153/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 153 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated153/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 153 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 153 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 153/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Ι. Σ., θυγ. Κ. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων: 1 Α. χήρας Π. Υ., θυγ. Α. Λ., 2) Ά. θυγ. Π. Υ., 3) Θ. θυγ. Π. Υ., απασών κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλη Ν. Αλαβάνο - Τσαπαλίρα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5569/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 6366/2007 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση των ως άνω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 29-5-2008 αίτησή της Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 7-12-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει απ’ την .../7-4-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Ο. Κ., οι επισπεύδουσες αναιρεσίβλητες έχουν κλητεύσει την απολειπόμενη αναιρεσείουσα για την συνεδρίαση της 7-10-2015, μετ’ αναβολήν (οίκοθεν) εκ της οποίας η υπόθεση κατά την παρούσα δικάσιμο, εκφωνήθηκε προς συζήτηση κατά την σειρά του πινακίου. Επομένως, αφού η αναιρεσείουσα απουσιάζει (μη εμφανισθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου, ουδέ καταθέσασα την κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση), η συζήτηση της αναιρέσεως πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (αρθρ. 576 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Οι έννοιες της καλής πίστεως, του νομιζόμενου τίτλου και της μεταγενέστερης της κτήσεως της νομής (αλυσιτελούς εν τοιαύτη περιπτώσει) κακής πίστεως, οι οποίες προβλέπονται απ’ τις διατάξεις 1042, 1043 και 1044 ΑΚ, αντιστοίχως, αποτελούν αντερείσματα της βάσεως της τακτικής χρησικτησίας, την οποία πραγματεύεται η διάταξη του αρθρ. 1041 ΑΚ.
ΙΙΙ. Κατ’ αρθρ. 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται (μεταξύ άλλων και) μόνο: 1) Αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..., 8α) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν..., 9α) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε... και 10) αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη...
IV. Οι (επί τη βάσει της επανεκτιμήσεως των τεθέντων υπόψη του Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων, ήτοι καταθέσεων μαρτύρων ενάγουσας - εναγομένων και όλων ανεξαιρέτως των επικληθέντων και προσκομισθέντων εγγράφων) επιτρεπτώς επισκοπούμενες παραδοχές του Εφετείου, οι οποίες εμπεριέχονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έχουν ως ακολούθως: "Το επίδικο ακίνητο, εκτάσεως 825 τ.μ., βρίσκεται στο Δήμο ... Αττικής, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως αυτής, επί της οδού ..., επί της οποίας φέρει τον αριθμό…, εμφαίνεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α στο από Ιανουαρίου 1998 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Χ. Α.. και συνορεύει, βόρεια επί πλευράς Α-Δ μήκους 20 μ. με την οδό ..., νότια, επί πλευράς Β-Γ, μήκους 10 μ. με την οδό ..., ανατολικά, επί πλευράς Α-Β, μήκους 55 μ., με ιδιοκτησία του αρχικώς ενάγοντος και δυτικά, επί πλευράς Γ-Δ, μήκους 55,90 μ., με ιδιοκτησία των εναγομένων. Ο αρχικώς ενάγων ισχυρίστηκε ότι το επίδικο το νεμήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη ο Δ. Π., πατέρας της πρώτης συζύγου του Δ., από τις 14-10-1921, που περιήλθε σ’ αυτόν, σε μεγαλύτερη έκταση, με το υπ’ αριθμ. .../14-10-1921 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Ρούσσου, μέχρι τις 14-11-1942, που πέθανε, ενεργώντας σ’ αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό του πράξεις νομής, ήτοι το καλλιεργούσε με όσπρια και δημητριακά και το περιέφραξε, ότι μετά το θάνατο του συνέχισαν να το νέμονται, με τα ίδια προσόντα, τα τέκνα του Π., Γ., Θ., Κ. και Δ., άγαμα, πλην της τελευταίας(συζύγου του από πρώτο γάμο), μέχρι του επισυμβάντος θανάτου τους το έτος 1968, 1975,1972, 1978 και 10-2-1980 αντίστοιχα, ότι μετά το θάνατο του καθενός το μερίδιο του περιέρχονταν κατ’ ισομοιρίαν στους επιζώντες αδελφούς, ότι τελικώς ολόκληρο περιήλθε στην πρώτη σύζυγο του, που μεταπεβίωσε όλων των αδελφών της, ότι αυτοί ενεργούσαν σ’ αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του και στον προορισμό του πράξεις νομής και συγκεκριμένα συντήρησαν την περίφραξή του, το καλλιεργούσαν με κηπουρικά, όσπρια και δημητριακά, το λίπαιναν, το όργωναν και το επισκέπτονταν και ότι μετά το θάνατο της πρώτης συζύγου του Δ. θυγ. Δ. Π., το νέμονταν ο ίδιος από τις 10-2-1980, που περιήλθε σ αυτόν από κληρονομιά αυτής, με την υπ’ αριθμ. .../16-1-1980 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σωτηρίου Δραγωνέα, μέχρι την άσκηση της αγωγής, ενεργώντας σ’ αυτό τις προσιδιάζουσες στη φύση του και τον προορισμό του πράξεις νομής και συγκεκριμένα το καλλιεργούσε και τοποθέτησε σ’ αυτό πινακίδα, δηλωτική της ιδιοκτησίας του. Από τα ως άνω όμως αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκαν οι αγωγικοί ισχυρισμοί του αρχικώς ενάγοντος. Αντίθετα, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε κατ’ αρχήν ότι τα αδέλφια της συζύγου του αρχικώς ενάγοντος ήταν πέντε, ήτοι οι: 1)Π. Π. του Δ., 2)Γ. Π. του Δ., 3)Θ. χήρα Γ. Κ., το γένος Δ. Π., 4)Κ. θυγ. Δ. Π. και 5)Π. χήρα Χ. Ν., το γένος Δ. Π., και όχι τέσσερα, όπως αυτός ισχυρίστηκε, παραλείποντας την τελευταία (Π.) και ότι από αυτά οι Π. Π., Θ. Κ. - Π., Κ. Π. και Π. Ν. Π. πέθαναν μετά το θάνατο της συζύγου του, ο οποίος είχε λάβει χώρα στις 10-2-1980 και συγκεκριμένα ο Π. πέθανε στις 7-6-1980 (υπ’ αριθμ. .../1980 ληξιαρχική πράξη θανάτου .του Ληξιάρχου Αθηνών) η Θ. στις 3-6-1982 (υπ’ αριθμ. .../1982 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ...), η Κ. στις 29-6-1982 (υπ’ αριθμ. .../1982 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ...) και όχι το έτος 1968, 1972 και 1978 αντίστοιχα, όπως αυτός ισχυρίστηκε, άρα η σύζυγος του δεν τα κληρονόμησε, όπως επίσης αυτός ισχυρίστηκε και η Π. πέθανε στις 3-8-1999. Μάλιστα η τελευταία, από τον πρώτο γάμο της με τον Ε. Φ. απέκτησε την Ι. συζ. Κ. Π. η οποία, με την υπ’ αριθμ. .../2002 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παρασκευής Πετυχάκη Κερχουλά, αποδέχθηκε την κληρονομιά της, και, για λογαριασμό της και τις κληρονομιές των προαποβιωσάντων αυτής αδελφών της Θ. και Κ., τις οποίες η μητέρα της δεν είχε αποδεχθεί. Στην εν λόγω πράξη αποδοχής της δεν διαλαμβάνεται και το επίδικο. Επίσης, αποδείχθηκε ότι πράξεις νομής επί του επιδίκου ακινήτου ασκούσαν οι εναγόμενες και οι δικαιοπάροχοι τους, ήτοι ο Π. Υ., σύζυγος της πρώτης και πατέρας των λοιπών εναγομένων και ο Α. Υ., πατέρας του Π. Υ., πεθερός της πρώτης εναγομένης και παππούς των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων, συνεχώς από το έτος 1949, που αυτό περιήλθε, σε μεγαλύτερη έκταση, 2 340 τ.μ., στον Π. Υ., από αγορά από την Κ. Χ., μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Ειδικότερα, με το υπ’ αριθμ. .../1947 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ασπρομάλλη, τα ανωτέρω έξι τέκνα του Δ. Π., ήτοι οι Π., Γ., Δ. (πρώτη σύζυγος του αρχικώς ενάγοντος), Κ., Θ. και Π., μεταβίβασαν στην Κ. Χ. ακίνητο το οποίο, κατά το εν λόγω συμβόλαιο, βρίσκεται στην Κηφισιά, επί των οδών ..., ... και ... εκτάσεως πήχεων τεκτονικών τετραγωνικών τριών χιλιάδων διακοσίων (3.200) ή μέτρων τετραγωνικών χιλίων οκτακοσίων (1800), ή όσης επιπλέον ή έλαττον εκτάσεως και εάν είναι, το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία πρώην Δ. Π., ήδη Μ. και Β., δυτικά με οδό ..., βόρεια με οδό ... και νότια με οδό ... τμήμα του οποίου, εκτάσεως 875,73 πήχεων τεκτονικών τετραγωνικών ανήκε στον Π. Π., στον οποίον είχε περιέλθει δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1942 συμβολαίου του ιδίου ως άνω Συμβολαιογράφου και το υπόλοιπο σε όλους τους συμβαλλόμενος, από κληρονομιά από τον πατέρα τους Δ. Π.. Το εν λόγω ακίνητο, η ως άνω αγοράστρια, με το υπ’ αριθμ. .../1949 συμβόλαιο του ιδίου Συμβολαιογράφου, το μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον Α. Υ. και μετά το θάνατο αυτού, που έλαβε χώρα στις 19-1-1964, περιήλθε στο γιό του Π. Υ., δυνάμει της από 14-7-1961 ιδιόγραφης διαθήκης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ’ αριθμ. 2330/1964 πρακτικά των εν Αθήναις Πρωτοδικών, ενώ με την ίδια διαθήκη άφησε την επικαρπία οικίας, η οποία βρίσκεται εντός του επιδίκου τμήματος και αποτελείται από τρία δωμάτια, στη σύζυγο του Κ. Μ.. Ο Π. Υ. είχε μεταβιβάσει άτυπα στις θυγατέρες του Άννα και Θάλεια ποσοστό 2/5 εξ αδιαιρέτου στην καθεμιά και οι ανωτέρω, ήτοι ο Π. Υ. και οι θυγατέρες του, με την υπ’ αριθμ. .../1981 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας του Συμβολαιογράφου Ερυθραίας Γ. Θεοδωρέλου, συνέστησαν οριζόντια ιδιοκτησία επί του όλου ακινήτου, το οποίο αποτυπώνεται στο από 27-11-1978 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Χ. Χ., που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο αυτό και, μετά την καταμέτρησή του από τον ως άνω μηχανικό, αναφέρεται η ακριβής έκτασή του των 2 340 τ.μ. Μετά το θάνατο του Π. Υ., που έλαβε χώρα στις 24-4-1981, το μερίδιο του περιήλθε στις εναγόμενες, ήτοι στη σύζυγο του πρώτη των εναγομένων και στις θυγατέρες του, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, οι οποίες υπέβαλαν στην αρμόδια Οικονομική Εφορία την από 18-1-1985 δήλωση φόρου κληρονομιάς του, περιέλαβαν δε σ’ αυτή και το ποσοστό του θανόντος επί του ως άνω ενιαίου ακινήτου. Το εν λόγω ενιαίο ακίνητο, διαχωρίζονταν σαφώς από τις προς ανατολάς αυτού, επί της οδού ..., ιδιοκτησίες, ήτοι των Μ. και Β. κατά την πώλησή του στην Κ. Χ. και μεταγενέστερα της συζύγου του αρχικώς ενάγοντος Δ. Π., η οποία μάλιστα διατηρούσε εντός αυτής και εξοχική κατοικία, καθ’ όλο το μήκος του με μανδρότοιχο, που αρχίζει από την οδό ... και φθάνει μέχρι την οδό ... επί του οποίου εφάπτονταν και παλαιά αποθήκη, που χρησιμοποιούσαν οι ένοικοι της οικίας. Ο Α. Υ. το έτος 1950 προσέθεσε στην οικία που προαναφέρθηκε, η οποία βρίσκεται εντός του επιδίκου, στο νότιο τμήμα του, και ήδη είναι ερειπωμένη, ένα ακόμη δωμάτιο, δυνάμει της υπ’ αριθμ. .../1950 άδειας του Υπουργείου Οικισμού και Ανοικοδομήσεως πολεοδομικών Γραφείων Αθηνών - Προαστείων, ζήτησε την ηλεκτροδότησή της από την εταιρεία με την επωνυμία "....", στην οποία στις 15-3-1954 κατέβαλε 940.000 δραχμές για τη σχετική δαπάνη και διέμενε στην κατοικία αυτή με τη σύζυγό του Κ. - Μ., μέχρι το έτος 1964, που πέθανε. Αρχικά στην εν λόγω κατοικία ζούσε με τους ανωτέρω γονείς του και ο σύζυγος της πρώτης των εναγομένων και πατέρας των λοιπών Π. Υ.. Μετά το θάνατο του Α. Υ. συνέχισε να κατοικεί στην εν λόγω οικία η σύζυγος του Κ. - Μ., που με τη διαθήκη του είχε δικαίωμα επικαρπίας της, μέχρι το έτος 1992 που πέθανε. Αυτή φρόντιζε και τον περιβάλλοντα την οικία χώρο, αναθέτοντας το κλάδεμα των φυτών και των θάμνων που διατηρούσε σε ζαρντινιέρες και στο έδαφος, στον γείτονά της και μάρτυρα των εναγομένων, κηπουρό Σ. Μ.. Ολόκληρη δε η υπόλοιπη επίδικη έκταση, που δεν καταλαμβάνονταν από τα κτίσματα που προαναφέρθηκαν, τους θάμνους και τις ζαρντινιέρες που υπήρχαν πλησίον της οικίας, είναι καλυμμένη από πεύκα, ορισμένα από τα οποία είναι πολύ μεγάλης ηλικίας. Περί τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 1999, ο αρχικώς ενάγων εισήλθε στην ιδιοκτησία των εναγομένων και τοποθέτησε πινακίδα στο επίδικο, στην οποία ανέγραφε ότι αυτό ανήκει στην ιδιοκτησία του. Το γεγονός αυτό έγινε αντιληπτό από τις εναγόμενες και η πρώτη από αυτές, στις 4-12-1999, μετέβη στο Αστυνομικό Τμήμα ... και κατάγγειλε την πράξη του.
Περί του κρισίμου γεγονότος της ασκήσεως πράξεων νομής επί του επιδίκου, οι καταθέσεις των μαρτύρων του αρχικώς ενάγοντος, ήτοι η ημιτελής κατάθεση της μάρτυρος συζύγου του και ήδη εκκαλούσας και η κατάθεση του μάρτυρος του Α. Κ., οι οποίοι καταθέτουν ότι επ’ αυτού ασκούσαν πράξεις νομής τ’ αδέλφια της συζύγου του αρχικώς ενάγοντος και η σύζυγος του, μέχρι του θανάτου τους, καλλιεργώντας αυτό, στη συνέχεια δε ο αρχικώς ενάγων, ότι τ’ αδέλφια της συζύγου του αρχικώς ενάγοντος πέθαναν πριν από αυτή, χωρίς ν’ αφήσουν διαθήκη και κληρονομήθηκαν από την τελευταία, δεν κρίνονται αξιόπιστες. Και τούτο διότι, είναι ανακριβείς, καθόσον τα αδέλφια της συζύγου του αρχικώς ενάγοντος, πλην του Γ., αποδείχθηκε ότι πέθαναν μετά από αυτή, είναι αντιφατικές μεταξύ τους, καθόσον η πρώτη καταθέτει ότι ο αρχικώς ενάγων σταμάτησε να καλλιεργεί το επίδικο μετά το έτος 1980 ενώ ο δεύτερος ότι το καλλιεργούσε μέχρι το έτος 1998, η φύση του επιδίκου δεν επέτρεπε καλλιέργεια, αφού καλύπτεται από πεύκα κατά το τμήμα του που δεν καλύπτεται από κτίσματα, έρχονται σε αντίθεση με τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων, οι οποίες κρίνονται πειστικές, διότι αμφότεροι οι μάρτυρες έχουν άμεση αντίληψη όσων καταθέτουν, περί διενέργειας των πράξεων που προαναφέρθηκαν από τους δικαιοπαρόχους των εναγομένων και τις ίδιες, ιδίως δε περί της υπάρξεως των κτισμάτων στο επίδικο, ενισχύονται από τα προαναφερθέντα έγγραφα, δεν ανατρέπονται από κανένα άλλο από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, ούτε και από τα αρχικά συμβόλαιο μεταβιβάσεως του ενιαίου ακινήτου στην Κ. Χ. και στον Α. Υ., που αναφέρεται ως έκτασή του 1800 τ.μ., αντί της πραγματικής των 2340 τ.μ. καθόσον δεν αναφέρονται πλευρικές διαστάσεις του, ούτε τοπογραφικό διάγραμμα που να το απεικονίζει. Ακόμη, οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης δεν κρίνονται πειστικές, διότι προς την ανατολική πλευρά του το επίδικο διαχωρίζονταν με τοίχο από την ιδιοκτησία της συζύγου του αρχικώς ενάγοντος, οπότε δεν μπορούσαν να επεκτείνουν την ιδιοκτησία τους προς την. εν λόγω ιδιοκτησία, δεν δίδουν καμία εξήγηση, γιατί το επίδικο διαχωρίζεται από την προς ανατολάς ιδιοκτησία της συζύγου του αρχικώς ενάγοντος με τοίχο, ενώ δεν διαχωρίζεται από την υπόλοιπη ιδιοκτησία των εναγομένων, η πρώτη από αυτούς, στην ημιτελή κατάθεσή της δεν αναφέρεται στην ύπαρξη των κτισμάτων, ενώ ο δεύτερος, μετά την επίδειξη των φωτογραφιών του επιδίκου, κατά την εξέτασή του, αναφέρεται μόνο στο βοηθητικό κτίσμα, για το οποίο καταθέτει ότι ο αρχικώς ενάγων το χρησιμοποιούσε ως ορνιθώνα, ενώ τέτοια πράξη δεν επικαλούνταν ούτε ο ίδιος. Τέλος, το ως άνω συμπέρασμα ενισχύεται και από το γεγονός ότι, ενώ στην αγωγή το επίδικο περιγράφεται ως ακίνητο εκτάσεως 825 τ.μ. και ότι νότια συνορεύει με την οδό ... ο αρχικώς ενάγων, με το από 23-1-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό, προσυμφωνεί την πώληση στον Δ. Κ. ακινήτου του, εκτάσεως 2 450 τ.μ. και αναφέρει ότι τμήμα αυτού, εμβαδού 547 τ.μ., που στη νότια πλευρά του συνορεύει με ιδιοκτησία των εναγομένων, κατέχεται από τους τελευταίους".
V. Με βάση τις επισκοπηθείσες αυτές παραδοχές το Εφετείο, αφού έκρινε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την αγωγή της νυν αναιρεσείουσας, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεσή της. Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, (το οποίο, ως άνω, επανεκτίμησε τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι είχαν επικαλεσθεί και θέσει στην διάθεσή του), καταδεικνύεται, ότι δεν "διολίσθησε" στα καταλογιζόμενα σφάλματα, αφού ούτε ελήφθησαν υπόψιν "πράγματα" μη προταθέντα, ούτε επιδικάσθηκε μη αιτηθέν, ουδέ έγιναν δεκτά χωρίς απόδειξη "πράγματα" και ούτε αφέθηκε αίτηση αδίκαστη. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους η αναιρεσείουσα (αβασίμως) ισχυρίζεται τα (κατ’ αρθρ. 559 αρ. 8α, 9α, γ και 10 ΚΠολΔ) αντιστοίχως αντίθετα, (πρώτος και δεύτερος λόγοι) είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο τρίτος (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται, ότι παραβιάσθηκαν οι προειπωθείσες (1042, 1043 και 1044) διατάξεις του ΑΚ και έτσι το Δικαστήριο υπέπεσε στην υπ’ αρ. 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Εδώ, ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί λανθασμένης προϋποθέσεως, αφού το εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο διερεύνησε την βάση της έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα άνω εκτιθέμενα και η αναιρεσείουσα εστιάζει τις αιτιάσεις της στην φερόμενη ως μη συντρέξασα στα πρόσωπα των ήδη αναιρεσιβλήτων έννοια της καλής πίστεως, προβλεπομένης από τις (ανωτέρω) φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, οι οποίες όμως (αφορούν και) αναφέρονται στην τακτική χρησικτησία.
VI. Κατά συνέπεια, πρέπει, συμφώνως προς το κατωτέρω διατακτικό να απορριφθεί η από 29-5-2008 αίτηση της Α. Σ. περί αναιρέσεως της 6366/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, (απορριπτέας καθισταμένης της εν λόγω αιτήσεως ως απαραδέκτως στρεφομένης (και) κατά της 5569/2006 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη εφετειακή απόφαση).
VII. Θέμα επιβολής στην ηττωμένη αναιρεσείουσα των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων δεν τίθεται, αφού οι τελευταίες (μη καταθέσασες άλλωστε προτάσεις) δεν υπέβαλαν σχετικό κατάλογο ή αίτημα, κατ’ αρθρ. 190, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, αντιστοίχως). Ωσαύτως, δεν ανακύπτει εν προκειμένω αναγκαιότης να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο παράβολο, δοθέντος ότι τέτοιο δεν έχει κατατεθεί, ως εκ του χρόνου καταθέσεως(4-6-2008) του παρόντος αναιρετηρίου δικογράφου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-5-2008 αίτηση της Α. Σ. περί αναιρέσεως της 6366/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Φεβρουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ