Legislator Case Law & Legislation
153/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against life insurance liquidation decisions due to statutory prohibition on legal remedies.

Case Number 153/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece rejected the appellants' request to appeal a final judgment regarding life insurance liquidation proceedings. The court found that specific statutes explicitly forbid legal remedies against insurance liquidation decisions to ensure procedural speed. Consequently, the appeal was declared inadmissible, the deposit was returned to the state, and the appellants were ordered to pay the respondents' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; Article 248(8) of Law 4364/2016; Article 92 of the Bankruptcy Law; Article 53 of the Bankruptcy Law; Article 54 of the Bankruptcy Law; Article 25 of the Constitution: The legislature may restrict legal remedies against insurance liquidation decisions to expedite proceedings, and such restrictions are not disproportionate.

Keywords

AI generated
insurance liquidation legal remedies prohibition inadmissible appeal procedural speed constitutional proportionality bankruptcy law legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 94(1), 96(1), 97(1), and 104 of the Code of Civil Procedure
Article 248(8) of Law 4364/2016
Article 92 of the Bankruptcy Law
Article 53 of the Bankruptcy Law
Article 54 of the Bankruptcy Law
Article 25 of the Constitution

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 153 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 153/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Δ. του Χ., και 43) Χ. Κ. του Δ., κατοίκου Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Σ. Π. και Ν. Α. και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ... τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Τσουμάνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΩΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Παρσάνο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2016 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, και την από 17/5/2016 ανακοίνωση δίκης -προσεπίκληση προς παρέμβαση της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν με την επ' ακροατηρίω ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του δευτέρου ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 317/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3672/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/6/2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι: (α) στα πολιτικά δικαστήρια και δη στον Άρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν την υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, (β) η πληρεξουσιότητα παρέχεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά είτε με ιδιωτικό έγγραφο, εφόσον η υπογραφή εκείνου που παρέχει την πληρεξουσιότητα βεβαιώνεται από δημόσια, δημοτική ή άλλη αρχή, μπορεί δε να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει, (γ) για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ ΑΠ 13/2008).

Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ` αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, στην περίπτωση των φερόμενων ως ασκησάντων την αναίρεση διαδίκων χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτήν (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 120/2022, ΑΠ 220/2021, ΑΠ 776/2021, ΑΠ 165/2020, ΑΠ 1053/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης, από 30-6-2020, αίτησης αναίρεσης για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (19-9-2022), έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, σαράντα τριών (43) τον αριθμό, σύμφωνα με την σχετική έγγραφη παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από το αντίγραφο αυτής του Σ.

Π., πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς 2008Ε και 2010Ε/5-7-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δ. Π., που προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους αναιρεσίβλητους για να παρασταθούν στη συζήτησή της κατά την αρχική δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης της παρούσας συζήτησης, κατά την εκφώνηση της αίτησης αναίρεσης από τη σειρά της στο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν από τους δικηγόρους τους, Σ. Π. και Ν. Α.. Οι εν λόγω πληρεξούσιοι, όμως, που δήλωσαν στο ακροατήριο ότι εκπροσωπούν και τον εικοστό έκτο αναιρεσείοντα, Μ.

Δ. του Α., δεν αποδεικνύουν ότι είναι εφοδιασμένοι με πληρεξουσιότητα και από αυτόν, καθόσον δεν προσκομίζουν, ούτε, άλλωστε, επικαλούνται με το υπόμνημά τους, σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, από το οποίο να προκύπτει ότι είναι νόμιμα διορισμένοι πληρεξούσιοι αυτού, τόσο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, όσο και για την εκπροσώπησή του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την αρχική ή την μετ' αναβολή παραπάνω δικάσιμο.

Συνεπώς, ως προς τον ανωτέρω εικοστό έκτο αναιρεσείοντα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 30-6-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 3942/2020, ΕΑΚ 471/2020, Αριθ. Δικ. 1399/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με αριθμό 3672/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 26-1-2017 έφεση των αναιρεσειόντων (καθώς και άλλων 14 προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη) και εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 317/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρατήθηκε, δικάστηκε και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 15-1-2016 ανακοπή τους περί διόρθωσης της από 20-11-2015 Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής των ασφαλισμένων της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσας πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες (καθώς και άλλα 14 πρόσωπα, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη), με την ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης, από 15-1-2016, ανακοπή τους, αφού εξέθεσαν ότι συνήψαν τα αναφερόμενα ασφαλιστήρια ζωής με την ονομασία ASPIS PLUS με την πρώτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας με την 156/21-9-2009 απόφαση του ΔΣ της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης και τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση, ενώ με την 41/1-6-2012 διαπιστωτική πράξη της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος τέθηκε σε ασφαλιστική εκκαθάριση και το χαρτοφυλάκιο ζωής και ότι ο Επόπτης Ασφαλιστικής Εκκαθάρισης εσφαλμένα δεν συμπεριέλαβε τις αναλυτικά αναφερόμενες απαιτήσεις τους στην κατ' άρθρο 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, από 20-11-2015, Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής που συνέταξε, με συνέπεια τον αποκλεισμό τους από τη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και την, μέσω αυτής, προνομιακή ικανοποίηση των απαιτήσεών τους, ζήτησαν να διορθωθεί η επίδικη Κατάσταση Δικαιούχων Απαιτήσεων από Ασφάλιση Ζωής, ώστε να συμπεριληφθούν σ' αυτήν οι ειδικότερα προσδιοριζόμενες απαιτήσεις τους.

Η καθ' ης η ανακοπή υπό εκκαθάριση ασφαλιστική εταιρεία με την από 17-5-2016 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση, ανακοίνωσε τη δίκη και προσεπικάλεσε σ' αυτή το νπιδ με την επωνυμία "ΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΖΩΗΣ" (ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο), το οποίο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, άσκησε προφορικά πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 317/2017 απόφασή του, απέρριψε την ανακοπή ως προς τους τρίτη ανακόπτουσα, (ήδη τρίτη αναιρεσείουσα), δέκατο πέμπτο ανακόπτοντα, Β. Μ. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) και τριακοστό τέταρτο ανακόπτοντα, Μ. Δ. (ήδη εικοστό έκτο αναιρεσείοντα ως προς τον οποίο, όπως προεκτέθηκε, η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη) και την δέχθηκε ως προς τους λοιπούς ανακόπτοντες, τους οποίους αναγνώρισε δικαιούχους απαιτήσεων από τα ειδικότερα αναφερόμενα ασφαλιστήρια ζωής.

Κατά της ανωτέρω απόφασης οι ανωτέρω ανακόπτοντες, ως προς τους οποίους η ανακοπή απορρίφθηκε άσκησαν την από 25-4-2017 έφεση και η καθής η ανακοπή την από 26-1-2017 έφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την αναίρεση 3672/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 25-4-2017 έφεση των ανακοπτόντων, ενώ έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η από 26-1-2017 έφεση της καθ' ης η ανακοπή, εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρατήθηκε και δικάστηκε η ένδικη ανακοπή, η οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδαφ. α - γ του ν.δ. 400/1970 "Ιδιωτική επιχείρηση ασφάλισης", οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής και οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι αυτών έχουν προνόμιο στην ασφαλιστική τοποθέτηση, που προηγείται από κάθε άλλο γενικό ή ειδικό προνόμιο της παρ. 9 του άρθρου 12 αυτού.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 3 του ίδιου ως άνω ν.δ. 400/1970 "Σε περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης ή πτώχευσης ασφαλιστικής επιχείρησης ο, κατά το άρθρο "12α" του παρόντος, επόπτης εκκαθάρισης ή πτώχευσης καλεί μέσα σε δέκα ημέρες από το διορισμό του τους δικαιούχους ασφαλίσματος, με ανακοίνωση, που δημοσιεύεται μια φορά την εβδομάδα, επί τρεις συνεχείς εβδομάδες σε πέντε ημερήσιες, ευρείας κυκλοφορίας, εφημερίδες, από τις οποίες μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης και μια οικονομική, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία μέσα σε τρεις μήνες από την τελευταία δημοσίευση.

Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων γίνεται από τα ως άνω όργανα, αρχίζει το αργότερο μέσα σε τρεις ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα.

Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που δεν αμφισβητούνται από τα ως άνω όργανα ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου. Ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος υποβάλλουν στο Υπουργείο Εμπορίου κατάσταση των δικαιούχων ασφαλίσματος μέσα σε δύο μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών.

Στην κατάσταση αυτήν περιλαμβάνονται, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους: α) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων ζωής, β) οι δικαιούχοι ασφαλίσματος ασφαλίσεων κατά ζημιών εκτός ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης και γ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία.

Για τις απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα γίνεται χωριστή μνεία, στην οποία αναφέρεται το ποσό που εκτιμά ο επόπτης εκκαθάρισης και ο εκκαθαριστής ή ο επόπτης πτώχευσης και ο σύνδικος και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος ασφαλίσματος. Στην κατάσταση καταχωρίζονται και οι τυχόν διαφωνίες κατά την επαλήθευση μεταξύ επόπτη και εκκαθαριστή ή συνδίκου.

Η κατάσταση καταχωρίζεται αμέσως στο μητρώο ασφαλιστικών επιχειρήσεων και η ανακοίνωση της καταχώρισής της δημοσιεύεται σε δύο τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες, από τις οποίες η μια τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μια φορά την εβδομάδα επί τρεις συνεχείς εβδομάδες.

Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο. Το ως άνω ν.δ 400/1970 καταργήθηκε στο σύνολό του, από 1 Ιανουαρίου 2016, με το Ν. 4364/2016 "Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΔ και του Συμβουλίου της 25 Νοεμβρίου 2009 κλπ", πλην, όμως, με τη διάταξη του άρθρου 248 παρ. 1 αυτού ορίστηκε ότι "από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις", στις οποίες, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 242 παρ. 1 και 4.

Ωστόσο, οι προ της 31-12-2015 διαδικασίες εξελέγξεως και επαληθεύσεως απαιτήσεων από τον επόπτη εκκαθάρισης κ.λ.π., όπως η παρούσα, διέπονται από τις διατάξεις του ν.δ. 400/1970. Περαιτέρω, η ως άνω απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων, συνεπώς και αναίρεσης, κατά της απόφασης του εφετείου που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση ζωής ρητά επαναλήφθηκε και στο Ν. 4364/2016, στο άρθρο 242 παρ. 2 του οποίου ορίζεται ότι "Μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των αναγγελιών η ως άνω κατάσταση αναρτάται στην ιστοσελίδα της επιχείρησης και η ανακοίνωση της καταχώρησής της δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες εφημερίδες από τις οποίες η μία (1) τουλάχιστον εκδίδεται στην έδρα της επιχείρησης, μία (1) φορά την εβδομάδα επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες.

Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.

Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο". Επίσης, ίδια ρύθμιση προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 248 παρ. 8 του Ν. 4364/2016 (το αναφερόμενο στις υφιστάμενες κατά την 31-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις) και για την κατάσταση κατάταξης των δικαιούχων από ασφάλιση, δηλαδή τον πίνακα διανομής, τον οποίο συντάσσει ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής κατά τις διατάξεις των παραγράφων 7 και 8 του άνω άρθρου, κατά της οποίας (κατάστασης κατάταξης) επιτρέπονται αντιρρήσεις που ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης, οι οποίες εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η απόφαση του εφετείου υπόκειται σε έφεση ενώπιον του αρμόδιου Εφετείου και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, ενώ η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο.

Η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση του αποκλεισμού της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά των άνω αποφάσεων δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ 53/1974, καθόσον οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται κάποιος υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, δηλαδή δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, στην έννοια, όμως, αυτών δεν περιλαμβάνεται και η πρόβλεψη οπωσδήποτε άσκησης ένδικων μέσων, στο νομοθέτη δε εναπόκειται να κρίνει αν, πόσα και ποια ένδικα μέσα θα χορηγήσει, καθώς και για ποιους λόγους, συνεκτιμώντας ενδεχομένως την αξία του αντικειμένου της διαφοράς και το είδος της διαδικασίας, με την οποία εκδικάζεται η υπόθεση.

Άλλωστε, ο περιορισμός της άσκησης ένδικων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει στη συντόμευση των δικαστικών εκκρεμοτήτων και στην επιτάχυνση της διαδικασίας περάτωσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ώστε να ικανοποιηθούν οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας.

Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή διαχρονικού δικονομικού δικαίου του άρθρου 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή όταν στο νεότερο νόμο δεν περιλαμβάνεται ειδική μεταβατική διάταξη, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Συνεπώς, από το δίκαιο που ισχύει κατά τον ως άνω χρόνο και που στην προκείμενη περίπτωση είναι το άρθρο 242 παρ. 2 του Ν. 4364/2016, θα κριθεί αν η απόφαση μπορεί ή όχι να προσβληθεί με ένδικα μέσα και ποια, για ποιους λόγους επιτρέπεται καθένα από αυτά, ποια πρόσωπα δικαιούνται να τα ασκήσουν και κατά ποιων προσώπων πρέπει να απευθύνονται (ΟλΑΠ 38, 21, 22/2002).

Τέλος, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση, μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 19-7-2018, ήτοι υπό την ισχύ του Ν. 4364/2016, με το άρθρο 242 παρ. 2 του οποίου, όπως προεκτέθηκε, ρητά απαγορεύθηκε η άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που έχει εκδοθεί επί ανακοπής κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής.

Ενόψει δε του ότι στο νόμο αυτό δεν υφίσταται ειδική μεταβατική διάταξη για τις ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις, που υφίστανται κατά την 31-12-2015, όπως η προκείμενη, το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης θα κριθεί, σύμφωνα με την διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 ΕισΝΚΠολΔ, από το ισχύον κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (12-9-2019) άρθρο 242 παρ. 2 Ν. 4364/2016, το οποίο, κατά τα προεκτιθέμενα, απαγορεύει ρητά την άσκηση αναίρεσης κατά της παρούσας απόφασης, όπως άλλωστε, ρητά απαγορευόταν και από το προϊσχύσαν ν.δ. 400/1970.

Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ένδικη ανακοπή τους έχει χαρακτήρα ανακοπής του άρθρου 92 ΠτΚ και, συνεπώς, η παρούσα απόφαση προσβάλλεται με αναίρεση σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 55 αυτού, όλως επικουρικά δε ισχυρίζονται ότι η ένδικη Κατάσταση Δικαιούχων Ασφαλίσματος έχει χαρακτήρα οριστικού πίνακα διανομής, με τον οποίο αναγνωρίζονται τα προνόμια των ασφαλισμένων και, συνεπώς, η παρούσα απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, όπως υπόκειται και η ανακοπή κατά του πίνακα διανομής επί πτωχεύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 161 παρ. 1 εδαφ.

γ ΠτΚ (όπως οι ως άνω διατάξεις του ΠτΚ ίσχυαν κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης πριν από την ισχύ του νέου Πτωχευτικού Κώδικα, ήτοι του Ν. 4738/2020, ΦΕΚ Α' 207/27-10-2020, οι διατάξεις του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 307 αυτού, άρχισαν να ισχύουν σταδιακά από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ και εφεξής). Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 179 ΠτΚ "Οι διατάξεις του κώδικα αυτού εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί εξυγίανσης και εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, κατά το μέρος που δεν ρυθμίζονται ειδικά" (ίδια ρύθμιση προβλέπεται και στο άρθρο 235 παρ. 3 του Ν. 4364/2016, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα) και τέτοια ειδική ρύθμιση περιλαμβάνει η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970 (και ήδη του άρθρου 242 παρ. 2 του Ν. 4364/2016), που περιέχουν ειδικές ρυθμίσεις περί των αντιρρήσεων κατά της Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεως από Ασφάλιση Ζωής των ασφαλισμένων και απαγορεύουν ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων των εφετείων, συνεπώς, και αίτησης αναίρεσης.

Επίσης, και η διάταξη του άρθρου 248 παρ. 8 του Ν. 4364/2016, απαγορεύει ρητά την άσκηση ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του εφετείου, που εκδίδεται επί ανακοπής κατά της κατάστασης κατάταξης των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής. Εξάλλου, η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πτωχευτική ανακοπή κατ' άρθρο 92 ΠτΚ και για τον επιπλέον λόγο ότι η πτωχευτική ανακοπή εκδικάζεται από το πτωχευτικό δικαστήριο, ήτοι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση (άρθρο 53 του ΠτΚ), κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 54 ΠτΚ), ενώ η ασφαλιστική εκκαθάριση δεν διατάσσεται με δικαστική απόφαση, αλλά επέρχεται αναγκαστικά, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης λόγω παράβασης νόμου, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης, ο δε νομοθέτης για τις δίκες της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, σταθμίζοντας τις ιδιαιτερότητές τους, θέσπισε την αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και ως διαδικασία αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, που είναι ταχεία διαδικασία, ώστε να επιτευχθεί ο σκοπός της επιτάχυνσης της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, για να ικανοποιηθούν σε σύντομο χρόνο οι προνομιακά ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση.

Περαιτέρω, ο περιορισμός της άσκησης ενδίκων μέσων κατά των σχετικών υποθέσεων, όπως η κρινόμενη, που εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, στοχεύει, όπως προεκτέθηκε, στην επιτάχυνση της διαδικασίας της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και ως εκ τούτου δεν είναι δυσανάλογος, ούτε αντιβαίνει στην καθιερούμενη με το άρθρο 25 του Συντάγματος, αρχή της αναλογικότητας, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Κατ' ακολουθία αυτών, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, κατά το σχετικό αίτημά τους, που υποβλήθηκε με δήλωση στα πρακτικά και με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 192 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-6-2020 αίτηση (ΓΑΚ 3942/2020, ΕΑΚ 471/2020, Αριθ. Δικ. 1399/2020) για αναίρεση της με αριθμό 3672/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον εικοστό έκτο αναιρεσείοντα, Μ. Δ. του Α., ως απαράδεκτη (για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό).

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την άνω αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες ως απαράδεκτη (για το λόγο που αναφέρεται στο σκεπτικό). ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει, συνολικά, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ