1540/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1540/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει. Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο, που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του".
Full text
Απόφαση 1540 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1540/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Λ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Αντωνίας Τσίκα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 613/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5654/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/7/2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 30/1/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5654/2006 οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος "νόμος ορίζει με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση, σε όσους καταδικάσθηκαν, προφυλακίσθηκαν ή με άλλον τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία", κατά δε το άρθρο 14 παρ. 6 του Ν. 2462|1997, με τον οποίο κυρώθηκε το διεθνές σύμφωνο, για τα ατομικά δικαιώματα", "εάν μια οριστική ποινική καταδίκη ακυρωθεί από ανώτερο δικαστήριο ή αν δοθεί χάρις, διότι προέκυψε ένα νέο ή πρόσφατα ανακαλυφθέν γεγονός, που αποδεικνύει την ύπαρξη δικαστικής πλάνης, το πρόσωπο, στο οποίο επιβλήθηκε ποινή, εξαιτίας αυτής της καταδίκης, αποζημιώνεται, σύμφωνα με το νόμο, εκτός εάν αποδειχθεί ότι ευθύνεται το ίδιο εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, για τη μη έγκαιρη αποκάλυψη του αγνώστου στοιχείου".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 4 και 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η οποια κυρώθηκε στη χώρα μας, αρχικά μεν με το Ν. 2329|1953 και μετά την αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος στη χώρα μας και την επανένταξή της στο Συμβούλιο της Ευρώπης, κυρώθηκε εκ νέου με το Ν.Δ. 53|1974, "πάν πρόσωπον στερούμενον της ελευθερίας, συνεπεία συλλήψεως ή κρατήσεως, έχει δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, ίνα τούτο αποφασίση, εντός βραχείας προθεσμίας, επί του νομίμου της κρατήσεώς του και διατάξει την απόλυσή του, εν περιπτώσει παρανόμου κρατήσεως.
Πάν πρόσωπον, θύμα συλλήψεως ή κρατήσεως υπό συνθήκας αντιθέτους προς τας ανωτέρω διατάξεις, έχει δικαίωμα επανορθώσεως", κατά δε το άρθρο 6 παρ. 1 της ίδιας Συμβάσεως, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημόσια και εντός ευλόγου προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων, περί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του, αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας, ποινικής φύσεως".
Στο δικαίωμα αυτό περιλαμβάνονται, σύμφωνα και με τη σταθερή νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου , για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου: α) το δικαίωμα ελεύθερης και ανεμπόδιστης πρόσβασης σε δικαστήριο, β) το δικαίωμα του προσώπου να τύχει, σχετικά με την υπόθεσή του, ακρόασης, δηλαδή η σχετική σε βάρος του απόφαση, πρέπει να εκδίδεται, αφού προηγουμένως ακουσθούν οι απόψεις του ενδιαφερομένου ή, τουλάχιστον, να δοθεί η δυνατότητα σ' αυτόν, να ακουσθεί και γ) η ισότητα των δικονομικών όπλων, μεταξύ των αντιδίκων.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει. Το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο, που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του".
Η τήρηση του τύπου αυτού είναι ουσιώδης σε κάθε μέτρο που λαμβάνεται κατά του ενδιαφερομένου, διαφορετικά το μέτρο είναι άκυρο (ΣτΕ 407|2008). Περαιτέρω, τα άρθρα 533 επ. του Κ.Π.Δ. και με τον γενικό τίτλο: "αποζημίωση εκείνων που κρατήθηκαν και μετέπειτα αθωώθηκαν",όπως αυτά αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 26 του Ν. 2915|2001 (ΦΕΚ Α' 29-5-2001), ορίζουν τα ακόλουθα: "Έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση από το δημόσιο:
α) οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση του δικαστηρίου, β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε αμετάκλητα, συνεπεία ενδίκου μέσου και γ) οι καταδικασθέντες και κρατηθέντες, που αθωώθηκαν με δικαστική απόφαση, ύστερα από επανάληψη της διαδικασίας.
Επίσης αποζημίωση δικαιούνται όσα από τα παραπάνω πρόσωπα τιμωρήθηκαν μετέπειτα με ποινή μικρότερης διάρκειας από αυτή που εξέτισαν αρχικά. Όσοι κρατήθηκαν, λόγω καταδίκης, ή κρατήθηκαν προσωρινά κατά την παρ. 1, έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση και αν ακόμη έχουν απαλλαγεί, επειδή, μολονότι τέλεσαν την πράξη, δεν τους επιβλήθηκε ποινή, για οποιονδήποτε λόγο" (533). " Το Δημόσιο δεν έχει υποχρέωση προς αποζημίωση, αν εκείνος που καταδικάσθηκε ή κρατήθηκε προσωρινά, έγινε από πρόθεση παραίτιος της καταδίκης ή της προσωρινής κράτησής του" (535). "Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου, για αποζημίωση, αποφαίνεται το δικαστήριο, που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη, ταυτόχρονη απόφασή του, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου, που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουσθούν.
Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου, που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ' αποκοπή, ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των τριών χιλιάδων δραχμών ή 8,804 ευρώ ούτε ανώτερη των δέκα χιλιάδων δραχμών ή 29,347 ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται, αφού ληφθείν υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου.
Το κατώτερο και ανώτερο όριο της αποζημίωσης μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης"( άρθρο 536). "Εκείνος, που ζημιώθηκε μπορεί να υποβάλει και αργότερα την αίτησή του για αποζημίωση στο ίδιο δικαστήριο. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση παραδίδεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου αυτού μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα (10) ημερών από την απαγγελία της απόφασης στο ακροατήριο ή από την κοινοποίηση στον προσωρινά κρατούμενο του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απαλλακτικής απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του.
Η προθεσμία αυτή δεν παρεκτείνεται, λόγω αποστάσεως. Η αίτηση εισάγεται στο δικαστήριο ή στο συμβούλιο, που συγκαλείται ειδικώς και εκτάκτως για την εκδίκασή της, κατά το δυνατόν σε μία από τις πρώτες εργάσιμες ημέρες από την παράδοση της αίτησης. Το δικαστήριο αποτελείται, κατά προτίμηση, από τους ίδιους δικαστές, που αποφάνθηκαν, για την ποινική υπόθεση" (537). "Αν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο μόνο η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, χωρίς να επιδικασθεί αποζημίωση, ή εάν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το δημόσιο υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά την διαδικασία των άρθρων 63 επ.
Κ.Πολ.Δικ.,που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης, για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536" (539). "Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε ζημία, που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά ή καταδικάσθηκε, κρατήθηκε και μετέπειτα αθωώθηκε και η ηθική βλάβη, που αυτός υπέστη.
Στην προσωρινή κράτηση υπολογίζεται και η κράτηση που έγινε πριν από αυτήν, με ένταλμα της ανακριτικής αρχής, για την πράξη, για την οποία διατάχθηκε η κράτηση" (αρθρο 540). Τα ανωτέρω, κατά βάση, ίσχυαν και πριν την με το Ν. 2915|2001 τροποποίηση των ως άνω διατάξεων του Κ.Π.Δ. Ειδικότερα, καθόσον αφορά την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση, το άρθρο 536 προέβλεπε ότι το δικαστήριο μπορούσε να ενεργήσει και αυτεπαγγέλτως, ήτοι χωρίς να ακουσθούν ο εισαγγελέας και ο αθωωθείς κατηγορούμενος.
Με το άρθρο 537, εξάλλου η προθεσμία υποβολής αιτήσεως στο δικαστήριο, για αποζημίωση, οριζόταν σε 48 ώρες από την από την απαγγελία της απόφασης και σε οκτώ (8) ημέρες, από την κοινοποίηση της απόφασης ή του απαλλακτικού βουλεύματος. Τέλος, η παρ. 1 του άρθρου 539 Κ.Π.Δ., πριν την τροποποίησή της, κατά τα άνω, όριζε ότι "αφού αναγνωρισθεί η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, ο δικαιούχος μπορεί να εγείρει αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρεώσεως".
Από το πλέγμα των διατάξεων αυτών, σε συνδυασμό με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Ν. 2462|1997, προκύπτει ότι : α)η εκδίκαση των υποθέσεων, που αφορούν αποζημίωση προσωρινά κρατηθέντων ή καταδικασθέντων και, στη συνέχεια, αθωωθέντων κατηγορουμένων, για αξιόποινη πράξη, έχει, κατ' αρχήν, ανατεθεί από το νόμο στα ποινικά δικαστήρια, που εκδικάζουν τις σχετικές υποθέσεις.
Ειδικότερα, στα δικαστήρια, που εκδίδουν τις αποφάσεις, μετά από τις οποίες μπορεί να γεννηθεί δικαίωμα αποζημίωσης των αθωωθέντων, έχει ανατεθεί η δικαιοδοσία να κρίνουν αν συντρέχει περίπτωση υποχρέωσης του δημοσίου, προς αποζημίωση, β) τα ίδια δικαστήρια αποφασίζουν και περί του ύψους της καταβλητέας αποζημίωσης, μέσα στα όρια, κατ' αρχήν, που θέτει το άρθρο 536 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δικ., γ) ο αθωωθείς κατηγορούμενος δικαιούται να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια και να ζητήσει την επιδίκαση αποζημίωσης, μόνον εφόσον αναγνωρισθεί από το δικαστήριο, που δίκασε την ποινική υπόθεση, η προς αποζημίωση υποχρέωση του δημοσίου και εφόσον από το ποινικό δικαστήριο δεν επιδικάσθηκε τέτοια αποζημίωση.
Αλλά και στην περίπτωση, που επιδικασθεί από το ποινικό δικαστήριο αποζημίωση, ο αθωωθείς μπορεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, κατά την διαδικασία των άρθρων 663 επ. Κ.Πο.Δικ και να ζητήσει την πλήρη αποζημίωσή του, εφόσον η επιδικασθείσα κρίνεται ανεπαρκής. Επίσης μπορεί το δημόσιο να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, εφόσον κρίνει την επιδικασθείσα αποζημίωση ως υπερβολική.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, τίθεται από το νόμο, ως αναγκαία προϋπόθεση, να έχει προηγηθεί απόφαση του, κατά τα άνω, ποινικού δικαστηρίου, με την οποία θα αποφαίνεται περί της υποχρεώσεως του δημοσίου, για καταβολή αποζημιώσεως, στον αθωωθέντα. Την ύπαρξη της υποχρεώσεως αυτής δεν μπορούν να εξετάσουν εκ νέου τα πολιτικά δικαστήρια, αλλά αντικείμενο της έρευνάς τους είναι ο ακριβής προσδιορισμός του ποσού της καταβλητέας αποζημίωσης.
Οι ανωτέρω διατάξεις και ειδικότερα αυτές, με τις οποίες παρέχεται η εξουσία και θεμελιώνεται αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων, να αναγνωρίζουν αν συντρέχει περίπτωση υποχρεώσεως, για καταβολή αποζημίωσης εκ μέρους του δημοσίου, σε κρατηθέντα και μετέπειτα αθωωθέντα κατηγορούμενο, καθώς και προσδιορισμού του ύψους της αποζημίωσης, δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα και στη διάκριση των δικαστηρίων, σε διοικητικά, ποινικά και πολιτικά, δοθέντος ότι, καθόσον αφορά ειδικότερα τα ποινικά και πολτικά τακτικά δικαστήρια, συγκροτούνται, κατά βάση, από τους ίδιους δικαστές και, συνεπώς, τα αποκαλούμενα ποινικά δικαστήρια, τα οποία αποφασίζουν, μετά από πρόταση του εισαγγελέα, δεν παρέχουν λιγότερα εχέγγυα ορθής τομής των σχετικών υποθέσεων, σε σχέση με τα πολιτικά δικαστήρια.
Αντίθετα, μάλιστα, οι διατάξεις αυτές έχουν τεθεί και προς το συμφέρον των κατηγορουμένων, καθόσον το ποινικό δικαστήριο, το οποίο διεξοδικά έχει ερευνήσει και κρίνει την υπόθεση, παρέχει σοβαρά εχέγγυα, για ορθή κρίση της υπόθεσης και καθόσον αφορά την απόφανση περί του εάν συντρέχει η όχι υποχρέωση του δημοσίου, για αποζημίωση εκείνου, που καταδικάσθηκε η κρατήθηκε προσωρινά και μετέπειτα αθωώθηκε.
Εξάλλου, δεν είναι ασυνήθιστο πράγμα, τα ποινικά δικαστήρια να κρίνουν και πολιτικές αξιώσεις και ειδικότερα αξίωση αποζημίωσης της πολιτικής αγωγής, κατά τα άρθρα 63 και 65 Κ.Π.Δ., η οποία αξίωση δεν περιορίζεται μόνο στην καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, αλλά και σε κάθε ζημία, που τυχόν ο πολιτικώς ενάγων υπέστη και μόνον όταν το ποινικό δικαστήριο κρίνει ότι η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη, μπορεί να παραπέμψει το περί αποζημιώσεως αίτημα στα πολιτικά δικαστήρια και εφόσον το ζητούμενο ποσό υπερβαίνει τις 15.000 δραχ (44 ,περίπου, ευρώ), σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 65 Κ.Π.Δ.
Οι διατάξεις, εξάλλου, αυτές, ουδέποτε αμφισβητήθηκαν, ως προς την συνταγματικότητά τους. Δεν αντιβαίνουν, εξάλλου, οι εν λόγω διατάξεις στη Σύμβαση της Ρώμης και ειδικότερα στα προαναφερθέντα άρθρα 5 και 6 αυτής, καθώς και στις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1 και 6 του Συμφώνου, για τα δικαιώματα του ανθρώπου, με τις οποίες βρίσκονται σε πλήρη αντιστοιχία, αφού προβλέπεται πλήρως και κατά τρόπο διεξοδικό και απόλυτα κατοχυρωμένο, η δυνατότητα αποζημίωσης προσώπου, το οποίο καταδικάσθηκε ή προσωρινά κρατήθηκε και, στη συνέχεια, κρίθηκε αθώο της κατηγορίας ή των κατηγοριών που του αποδόθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, εκτίθεται ότι με την υπ' αριθμ. 1145|1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων καταδικάσθηκε για συμμετοχή του σε ληστεία, σε κάθειρξη οκτώ ετών και, στη συνέχεια, κρατήθηκε στις φυλακές, για να εκτίσει την ποινή του αυτή.
Ότι, με την υπ' αριθμ. 716|16-5-2001 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώος της ως άνω κατηγορίας, όμως, εξαιτίας της ως άνω καταδίκης του, αλλά και της προσωρινής του κράτησης, κρατήθηκε στις φυλακές συνολικά 22 μήνες και 10 ημέρες. Ότι με την ίδια απόφαση, με την οποία αθωώθηκε, το δικαστήριο αποφάνθηκε αυτεπάγγελτα και χωρίς αυτός να ακουσθεί ή να προτείνει σχετικά ο εισαγγελέας της έδρας, ότι δεν συντρέχει λόγος αποζημιώσεώς του, για την προσωρινή κράτησή του.
Ότι εξαιτίας της παράνομης κράτησης-φυλάκισής του αυτής, ο ενάγων υπέστη τις αναλυτικά στην αγωγή αναφερόμενες θετικές και αποθετικές ζημίες καθώς και ηθική βλάβη. Ζητεί, στη συνέχεια, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει συνολικά, για τις παραπάνω αιτίες, το ποσό των 599.260 ευρώ, νομιμοτόκως. Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, καθόσον "όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενό της, δεν έχει προηγηθεί απόφαση του αποκλειστικώς αρμοδίου προς τούτο ποινικού δικαστηρίου, ήτοι του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που να αναγνωρίζει ότι του οφείλεται εκ μέρους του Δημοσίου αποζημίωση, για την προαναφερόμενη κράτησή του".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε, ως αβάσιμη, την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως απαράδεκτη. Έτσι, όπως αποφάνθηκε, το Εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις του Κ.Ποιν.Δικ., του Συντάγματος καθώς και της ΕΣΔΑ, ερμήνευσε και εφάρμοσε και, επομένως, οι περί του αντιθέτου, από το αριθμό δε 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.
λόγοι της ένδικης αίτησης, με τους οποίους τα αντίθετα υποστηρίζονται, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Ειδικότερα: Ορθά το δικαστήριο δέχθηκε ότι, για να αποφανθεί επί του αγωγικού αιτήματος, έπρεπε να είχε προηγηθεί σχετική απόφαση του αρμοδίου ποινικού δικαστηρίου, πράγμα το οποίο δεν αντιβαίνει, όπως στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφέρθηκε, στο Σύνταγμα και στην ΕΣΔΑ.
Η επίκληση, εξάλλου, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, ακυρότητας της αποφάσεως, που λήφθηκε από το Πενταμελές Εφετείο, με την οποία (απόφαση) έγινε δεκτό, κατά τα ιστορούμενα στην αίτηση, ότι δεν συντρέχει λόγος αποζημίωσής του, χωρίς προηγουμένως να ακουσθεί αυτός και χωρίς σχετική πρόταση του Εισαγγελέα της έδρας, αλυσιτελώς γίνεται στην παρούσα διαδικασία, αφού η σχετική εναντίωση έπρεπε να εκδηλωθεί με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 504, 505 και 510 του Κώδ.Ποιν.Δικ.
Αλυσιτελώς, επίσης, γίνεται επίκληση αντίθεσης με την ΕΣΔΑ καθώς αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 537 Κ.Ποιν.Δικ., με την οποία προβλέπεται δεκαήμερη προθεσμία, για υποβολή της προς αποζημίωση αιτήσεως, καθόσον, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τέτοιο ζήτημα δεν είχε τεθεί ενώπιόν του, ούτε ο αναιρεσείων ισχυρίζεται κάτι τέτοιο, το δε Εφετείο, αποφάνθηκε συνολικά επί της αγωγής, ότι δηλ.
αυτή είναι απορριπτέα, "διότι δεν είχε προηγηθεί σχετική απόφαση του αποκλειστικώς αρμοδίου προς τούτο ποινικού δικαστηρίου, που να αναγνωρίζει ότι του οφείλεται αποζημίωση, από την προαναφερομένη κράτησή του". Αυτά δε, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ως άνω προθεσμία, δεν είναι αντίθετη στο Σύνταγμα, καθώς και στην ΕΣΔΑ, αφού ο θεσμός της προθεσμίας, προς άσκηση κάθε είδους αξιώσεων, αποβλέποντας στην, κατά το δυνατόν, σύντομη εκκαθάριση εκκρεμών υποθέσεων, αναγνωρίζεται και καθιερώνεται τόσο στο διοικητικό, όσο και στο αστικό και ποινικό δίκαιο, αλλά και από την ΕΣΔΑ (άρθρο 34).
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-7-2007 αίτηση του Π. Λ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5564/2006 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Οκτωβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ