Legislator Case Law & Legislation
153/2015 AI generated

153/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 153/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

153/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι.- Κατά το άρθρο 553 § 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ήτοι κατά των ανεκκλήτων ή όσων έγιναν τελεσίδικες, η δε τελεσιδικία κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, ήτοι κατά το χρόνο της κατάθεσης του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (Ολ.ΑΠ 5/2001, ΑΠ 254/2010, AΠ 2213/2009, ΑΠ 709/2007).

Keywords

AI generated
maintenance payments compensation for detention unpaid security deposit exemption from contributions loss of financial support unpaid pension contributions
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 153 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 153/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βαλμαντώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Ν. Α., συζ. Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Βγενόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών.

Εκδόθηκε η 304/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε η από 15-2-2005 ανακοπή ερημοδικίας από τον ήδη αναιρεσείοντα. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2006 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και 911/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της 304/1999 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και της 911/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-1-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης διάβασε την από 28-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2-1-2009 και με αριθμό κατάθεσης 3/2009 αίτησης αναίρεσης των υπ' αριθμ. 304/1999 και 911/2008 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και του Εφετείου Πατρών, αντίστοιχα, ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Κατά το άρθρο 553 § 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, ήτοι κατά των ανεκκλήτων ή όσων έγιναν τελεσίδικες, η δε τελεσιδικία κρίνεται κατά το χρόνο άσκησης της αίτησης αναίρεσης, ήτοι κατά το χρόνο της κατάθεσης του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (Ολ.ΑΠ 5/2001, ΑΠ 254/2010, AΠ 2213/2009, ΑΠ 709/2007).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 περ. β' Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο τούτο ισχύει από 25.4.1994 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 § 18 του Ν. 2207/1994, κατά των αποφάσεων που έχουν εκδοθεί ερήμην έφεση επιτρέπεται από τη δημοσίευσή τους, ενώ κατά τις διατάξεις των άρθρων 503 § 1, 518 § 1 και 652 § 1 του ίδιου Κώδικα, η τελευταία των οποίων αναφέρεται στην προθεσμία των ενδίκων μέσων της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης κατά απόφασης εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία της ανακοπής είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, αν δε ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία της έφεσης είναι επίσης τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη.

Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι η προθεσμία της έφεσης για την ερήμην απόφαση αρχίζει από την επίδοσή της και τρέχει συγχρόνως με την προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας. Μετά δε την κατάργηση των άρθρων 506 και 515 του Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 3 §§ 15 και 19, αντίστοιχα, του Ν. 2207/1994, η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά οποιασδήποτε ερήμην απόφασης δεν αναστέλλει την προθεσμία της έφεσης, σε περίπτωση δε απόρριψης της ανακοπής ερημοδικίας η κατά της τελευταίας αυτής απόφασης έφεση δεν θεωρείται ότι συμπροσβάλλει και την ερήμην εκδοθείσα απόφαση, κατά της οποίας στράφηκε η ανακοπή (ΑΠ 709/2007, ΑΠ 890/2003).

Περαιτέρω, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης κατά τα άρθρα 564 § 3 και 652 § 1 Κ.Πολ.Δ. αν η απόφαση δεν επιδοθεί είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευσή της, αν δε επιδοθεί και ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη είναι ομοίως τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Η προθεσμία δε άσκησης αναίρεσης κατά απόφασης που εκδόθηκε στον πρώτο βαθμό, και ανεξάρτητα αν εκδόθηκε ερήμην ή αντιμωλία, δεν συντρέχει με την προθεσμία άσκησης έφεσης κατ' αυτής. Η πρώτη (προθεσμία αναίρεσης) ηρεμεί κατά τη διάρκεια της δεύτερης (προθεσμία έφεσης) και αρχίζει από τότε που έληξε η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης, οπότε η πρωτόδικη απόφαση τελεσιδίκησε, υποκείμενη σε αναίρεση (ΑΠ 709/2007, ΑΠ 1000/2001).- Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πλήττονται οι εκδοθείσες κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών:

α) υπ' αριθμ. 304/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος, και β) η υπ' αριθμ. 911/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 177/2006 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ασκηθείσα από τον αναιρεσείοντα ανακοπή ερημοδικίας κατά της ως άνω υπό στοιχείο α' απόφασης.

Η υπ' αριθμ. 304/1999 απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα ως άγνωστης διαμονής, κατά τις διατάξεις των άρθρων 134 § 1 και 135 § 1 Κ.Πολ.Δ., ήτοι με επίδοση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 5415/30.3.1999 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Ελευθερίας Μ.

Σταμούλη και με δημοσίευση περίληψης αυτής σε δύο ημερήσιες εφημερίδες γενικής ύλης και ειδικότερα στο φύλλο της 31.3.1999 της εκδιδόμενης στην Πάτρα εφημερίδας "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΞ ΠΑΤΡΩΝ" και στο φύλλο της 1.4.1999 της εκδιδόμενης στην Αθήνα εφημερίδας "ΕΞΟΥΣΙΑ". Επιπλέον δε, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η ήδη αναιρεσίβλητη τήρησε και την προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 135 Κ.Πολ.Δ.

διαδικασία της δημοσίευσης προσκλήσεων και ειδικότερα δημοσίευσε στις ως άνω ημερήσιες εφημερίδες γενικής ύλης "ΕΞΟΥΣΙΑ" (φύλλα της 8.4.1999 και 17.4.1999) και "ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ" (φύλλα της 8.4.1999 και 17.4.1999) που προσδιόρισε ο αρμόδιος Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πατρών, κατόπιν της υπ' αριθμ. πρωτ. 2488/7.4.1999 σχετικής αίτησής της, νομότυπες προσκλήσεις προς καθέναν που γνωρίζει τον τόπο και τη συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής του ήδη αναιρεσείοντος, να ανακοινώσει ενυπογράφως αυτά στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών ή του Πρωτοδικείου Πατρών, πλην όμως ουδεμία τοιαύτη γνωστοποίηση έλαβε χώρα, πράγμα άλλωστε που ούτε ο ήδη αναιρεσείων αμφισβητεί.

Επομένως η απόφαση αυτή έγινε τελεσίδικη στις 2.5.1999 (επομένη της κατά τα άνω από 1.4.1999 δημοσίευσης στην εφημερίδα "ΕΞΟΥΣΙΑ") και σε κάθε περίπτωση στις 18.5.1999 (επομένη της κατά τα άνω από 17.4.1999 πρόσκλησης), δεδομένου ότι μέχρι τις ημερομηνίες αυτές δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής, όπως και αυτό δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα.

Έτσι η προθεσμία της αναίρεσης άρχισε να τρέχει από τις 3.5.1999 και σε κάθε περίπτωση από τις 19.5.1999 και έληξε στις 2.6.1999 και σε κάθε περίπτωση στις 18.6.1999. Η αναίρεση κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκε στις 2.1.2009, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 1/2.1.2009 έκθεση κατάθεσης της γραμματέως του Πρωτοδικείου Πατρών Δ.

Μ., που είναι προσαρτημένη πίσω από την τελευταία σελίδα του δικογράφου της αναίρεσης. Επομένως, η αναίρεση κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε εκπροθέσμως και είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατ' έλεγχο αυτεπαγγέλτως γενόμενο από το Δικαστήριο (άρθρ. 577 §§ 1, 2 Κ.Πολ.Δ.). Η αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 911/2008 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών, που δημοσιεύθηκε στις 10.11.2008, ασκήθηκε ομοίως στις 2.1.2009, όπως προκύπτει από την έκθεση κατάθεσης του γραμματέα του Εφετείου Πατρών Ι.

Κ. κάτω από το δικόγραφο της αναίρεσης. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει η επίδοσή της. Επομένως, εφόσον ασκήθηκε εντός της τριετίας από την δημοσίευσή της, είναι εμπρόθεσμη και παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο ενός εκάστου των λόγων της, κατά τα παρακάτω ειδικότερον εκτιθέμενα.-

ΙΙ.- Κατά το άρθρο 152 § 1 ΚΠολΔ, ο διάδικος που δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανωτέρας βίας ή δόλου του αντιδίκου του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Τούτο με την έννοια ότι εάν γίνει δεκτή η αίτηση θεωρείται ότι η εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη είναι εμπρόθεσμη.

Ως ανωτέρα βία στη διάταξη αυτή νοείται το παρακωλυτικό της τήρησης της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με ενέργειες άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολ.ΑΠ 29/92, ΑΠ 1440/2010, ΑΠ 1051/2009, ΑΠ 1236/2008). Δόλος δε του αντιδίκου είναι κάθε από πρόθεση συμπεριφορά που συνίσταται στην παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή στην αποσιώπηση των αληθινών και τείνει στην παραγωγή, την ενίσχυση ή την διατήρηση της κρίσιμης εσφαλμένης αντίληψης ή εντύπωσης (ΑΠ 1440/2010 ΑΠ 1266/2001).

Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 135 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την §1 αυτού, σε συνδυασμό με άρθρ. 134 § 1 καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία επίδοσης στο διάδικο εκείνο που είναι άγνωστης διαμονής, ενώ με την §2 προβλέπεται η ευχέρεια εκείνου που επισπεύδει επίδοση σε πρόσωπο άγνωστης διαμονής, τηρώντας την διαγραφόμενη στη διάταξη αυτή διαδικασία, να δημιουργήσει τεκμήριο για την ιδιότητα του παραλήπτη ως άγνωστης διαμονής (ΑΠ 1440/2010, ΑΠ 1266/2001), το οποίο τεκμήριο είναι αμάχητο, όπως τούτο προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 135 § 2 εδάφ.

τελευταίο, με το οποίο ορίζεται ότι αποκλείεται η ανταπόδειξη (λέξεις "... ισχύει το τεκμήριο ότι ο τόπος ή η συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής του παραλήπτη της επίδοσης είναι άγνωστα και η ανταπόδειξη αποκλείεται"). Εξάλλου, κατά το άρθρο 653 § 1 Κ.Πολ.Δ., ανακοπή ερημοδικίας κατά απόφασης που έχει εκδοθεί κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, επιτρέπεται και όταν υφίσταται ανώτερη βία, ήτοι και αν ακόμη είναι νόμιμη και εμπρόθεσμη η κλήτευση του διαδίκου που απουσιάζει κατά τη συζήτηση.

Από τις παραπάνω διατάξεις, λαμβανόμενες σε συνδυασμό, προκύπτει ότι η άγνοια του διαδίκου για την γενομένη προς αυτόν έγκυρη επίδοση απόφασης υποκείμενης σε ανακοπή ερημοδικίας, και εντελώς ανυπαίτια αν είναι, δεν αποτελεί, καθ' εαυτήν, περιστατικό ανώτερης βίας το οποίο παρακωλύει την εκ μέρους του τήρηση της προθεσμίας για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση αναιρείται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Μέσω δε του παρόντος λόγου ελέγχεται και το παραδεκτό της άσκησης του ενδίκου μέσου, δηλαδή αν αυτό είχε ασκηθεί κατά τους νομίμους τύπους και εντός της προθεσμίας.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 911/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, το εν λόγω δικαστήριο δέχθηκε, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "Η εφεσίβλητη άσκησε κατά του εκκαλούντος την από 23.10.1998 με αριθμ..

καταθ. 7934/1483/1998 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών με την οποία ιστορούσε ότι ήταν συγκύριοι με τον εναγόμενο κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του ισογείου ορόφου μιας διώροφης διατηρητέας οικοδομής, επί του δευτέρου ορόφου έχουσα την αποκλειστική κυριότητα, που βρίσκεται στην Πάτρα και στη συμβολή των οδών Πλατείας Παπαφλέσσα με αρ. 3 και 5 και Μαιζώνος.

Ότι λόγω άμεσης συντήρησης και επισκευών του εν λόγω κτιρίου ζητούσε να διορισθεί η ίδια διαχειρίστρια της οικοδομής και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, κατά το ποσοστό συνιδιοκτησίας του, το συνολικό ποσό των 11.670.000 δραχμών ως συμμετοχή του στις αναγκαίες δαπάνες συντήρησης και επισκευής του.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 304/1999 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ερήμην του εναγομένου - ανακόπτοντος - εκκαλούντος, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, διόρισε την ενάγουσα διαχειρίστρια του επίδικου ακινήτου και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει το ποσό των 9.329.870 δραχμών, που είναι η αναλογία του στις δαπάνες επισκευής και συντήρησης του ακινήτου.

Η ενάγουσα επέδωσε την αγωγή της στον εναγόμενο ως αγνώστου διαμονής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 134 και 135 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα η αγωγή επιδόθηκε στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πατρών (βλ. υπ' αριθμ. 5102/8.12.1998 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Ε. Σ.) και περίληψή της δημοσιεύθηκε σε δύο ημερήσιες εφημερίδες γενικής ύλης, την εφημερίδα "ΕΞΟΥΣΙΑ" που εκδίδεται στην Αθήνα και την εφημερίδα "ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΞ".

Ακόμη αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, τήρησε για την αγωγή την επιπρόσθετη διαδικασία του άρθρου 135 § 2 ΚΠολΔ, δημοσιεύοντας στις ως άνω εφημερίδες, που όρισε ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών Πατρών, κατόπιν αιτήσεώς της, προσκλήσεις προς τον καθένα που γνώριζε τον τόπο και τη συγκεκριμένη διεύθυνση διαμονής του εναγομένου, να ανακοινώσει ενυπόγραφα τα στοιχεία αυτά προς τη γραμματεία των Πρωτοδικείων Αθηνών και Πατρών, αντίστοιχα, ή σε εμφανές μέρος των εφημερίδων αυτών και σε δύο φύλλα που θα απείχαν μεταξύ τους οκτώ ημέρες.

Η προθεσμία των οκτώ ημερών από την τελευταία δημοσίευση παρήλθε άπρακτη χωρίς να φθάνει κάποια ανακοίνωση στις παραπάνω γραμματείες των Δικαστηρίων (βλ. με αριθμ. πρωτοκ. 197/2.3.1999 και 1263/8.3.1999 σχετικά πιστοποιητικά των Γραμματέων των Πρωτοδικείων Πατρών και Αθηνών αντίστοιχα).

Συνεπώς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 135 § 2 ΚΠολΔ και τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ισχύει στην προκειμένη περίπτωση νόμιμο τεκμήριο, ανεπίδεκτο ανταποδείξεως, ότι ο εναγόμενος και νυν εκκαλών ήταν πράγματι άγνωστης διαμονής και επομένως έγκυρα εχώρησε η επίδοση της αγωγής με τη διαδικασία που αφορά τα άγνωστης διαμονής πρόσωπα, συνακόλουθα δε, κατά την ελεύθερη εκτίμηση του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εν λόγω επίδοση οφείλεται σε δόλο της ενάγουσας, με την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη.

Εξάλλου, πραγματικά περιστατικά που να θεμελιώνουν τον προβαλλόμενο δόλο της ενάγουσας δεν αποδεικνύονται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Το ότι η τελευταία μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 304/1999 απόφασης προχώρησε στην αναγκαστική κατάσχεση του μεριδίου του εναγομένου, το οποίο εκπλειστηριάσθηκε και κατακυρώθηκε στην ενάγουσα, ως τελευταία υπερθεματίστρια, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην κρίση ότι η ενάγουσα από δόλο κλήτευσε τον εναγόμενο ως αγνώστου διαμονής για να του σφετερισθεί την περιουσία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο τελευταίος, γιατί η ενάγουσα προχώρησε στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ασκώντας νόμιμο δικαίωμά της, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 304/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, όταν αυτή έγινε τελεσίδικη.

Επιπρόσθετα, όσον αφορά τη μη ύπαρξη δόλου της ενάγουσας, πρέπει να λεχθεί ότι η τελευταία πριν την άσκηση της επίδικης αγωγής είχε ασκήσει την από 3.8.1998 αγωγή της κατά του εναγομένου στο ίδιο Δικαστήριο με πανομοιότυπο περιεχόμενο και αίτημα. Την αγωγή αυτή επιχείρησε να επιδώσει, σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης, στον εναγόμενο ο οποίος είναι κάτοικος ΗΠΑ, με επίσημη μετάφρασή της από το Υπουργείο Εξωτερικών, δια μέσω του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 134 ΚΠολΔ, στη διεύθυνση του εναγομένου, που ήταν στο Νιου Τζέρσεϋ των ΗΠΑ, στην οδό Στόουκς, Μέντφορντ, όπου διατηρούσε εστιατόριο, όπως είχε πληροφορηθεί η ενάγουσα από συγγενείς της τέως συζύγου του στην Πάτρα.

Όμως ο εναγόμενος δεν εντοπίστηκε, αφού στην παραπάνω διεύθυνση βρέθηκε το εστιατόριο "Lucky 7" που είχε καεί προ έτους, όπως βεβαιώθηκε στο από 4.12.1998 πιστοποιητικό του Υπουργείου Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα τα έγγραφα να επιστραφούν ανεπίδοτα. Συγχρόνως επεδίωξε την επίδοση της παραπάνω αγωγής κατ' άρθρο 137 ΚΠολΔ μέσω του αρμοδίου Σερίφη G.

D., πλην όμως και αυτά τα έγγραφα (αγωγή και επίσημη μετάφρασή της, καθώς και η σχετική παραγγελία προς επίδοση της αγωγής) επεστράφησαν ανεπίδοτα, σύμφωνα με την από 29.10.1998 σχετική βεβαίωση του παραπάνω Σερίφη. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η ενάγουσα πράγματι δεν γνώριζε τη διαμονή του εναγομένου στις ΗΠΑ και παρότι προέβη σε κάθε ενέργεια προς ανεύρεσή του δεν το κατόρθωσε και μόνο για δόλιες ενέργειές της αποσκοπούσες στο να δικαστεί ερήμην ο εναγόμενος δεν μπορεί να ελεγχθεί.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υπ' αριθμ. 304/1999 απόφαση επιδόθηκε στον εναγόμενο ως αγνώστου διαμονής κατ' άρθρο 134 § 1 και 135 § 1 ΚΠολΔ, με την ίδια δηλαδή διαδικασία που ακολουθήθηκε για την επίδοση και της αγωγής, ήτοι επίδοση στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών Πατρών την 30.3.1999 (βλ. σχετική έκθεση επιδόσεως) και δημοσίευση περίληψής της στις ίδιες ως άνω εφημερίδες, που δημοσίευσαν περίληψη της αγωγής (ΕΞΟΥΣΙΑ και ΗΜΕΡΗΣΙΟΣ ΚΗΡΥΞ ΠΑΤΡΩΝ) στις 1.4.1999 και 31.3.1999 αντίστοιχα (βλ.

σχετικά φύλλα εφημερίδων). Ακόμη η ενάγουσα ακολούθησε και σε αυτή την περίπτωση την επιπρόσθετη διαδικασία του άρθρου 135 § 2, όπως αναφέρθηκε παραπάνω για την επίδοση της αγωγής. Όμως ο εναγόμενος άσκησε κατά της παραπάνω υπ' αριθμ. 304/1999 απόφασης την ένδικη ανακοπή ερημοδικίας την 17.2.2005, ήτοι πολύ πέραν των 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης που απαιτείτο κατ' άρθρο 652 § 1 ΚΠολΔ για τους διαμένοντες στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής δικαιούμενους να ασκήσουν το ένδικο αυτό μέσο.

Ο εναγόμενος επικαλέσθηκε στην ανακοπή ερημοδικίας επικουρικά ότι απώλεσε την προθεσμία προς άσκησή της από ανώτερη βία συνιστάμενη στην άγνοιά του για τη γενόμενη δίκη σε βάρος του, από την κατάθεση της αγωγής, την εκδίκασή της, την έκδοση της υπ' αριθμ. 304/1999 απόφασης και την επίδοση της τελευταίας προς αυτόν ως αγνώστου διαμονής, γι' αυτό και ζητούσε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Η άγνοια του εναγομένου περί της γενόμενης δίκης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συνιστά γεγονός ανώτερης βίας, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι η ενάγουσα τόσο για την επίδοση της αγωγής της, όσο και για την επίδοση της υπ' αριθμ. 304/1999 απόφασης τήρησε τις οικείες δικονομικές διατάξεις για επιδόσεις σε αγνώστου διαμονής διάδικο, χωρίς να αποδειχθεί, όπως προελέχθη, ότι την βαρύνει δόλος ως προς τη διεξαγωγή της δίκης ερήμην του εναγομένου.

Το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 177/2006 απόφαση απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας ως απαράδεκτη, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως και λόγω ελλείψεως δόλου της καθής η ανακοπή στις επίδικες επιδόσεις της αγωγής και της υπ' αριθμ. 304/1999 απόφασης προς πρόσωπο αγνώστου διαμονής και επίσης εξέτασε και την επικουρική της βάση που στηριζόταν στην απώλεια της άσκησης εμπρόθεσμης ανακοπής ερημοδικίας λόγω ανώτερης βίας, όπως προαναφέρθηκε και περιέλαβε στο διατακτικό, χωρίς ειδική αιτιολογία στο σκεπτικό, διάταξη περί απορρίψεως της αίτησης επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατ' ακολουθίαν των παραπάνω, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 177/2006 απόφαση δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων απορρίπτοντας την ανακοπή ως εκπρόθεσμη και επίσης απορρίπτοντας χωρίς επαρκή αιτιολογία και την επικουρική βάση της ανακοπής περί υπάρξεως ανώτερης βίας, που αποτελεί λόγο άρσεως του εκπροθέσμου της ανακοπής ερημοδικίας.

Επομένως, πρέπει, αφού συμπληρωθεί η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, όσον αφορά την επικουρική της βάση, με όσα αναφέρθηκαν στο σκεπτικό της παρούσας, να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση, της οποίας ο μοναδικός λόγος συνίστατο στην ύπαρξη γεγονότος ανώτερης βίας (άγνοια περί τη διεξαγωγή της δίκης εκ μέρους του εκκαλούντος), και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, όπως στο διατακτικό".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο δηλαδή με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την προσήκουσα εκτίμηση του όλου περιεχομένου της, ότι α) τόσο η κλήτευσή του ήδη αναιρεσείοντος ως άγνωστης διαμονής και η εντεύθεν ερημοδικία του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά την συζήτηση της από 23.10.1998 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης κατ' αυτού, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 304/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, όσο και ότι β) η επίδοση της εν λόγω απόφασης σ' αυτόν, ομοίως ως άγνωστης διαμονής, δεν οφειλόταν σε δόλιες ενέργειές της, ώστε να δικαιολογείται η απώλεια της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής, ούτε ότι η απώλεια της εν λόγω προθεσμίας οφείλεται σε γεγονός ανώτερης βίας, και το οποίο στη συνέχεια έκρινε ως απορριπτέα την ανακοπή ερημοδικίας ως απαράδεκτη λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, επικυρώσαν την ομοίως αποφανθείσα και με την έφεση προσβληθείσα υπ' αριθμ. 177/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, δεν προέβη σε παρά τον νόμο κήρυξη απαραδέκτου και, συνεπώς, τα αντιθέτως προβαλλόμενα με αμφότερα τα μέρη του από το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ.

πρώτου κατά σειρά λόγου της αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Ο ίδιος αυτός λόγος, καθόσον τείνει να θεμελιωθεί επί του αριθμ. 6 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, ότι κακώς ο αναιρεσείων δικάσθηκε ερήμην με την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 304/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών (βλ.

εν τέλει σελίδας 7 αναίρεσης), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν κατά παράβαση των διατάξεων για τις επιδόσεις, ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι σε προηγούμενη συζήτηση στον πρώτο ή στο δεύτερο βαθμό, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως προκύπτει από την εν λόγω απόφαση, η συζήτηση στο Εφετείο έγινε αντιμωλία των διαδίκων (ΑΠ 46/2008, ΑΠ 361/2004).

Περαιτέρω, το Εφετείο, με την κατά τα άνω κρίση του, δεν παραβίασε το άρθρο 653 § 1 Κ.Πολ.Δ. ως προς την εκ του ουσιαστικού δικαίου νομική έννοια της ανώτερης βίας και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου είναι απαράδεκτος, διότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως απαράδεκτη, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση με την ανακοπή ερημοδικίας.

Όσον αφορά δε την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, η προαναφερόμενη αιτιολογία του Εφετείου με την οποία απορρίφθηκε αυτή είναι μεν συνοπτική πλην όμως σαφής και πλήρης και τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον δεύτερο αυτό λόγο της αναίρεσης, κατά το μέρος του από τον ως άνω αριθμό του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, ο δεύτερος αυτός λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο τείνει να θεμελιωθεί επί των αριθμών 14 και 6 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ήτοι διότι το δικαστήριο "α) παρά τον νόμο κήρυξε το απαράδεκτο της ανακοπής ως εκπρόθεσμης και β) παρά τον νόμο δικάστηκα ερήμην, ήτοι παρότι δεν μπόρεσα λόγω ανώτερης βίας να ασκήσω εμπρόθεσμα ανακοπή και ζήτησα να εκδικασθεί η υπόθεση με την παρουσία μου", ο οποίος αποτελεί κατά το μέρος του αυτό επανάληψη των αιτιάσεων που προεβλήθησαν με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, είναι απορριπτέος κατά μεν την από τον αριθμό 14 πλημμέλεια ως αβάσιμος, κατά δε την από τον αριθμό 6 τοιαύτη ως απαράδεκτος, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν ήδη στον πρώτο λόγο αναίρεσης.

ΙΙΙ.- Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος της αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει α) να απορριφθεί ως αβάσιμη η αναίρεση καθόσον προσβάλλεται με αυτήν η εν λόγω υπ' αριθμ. 911/2008 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, ειδικής διαδικασίας μισθωτικών διαφορών, και β) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της έχουσας καταθέσει και προτάσεις αναιρεσίβλητης (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει κατά τις εις το σκεπτικό διακρίσεις την από 2.1.2009 αίτηση αναίρεσης των εκδοθεισών κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 304/1999 και 911/2008 οριστικών αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και του Εφετείου Πατρών, αντίστοιχα.- Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ