Legislator Case Law & Legislation
1540/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract citing no requirement to rebut employer's reasons.

Case Number 1540/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the employer's appeal against the Labor Court's decision to declare the termination of an indefinite-term employment contract abusive. The employee sued for reinstatement and damages, arguing the employer's stated reasons for dismissal were false and damaging to his reputation. The court held that the employer does not need to rebut the reasons cited in the termination letter, as the employee must prove the abuse in his own lawsuit.

Legislator headnote

AI generated

Art. 669 para. 2 Civil Code; Art. 6 Civil Code; Art. 919 Civil Code; Art. 932 Civil Code: The employer is not required to rebut the reasons for termination cited in the termination letter, as the employee must substantiate the claim of abuse in his own lawsuit.

Keywords

AI generated
termination of employment contract abusive dismissal reinstatement claim damages for moral harm burden of proof employment

Cited Legislation

AI generated
Art. 669 para. 2 Civil Code
Art. 6 para. 1 Law 3198/1955
Art. 919 Civil Code
Art. 5 para. 1 Constitution
Art. 932 Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1540 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1540/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΣΤΡΩΜΑΤΟΠΟΙΙΑ ΑΒΕΕ» και το διακριτικό τίτλο «MEDIA STROM», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λάμπρου.

Του αναιρεσίβλητου: ...... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κωνσταντινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2298/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 6622/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22/11/2004 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Κολυβάς, ανέγνωσε την από 9/12/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου αποτελεί κατά το άρθρο 669 παρ.2 ΑΚ δικαίωμα του καταγγέλοντος, το οποίο ασκείται με δικαιοπραξία μονομερή, απευθυντέα και, εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, αναιτιώδη υπό την έννοια ότι δεν απαιτείται να αιτιολογείται από τον καταγγέλοντα, στην περίπτωση δε που στην έγγραφη καταγγελία αναφέρεται, ως εκ περισσού, ο λόγος της απόλυσης, η αναφορά αυτή δεν καθιστά αιτιώδη την καταγγελία αυτή.

Ο απολυθείς μισθωτός μπορεί με αγωγή του ασκούμενη εντός της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.3198/1955 να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας ως καταχρηστικής και να αξιώσει τα εντεύθεν δικαιώματά του. Στη παραπάνω αγωγή ο ενάγων πρέπει να επικαλεστεί τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την καταχρηστικότητα της γενόμενης καταγγελίας και δεν χρειάζεται να αντικρούσει τα τυχόν περιληφθέντα περιστατικά στο έγγραφο της καταγγελίας που δικαιολογούσαν την απόλυση.

Τα περιστατικά αυτά τυχόν προβαλλόμενα από τον εργοδότη συνιστούν άρνηση της αγωγής. Στη προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο έως και έκτο λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εργοδότρια ισχυρίζεται ότι στο έγγραφο της καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που απηύθυνε προς τον αναιρεσίβλητο είχε περιλάβει τρεις λόγους που δικαιολογούσαν την καταγγελία αυτή.

Ότι ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του που ασκήθηκε εντός της νόμιμης αποσβεστικής προθεσμίας ζήτησε την αναγνώριση της καταγγελίας ως καταχρηστικής αντικρούοντας τους δύο μόνο λόγους καταγγελίας, πράγμα που κατά τις απόψεις της αναιρεσείουσας είχε ως συνέπεια ότι η στηριζόμενη στον τρίτο λόγο καταγγελία επέφερε την οριστική λύση της συμβάσεως εργασίας, καθόσον δεν προσβλήθηκε μέσα στην αποσβεστική προθεσμία, με περαιτέρω συνέπεια ότι η ένδικη αγωγή ήταν απαράδεκτη ως αλυσιτελής.

Ότι τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου της αγωγής που δεν αντέκρουσε ειδικά ο αναιρεσίβλητος, πρόβαλλε με λόγο εφέσεως που δεν λήφθηκε υπόψη, άλλως απορρίφθηκε με αντιφατικές αιτιολογίες, άλλως εσφαλμένα κηρύχθηκε απαράδεκτος, άλλως ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο τη σιωπηρή ομολογία του αναιρεσίβλητου ως προς την ένσταση του απαραδέκτου της αγωγής.

Οι παραπάνω λόγοι πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αλυσιτελείς, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας περί απαραδέκτου της αγωγής για τον εκτεθέντα λόγο (ότι δηλαδή δεν αντέκρουσε ο αναιρεσίβλητος δι' αυτήν τον τρίτον λόγον της εκ μέρους της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως) δεν ήταν νόμιμος και ως εκ τούτου δεν είχε καμμιά επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε ήταν δυνατό να συναχθεί ομολογία του αναιρεσίβλητου εκ της μη ειδικής αρνήσεως του ισχυρισμού αυτού.

Από τις διατάξεις των άρθρ. 520 παρ.1 και 118 παρ.4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι λόγοι της εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι ώστε να καθορίζονται με πληρότητα τα αποδιδόμενα σφάλματα στην εκκαλουμένη απόφαση. Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί δια παραπομπής σε άλλα διαδικαστικά ή αποδεικτικά έγγραφα. Οι αόριστοι λόγοι εφέσεως είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτιμήσεως και εξισούνται προς ανύπαρκτους.

Εν προκειμένω με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ.8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση της μη λήψεως υπόψη του δεύτερου λόγου εφέσεως στον οποίο περιείχετο παράπονο για τη μη λήψη υπόψη του ισχυρισμού σχετικά με τον τελευταίο λόγο καταγγελίας. Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως προκύπτει ότι στον παραπάνω λόγο αναφέρεται «διότι άλλως δέχθηκε ότι η απόλυση του εφεσιβλήτου υπήρξε καταχρηστική και κατά συνέπεια άκυρη, χωρίς να λάβει υπόψη της και να αξιολογήσει για την κρίση της περί της καταχρηστικότητας τα νομίμως προταθέντα και αποδειχθέντα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν τον δεύτερο λόγο της απόλυσης».

Όπως παραπάνω διατυπώθηκε ο λόγος αυτός της εφέσεως ήταν εντελώς αόριστος, αφού ως προς τα πραγματικά περιστατικά υπήρχε παραπομπή στο έγγραφο της απολύσεως. Επομένως ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού ο εξομοιούμενος με ανύπαρκτο παραπάνω λόγο εφέσεως δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου.

Με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του, μολονότι δεν προτάθηκε από τον αναιρεσίβλητο, τον ισχυρισμό ότι η μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ήταν έγκυρη, διότι δεν εξερχόταν των ορίων της τρέχουσας συναλλαγής.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αόριστος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο όλα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο σε σχέση με το ζήτημα της καταρτίσεως της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσίβλητου του και ειδικότερα δεν εκτίθεται αν το Εφετείο δέχθηκε ότι για την κατάρτιση της εργασιακής συμβάσεως συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου οι προϋποθέσεις του άρθρου 23α του Ν.2190/1920.

Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του από τον αριθ.19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως αόριστος, αφού δεν εκτίθενται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Με τον ένατο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ.11 του αρθρ.559 ΚΠολΔ προβάλλονται οι αιτιάσεις της μη λήψεως υπόψη εγγράφων που η αναιρεσείουσα νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε, ως και της λήψεως υπόψη εγγράφων των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους από τον αναιρεσίβλητο. Σχετικά με τη δεύτερη αιτίαση ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του, καθόσον από το επισκοπούμενο δικόγραφο των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου στο εφετείο προκύπτει ότι ο τελευταίος νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε τις βεβαιώσεις προϋπηρεσίας του σε άλλες επιχειρήσεις, ως και τις βεβαιώσεις παρακολουθήσεως σπουδών, σεμιναρίων και συνεδρίων τις οποίες έλαβε υπόψη του Εφετείο. Εξάλλου σε σχέση με τη πρώτη αιτίαση ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, καθόσον από την περιεχόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση διαβεβαίωση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, σε συνδυασμό με το σύνολο των πραγματικών παραδοχών του Εφετείου προκύπτει αδιστάκτως ότι ελήφθησαν υπόψη και όλα τα προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα μεταξύ των οποίων το βιογραφικό σημείωμα του αναιρεσίβλητου και τους ισολογισμούς των ετών 2002 και 2003 της αναιρεσείουσας εταιρίας.

Με τον δέκατο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι απορρίφθηκε χωρίς αιτιολογία ο λόγος της εφέσεώς της με τον οποίο παρεπονείτο ότι εσφαλμένα κρίθηκαν ως αποδειχθέντα τα προσόντα του αναρεσιβλήτου (εργατικότητα, ζήλος, αποδοτικότητα), ενώ κατ' ανταπόδειξη είχαν αποδειχθεί τα αντίθετα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος στην ουσία του, αφού από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο επανεκτιμώντας τις αποδείξεις εξέθεσε με πληρότητα το αντίθετο προς τα υποστηριχθέντα δια της εφέσεις αποδεικτικό πόρισμά του.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.2 του Ν.1264/1982 «ο εργοδότης και οι εκπρόσωποί του που αρνούνται την πραγματική απασχόληση του εργαζομένου, του οποίου η απόλυση έχει κριθεί άκυρη με δικαστική απόλυση τιμωρούνται με φυλάκιση ή και με χρηματική ποινή για κάθε παράβαση ή άρνηση». Η ποινική διάταξη αυτή προϋποθέτει και κυρώνει την ουσιαστικού δικαίου υποχρέωση του εργοδότη να επαναπροσλάβει και να απασχολήσει πραγματικά τον καταχρηστικά απολυθέντα μισθωτό μετά την ακύρωση της απολύσεως με δικαστική απόφαση. Επομένως στην τελευταία αυτή περίπτωση προκειμένου να καταδικαστεί ο εργοδότης σε πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και σε περίπτωση μη εκπληρώσεως της υποχρεώσεως αυτής να καταδικασθεί σε χρηματική ποινή, σύμφωνα με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ. 946 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν απαιτείται να συντρέχουν και άλλοι όροι, δηλονότι η απόκρουση των προσφερομένων υπηρεσιών να έχει γίνει υπό περιστάσεις που υπερβάινουν προφανώς τα κριτήρια του άρθρ. 281 ΑΚ, ή να συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (άρθ.57 ΑΚ) ή εκ προθέσεως να του ζημιώνουν κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (άρθ.919 ΑΚ) ή υπαιτίως να προσβάλλουν το δικαίωμά του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του και της συμμετοχής του στην οικονομική ζωή (άρθ.5 παρ.1 του Συντάγματος).

Εν προκειμένω με τον ενδέκατο λόγο αναιρέσεως, αληθώς μόνο από τον αριθ.1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των άρθρ. 349,361, 648, 652 και 653 ΑΚ με το να γίνει δεκτό το αίτημα της αγωγής για πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του αναιρεσιβλήτου, αφού η απόκρουση των υπηρεσιών αυτών δεν έχει για τον εργοδότη άλλες συνέπειες πλην εκείνων εκ της υπερημερίας του ως δανειστή. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει αγώγιμη αξίωση του μισθωτού, του οποίου ακυρώνεται με δικαστική απόφαση η απόλύσή του ως καταχρηστική, να ζητήσει την πραγματική αποδοχή των υπηρεσιών του από τον εργοδότη. Αν συνεπεία της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου επήλθε προσβολή της προσωπικότητας του απολυθέντος, ο τελευταίος δικαιούται να αξιώσει (άρθρ. 932 ΑΚ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκθέτοντας στην αγωγή του τα περιστατικά που συνιστούν την ηθική βλάβη της προσωπικότητάς του και το βαθμό αυτής (προβληθέντες καταχρηστικώς λόγοι απολύσεως και λοιπές περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η απόλυση) ως την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του μισθωτού και του εργοδότη.

Εν προκειμένω με τον δωδέκατο λόγο αναιρέσεως από τον αριθ.8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς θεμελιωτικούς της αιτηθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη, που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο. Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι οι σχετικές πραγματικές παραδοχές του Εφετείου είναι «από την παράνομη καταγγελία της εργασιακής σχέσης του αναιρεσίβλητου και τους αναληθείς ισχυρισμούς που περιείχοντο στην καταγγελία αυτή, έχει θιγεί η επαγγελματική αξία και υπόληψη του τελευταίου, έχει εκτεθεί στους συναδέλφους του και το κοινωνικό του περιβάλλον, καθόσον δημιουργήθηκαν ερωτήματα και αμφιβολίες για τις ικανότητες και τη δυνατότητά του να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της θέσης εργασίας του ως διευθυντή πωλήσεων της αναιρεσείουσας».

Εξάλλου από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι σ' αυτή περιέχονται ως στοιχεία θεμελιωτικά της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, πλην άλλων και η κοινωνική μείωση που υπέστη συνεπεία της απολύσεως, το πλήγμα στην προσωπικότητά του, η αντικειμενική δυσκολία εξεύρεσης άλλης εργασίας ως συνέπεια των άκρως δυσφημιστικών και ανυπόστατων αιτιών καταγγελίας που διατυπώθηκαν στο έγγραφο της απολύσεώς του.

Επομένως ο κρινόμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του δεν έλαβε υπόψη του πράγματα μη προταθέντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-11-2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία «Αθηναϊκή Στρωματοποιϊα ΑΒΕΕ» για αναίρεση της 6622/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ