Legislator Case Law & Legislation
153/2022 AI generated

153/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 153/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

153/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 57 Ν.4194/2013: Δικαίωμα σε αμοιβή - Ανάλογη προκαταβολή, ορίζεται: 1. Ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, καθώς και για κάθε δαπάνη δικαστηριακή ή άλλη που κατέβαλε για την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε. 2. Δικαιούται επίσης να εισπράξει από τον εντολέα του προκαταβολή έναντι της αμοιβής ή των δαπανών του, κατά την έναρξη ή την πρόοδο της εργασίας.

Keywords

AI generated
european Training Foundation European Economic Interest Grouping european Monetary Institute long-term financing third-party payment third-party beneficiary contract
AI generated
1648/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 72/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Απόστολο Φωτόπουλο και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
226/2023
Supreme Court allows appeal against appellate court failure to declare defense inadmissible under special procedure rules.
1234/2019
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1781/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/3/2006 αίτηση και την από 30/4/2007 παρεμπίπτουσα αίτηση των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν.
677/2020
Supreme Court overturns appeal court ruling on lawyer fees due to improper calculation of legal fees based on incorrect claim values.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 153 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 153/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Λ. του Κ. κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευλαλία Μιχαηλίδη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Χ. Κ. του Α., 2) Γ. θυγατέρας Χ. Κ., 3) Α. Κ. του Β., 4) Γ. Κ. του Β. και 5) Ι. Κ. συζ. Β. Κ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κάππου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν η 998/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 254/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20.7.2020 και με αριθμό κατάθεσης 44/24.8.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 254/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 7.12.2019 και με αριθμ. κατάθεσης 543/9.12.2019 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Φ. Λ. και μετά από εξαφάνιση της υπ' αριθμ. 998/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 21.8.2017 με αριθμό κατάθ. 2073/2017 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και η ασκηθείσα με τις προτάσεις ανταγωγή των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), απορριπτομένων των ισχυρισμών των αναιρεσιβλήτων περί απαραδέκτου της ασκήσεως αναιρέσεως, οι οποίοι περιέχονται στις προτάσεις τους, καθ' όσον δεν έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 1957/2009).

Κατά το άρθρο 57 Ν.4194/2013: Δικαίωμα σε αμοιβή - Ανάλογη προκαταβολή, ορίζεται: 1. Ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει αμοιβή από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, καθώς και για κάθε δαπάνη δικαστηριακή ή άλλη που κατέβαλε για την εκτέλεση της εντολής που του ανατέθηκε. 2. Δικαιούται επίσης να εισπράξει από τον εντολέα του προκαταβολή έναντι της αμοιβής ή των δαπανών του, κατά την έναρξη ή την πρόοδο της εργασίας.

Η εργασία του δικηγόρου προς τον εντολέα του ολοκληρώνεται μόνο με την πραγματική είσπραξη της αμοιβής του. Κατά δε το άρθρο 58: Αμοιβή δικηγόρου, ορίζεται: 1. Η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπο του. 2. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες. 3.

Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία, η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης και, σε περίπτωση που το αντικείμενο της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν ορίζονται στις διατάξεις του Κώδικα, με βάση τις αμοιβές που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κώδικα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού (ΑΠ 945/2019, 170/2016,321/2017).

Κατά το άρθρο 86: Δικαστική προστασία αμοιβών δικηγόρων, ορίζεται: διαφορές ανάμεσα στον δικηγόρο ή καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του και εντολέα του ή καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του, σχετικά με τις δαπάνες και την αμοιβή του δικηγόρου, καθώς και οι απαιτήσεις από πάγια περιοδική αμοιβή και αποζημίωση, υπάγονται στην ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας και εκδικάζονται από το δικαστήριο της έδρας του δικηγόρου, ανεξάρτητα από το αντικείμενο και την ύπαρξη ή μη γραπτής συμφωνίας ( ΑΠ 574/2018).

Από τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.3194/2013), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.

Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που προσέφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων (ΑΠ 1338/2018, ΑΠ 957/2014, ΑΠ1213/2013, 939/2013, 917/2013, 1687/2012, 1778/2011, 2073/2007).

Η ως άνω σύμβαση για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς και σύμφωνα με το άρθρο 63 επ. του ως άνω Κώδικα, αποδεικνύεται με κάθε είδους έγγραφα, με απλές επιστολές, καθώς και με όρκο και ομολογία (ΑΠ 321/2017,939/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ.

α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, ο οποίος είναι δικηγόρος και μέλος του Δ.Σ.

Πατρών, ισχυρίσθηκε ότι τον Ιούνιο του 2014 οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, του ανέθεσαν τη μελέτη και το χειρισμό των αναφερομένων σ' αυτή υποθέσεών τους και συμφώνησαν προφορικά ότι η αμοιβή του θα ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί των επιδικασθησομένων στους ενάγοντες ποσών, καθώς και ότι θα λάμβανε και την τυχόν επιδικασθησομένη δικαστική δαπάνη, η οποία θα συμψηφίζεται με τυχόν πραγματοποιηθέντα κατά την εκτέλεση της προς αυτόν εντολής έξοδα.

Ότι στο πλαίσιο της ανωτέρω ανατεθείσας σ' αυτόν εντολής προέβη στις περιγραφόμενες στην ένδικη αγωγή δικαστικές και εξώδικες ενέργειες. Ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να υπογράψουν το συμφωνηθέν μεταξύ τους εργολαβικό δίκης προφασιζόμενοι διάφορες δικαιολογίες.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ζητούσε, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σ' αυτόν : Α) 1. βάσει της ανωτέρω εργολαβικής συμφωνίας και σε περίπτωση που αυτή κριθεί άκυρη, επικουρικά ως αποζημίωση λόγω τελεσθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας: α) ποσό 33.713,27 ευρώ ο πρώτος των εναγομένων, β) ποσό 19.893,50 ευρώ η δεύτερη εξ αυτών, γ) ποσό 8.975,50 ευρώ ο τρίτος εξ αυτών, δ) ποσό 8.975 ευρώ η τέταρτη εξ αυτών και ε) ποσό 12.434,50 ευρώ η πέμπτη εξ αυτών και 2.

επικουρικότερα σε περίπτωση ακυρότητας του προμνησθέντος εργολαβικού δίκης, δυνάμει των διατάξεων του Κώδικα Δικηγόρων αναφορικά με τον καθορισμό αμοιβής σε περίπτωση μη ύπαρξης συμφωνίας: α) ποσό 9.338,50 ευρώ ο πρώτος των εναγομένων, β) ποσό 7.119 ευρώ η δεύτερη εξ αυτών, γ) ποσό 6.844 ευρώ ο τρίτος εξ αυτών, δ) ποσό 6.844 ευρώ η τέταρτη εξ αυτών και ε) ποσό 6.513 ευρώ η πέμπτη εξ αυτών και Β) το ποσό των 5.000 ευρώ ο καθένας των εναγομένων, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της τελεσθείσας σε βάρος του αδικοπραξίας, νομιμοτόκως όλα τα ανωτέρω κονδύλια από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην δικαστική του δαπάνη.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Μετά το Πάσχα του έτους 2014 ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων , ενεργούντες εκ μέρους και για λογαριασμό και των λοιπών εναγομένων, ανέθεσαν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος είναι δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, τη μελέτη και το χειρισμό των εκκρεμών υποθέσεών τους ενώπιον του Εφετείου Πατρών.

Ειδικότερα, επρόκειτο για τρείς εφέσεις κατά τριών αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με αντίδικο την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία ... επί των οποίων είχε ήδη (όταν ανέλαβε αυτές ο ενάγων) διαταχθεί επανάληψη συζήτησης, προκειμένου να διενεργηθεί λογιστική και γραφολογική πραγματογνωμοσύνη.

Η συζήτηση των εν λόγω υποθέσεων εν τέλει πραγματοποιήθηκε, κατόπιν διαδοχικών αναβολών, κατά τη δικάσιμο της 2.2.2017 και εκδόθηκαν επί των συγκεκριμένων εφέσεων οι με αριθμούς 142/2017, 144/2017 και 145/2017 αποφάσεις του Εφετείου Πατρών. Σχετικά με την αμοιβή του ενάγοντος για τη μελέτη και τον χειρισμό των τριών αυτών υποθέσεων, τη σύνταξη των προτάσεων και την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου Πατρών οι διάδικοι συμφώνησαν μεταξύ τους, να ανέρχεται αυτή στο συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ.

Πλέον συγκεκριμένα συμφώνησαν, ότι μέρος της ανωτέρω αμοιβής του, ύψους 5.000 ευρώ θα κατέβαλαν οι εναγόμενοι κατά την ανάθεση των υποθέσεών τους στον ενάγοντα και το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ θα κατέβαλαν οι εναγόμενοι κατά την εκδίκαση των ως άνω εφέσεων. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι η αμοιβή του θα ανερχόταν σε ποσοστό 10% επί του επιδικασθέντος ποσού, ουδόλως αποδείχθηκε κατ' ουσίαν και κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι κατόπιν συμφωνίας μεταξύ τους η όποια τυχόν επιδικασθείσα υπέρ των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων δικαστική δαπάνη θα αποδιδόταν στον ενάγοντα, για τα έξοδα στα οποία θα προέβαινε αυτός κατά τον χειρισμό των συγκεκριμένων υποθέσεων, ενώ εξάλλου ουδόλως αποδείχθηκε ότι είχε πράγματι προβεί σε σχετικές δαπάνες.

Προς εκπλήρωση της μεταξύ τους συμφωνίας ως προς την καταβολή της αμοιβής του, ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ σε μετρητά περί τα μέσα Ιουνίου του 2014, ακολούθως δε στις 2.12.2016, ο τρίτος εναγόμενος με τραπεζική συναλλαγή μετέφερε το υπόλοιπο ποσό των 5.000 ευρώ από τον τραπεζικό λογαριασμό του στον με αριθμό ...

τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί ο ενάγων στην Τράπεζα ..., γενομένης ως εκ τούτου δεκτής κατ' ουσίαν της παραδεκτά προβληθείσας εκ μέρους των εναγομένων ένστασης εξόφλησης του ενάγοντος. Από τα όλα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι έχουν καταβάλει στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ύψους 10.000 ευρώ για τον χειρισμό των προαναφερθέντων υποθέσεών τους και την εκπροσώπηση αυτών ενώπιον του Εφετείου Πατρών".

Κατόπιν αυτών, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος και μετά από εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία ομοίως έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, ως προς την κύρια βάση αυτής και τη βάση της αδικοπραξίας απέρριψε κατ' ουσία την αγωγή ως προς την επικουρική βάση αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και τέταρτο λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την ύπαρξη ειδικότερης συμφωνίας που παρεκκλίνει από τα οριζόμενα από τον κώδικα περί δικηγόρων αναφορικά με τις αμοιβές για τις δικαστικές και δικονομικές ενέργειες, χωρίς έγγραφη συμφωνία, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57 και 58 Ν.4194/2013 (του Κώδικα Δικηγόρων).

Όμως, εν όψει των ανέλεγκτων παραδοχών του δικαστηρίου, "περί μη υπάρξεως έγγραφης συμφωνίας σχετικά με την αμοιβή του αναιρεσείοντος για τη μελέτη και το χειρισμό των τριών υποθέσεων, τη σύνταξη προτάσεων και την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου Πατρών, οι διάδικοι συμφώνησαν μεταξύ τους, να ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 10.000 ευρώ", δεν παραβίασε τις, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις των άρθρων 361, 648 επ., 713, 340, 345, 346 του ΑΚ,57,58, 63 παρ. 1, 68 παρ. 1,2 και 69 του Ν. 4194/2013 του Κώδικα περί Δικηγόρων.

Τούτο δε, διότι με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Πατρών ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και επιπλέον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της μη ύπαρξης έγγραφης συμφωνίας σχετικά με τη δικηγορική αμοιβή του αναιρεσείοντος, παρά την ακυρότητα εργολαβικού δίκης και το ύψος αυτής, για την οποία συμφωνηθείσα αμοιβή, δεν υπήρξε ισχυρισμός εκ μέρους του αναιρεσείοντος ότι αυτή υπολείπεται των καθοριζομένων ορίων από τον Κώδικα Δικηγόρων, και κατέληξε ορθά στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.

Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, για να είναι ορισμένος ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 παρ. γ του Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης για τη μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά αυτά μέσα, ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτόν της προσαγωγής τους, καθώς και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Επίσης πρέπει να καθορίζεται και ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 42/2002). Με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ γ Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπ' όψη έγγραφο, το οποίο δεν υπήρχε και που σε κάθε περίπτωση δεν προσκομίσθηκε.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο αναιρεσείων - εκκαλών προσκόμισε και επικαλέστηκε έγγραφο, αποδεικνύον την έγγραφη συμφωνία αυτού με τους αναιρεσιβλήτους ενώπιον του Εφετείου, αλλά ακριβώς το αντίθετο, και ως εκ τούτου στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη αν και την είχε κατά το νόμο και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα.

Για να είναι ορισμένος ο, από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ., λόγος αναίρεσης, για την παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτόν και τα εξής: α) ποια είναι η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση νόμου σε σχέση με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που έχει εκτιμηθεί, β) προς απόδειξη ποιου ισχυρισμού έγινε επίκληση και προσκομιδή του σχετικού αποδεικτικού μέσου καθώς και ποια επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, γ) ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο από την προσβαλλόμενη απόφαση διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ' αυτό ο νόμος και δ) που έγκειται ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ570/2016, ΑΠ491/2014).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης δημιουργείται μόνο αν πρόκειται για αποδεικτικό μέσο, στο οποίο σύμφωνα με το νόμο ο δικαστής είναι υποχρεωμένος να προσδώσει δύναμη πλήρους αποδείξεως. Έτσι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία (ΑΠ41/2019, ΑΠ 491/2014 και ΑΠ 748/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, από το άρθρο 559 αριθμ. 12 ΚΠολΔ., αιτίαση της παραβίασης του ορισμού του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη και, ειδικότερα, ότι έλαβε υπ' όψη "τις ψευδέστατες ούτως ή άλλως καταθέσεις των μαρτύρων (οικείων προσώπων των αντιδίκων) που ο νόμος εν προκειμένω δεν επιτρέπει, μιας και απαιτεί έγγραφη συμφωνία των μερών ως συστατικό και αποδεικτικό στοιχείο αυτής, έγγραφο το οποίο υπήρχε και σε κάθε περίπτωση δεν προσκομίσθηκε".

Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως του ότι είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν εκτίθενται τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη αναγκαία κατά νόμο για την πληρότητά του στοιχεία, είναι απορριπτέος και ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των διατάξεων του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεων στο αιτιολογικό της αποφάσεως.

Μετά από αυτά και εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων που ηττήθηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.7.2020 αίτηση του Φ. Λ. περί αναιρέσεως των 254/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ