Legislator Case Law & Legislation
153/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on liability for moral damages in loan contract dispute.

Case Number 153/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two shipping companies against the Piraeus Court of Appeal's decision rejecting their claim for moral damages. The appellants argued the bank misled them into lending €17.5 million each, but the lower court found no wrongful conduct by the bank's representatives. The court upheld this finding, stating that since the lower court did not identify any fault by the bank's organ causing the loss, it was not required to examine the specific liability of the individual involved.

Legislator headnote

AI generated

Articles 564, 559, 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that if a lower court determines no wrongful conduct by the opposing party's organ caused the plaintiff's loss, it is not legally required to examine the specific fault of the individual agent involved.

Keywords

AI generated
moral damages liability loan contract dispute bank negligence civil appeal procedure wrongful conduct standard

Cited Legislation

AI generated
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 2251/1994
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 and 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 801/2017
Case 1668/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 153 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 153/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει κατά μεν το καταστατικό της στα …., πράγματι δε στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Ναυτιλιακής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει κατά μεν το καταστατικό της στα …, πράγματι δε στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Δημητρακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Πολίτη που ανακάλεσε την από 22/9/2017 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2115/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2015 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 1/12/2015 αίτησή τους και τους από 29/7/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 9/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων, κύριων και πρόσθετων, της αιτήσεως αναιρέσεως και την από 16/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, σε περίπτωση που οι από 29/7/2016 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κριθούν παραδεκτοί, την απόρριψη αυτών ως αβάσιμων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 29.7.2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η 60/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείουσες κατά της 2115/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την από 30.11.2010 αγωγή αυτών για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να συνεκδικαστούν μεταξύ τους λόγω της συνάφειας αυτών και να εξεταστεί το παραδεκτό της άσκησής τους και η ουσιαστική βασιμότητα αυτών.

Σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αναίρεσης, αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό ή προκειμένου για νομικό πρόσωπο έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η προθεσμία της αναίρεσης είναι ενενήντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, και αν δεν επιδόθηκε η απόφαση, η προθεσμία είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, "1. Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. 2. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης είναι προϋπόθεση του παραδεκτού της.

Τη συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης εξετάζει ο Άρειος Πάγος είτε ύστερα από σχετική ένσταση του αναιρεσίβλητου, οπότε ο διάδικος αυτός οφείλει, κατά το άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, να καταθέσει τις προτάσεις του με τις οποίες προτείνει το από την εκπρόθεσμη άσκηση απαράδεκτο, τουλάχιστον είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, είτε και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας, διότι η διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1, δεν αποσκοπεί στο να αποκλείσει την από τον Άρειο Πάγο αυτεπάγγελτη έρευνα συνδρομής του εκπρόθεσμου της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (ΟλΑΠ 850/1981), απορρίπτει δε την αναίρεση αν λείπει η προϋπόθεση αυτή.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 134 ΚΠολΔ αν το πρόσωπο, στο οποίο πρόκειται να επιδοθεί αντίγραφο δικαστικής απόφασης, διαμένει στο εξωτερικό σε γνωστή διεύθυνση, η επίδοση γίνεται βάσει παραγγελίας που πρέπει να περιέχει τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο αυτό στοιχεία, στον εισαγγελέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την εν λόγω απόφαση υποχρεούμενου να αποστείλει τούτο χωρίς καθυστέρηση στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος οφείλει να το διαβιβάσει στον παραλήπτη.

Κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 136 ΚΠολΔ, η γενόμενη ως άνω προς διαμένοντα στο εξωτερικό επίδοση θεωρείται συντελεσμένη όταν παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα. Οι διατάξεις αυτές, περί πλασματικής επίδοσης δικογράφων σε πρόσωπα διαμένοντα στην αλλοδαπή εφαρμόζονται, εφόσον τα σχετικά ζητήματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά, από διεθνείς συμβάσεις.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94, 96, 97, 142 και 143 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η επίδοση προς διάδικο μπορεί να γίνεται και προς το νόμιμο διορισμένο αντίκλητό του, εφόσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα. Ο διορισμός αντικλήτου γίνεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 142 παρ. 1 και 4, είτε με δήλωση ενώπιον του γραμματέα του πρωτοδικείου της κατοικίας του διαδίκου είτε με ρήτρα σε σύμβαση (που καλύπτει μόνο τις σχετικές με τη σύμβαση αυτή πράξεις).

Επίσης, έχει την ιδιότητα του αντίκλητου και ο νόμιμα διορισμένος, σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ, πληρεξούσιος δικηγόρος, στον οποίο μπορούν να γίνονται μόνον οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής απόφασης (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το άρθρο ένα άρθρο πρώτο παρ. 2 ν. 4335/2015).

Στην παρ. 4 του άρθρου 143, ορίζεται ότι η επίδοση σε πρόσωπο που έχει τη διαμονή ή την έδρα του στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής, πρέπει να γίνεται υποχρεωτικά στον αντίκλητο, εφ' όσον αναφέρεται στον κύκλο των υποθέσεων για τις οποίες έχει γίνει ο διορισμός του και όταν ακόμη πρόκειται για αποφάσεις ή πράξεις που επιβάλλουν αυτοπρόσωπη ενέργεια του παραλήπτη της επίδοσης.

Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 134 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η επίδοση απόφασης σε πρόσωπα που διαμένουν ή έχουν την έδρα τους στο εξωτερικό γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, εκτός αν τα πρόσωπα αυτά έχουν διορίσει αντίκλητο, οπότε η επίδοση θα γίνει υποχρεωτικά σε αυτόν, αλλά υπό την προϋπόθεση του νομίμου διορισμού αυτού που ενεργείται όπως προσδιορίστηκε ανωτέρω (ΑΠ 1174/2003, ΑΠ 315/2000).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού (του παραστάντος δικηγόρου), κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 ΚΠολΔ.

Επομένως και στον πληρεξούσιο, που παραστάθηκε κατά τα άνω, στην ενώπιον του εφετείου δίκη, νομίμως επιδίδεται η εκδοθείσα οριστική απόφαση του λόγω δικαστηρίου (ΑΠ 364/2016, ΑΠ 2178/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με τις προτάσεις της που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 29.12.2016, ήτοι πέραν των είκοσι ημερών πριν τη δικάσιμο της υπόθεσης που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ισχυρίζεται ότι η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εκπρόθεσμα με κατάθεσή της στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την 1.12.2015, ενώ η απόφαση αυτή είχε επιδοθεί στις αναιρεσείουσες στις 9.4.2015.

Για τη στήριξη του εκπροθέσμου της άσκησης της αναίρεσης, επικαλείται τις 5579Δ/9.4.2015 και ….8Δ/9.4.2015 εκθέσεις επίδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης στις αναιρεσείουσες, αντίστοιχα, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Γ. Δ.. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Μεταξύ των διαδίκων και ύστερα από την από 30.11.2010 αγωγή των αναιρεσειουσών, οι οποίες, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής, έχουν την έδρα τους κατά το καταστατικό τους στο ..., πράγματι δε στην οδό ... στην ..., εκδόθηκε αρχικά η 2115/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που απέρριψε αυτήν και ακολούθως, μετά την άσκηση έφεσης από τις ηττηθείσες ήδη αναιρεσείουσες, η 60/2015 οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση.

Η αναιρεσίβλητη, επιδίδει την εκδοθείσα ως άνω τελεσίδικη απόφαση στις αναιρεσείουσες, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση …9Δ/9.4.2015 και …8Δ/9.4.2015 εκθέσεις επίδοσης, αντίστοιχα, του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Γ. Δ., με παράδοση αντίγραφου αυτής, λόγω της καταστατικής τους έδρας στο εξωτερικό, στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς, δικαστηρίου που την εξέδωσε, οι αναιρεσείουσες είχαν παρασταθεί εκπροσωπούμενες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Π. Π.. Ενόψει δε του ότι δικάστηκαν κατ' αντιμωλία, υπάρχει πλήρης απόδειξη ότι ο δικηγόρος που τις εκπροσώπησε είναι δικαστικός πληρεξούσιος, που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ, και συνεπώς αυτοδικαίως και αντίκλητος αυτών (άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ) για όλες τις επιδόσεις, συνεπώς και για την επίδοση της οριστικής απόφασης του Εφετείου.

Εφόσον δε, πρόκειται για εταιρείες που έχουν την έδρα τους στο εξωτερικό και η αναιρεσίβλητη επιδίδει την ως άνω απόφαση στον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς για να αποσταλεί προς επίδοση στις αναιρεσείουσες ως νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους στο εξωτερικό, όφειλε, εφόσον υπάρχει νόμιμα διορισμένος αντίκλητος για την επίδοση της οριστικής απόφασης του Εφετείου, υποχρεωτικά να επιδώσουν την απόφαση αυτή στον νόμιμα διορισμένο αντίκλητο των αντιδίκων της.

Κατ' ακολουθία τούτων, η επίδοση που ενήργησαν, δεν είναι υποστατή και δεν άρχισε με τις ως άνω επιδόσεις η προθεσμία της αναίρεσης. Αφού δε δεν υπάρχει έγκυρη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η προθεσμία της αναίρεσης αυτής είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευσή της. Επομένως, η ένδικη αναίρεση που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς την 1.12.2015, ήτοι μέσα σε τρία χρόνια από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που έγινε την 5.2.2015, ασκήθηκε εμπρόθεσμα, κατά το άρθρο 564 παρ. 2 ΚΠολΔ και είναι παραδεκτή, πρέπει δε να απορριφθεί η περί απαραδέκτου της αναίρεσης, λόγω της επικαλούμενης εκπρόθεσμης άσκησής της, ένσταση της αναιρεσίβλητης.

Σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, με σύνταξη κάτω από αυτό εκθέσεως, ενώ αντίγραφο του δικογράφου αυτού επιδίδεται, πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 111 παρ 1 και 2, 568 παρ. 2, 3, 4, 570 παρ.3 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της άσκησης των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση του δικογράφου αυτών τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναίρεσης, καθώς και η επίδοση αυτού μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους με αυτεπάγγελτη έρευνα του παραδεκτού της ασκήσεώς τους (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ 39/2016, ΑΠ 332/2016).

Ακόμη από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 126, 128 και 143 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι η επίδοση παντός δικογράφου γίνεται κατ' αρχήν, προσωπικά προς εκείνον που αυτό απευθύνεται, στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής του. Η επίδοση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 94, 96, 97, 142 και 143 ΚΠολΔ, μπορεί να γίνεται και προς τον νόμιμα διορισμένο αντίκλητο του διαδίκου, εφόσον εξακολουθεί να έχει αυτή την ιδιότητα.

Έτσι, η επίδοση μπορεί να γίνει και στον έχοντα την ιδιότητα του αντίκλητου, νόμιμα διορισμένου πληρεξούσιου δικηγόρου, στον οποίο μπορούν να γίνονται μόνον οι επιδόσεις που ανάγονται στη δίκη για την οποία είναι πληρεξούσιος, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης. Μετά όμως την έκδοση της οριστικής απόφασης, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου μέσου, μπορεί να γίνει μεν επίδοση της σχετικής κλήσης προς τον υπογράψαντα το ένδικο μέσο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο, όχι όμως και προς τον κατά τη δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση πληρεξούσιο δικηγόρο του καθ' ου το ένδικο μέσο, ο οποίος μετά την έκδοση της οριστικής αυτής απόφασης παύει να έχει την ιδιότητα του αντίκλητου (ΑΠ18/2014, ΑΠ 1341/2013), εκτός αν έχει διοριστεί αυτός αντίκλητος κατά το άρθρο 142 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με αυτά, ο δικηγόρος, που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος είτε του αναιρεσείοντος, είτε του αναιρεσίβλητου κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν θεωρείται πληρεξούσιος και για την αναιρετική δίκη, διότι ο πληρεξούσιος αυτός είναι αντίκλητος μόνο νια τις επιδόσεις, που αναφέρονται στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, συμπεριλαμβανόμενης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης, ενώ δεν είναι αντίκλητος για την επίδοση της ασκούμενης κατά της απόφασης αυτής αναίρεσης και επομένως και για την επίδοση των προσθέτων λόγων (ΑΠ 68/2016, ΑΠ 1926/2007).

Από αυτά συνάγεται ότι, όταν επισπεύδεται η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα, η επίδοσή της με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση δεν μπορεί να γίνει στο δικηγόρο που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Δικαστήριο της ουσίας, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, ο πληρεξούσιος αυτός είναι αντίκλητος μόνο για τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνου (της ουσίας), συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης της οριστικής απόφασης, ενώ δεν είναι αντίκλητος και για την επίδοση της ασκούμενης κατά της απόφασης αυτής αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 635/2013).

Συνεπώς, δικόγραφο αναίρεσης και προσθέτων λόγων αναίρεσης, δεν μπορεί να επιδοθεί στον κατά τη δίκη στο εφετείο παραστάντα ως πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσίβλητου, εκτός αν ο δικηγόρος αυτός έχει διορισθεί νόμιμα ως αντίκλητος του τελευταίου για όλες τις δίκες (ΑΠ 1627/2011). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 134 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 ΚΠολΔ, η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται. Οι πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με το ν.1334/1983.

Η διεθνής αυτή σύμβαση, που κυρώθηκε με το νόμο 1334/1983 και έχει την προβλεπόμενη από το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος ισχύ, δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν, αλλά αποκλείει να θεωρηθεί ότι ολοκληρώθηκε η πλασματική επίδοση με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ.1 ΚΠολΔ, δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο.

Και τούτο για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Συμβάσεως, την οποία έχει επικυρώσει και η …, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία, σύμφωνα με την 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, η απόδειξη της επίδοσης των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επίδοσης ή κοινοποίησης, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επίδοσης, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (ΑΠ 1305/2011, AΠ 839/2010).

Ενόψει δε του ότι δεν περιέχεται στην άνω σύμβαση διάταξη, βάσει της οποίας ο χρόνος συντέλεσης της επίδοσης δικαστικής απόφασης προς διαμένοντα σε γνωστή διεύθυνση στην αλλοδαπή να μπορεί να θεωρηθεί μετατιθέμενος στην εκτέλεση της περί επίδοσης αιτήσεως μέσω της αρμόδιας Κεντρικής Αρχής, την πιστοποιούμενη με την προβλεπόμενη από το άρθρο 6 βεβαίωση, εξακολουθεί, συνεπώς και μετά την άνω σύμβαση να ισχύει η διάταξη του άρθρου 136 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, στην περίπτωση αυτή η επίδοση θεωρείται συντελεσμένη από της παραδόσεως της εν λόγω αποφάσεως στον αρμόδιο Εισαγγελέα ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται λήψεως της (ΑΠ 5034/2000, ΑΠ 227/1999, ΑΠ 865/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα παραδεκτά επισκοπούμενα διαδικαστικά δικόγραφα, προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες, ακριβές αντίγραφο της από 1.12.2015 ένδικης αίτησης αναίρεσης επέδωσαν στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, που έχει την έδρα της στη ….., στο δικηγόρο Αθηνών Ευάγγελο Πολίτη, που είχε εκπροσωπήσει αυτήν ως πληρεξούσιος δικηγόρος της κατά τη δίκη ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και με βάση αυτή την ιδιότητα ως αντίκλητο αυτής, για την οποία (επίδοση) συντάχθηκε η ….8Β'/14.10.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Χ.

Μ., αλλά και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώπιον του οποίου απευθύνεται το ασκηθέν ένδικο μέσο, σύμφωνα με την ….3Β'/20.10.2016 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή, για επίδοση στην αναιρεσίβλητη εταιρεία που έχει την έδρα της στην αλλοδαπή. Επίσης, οι αναιρεσείουσες, ακριβές αντίγραφο του από 29.7.2016 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, επέδωσαν αφενός μεν στο δικηγόρο Αθηνών Ευάγγελο Πολίτη, με την ιδιότητά του ως δικαστικού πληρεξουσίου και αντίκλητου της αναιρεσίβλητης, ο οποίος είχε εκπροσωπήσει αυτήν στη δίκη ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς που είχε εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, για την οποία επίδοση συντάχθηκε η ….9Β'/30.11.2016 έκθεση επίδοσης του προαναφερόμενου δικαστικού επιμελητή, αφετέρου στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την επίδοση στην καθ' ης οι πρόσθετοι λόγοι αναιρεσίβλητη, που έχει την έδρα της στην αλλοδαπή, σύμφωνα με την …0Β'/29.11.2016 έκθεση επίδοσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή.

Οι επιδόσεις της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων στην αναιρεσίβλητη, με την επίδοση του δικογράφου αυτών στο δικηγόρο Αθηνών Ευάγγελο Πολίτη, ως αντίκλητο αυτής για την παραλαβή δικογράφων, επειδή ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος της και την εκπροσώπησε στο Εφετείο Πειραιώς κατά τη συζήτηση της έφεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν είναι νόμιμες, καθόσον, μετά την έκδοση της ως άνω οριστικής απόφασης του Εφετείου, η ιδιότητα του πληρεξούσιου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, εφεσίβλητης στη δίκη εκείνη, έπαυσε και δεν μπορούσε η επίδοση της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής να γίνει σ' αυτόν για την εκπροσωπηθείσα απ' αυτόν στη δίκη αναιρεσίβλητη.

Τούτο διότι, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος, διατηρούσε την ιδιότητα αυτή και συνεπώς του αντικλήτου, μόνο και για την επίδοση της οριστικής απόφασης του Εφετείου, ενόψει του ότι και η αναίρεση κατατέθηκε στο Εφετείο Πειραιώς που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση την 1.12.2015 και η επίδοση αυτής και των πρόσθετων λόγων έγινε την ίδια ημερομηνία και συνεπώς δεν καταλαμβάνεται από την τροποποίηση του άρθρου 143 παρ. 1 ΚΠολΔ με το ν. 4335/2015, ώστε ο ως άνω δικηγόρος να διατηρεί την ιδιότητα του πληρεξουσίου και αντικλήτου του διαδίκου έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος.

Σημειώνεται δε ότι δεν γίνεται επίκληση, ούτε προκύπτει, ότι ο δικηγόρος προς τον οποίο έγινε η επίδοση του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, έχει επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης, ώστε, σύμφωνα με το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, να είναι δυνατή η επίδοση αυτών στον ανωτέρω δικηγόρο, ούτε γίνεται επίκληση, ούτε προκύπτει ότι ο ως άνω δικηγόρος έχει διοριστεί από την αναιρεσίβλητη αντίκλητος για όλες τις δίκες κατά το άρθρο 142 ΚΠολΔ.

Όμως, οι επιδόσεις της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης στην αναιρεσίβλητη, με παράδοση του εγγράφου τους στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τη διαβίβαση αυτών στην έχουσα την έδρα της στο εξωτερικό αναιρεσίβλητη εταιρεία, είναι νόμιμες. Τούτο διότι, η ... έχει επικυρώσει τη Διεθνή Σύμβαση της Χάγης στις 13.1.2000 και ισχύει γι' αυτήν από την 1.8.2000.

Μετά την αποστολή των άνω δικογράφων από την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, επακολούθησε το 683/2/ΑΣ …4/24.1.2017 έγγραφο της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Σεούλ, με το οποίο απαντά ότι αποστέλλεται ρηματική διακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών στην οποία επισυνάπτονται αποδείξεις επίδοσης στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, αφενός της αίτησης αναίρεσης, ήτοι Έγγραφο Ε 3 Διεύθυνσης ΑΠΦ …83/378/ΑΣ …14/1.11.2016, αφετέρου των πρόσθετων λόγων, ήτοι Έγγραφο Ε 3 Διεύθυνσης ΑΠΦ …83/440/ΑΣ ..78/5.12.2016.

Με βάση αυτή την απάντηση και τα επικαλούμενα έγγραφα, που αποτελούν απόδειξη ότι τα άνω δικόγραφα παραδόθηκαν πράγματι στις 23.12.2016 στην αναιρεσίβλητη, προκύπτει ότι οι επιδόσεις αυτές έγιναν νόμιμα, σύμφωνα με το άρθρο 134 ΚΠολΔ και θεωρείται ότι συντελέστηκαν την ημερομηνία παράδοσης των δικογράφων στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ήτοι την 20.10.2016 και 29.11.2016, αντίστοιχα, σύμφωνα με το άρθρο 136 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Κατ' ακολουθία οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν εμπρόθεσμα, αφού επιδόθηκαν τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της αναίρεσης (23.1.2017). Επομένως, ανεξάρτητα από το μη νόμιμο της επίδοσης στον πληρεξούσιο δικηγόρο ως αντίκλητο, όσα αντίθετα ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη περί μη επίδοσης σ' αυτήν της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων αναίρεσης είναι αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στο εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους οποίους είχαν προτείνει με την αγωγή τους και οι οποίοι θεμελίωναν το ουσιαστικό δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή αποτελώντας την ιστορική βάση αυτής και στηρίζοντας το αίτημά της.

Ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη της, τους πραγματικούς ισχυρισμούς που αναφέρονται: α) στην από την αναιρεσίβλητη, εν γνώσει της οικτράς οικονομικής κατάστασης της εταιρείας "...", παράνομη δανειοδότηση εκείνης με ενέργειες του τότε προέδρου της P. H.-C., αδελφού του τότε προέδρου της εταιρείας "...," P. T.-C., β) στην εφαρμογή από την εταιρεία "..." και την αναιρεσίβλητη ενός κοινού σχεδίου εξαπάτησης των αντισυμβαλλομένων της πρώτης, έτσι ώστε δια των προκαλούμενων καταβολών από εκείνους να ενισχυθεί πρόσκαιρα μάταια οικονομικά, επί ζημία τους, η "..." και να μην αποκαλυφθεί άμεσα το πρόβλημα των παράνομων χρηματοδοτήσεων από την αναιρεσίβλητη και γ) στην επίκληση από τον συνεναγόμενο της αναιρεσίβλητης, όχι γενικά και αφηρημένα, αλλά στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου και για τον ως άνω λόγο και υπό τις αυτές συνθήκες και όρους, της μελλοντικής περαιτέρω χρηματοδότησης της "..." με σημαντικό κοινοπρακτικό δάνειο του οποίου θα ηγείτο η αναιρεσίβλητη, ύψους 170000000 δολαρίων ΗΠΑ.

Ότι με αυτό τον τρόπο η προσβαλλόμενη εξέτασε εάν ο τρόπος και οι συνθήκες υπό τις οποίες ο συνεναγόμενος της αναιρεσίβλητης παρέσχε όντως πληροφορίες περί της επικείμενης λήψης του κοινοπρακτικού δανείου, στοιχειοθετούν ευθύνη του ιδίου, εντεύθεν δε και της αναιρεσίβλητης στο πλαίσιο πρόστησης, μολονότι οι αναιρεσείουσες δεν θεμελίωναν την αγωγή τους στο γεγονός ότι ο συνεναγόμενος αυτός ενήργησε αυτοτελώς στα πλαίσια των συνηθισμένων καθηκόντων του και πλημμελώς κατά παράβαση γενικών κανόνων προστασίας των τρίτων που εφαρμόζονται όταν τραπεζικοί αξιωματούχοι παρέχουν γενικώς πληροφορίες για τη φερεγγυότητα πελατών τους σε αντισυμβαλλόμενους με αυτούς, αλλά στην ευθύνη της ίδιας της αναιρεσίβλητης η οποία προκειμένου να συγκαλύψει παράνομες και σκανδαλώδεις χρηματοδοτήσεις της "..." έδωσε εντολή στον συνεναγόμενό της και εκτελεστικό αντιπρόεδρο αυτής, να παράσχει υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες τις συγκεκριμένες πληροφορίες.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση της, ότι οι αναιρεσείουσες στις 6.12.2006 συνήψαν με την εταιρεία "..." που έχει την έδρα της στη ..., καθεμία σύμβαση ναυπήγησης ενός πλοίου, με τα στοιχεία που αυτό περιγράφεται, αντί συνολικού εργολαβικού ανταλλάγματος 38382000 δολαρίων ΗΠΑ, πληρωτέου του μισού ποσού τμηματικώς ανάλογα με την πρόοδο του ναυπηγικού έργου και του υπόλοιπου μισού με την ολοκλήρωση της κατασκευής της μεταβίβασης και παράδοσης αυτών, η οποία κατά τη συμφωνία τους έπρεπε να γίνει την 28.2.2009 στην πρώτη και την 30.6.2009 στη δεύτερη αναιρεσείουσα, ότι περί το μήνα Μάρτιο 2008, ενώ το ναυπηγικό έργο βρισκόταν σε εξέλιξη και οι αναιρεσείουσες είχαν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους για πληρωμή των δόσεων του ανταλλάγματος που είχαν συμφωνηθεί, η αντισυμβαλλόμενη εταιρεία τους ζήτησε να τροποποιήσουν μερικώς τους όρους της σύμβασης και να καταβάλουν προώρως το μεγαλύτερο μέρος της τελευταίας δόσης του ανταλλάγματος, δηλαδή καθεμία ποσό 17500000 δολαρίων ΗΠΑ, γνωστοποίησε δε σ' αυτές ότι σε περίπτωση που δεν αποδέχονταν το αίτημά της η ναυπήγηση των πλοίων θα καθυστερούσε σημαντικά επί επτά τουλάχιστον μήνες, επικαλέστηκε δε για την υποβολή του αιτήματος αυτού πρόσκαιρη ταμειακή δυσχέρεια, η οποία θα αντιμετωπίζονταν με τη χορήγηση δανείου από την αναιρεσίβλητη τράπεζα που εδρεύει στη ...

και με την οποία συνεργαζόταν επί σημαντικό χρονικό διάστημα, και ότι το δάνειο δεν επρόκειτο να χορηγηθεί πριν από τον Ιούλιο του 2008, με αποτέλεσμα να καθίσταται αναπόφευκτη η καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της κατασκευής των πλοίων, ότι ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των αναιρεσειουσών και της εταιρείας αυτής σχετικά με το προαναφερόμενο αίτημα, κατά τις οποίες οι αναιρεσείουσες επιδίωξαν να λάβουν εξασφαλίσεις προκειμένου να ικανοποιήσουν το αίτημα, τις οποίες η αντισυμβαλλόμενη λόγω της οικονομικής δυσχέρειας που παρουσίαζε είχε αδυναμία να χορηγήσει σχετικές τραπεζικές εγγυήσεις.

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Επίσης, στο πλαίσιο των εν λόγω διαπραγματεύσεων, μετέβησαν στη ... απεσταλμένοι των εναγουσών και συγκεκριμένα ο Κ. Κ., ανώτερο στέλεχος της διαχειρίστριας εταιρίας των εναγουσών ("...."), συνοδευόμενο από τον Άγγλο δικηγόρο Malcolm Graham Entwistle, οι οποίοι συναντήθηκαν με ανώτερα στελέχη της προαναφερθείσας εταιρίας ("...").

Επίσης, με επιμέλεια της τελευταίας εταιρίας διενεργήθηκε, στις 25.4.2008, συνάντηση στα γραφεία της πρώτης εναγομένης (ήτοι της αναιρεσίβλητης) τραπεζικής εταιρίας, στη Σεούλ, στην οποία συμμετείχαν οι προαναφερθέντες απεσταλμένοι των εναγουσών, τέσσερις εκπρόσωποι της αντισυμβαλλομένης εταιρίας ("..."), δηλαδή οι Η.Κ.

L., Y.S. K., Y.J. S. και W. C.) και ο δεύτερος εναγόμενος (D. H. H.), ο οποίος τότε είχε την ιδιότητα του εκτελεστικού αντιπροέδρου της πρώτης εναγομένης και προΐστατο του τμήματος τραπεζικών επενδύσεων αυτής, καθώς και ο υπάλληλος της πρώτης εναγομένης C. S. Y.. Κατά τη συνάντηση αυτή, που είχε διάρκεια σαράντα λεπτών της ώρας περίπου, πραγματοποιήθηκε γενικής φύσεως συζήτηση για την οικονομική κατάσταση της προαναφερθείσας ναυπηγικής επιχειρήσεως (εταιρίας "...") και την προοπτική χορηγήσεως σ' αυτήν κοινοπρακτικού δανείου ποσού 170000000 δολαρίων ΗΠΑ.

Ειδικότερα στη συνάντηση αυτή, ο δεύτερος εναγόμενος (D. H. H.) εξέφρασε την άποψη ότι η αντισυμβαλλομένη των εναγουσών ("...") επρόκειτο να λάβει το ως άνω κοινοπρακτικό δάνειο, η διαδικασία του οποίου ήταν τότε σε εξέλιξη, και ότι μέσω αυτού θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την οικονομική δυσχέρεια που τότε παρουσίαζε, ενόψει του ότι και στο παρελθόν είχε λάβει χρηματοδότηση από την πρώτη εναγομένη, ώστε να συνεχίσει απρόσκοπτα την επιχειρηματική δραστηριότητά της.

Σημειωτέον ότι, κατά την ως άνω συνάντηση, δεν παρουσιάστηκαν (εγγράφως ή προφορικώς) συγκεκριμένα στοιχεία ή πληροφορίες σχετικώς με το εν λόγω κοινοπρακτικό δάνειο, από τα οποία να προκύπτει σε ποιο στάδιο ήταν η αντίστοιχη διαδικασία χορηγήσεώς του, τα πρόσωπα που θα συμμετείχαν ως δανειστές σ' αυτό (τράπεζες ή άλλα νομικά πρόσωπα), το ποσοστό της συμμετοχής σ' αυτό της πρώτης εναγομένης, τους όρους του, το χρόνο εκταμιεύσεως κλπ, άλλωστε δεν θα μπορούσαν να παρουσιαστούν τέτοια στοιχεία, γιατί, τότε, η σχετική διαδικασία ήταν σε προκαταρκτικό στάδιο.

Μάλιστα, ο δεύτερος εναγόμενος, ήταν ένας εκ των δεκατεσσάρων αντιπροέδρων της πρώτης εναγομένης, έτσι, από μόνος του δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει τη χορήγηση του δανείου, αντιθέτως, προέκυψε ότι στη σχετική απόφαση εμπλέκονταν περισσότερα διοικητικά στελέχη της πρώτης εναγομένης με ατομική και συλλογική δράση (επιτροπή αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου, επιτροπή αξιολόγησης των πιστώσεων), καθώς και διοικητικά στελέχη και άλλων τραπεζών, δηλαδή αυτών που θα συμμετείχαν στην κοινοπραξία των δανειστών, ενόψει της φύσεως του δανείου ως κοινοπρακτικού.

Κατόπιν των ως άνω διαπραγματεύσεων, καταρτίστηκε μεταξύ των εναγουσών και της προαναφερθείσας εταιρίας ("...") το από 20 Μαΐου 2008 Προσάρτημα Νο 3 - Τροποποιητική Πράξη των ως άνω συμβάσεων ναυπηγήσεως, με το οποίο τροποποιήθηκε το περιεχόμενο των αρχικών συμβάσεων ναυπηγήσεως των εν λόγω πλοίων. Έτσι, τα ως άνω συμβληθέντα μέρη συμφώνησαν να χορηγηθεί από τις ενάγουσες στην αντισυμβαλλόμενή τους ("...") δάνειο συνολικού ποσού 35000000 δολαρίων ΗΠΑ (17500000 δολάρια ΗΠΑ από εκάστη ενάγουσα) και για την εξασφάλιση των εναγουσών περί της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων της προαναφερθείσας εταιρίας, από το εν λόγω δάνειο 1) χορηγήθηκε σε άλλη εταιρία, που συνδέεται με τις ενάγουσες, δηλαδή την εδρεύουσα στις ...

εταιρία με την επωνυμία "....", δικαίωμα προαιρέσεως στην απόκτηση 1.250.000 κοινών μετοχών της δανεισθείσας εταιρίας, 2) εγγράφηκαν υποθήκες σε διάφορα ακίνητα (εγκαταστάσεις) της δανεισθείσας εταιρίας (δηλαδή στα υπό στοιχεία: α) …80 - 2 Yeonsan - dong, Mokro, Jeollanam - do, Ν. Κορέα (1983,40 τ.μ.), β) …81 Yeonsan - dong, Mokro, Jeollanam - do, Ν. Κορέα (30.286,30 τ.μ.), γ) …82 Yeonsan - dong, Mokro, Jeollanam - do, Ν.

Κορέα (30.287,40 τ.μ.), δ) …84 Yeonsan - dong, Mokro, Jeollanam - do, Ν. Κορέα (17.677,70 τ.μ.), ε) ..85 Yeonsan - dong, Mokro, Jeollanam - do, Ν. Κορέα (9.421,70 τ.μ.), και στα κτίρια (εργοστάσια): α) σ' ένα μονώροφο κτίριο στην εγκατάσταση υπό στοιχεία 1280 - 2 ως άνω, β) σε δύο μονώροφα κτίρια συμπεριλαμβανομένων τυχόν επεκτάσεων και βοηθιτικών κτισμάτων και σ' ένα διώροφο κτίριο στις εγκαταστάσεις υπό στοιχεία 1281 και 1282 ως άνω, γ) σ' ένα μονώροφο κτίριο και σ' ένα διώροφο κτίριο στην εγκατάσταση του υπό στοιχεία 1284 ως άνω και σε όλα τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό, όπως καταχωρήθηκαν στο υποθηκοφυλακείο και απαριθμούνται στον προσδιορισμό φορολογικών στοιχείων μηχανημάτων και εξοπλισμού, τα οποία αποτελούν μέρη των κτιρίων και των εργοστασίων στις ως άνω συγκεκριμένες εγκαταστάσεις) και 3) χορηγήθηκε προσωπική εγγύηση του B.S. L.

προέδρου του ομίλου επιχειρήσεων με την επωνυμία "...", στον οποίο ανήκε και η δανεισθείσα εταιρία. Ακόμη, ως "έξοδα" της ως άνω συμφωνηθείσας χρηματοδότησης καθορίστηκε το ποσό των 1341667 δολαρίων ΗΠΑ για την πρώτη ενάγουσα και το ποσό των 990000 δολαρίων ΗΠΑ για τη δεύτερη ενάγουσα. Τέλος, συμφωνήθηκε ότι η δανεισθείσα εταιρία ήταν υποχρεωμένη να διαθέσει το χρηματικό ποσό του εν λόγω δανείου αποκλειστικώς για την πληρωμή εξοπλισμού του σχετικού ναυπηγείου και να πιστοποιεί συγχρόνως προς τις ενάγουσες τις πληρωμές αυτές.

Σημειωτέον ότι στην έγγραφη αυτή συμφωνία περί τροποποιήσεως των ως άνω συμβάσεων δεν υπήρξε κάποια αναφορά για το ως άνω κοινοπρακτικό δάνειο, ούτε οποιαδήποτε βεβαίωση περί χορηγήσεώς του. Ακόμη, οι ανωτέρω εγγυήσεις, που δόθηκαν από την αντισυμβαλλομένη των εναγουσών, δεν ήταν επαρκείς για το σημαντικό ύψος του χρηματικού ποσού του εν λόγω δανείου (35000000 δολαρίων ΗΠΑ), ωστόσο ήταν οι μέγιστες που μπορούσαν να χορηγηθούν, λόγω της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της προαναφερθείσας εταιρίας.

Στη συνέχεια σε εκτέλεση της ως άνω συμφωνίας, οι ενάγουσες κατέβαλαν, τμηματικώς, το ως άνω συμφωνηθέν ποσό των 35000000 δολαρίων ΗΠΑ (το ποσό των 17500000 δολαρίων ΗΠΑ εκάστη ενάγουσα) στην προαναφερθείσα εταιρία ("...") , δηλαδή κατέβαλαν, μέσω διαδοχικών τραπεζικών εμβασμάτων, όπως προαναφέρθηκε, την 20.5.2008 το ποσό των 12767000 δολαρίων ΗΠΑ, την 22.5.2008 το ποσό των 4738000 δολαρίων ΗΠΑ, την 23.5.2008 το ποσό των 2500000 δολαρίων ΗΠΑ και την 28.5.2008 το ποσό των 7500000 δολαρίων ΗΠΑ.

Πλην όμως το ως άνω κοινοπρακτικό δάνειο ουδέποτε χορηγήθηκε προς την τελευταία ("..."), η οποία, κατά το Νοέμβριο του έτους 2008, έπαυσε τις πληρωμές της και τις εργασίες της, στη συνέχεια δε πτώχευσε, με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθούν οι εργασίες ναυπηγήσεως των πλοίων που αφορούσαν τις ως άνω συμβάσεις. Έτσι, οι ενάγουσες υπέστησαν ζημία αντίστοιχη με το ποσό των 35000000 δολαρίων ΗΠΑ (17500000 δολαρίων ΗΠΑ εκάστη ενάγουσα), που κατά τα ως άνω κατέβαλαν στην προαναφερθείσα εταιρία ("..."), ως προς το οποίο μειώθηκε η περιουσία τους, ενόψει του ότι υπήρχαν και άλλοι πιστωτές της προαναφερθείσας εταιρίας που διέθεταν προνόμιο, το οποίο προηγείτο αυτού των εναγουσών κατά τη σχετική διαδικασία εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων της.

Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η ως άνω ζημία τους προκλήθηκε από την εκτεθείσα συμπεριφορά προς αυτές της πρώτης εναγομένης, όπως αυτή εκδηλώθηκε από τον εκπροσωπούντα και προστηθέντα της τελευταίας (1ης εναγομένης) δεύτερο εναγόμενο και αφορά τις ως άνω δηλώσεις του τελευταίου, κατά την προαναφερθείσα συνάντηση της 25ης Απριλίου του έτους 2008.

Ειδικότερα, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι αρχικώς είχαν αρνηθεί να ικανοποιήσουν το ως άνω αίτημα της αντισυμβαλλόμενής τους ("...") περί της καταβολής του ποσού των 35000000 δολαρίων ΗΠΑ και μόνον όταν έλαβαν τη διαβεβαίωση του δευτέρου εναγομένου περί της χορηγήσεως σ' αυτήν του ως άνω κοινοπρακτικού δανείου αποδέχθηκαν το σχετικό αίτημα.

Όμως, όπως προαναφέρθηκε, κατά τον ως άνω χρόνο πραγματοποιήσεως της εν λόγω συναντήσεως (25.4.2008), οι ενάγουσες δεν είχαν εκδηλώσει τέτοια άρνηση, αλλά ακόμη εξέταζαν την περίπτωση ικανοποίησης του σχετικού αιτήματος της αντισυμβαλλομένης τους, γεγονός που συνάγεται ιδίως από το ότι οι ενάγουσες απέστειλαν τους προαναφερθέντες εκπροσώπους τους στη ...

για να συναντήσουν τους εκπροσώπους της αντισυμβαλλομένης τους και να συζητήσουν σχετικώς με αυτούς. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, κατά την ως άνω συνάντηση (της 25ης Απριλίου 2008) δεν παρουσιάστηκε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο για το εν λόγω κοινοπρακτικό δάνειο, αλλά αναφέρθηκε μόνον η προοπτική χορηγήσεώς του.

Η τελευταία αναφορά δεν συνιστά απατηλή δήλωση από μέρους του δεύτερου εναγομένου, ενόψει του ότι, τότε, η διαδικασία του κοινοπρακτικού δανείου ήταν σε προκαταρκτικό στάδιο και οι πιθανοί συμμετέχοντες σ' αυτό ως δανειστές ήταν σε στάδιο εξέτασης του σχετικού ζητήματος, χωρίς να έχουν προβεί σε θετική ή αρνητική δήλωση περί τούτου.

Μάλιστα, στη συνέχεια, το τμήμα της πρώτης εναγομένης (αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου), που προΐστατο ο δεύτερος εναγόμενος, ενέκρινε τη χορήγηση του δανείου αυτού (δεν υπήρξε έγκριση από το τμήμα αξιολόγησης των πιστώσεων), έτσι, κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο δεν είχε αποκλειστεί η περίπτωση χορηγήσεως του δανείου αυτού.

Επίσης, όπως προεκτέθηκε, κατά την ως άνω συνάντηση, ο δεύτερος εναγόμενος αναφέρθηκε στη φερεγγυότητα της προαναφερθείσας εταιρίας ("..."), συνδέοντας αυτή με τη χορήγηση του ως άνω κοινοπρακτικού δανείου, μέσω του οποίου η τελευταία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει την οικονομική δυσχέρεια, που τότε παρουσίαζε.

Ούτε η τελευταία αναφορά του δεύτερου εναγομένου συνιστά απατηλή δήλωσή του, ενόψει του σημαντικού ύψους του εν λόγω κοινοπρακτικού δανείου (170000000 δολαρίων ΗΠΑ) και της επιχειρηματικής δραστηριότητας που παρουσίαζε τότε η προαναφερθείσα εταιρία ("..."), η οποία είχε αναλάβει τη ναυπήγηση σημαντικού αριθμού πλοίων από διάφορες εταιρίες, στοιχεία που ήταν γνωστά στο δεύτερο εναγόμενο και αποτελούσαν παράγοντες περί της ευοίωνης οικονομικής εξέλιξης της εταιρίας αυτής.

Σημειωτέον ότι το γεγονός της τότε οικονομικής δυσχέρειας της προαναφερθείσας εταιρίας ("...") ήταν γνωστό στις ενάγουσες, ενόψει της υποβολής του ως άνω αιτήματός της προς τις ενάγουσες, άλλωστε για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε και η προαναφερθείσα συνάντηση. Ακόμη, δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι η ως άνω συνάντηση (της 25ης Απριλίου 2008) ήταν μεθοδευμένη εκ μέρους της πρώτης εναγομένης για τη σχετική εξαπάτηση των εναγουσών, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι τελευταίες.

Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η συνάντηση αυτή δεν διοργανώθηκε από την πρώτη εναγομένη, αλλά από την αντισυμβαλλόμενη των εναγουσών ("..."), ούτε η πρώτη εναγομένη θα μπορούσε να αρνηθεί εντελώς τη συμμετοχή της σ' αυτή, ενόψει του ότι η προαναφερθείσα εταιρία ("...") είχε μακρόχρονη συνεργασία με αυτήν (1η εναγομένη) και εκκρεμούσε το ζήτημα του ως άνω κοινοπρακτικού δανείου, άλλωστε, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τέτοιου είδους συναντήσεις συνηθίζονται στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών.

Σημειωτέον ότι μεταξύ της ως άνω συναντήσεως (25.4.2008) και της καταρτίσεως της ως άνω συμφωνίας τροποποιήσεως των όρων των αρχικών συμβάσεων (20.5.2008) και στη συνέχεια της καταβολής από τις ενάγουσες προς την αντισυμβαλλόμενή τους του ως άνω ποσού (35000000 δολαρίων ΗΠΑ) μεσολάβησε χρονικό διάστημα ενός μηνός περίπου, χωρίς να υπάρξει εκ μέρους των εναγουσών κάποιο αίτημα για χορήγηση περαιτέρω στοιχείων για το κοινοπρακτικό δάνειο, ούτε συνέδεσαν την τμηματική καταβολή του ως άνω ποσού με την εξέλιξη της αντίστοιχης διαδικασίας αυτού.

Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση που υποτεθεί ότι οι απόψεις που εξέφρασε ο δεύτερος εναγόμενος, κατά την εν λόγω συνάντηση (25.4.2008), περί της οικονομικής καταστάσεως της προαναφερθείσας εταιρίας ("...") και της χορηγήσεως προς αυτήν του κοινοπρακτικού δανείου ήταν εσφαλμένες, δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι ο τελευταίος γνώριζε ή αποδεχόταν αυτό.

Ούτε αποτελεί ανήθικη πράξη η από το δεύτερο εναγόμενο γνωστοποίηση σε τρίτους των ως άνω απόψεών του, ενόψει του ότι η διατύπωση γνώμης για σχετικά ζητήματα από στελέχη επιχειρήσεων, που ασχολούνται με τραπεζικές συναλλαγές, όπως ο δεύτερος εναγόμενος, συνάδει με τις εν γένει κρατούσες αντιλήψεις σε τέτοιου είδους συναλλαγές.

Έτσι, συνάγεται ότι η ως άνω ζημία των εναγουσών δεν οφείλεται στη συμπεριφορά προς αυτές της πρώτης εναγομένης, όπως αυτή εκδηλώθηκε από τον εκπροσωπούντα και προστηθέντα της τελευταίας δεύτερο εναγόμενο, αλλά στην εκτίμηση από τις ενάγουσες της εν γένει οικονομικής καταστάσεως της αντισυμβαλλόμενής τους ("...") και ιδίως της εξέλιξης αυτής, η οποία τελικώς δεν ήταν η προσδοκώμενη από τις ενάγουσες".

Όπως με σαφήνεια προκύπτει από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν παρίδε τους υποβληθέντες ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών, αλλά, αντίθετα, αντιμετώπισε αυτούς και τους απέρριψε στην ουσία, αφενός μεν ρητά, αφετέρου με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τους συγκροτούν.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, πράγμα που συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν έχει καθόλου αιτιολογίες δηλαδή δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Το ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναίρεσης αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζητήματα". Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1906/2006, ΑΠ 435/2005).

Αντίθετα, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, οι κρίσεις και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση και συνεκτίμηση των αποδείξεων και με τα οποία δικαιολογεί γιατί πείθεται ή γιατί δεν πείθεται περί της συνδρομής των ως άνω κρίσιμων γεγονότων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 807/2015, ΑΠ 493/2015).

Αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε σε συνδυασμό με το σκεπτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόστηκε, δηλαδή να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο (ΑΠ 1131/2007).

Η αντιφατικότητα μπορεί να αναφέρεται και στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 5/1994). Ανεπάρκεια και ασάφεια των αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο (ΑΠ 526/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι για να υπάρξει αδικοπραξία και εντεύθεν υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτείται, εκτός από την επέλευση της ζημίας, και α) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από τον δράστη παράνομα και υπαίτια, β) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να συνίσταται σε πράξη ή σε παράλειψή του και γ) να υφίσταται πρόσφορη (αιτιώδης) συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως και της επελθούσης ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, και προσβάλλει το ιδιωτικό αυτό δικαίωμα ή βλάπτει άλλο ατομικό συμφέρον του προσώπου που δεν αποτελεί περιεχόμενο ατομικού δικαιώματος.

Η συμπεριφορά αυτή μπορεί να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση, όμως, της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 974/2014, ΑΠ 535/2012).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι περιέχει αντιφάσκουσες και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τα ζητήματα των αναφορών του δευτέρου εναγομένου ως προς τη χορήγηση του κοινοπρακτικού δανείου, ως προς την ιδιότητα αυτού και τη θέση του στην αναιρεσίβλητη, ως προς την φερεγγυότητα της εταιρίας "..." και τις οικείες αναφορές του δεύτερου εναγομένου, ως προς τις παραδοχές της για το συσχετισμό της καταβολής των 35.000.000 δολαρίων ΗΠΑ και της πληροφόρησης των αναιρεσειουσών περί της εξέλιξης της διαδικασίας του κοινοπρακτικού δανείου.

Στην προκείμενη περίπτωση, υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 919, 922, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.

Ειδικότερα, το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης στηρίζουν επαρκώς οι παραδοχές του Εφετείου ότι α) κατά τον χρόνο πραγματοποιήσεως της επίμαχης συναντήσεως (25.4.2008), οι αναιρεσείουσες δεν είχαν εκδηλώσει άρνηση ικανοποίησης του αιτήματος της αντισυμβαλλόμενής τους ("...") περί της καταβολής του ποσού των 35.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, αλλά ακόμη εξέταζαν την περίπτωση ικανοποίησης του σχετικού αιτήματός της, γεγονός που συνάγεται ιδίως από το ότι απέστειλαν εκπροσώπους τους στη ...

για να συναντήσουν τους εκπροσώπους της αντισυμβαλλόμενης τους και να συζητήσουν σχετικώς με αυτούς, β) κατά τη συνάντηση αυτή δεν παρουσιάστηκε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο για το κοινοπρακτικό δάνειο των 170.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, αλλά αναφέρθηκε μόνον η προοπτική χορηγήσεώς του, γ) το γεγονός της τότε οικονομικής δυσχέρειας της προαναφερθείσας εταιρίας ("...") ήταν γνωστό στις αναιρεσείουσες, από το Μάρτιο 2008, ενόψει της υποβολής τότε του ως άνω αιτήματός της προς τις τελευταίες και για το λόγο αυτό πραγματοποιήθηκε και η προαναφερθείσα συνάντηση, δ) δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο ότι η ως άνω συνάντηση (της 25ης Απριλίου 2008) ήταν μεθοδευμένη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης για τη σχετική εξαπάτηση των αναιρεσειουσών, αφού, η συνάντηση αυτή δεν διοργανώθηκε από εκείνη, αλλά από την αντισυμβαλλόμενή τους ("..."), ούτε αυτή (αναιρεσίβλητη) θα μπορούσε να αρνηθεί εντελώς τη συμμετοχή της σ' αυτή, ενόψει του ότι η προαναφερθείσα εταιρία είχε μακρόχρονη συνεργασία μαζί της και εκκρεμούσε το ζήτημα του ως άνω κοινοπρακτικού δανείου, ενόψει μάλιστα και του ότι τέτοιου είδους συναντήσεις συνηθίζονται στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών, ε) κατά τη συνάντηση αυτή ο δεύτερος εναγόμενος (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) αναφέρθηκε μόνο στη φερεγγυότητα της εν λόγω εταιρείας, την οποία συνέδεσε με τη χορήγηση του κοινοπρακτικού δανείου των 170.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, μέσω του οποίου θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις ταμειακές της δυσχέρειες, η δε αναφορά του αυτή δεν συνιστούσε απατηλή δήλωση, ενόψει του ότι η εταιρεία ("...") την περίοδο εκείνη είχε αναλάβει τη ναυπήγηση σημαντικού αριθμού πλοίων για λογαριασμό διαφόρων εταιρειών και στ) μεταξύ της ως άνω συναντήσεως (25.4.2008) και της καταρτίσεως της ως άνω συμφωνίας τροποποιήσεως των όρων των αρχικών συμβάσεων (20.5.2008) και στη συνέχεια της καταβολής από τις αναιρεσείουσες προς την αντισυμβαλλόμενή τους του ποσού των 35.000.000 δολαρίων ΗΠΑ, μεσολάβησε χρονικό διάστημα ενός μηνός περίπου, χωρίς να υπάρξει εκ μέρους εκείνων κάποιο αίτημα για χορήγηση περαιτέρω στοιχείων για το συγκεκριμένο κοινοπρακτικό δάνειο, ούτε άλλωστε συνέδεσαν την τμηματική καταβολή του ποσού του δανείου με την εξέλιξη της διαδικασίας χορήγησης αυτού.

Ενόψει αυτών, το Εφετείο με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, διαλαμβάνει όλα τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι των ως άνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, χωρίς να καταλείπονται αμφιβολίες για το αποδεικτικό του πόρισμα.

Συγκεκριμένα, δεν αποτελεί αντίφαση η παραδοχή ότι κατά τη συνάντηση της 25.4.2008 δεν παρουσιάστηκε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο για το εν λόγω κοινοπρακτικό δάνειο, αλλά αναφέρθηκε μόνο η προοπτική χορηγήσεως του δανείου αυτού και το ότι ο δεύτερος εναγόμενος εξέφρασε την άποψη ότι η εταιρία "..." επρόκειτο να λάβει το δάνειο αυτό και ότι η διαδικασία χορηγήσεώς του ήταν σε εξέλιξη, αφού εξειδικεύει την άποψη του δεύτερου εναγομένου σχετικά με το ζήτημα της συζήτησης περί της προοπτικής χορήγησης του κοινοπρακτικού δανείου, ούτε η αναφορά του ποσού του δανείου αυτού αντιφάσκει με την παραδοχή ότι δεν παρουσιάστηκε κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο για το δάνειο, καθόσον η τελευταία παραδοχή δεν αναφέρεται στο ποσό του δανείου, αλλά σε στοιχείο της διαδικασίας έγκρισης και χορήγησης αυτού, αφού ρητά αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία ή πληροφορίες από τα οποία να προκύπτει σε ποιο στάδιο ήταν η διαδικασία χορηγήσεώς του, τα πρόσωπα που θα συμμετείχαν ως δανειστές, το ποσοστό συμμετοχής σ' αυτό της αναιρεσίβλητης, τους όρους και το χρόνο εκταμίευσής του.

Επίσης, δεν υπάρχει αντίφαση ως προς την ιδιότητα του δευτέρου εναγομένου στην αναιρεσίβλητη, ενόψει του ότι ρητά αναφέρεται η ιδιότητά του ως εκτελεστικού αντιπροέδρου της αναιρεσίβλητης ο οποίος προΐστατο του τμήματος τραπεζικών επενδύσεων αυτής, δεν δημιουργεί δε αντίφαση η παραδοχή ότι αυτός ήταν ένας εκ των δεκατεσσάρων αντιπροέδρων της αναιρεσίβλητης, ούτε ήταν αναγκαία η αναφορά αν και οι υπόλοιποι αντιπρόεδροι αυτής ήταν εκτελεστικοί, δεν προκαλείται δε ασάφεια από τη μη αναφορά αυτή.

Εξάλλου, δεν υπάρχει αντίφαση στην παραδοχή ότι η εταιρία "..." παρουσίαζε όντως οικονομική δυσχέρεια, γιαυτό και ο δεύτερος εναγόμενος συνέδεσε τη φερεγγυότητά της με τη χορήγηση του κοινοπρακτικού δανείου, με εκείνη ότι η εταιρία "..." παρουσίαζε τότε επιχειρηματική δραστηριότητα έχοντας αναλάβει τη ναυπήγηση σημαντικού αριθμού πλοίων από διάφορες εταιρίες, αφού η κατάσταση της οικονομικής δυσχέρειας δεν αποκλείει την επιχειρηματική δραστηριότητα.

Ούτε προκαλείται αντίφαση προς τα ανωτέρω από την παραδοχή ότι το πρόβλημα της φερεγγυότητας της εταιρίας "..." ήταν γνωστό στις αναιρεσίβλητες, στηριζόμενη στο επιχείρημα που αντλείται από το γεγονός ότι ζητήθηκε από αυτές η πρόωρη καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, ούτε βέβαια αντιφάσκει η αναφορά περί της επιχειρηματικής δραστηριότητας με την οικονομική κατάρρευση μετά από λίγους μήνες, αφού ακριβώς το αποτέλεσμα αυτό συνδέεται με τη μη χορήγηση του κοινοπρακτικού δανείου.

Περαιτέρω, δεν υπάρχει αντίφαση σχετικά με το ζήτημα της άρνησης αρχικά των αναιρεσειουσών να ικανοποιήσουν το αίτημα της εταιρίας "..." για πρόωρη καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος, καθόσον το Εφετείο δεν δέχεται τον αγωγικό τούτο ισχυρισμό ως αληθή και την κρίση του στηρίζει στο ότι οι αναιρεσείουσες είχαν αποστείλει εκπροσώπους τους στη ...

να συναντήσουν τους εκπροσώπους της εταιρίας "..." και να συζητήσουν μαζί τους σχετικά με το αίτημα αυτό, με τα αναφερόμενα δε στο αναιρετήριο προσβάλλεται η αιτιολόγηση της αποδεικτικής αυτής κρίσης του, η οποία, όμως, είναι σαφής. Τέλος, η παραδοχή του Εφετείου ότι δεν υπήρξε εκ μέρους των αναιρεσειουσών κάποιο αίτημα για χορήγηση περαιτέρω στοιχείων για το κοινοπρακτικό δάνειο κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από το χρόνο πραγματοποιήσεως της συνάντησης της 25.4.2008 έως την κατάρτιση της συμφωνίας τροποποίησης των όρων των συμβάσεων με την ανάληψη της υποχρέωσης πρόωρης καταβολής του εργολαβικού ανταλλάγματος και ότι οι αναιρεσείουσες δεν είχαν συνδέσει την τμηματική καταβολή τούτου με την εξέλιξη της διαδικασίας χορήγησης του δανείου, αποτελεί κρίση και πραγματικό επιχείρημα αυτού, που συμπληρωματικά με τις λοιπές παραδοχές του στηρίζει το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα ότι η ζημία των αναιρεσειουσών δεν οφείλεται σε συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, δεν ενέχει δε ασάφεια ή αντίφαση, ιδιαίτερα από τη μη αναφορά του προσδοκώμενου χρόνου εκταμίευσης, το δε παράπονο των αναιρεσειουσών σχετίζεται με την αντίκρουση του επιχειρήματος αυτού του δικαστηρίου που στηρίζει διάφορο αποδεικτικό πόρισμα.

Επομένως, ο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί ευθέως, ως ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 32/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 168/2015).

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016).

Το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 142/2013). Περαιτέρω, η τράπεζα, κατά το στάδιο οποιασδήποτε διαπραγμάτευσης, ήτοι ανταλλαγής εγγράφων ή προφορικών απόψεων, έχει, με βάση τις αρχές της καλής πίστης, απέναντι στον πελάτη της, αλλά και σε κάθε, με οποιαδήποτε σχέση, συναλλασσόμενο και δέκτη των υπηρεσιών της, τη γενική υποχρέωση, κατά την παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων, να εκτιμήσει τα συμφέροντά του, να παράσχει όσες πληροφορίες είναι απαραίτητες στο συγκεκριμένο αποδέκτη των υπηρεσιών, να τον διαφωτίσει, να τον καθοδηγήσει συμβουλευτικά και να τον προειδοποιήσει για τους κινδύνους, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί και να κατανοήσει ακριβώς τις πληροφορίες, προτάσεις και όσους κινδύνους συνδέονται με τη σκοπούμενη ενέργεια, ώστε να διαφυλάσσεται η συμβατική ελευθερία, να μην επηρεάζεται από άγνοια η βούλησή του κατά τη σύναψη σύμβασης ή διαμόρφωση του περιεχομένου της και να έχει τη δυνατότητα να αξιολογήσει ο ίδιος τις συνέπειες της συγκεκριμένης επιλογής και να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει (ΑΠ 1738/2013, ΑΠ 1739/2013, ΑΠ 535/2012).

Έτσι, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω όροι, και η πρόκληση βλάβης στην περιουσία ορισμένου προσώπου, συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα υπηρεσίες, υφίσταται ο όρος θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, και ο βλαπτόμενος και υφιστάμενος ζημία δύναται με αγωγή κατά του παρέχοντος τις υπηρεσίες να αξιώσει την αποκατάστασή της (ΑΠ 1382/2009 ).

Οι ως άνω προϋποθέσεις, στις οποίες θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 298 και 330 ΑΚ, δεν διαφέρουν από εκείνες, η συνδρομή των οποίων επάγεται την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 Ν 2251/1994, που, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει και τις περιπτώσεις ευθύνης λόγω παροχής τραπεζικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής.

Ειδικότερα, την ευθύνη για αποζημίωση ως προς ορισμένα (ειδικά) θέματα, καλύπτει η ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του ν. 2251/1994 για την "προστασία των καταναλωτών", το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 2 εδ.

β'), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α'), ότι "για την εκτίμηση της έλλειψης υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδιαίτερα:

α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με τον βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η εξωτερική μορφή της υπηρεσίας, γ) ο χρόνος παροχής της υπηρεσίας, δ) η ελευθερία δράσης που αφήνεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, ε) το αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και στ) το αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος" (παρ. 4 εδ.

β') και ότι "μόνη η ύπαρξη ή δυνατότητα τελειότερης υπηρεσίας κατά τον χρόνο παροχής της υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν συνιστά υπαιτιότητα" (παρ. 5). Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος κατά την έννοια της διάταξης αυτής δύναται να είναι και τράπεζα έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες είναι οι παρακάτω: α) παροχή ανεξάρτητων υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, β) υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή υπηρεσίας, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων έχει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της.

Ως κριτήρια για την εκτίμηση της ύπαρξης υπαιτιότητας αναφέρονται στο νόμο η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών, γ) παράνομο. Η συμπεριφορά του παρέχοντος υπηρεσίες θα πρέπει να ανταποκρίνεται στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας που επιβάλλουν οι κανόνες της επιστήμης ή τέχνης του, δ) ζημία με βάση το γενικό δίκαιο της αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ παροχής της υπηρεσίας και ζημίας.

Για τη θεμελίωση της (αδικοπρακτικής) ευθύνης απαιτείται, όπως προεκτέθηκε, παράνομη και υπαίτια πρόκληση ζημίας. Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο της ζημίας με την εν γένει παροχή των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ενώ ο παρέχων τις υπηρεσίες προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, είτε την έλλειψη αιτιώδους συνδέσμου της ζημίας με την παράνομη και υπαίτια πράξη του, είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 974/2014).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 4 στοιχ. Α' του ν.2551/1994, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Ωστόσο, η παραπάνω υπερβολικά ευρεία απόδοση της έννοιας του καταναλωτή, οδήγησε στην ανάγκη ερμηνείας αυτής, και θεωρείται ότι επικρατέστερος γενικός ορισμός του καταναλωτή, του αντισυμβαλλομένου κάθε προμηθευτή, ανεξαρτήτως των παρεχόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών, είναι το πρόσωπο που συναλλάσσεται για μη επαγγελματικούς σκοπούς, διότι στα πλαίσια των συναλλαγών αυτών δεν έχει αποκτήσει τις γνώσεις, την εμπειρία και εν γένει την εξειδικευμένη στο αντικείμενο αυτό διαπραγματευτική ικανότητα που έχει ο προμηθευτής, γεγονός που δικαιολογεί την προστασία του από το νόμο.

Έτσι, ουσιαστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό του συμβαλλομένου ως καταναλωτή, πρέπει να είναι η ερασιτεχνική ιδιότητα του αποδέκτη του αγαθού, ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Επομένως, μόνο οι συμβάσεις που συνάπτονται για την κάλυψη ιδίων καταναλωτικών αναγκών ενός ατόμου σε ιδιωτικό επίπεδο, εμπίπτουν στις διατάξεις που προστατεύουν τον καταναλωτή, ως θεωρούμενο οικονομικά ασθενέστερο μέρος και όχι όταν συνάπτονται για την ικανοποίηση επαγγελματικών αναγκών, όταν συνεπώς ο συμβαλλόμενος λήπτης των υπηρεσιών έχει την ιδιότητα ως εμπόρου ή ελεύθερου επαγγελματία.

Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι δεν προστατεύεται κάθε ασθενέστερος συναλλασσόμενος αλλά μόνο εκείνος που συνάπτει την επίμαχη σύμβαση εκτός του πλαισίου των επαγγελματικών του σχέσεων (ΟλΑΠ 13/2015). Τέλος, μετά την κατάργηση με τους ν. 2207/1994 και 2479/1997 της προδικαστικής απόφασης και την εισαγωγή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ, σε όλες τις υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας δεν τίθεται θέμα υποκειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του προσδιορισμού του διαδίκου, στον οποίο πρέπει να επιβάλει με απόφαση του το δικαστήριο την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού.

Αντίθετα το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, με την έννοια προσδιορισμού του διαδίκου, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της δημιουργούμενης στο δικαστήριο αμφιβολίας για την απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ή της ένστασης πραγματικών περιστατικών, εξακολουθεί να λειτουργεί και στο οποίο εντοπίζεται και περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, κατά το οποίο ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 154/2016).

Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 288 ΑΚ. Ισχυρίζονται ειδικότερα, ότι το Εφετείο απέρριψε την αγωγή τους, κρίνοντας ότι ο προστηθείς από την αναιρεσίβλητη και όργανό της, αρχικά δεύτερος εναγόμενος, δεν ενήργησε δολίως με πρόθεση εξαπάτησης, άλλως γνωρίζοντας το ψευδές των λεγομένων του και αποδεχόμενος τον κίνδυνο παραπλάνησης των αναιρεσειουσών, ώστε η δράση του να μην πληροί τα στοιχεία της απάτης ούτε να είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη.

Παραβίασε δε τις διατάξεις αυτές, καθόσον δέχθηκε ότι περίπτωση παράνομης συμπεριφοράς της τράπεζας, κατά τη μετάδοση πληροφοριών και στοιχείων σε τρίτον για τη φερεγγυότητα και την προοπτική χρηματοδότησης κάποιου πελάτη της, από τις οποίες εξαρτά ο τρίτος τη δική του απόφαση, συντρέχει μόνο όταν εξαπατάται αυτός από την τράπεζα, ενώ δεν εξέτασε καθόλου αν τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκαν οι αναιρεσείουσες και τα οποία δέχθηκε το Εφετείο ως αποδεδειγμένα, και ιδίως η δια του εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης διαβεβαίωση της προοπτικής δανειοδότησης της αντισυμβαλλόμενης αυτών ναυπηγικής εταιρείας, είχε την τάση να δημιουργήσει στις αναιρεσείουσες την εικόνα φερεγγυότητας αυτής, γεγονός που γνώριζε και όφειλε να γνωρίζει έτσι ώστε να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα που θα απέτρεπαν την παραπλάνηση των αναιρεσειουσών, με βάση την καλή πίστη που επιβάλει στις τράπεζες αυξημένο καθήκον πρόνοιας και προστασίας τόσο των πελατών τους όσο και των τρίτων, η παραβίαση του οποίου, έστω και από αμέλεια, δημιουργεί ευθύνη τους και συνεπώς δεν ερεύνησε στη συγκεκριμένη περίπτωση αν η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης συνιστούσε αμέλεια, έστω και ελαφρά, που να θεμελιώνει αδικοπραξία.

Με τον ίδιο λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλουν το παράπονο ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει καθόλου αιτιολογίες σχετικές με το αν τα περιστατικά αυτά που δέχεται ως αποδειχθέντα, καθιστούν την αναιρεσίβλητη αμελή ως προς αυτές, σε συνδυασμό μάλιστα και με τις επικρατούσες στην Κορέα αντιλήψεις και συνήθειες, αφού πρόκειται για ενέργειες τράπεζας που εδρεύει εκεί, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Επίσης, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενες παραβίαση του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, την οποία δεν εφάρμοσε μολονότι έπρεπε να εφαρμόσει γιατί συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον η αναιρεσίβλητη τράπεζα παρείχε υπηρεσίες στην αντισυμβαλλόμενη των αναιρεσειουσών ναυπηγική εταιρεία, που ήταν ο τελικός αποδέκτης των εν λόγω υπηρεσιών, στα πλαίσια δε της παροχής των υπηρεσιών αυτών έγινε και η περιγραφόμενη συνάντηση με τις αναιρεσείουσες, ευθυνόμενη έτσι έναντι αυτών κατά τους όρους της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, για την επελθούσα ζημία της.

Τέλος, με το δεύτερο μέρος του ίδιου πρόσθετου λόγου, οι αναιρεσείουσες διατείνονται ότι το Εφετείο, παραβίασε τους κανόνες κατανομής του βάρους απόδειξης που προκύπτουν από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν. 2251/1994, καθόσον ενώ το βάρος απόδειξης της μη ύπαρξης παράνομης συμπεριφοράς φέρει κατά την ως άνω διάταξη η αναιρεσίβλητη, επέβαλε τούτο στις αναιρεσείουσες.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από 30.11.2010 αγωγής, προκύπτει ότι οι αναιρεσείουσες στο δικόγραφο αυτής δεν περιέχουν ισχυρισμό περί αντίθεσης της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης στις αρχές της καλής πίστης, υπό τα εκτιθέμενα στους πρόσθετους λόγους ως άνω πραγματικά περιστατικά, ούτε επικαλέστηκαν αυτά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία μπορούν να στηρίξουν την επικαλούμενη αμέλεια της αναιρεσίβλητης, ήτοι την υποχρέωση πρόνοιας και ασφάλειας κατά την παροχή πληροφοριών και συμπεριφοράς με τη λήψη ορισμένων μέτρων επιμέλειας που επιβάλλονταν κατά την καλή πίστη για να αποτρέψει την πρόκληση σ' αυτές ζημίας.

Ούτε άλλωστε, και στην από 20.9.2013 έφεση αυτών παραθέτουν τον ως άνω ισχυρισμό ως παράπονο με λόγο έφεσης για σχετικό σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης. Εξάλλου, στην προαναφερόμενη αγωγή δεν εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία θα ήταν εφαρμοστέες οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, δοθέντος ότι η ιδιότητα της αντισυμβαλλόμενης των αναιρεσειουσών ναυπηγικής εταιρείας ως πελάτη της αναιρεσίβλητης τράπεζας, δεν προσδίδει σ' εκείνη την ιδιότητα του καταναλωτή σε σχέση με τις παρεχόμενες υπηρεσίες αυτής, καθόσον, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, οι υπηρεσίες παρέχονταν εντός του πλαισίου των επαγγελματικών τους σχέσεων, η δε ναυπηγική εταιρεία και οι αναιρεσείουσες έχουν την ιδιότητα του εμπόρου και ελεύθερου επαγγελματία και οι διαπραγματεύσεις έγιναν για την κάλυψη επαγγελματικών και όχι ίδιων καταναλωτικών αναγκών σε ιδιωτικό επίπεδο και συνεπώς δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άνω νόμου που προστατεύουν τον καταναλωτή.

Περαιτέρω, ούτε η πληττόμενη απόφαση στις παραδοχές της, διαλαμβάνει στην περιγραφόμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης τα πραγματικά περιστατικά στα οποία, κατά τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης στηρίζουν οι αναιρεσείουσες την αντίθεση αυτής προς την καλή πίστη, και δεν διατυπώνει κρίση ότι η περιγραφόμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης είναι αντίθετη προς την καλή πίστη, ούτε περιλαμβάνει στις παραδοχές της τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 8 ν. 2251/1994 και ιδίως ότι οι αναιρεσείουσες ή η αντισυμβαλλόμενη αυτών ναυπηγική εταιρεία, πελάτης της αναιρεσίβλητης, είχε την ιδιότητα του καταναλωτή των υπηρεσιών της τελευταίας.

Επομένως, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί που στηρίζουν τους πρόσθετους αναιρετικούς λόγους, κατά το οικείο μέρος τους, από τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, δεν είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε βέβαια οι αναιρεσείουσες επικαλούνται στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων πρόταση αυτών στο πρωτόδικο δικαστήριο και νόμιμη επαναφορά τους με λόγο έφεσης στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι, ενόψει του ότι και το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση αυτεπάγγελτης εξέτασης αυτών.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί είναι και κατ' ουσίαν αβάσιμοι, στηριζόμενοι σε εσφαλμένη βάση. Τούτο διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως τούτο παρατέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχεται, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες, ότι ο εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης διαβεβαίωσε κατά τη συνάντηση ότι επρόκειτο να δοθεί στην αντισυμβαλλόμενη των αναιρεσειουσών το κοινοπρακτικό δάνειο, αλλά ότι αναφέρθηκε μόνο στην προοπτική χορήγησής του, ούτε διαβεβαίωσε για τη φερεγγυότητα αυτής, την οποία άλλωστε συνέδεσε μόνο με τη λήψη του δανείου και ότι δεν παραπλάνησε αυτός τις αναιρεσείουσες ώστε να λάβουν την απόφαση να δανειοδοτήσουν με το ποσό των 17500000 ευρώ κάθε μία την αντισυμβαλλομένη τους.

Έκρινε δε το Εφετείο ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσείουσες δεν οφείλεται στη συμπεριφορά προς αυτές της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας όπως εκδηλώθηκε από τον ως άνω αρχικά δεύτερο εναγόμενο εκπρόσωπο και προστηθέντα αυτής, κρίση που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, εφόσον το Εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρξε παράνομη συμπεριφορά του οργάνου που αντιπροσώπευε την αναιρεσίβλητη, με την οποία να συνδέεται η ζημία των αναιρεσειουσών, ώστε να ευθύνεται αυτή σε αποζημίωσή τους, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία η μη εξέταση της συνδρομής υπαιτιότητας εκείνου στην πρόκληση της ζημίας τους και του βαθμού της αμέλειάς του.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν παραβίασε με τη μη εφαρμογή του το άρθρο 8 του ν. 2251/1994, αφού, κατά τα γενόμενα δεκτά ανωτέρω, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του (ΑΠ 801/2017, ΑΠ 1668/2008). Τέλος, εφόσον δεν έσφαλε το Εφετείο που δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 2251/1994 και ειδικότερα εκείνη του άρθρου 8 παρ. 4 αυτού, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις περί του βάρους αποδείξεως, σύμφωνα με το άρθρο 338 ΚΠολΔ, λόγω της εφαρμογής των άνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα περί της αδικοπρακτικής ευθύνης και δεν υπήρχε αντιστροφή του βάρους απόδειξης, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, αφού δεν εφαρμόστηκαν οι ειδικές διατάξεις του ως άνω νόμου.

Συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του από τον αρ. 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 1.12.2015 αίτηση για αναίρεση της 60/2015 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, καθώς και οι από 29.7.2016 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τις αναιρεσείουσες υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 1.12.2015 έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου του Γραμματέα του Εφετείου Πειραιά. Εξάλλου, οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1.12.2015 αίτηση των ανώνυμων ναυτιλιακών εταιρειών με την επωνυμία "..." και "...", καθώς και τους από 29.7.2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, για αναίρεση της 60/2015 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων υπέρ του Δημοσίου και υπέρ του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. που κατατέθηκαν κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ