Legislator Case Law & Legislation
1540/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal regarding compensation for remaining property after forced expropriation.

Case Number 1540/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision on forced expropriation compensation. The appellant argued that the lower court failed to properly assess damages for the remaining property and incorrectly denied benefits from the expropriation. The court ruled that the first and third grounds of the appeal were valid, while dismissing the second ground as vague and inadmissible due to lack of specificity regarding the disputed assets.

Legislator headnote

AI generated

Art. 13 para. 4 of Law 797/1971; Art. 3 of Law 797/1971; Art. 559 no. 9 of the Civil Procedure Code; Art. 580 para. 3 of the Civil Procedure Code; Art. 176 and 183 of the Civil Procedure Code; Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957: The court must determine special compensation for the remaining property if expropriation causes significant devaluation, and appeals regarding the denial of owner benefits are admissible if the lower court omitted the request for compensation of high-value fixtures.

Keywords

AI generated
forced expropriation special compensation remaining property owner benefits partial annulment civil procedure code court costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 13 para. 4 of Law 797/1971
Art. 3 of Law 797/1971
Art. 559 no. 9 of the Civil Procedure Code
Art. 580 para. 3 of the Civil Procedure Code
Art. 176 and 183 of the Civil Procedure Code
Art. 22 para. 1 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1540 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1540/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "Γ. ΧΡΗΣΤΑΚΟΣ Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Αντωνιάδη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς εκθέσεως κατάθεσης 5314/1998, 5243/1998, 5090/1998, 509/1998, 388/1999, 634/1999, 162/1990, 66/1999, 161/1999, 154/1999, 130/1999, 121/1999, 106/1999 και 1/1999 αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 275/2000 μη οριστική και 1924/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση των οποίων ζήτησαν οι τότε αναιρεσείοντες με την από 11/10/2002 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1014/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε τις 1924/2002 και 275/2000 αποφάσεις του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος που αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1829/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/7/2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 25/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή κατά ένα μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό των υπό στοιχεία Α και Γ λόγων αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 13 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971, εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να υποστεί σημαντική υποτίμηση της αξίας του ή να καταστεί άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα, που απομένει στον ιδιοκτήτη.

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.-12-2001, το τεκμήριο της ωφελείας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει ότι έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα? "Από την ΚΠ ... ιδιοκτησία, συνολικού εμβαδού 15.100 μ2, απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 1.375,03 μ3 και απέμεινε εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα εμβαδού 13.724,97 μ2, το οποίο, όπως και το αρχικό, είναι άρτιο και οικοδομήσιμο.

Στο εκτός απαλλοτρίωσης τμήμα βρίσκεται βιομηχανικό κτίριο, το οποίο αποτελείται από ισόγειο, υπερυψωμένο ισόγειο και υπόγειο, συνολικού όγκου 16.056,25 μ3, στο οποίο λειτουργεί βιοτεχνία κατασκευής υποδημάτων. Το νέο όριο της απαλλοτρίωσης από την πρόσοψη αυτού του κτιρίου απέχει 7 μ., ενώ από το παλιό απείχε 27 μ.

και από τη σκάλα ανόδου στο ισόγειο του άνω κτιρίου απέχει 2,5 μ. περίπου. Η σμίκρυνση του αύλειου χώρου, που υπήρχε μπροστά από το κτίριο, που ήταν απαραίτητος, σε συνδυασμό με τη μικρή απόσταση από τη σκάλα που προαναφέρθηκε, δημιουργεί δυσχέρειες στη λειτουργία της επιχείρησης, καθότι είναι απαραίτητος τόσο για την είσοδο - έξοδο, στάθμευση των οχημάτων για τη φοτροεκφόρτωση των εμπορευμάτων και τις επισκέψεις των πελατών, όσο και τη λειτουργία του δικτύου αποχέτευσης αυτού, που είναι κατασκευασμένο ώστε τα λύματα να οδηγούνται στους βόθρους που υπάρχουν στο απαλλοτριωμένο τμήμα, με αποτέλεσμα να καθίσταται κατά ένα μέρος άχρηστο για τη λειτουργία που προοριζόταν.

Με τα δεδομένα αυτά, το δικαστήριο κρίνει ότι? α) το εκτός απαλλοτριώσεως τμήμα της ΚΠ ... ιδιοκτησίας, καθώς επίσης και τα συστατικά και παραρτήματα που βρίσκονται στο τμήμα αυτό, δεν υφίσταται μείωση της αγοραίας αξίας τους από την απότμηση του απαλλοτριωμένου και β) το κτίριο υφίσταται μείωση της αξίας του σε ποσοστό 30% επί της αγοραίας αξίας του στον κρίσιμο χρόνο ενώπιόν του δικαστηρίου τούτου συζητήσεως της 10-10-2005, που βάσει και της παλαιότητας και της εν γένει όλης κατάστασής του εκτιμάται σε 170 ευρώ ανά μ3.

Αποδείχθηκε ακόμη ότι για την ισοπέδωση του τμήματος, βελτίωση του εδάφους, πραγματοποιήθηκαν μετά την απαλλοτρίωση εργασίες επίχωσης, με χώματα όγκου 2400μ3 με αμμοχάλικο όγκου μ3 και εκσκαφές όγκου 5800μ3, η αξία των οποίων εκτιμάται σε 1,4, 40 και 1,5 ευρώ αντίστοιχα. Της ανωτέρω ιδιοκτησίας που ωφελείται, όπως και όλες οι προηγούμενες από τη διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού, η ωφέλειά της περιορίζεται κατά 20% εκείνης, που αναλογεί με βάση την πρώτη απαλλοτρίωση και το ν. 653/1977, όπως εξειδικεύεται στον κτηματολογικό πίνακα αποζημίωσης της αγοραίας αξίας του και, συνεπώς, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσης, οι ιδιοκτήτες της ως άνω ιδιοκτησίας υποχρεούνται να συμμετάσχουν στις δαπάνες της ένδικης απαλλοτρίωσης, κατά ποσοστό 80% επί της επιφάνειας των 878,05μ2 [αυτοαποζημίωσης]".

Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχτηκε εν μέρει το αίτημα της αναιρεσείουσας για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εκτός της απαλλοτριώσεως εναπομείναν τμήμα του προαναφερομένου ακινήτου της, καθώς και το αίτημα να αναγνωριστεί ότι δεν υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση, διότι δεν οφελείται από την απαλλοτρίωση.

Όμως, με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες επί των ανωτέρω αιτημάτων της αναιρεσείουσας. Συγκεκριμένα δεν διευκρινίζεται εάν το απαλλοτριωθέν ακίνητο βρισκόταν σε πλήρη επαφή και πρόσοψη με την εθνική οδό ... και εάν εξαιτίας της ένδικης απαλλοτριώσεως έχασε την επαφή του και την άμεση πρόσβασή του με την άνω εθνική οδό και έχει πρόσοψη και επικοινωνία με την εθνική οδό με παράπλευρο δρόμο, που οδηγεί σε αδιέξοδο, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα με την αίτησή της.

Σε καταφατική περίπτωση, εάν δηλαδή το οδικό σύστημα έγινε "κλειστό", δεν διευκρινίζονται οι συνθήκες πρόσβασης στην εθνική οδό και η απόσταση που χρειάζεται κανείς να διανύσει και τέλος δεν διευκρινίζει εάν τούτο επέδρασε μειωτικά ή μη στην οικοπεδική-αγοραία αξία του τμήματος, που απέμεινε εκτός της απαλλοτριώσεως, καθώς και του επ' αυτής βιομηχανικού κτιρίου, εντεύθεν δε και αν επιδρά στην επιβληθείσα στην αναιρεσείουσα υποχρέωση αυτοαποζημίωσης, ως ωφελούμενη από την απαλλοτρίωση.

Ενόψει των ανωτέρω ελλείψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου εν σχέσει με το ζήτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημιώσεως για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου της αναιρεσείουσας, καθώς και το αίτημα για αναγνώριση ότι η αναιρεσείουσα δεν ωφελείται από την απαλλοτρίωση και δεν υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση υπέρ τρίτων.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ είναι βάσιμοι.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 797/1971, η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δένδρου, που υπάρχει πάνω σε αυτό, και κάθε άλλου συστατικού πράγματος, κατά τα άρθρα 953 επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτηση της αναιρεσείουσας για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης για μεγάλης αξίας συστατικά και παραρτήματα της απαλλοτριωθείσας ιδιοκτησίας της.

Ο λόγος αυτός, πρωτίστως, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται στο αναιρετήριο τα επίμαχα συστατικά της ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας, εάν αυτά βρίσκονται στην εδαφική έκταση, που απαλλοτριώθηκε ή στο μέρος εκείνο της ιδιοκτησίας, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, οπότε (στην τελευταία περίπτωση) περιλαμβάνεται στο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης της ιδιοκτησίας, που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, ως προς το οποίο (κεφάλαιο) και αναιρείται η απόφαση κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη αιτιολογία.

ΙΙΙ. Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, και συγκεκριμένα μόνο ως προς την αναιρεσείουσα και μόνο όσο αφορά το αίτημα καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίώσης για το εναπομείναν μετά την απαλλοτρίωση τμήμα του ακινήτου αυτού, καθώς και το αίτημα για αναγνώριση ότι η αναιρεσείουσα δεν ωφελείται από την απαλλοτρίωσηκαι δεν υποχρεούται σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση υπέρ τρίτων, να παραπεμφθεί η υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Δημόσιο στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης της ανωτέρω αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι στην παρούσα δίκη δεν χωρεί μείωση ή περιορισμός αυτών κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, την 1829/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα μόνο ως προς την αναιρεσείουσα και μόνο ως προς το μέρος της, που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ