31.3.2009 αίτηση των Κ. Κ., Κ. Τ. και Κ. Τ. κατά της με αριθμό 5909/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ