Legislator Case Law & Legislation
153/2014 AI generated

153/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 153/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1421/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3990/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-12-2012 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

153/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την υπαιτιότητα των δύο οδηγών: "Στις 19-10-2008 και ώρα 06.30' ο ενάγων Ν. Α., οδηγώντας το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, τύπου τζιπ, εκινείτο στην Εθνική οδό Ελευσίνας - Θήβας, με κατεύθυνση προς τη Θήβα.

Keywords

AI generated
traffic accident accident consequences excessive speed driving whilst disqualified accident insurer liability whiplash injury
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 153 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 153/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑϊΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην .., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.ΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Α. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Γεωργουλόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-1-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1421/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3990/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-12-2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός, ανέγνωσε την από 7-3-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Ρουμπή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 6-12-2012 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 1061/7-12-2012 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 3990/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ο αναιρεσίβλητος με την από 16-1-2010 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσε, ότι το αυτοκίνητο που ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη- ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία συγκρούσθηκε, από αμέλεια του οδηγού του, με το αυτοκίνητο του ενάγοντος, κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τραυματισθεί και το όχημα του να καταστραφεί ολοσχερώς, και ζήτησε, μετά νόμιμο περιορισμό του αιτήματος του από καταψηφιστικού σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 196.250 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ως συνυπαιτίους τους δύο οδηγούς, κατά ποσοστό 50% τον καθένα και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 25.970 ευρώ. Κατ1 αυτής άσκησαν, ο μεν ενάγων έφεση η δε εναγομένη αντέφεση, επιδιώκοντας την ολική παραδοχή της αγωγής ο πρώτος και την απόρριψη της η δεύτερη.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την υπαιτιότητα των δύο οδηγών: "Στις 19-10-2008 και ώρα 06.30' ο ενάγων Ν. Α., οδηγώντας το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, τύπου τζιπ, εκινείτο στην Εθνική οδό Ελευσίνας - Θήβας, με κατεύθυνση προς τη Θήβα.

Η οδός αυτή στο 24,2 χιλιόμετρο είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 6,70 μέτρων, λευκή διαχωριστική νησίδα στο μέσον, διαγραμμισμένη, που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας, καθώς και οριογραμμές οδοστρώματος. Το ανώτατο όριο ταχύτητας καθορίζεται με πινακίδες (Ρ - 32) στα 50 χιλιόμετρα.

Προηγείται ευθεία, σε μεγάλη απόσταση, σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος και ακολουθούν δύο διαδοχικές καμπύλες, πρώτη δεξιά, η οποία επισημαίνεται με πινακίδα Κ-1δ (επικίνδυνη δεξιά στροφή) και η δεύτερη αριστερή. Την πιο πάνω ώρα, που το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό, λόγω ασθενούς βροχόπτωσης που είχε προηγηθεί και ο τεχνητός φωτισμός της οδού ήταν ανεπαρκής, ο Ι.

Π., 25 ετών, οδηγώντας το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία εκινείτο προς την αντίθετη κατεύθυνση της ίδιας οδού, δηλαδή προς την Ελευσίνα, τελώντας σε κατάσταση μέθης, καθόσον με τη μέθοδο της αιμοληψίας διαπιστώθηκε ότι η περιεκτικότητα του αίματος του σε οινόπνευμα ήταν 47 χιλιοστόγραμμα ανά κυβικό εκατοστό αίματος (0,47 gr/lt).

Διέγραψε πρώτα τη δεξιά, σε σχέση με τη δική του πορεία, στροφή και μετά τη διαδοχική αριστερή στροφή. Όταν έφθασε στην κορυφή της δεύτερης αυτής στροφής, έχασε τον έλεγχο του οχήματος του, το οποίο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε με σφοδρότητα, με το εμπρόσθιο τμήμα αυτού, στο εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του ενάγοντος, το οποίο απείχε 5-6 περίπου μέτρα από τη στροφή.

Στη συνέχεια το αυτοκίνητο του ενάγοντος εκτράπηκε δεξιά του, έξω από το οδόστρωμα, το δε όχημα του Ι. Π. εκτράπηκε προς τα δεξιά του, διέσχισε διαγώνια το ρεύμα κυκλοφορίας προς την Ελευσίνα και ακινητοποιήθηκε στο άκρο της οδού και, κατά ένα μέρος του, σε παρακείμενο αγρό. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού Ι.

Π. και ο σοβαρός τραυματισμός του ενάγοντος, ενώ τα δύο οχήματα υπέστησαν υλικές ζημιές. Η ταχύτητα των οχημάτων αυτών δε βεβαιώνεται από κάποιο αντικειμενικό εύρημα, όπως από ίχνη τροχοπέδησης...Από την προσήκουσα συνεκτίμηση όλων των προαναφερόμενων αποδεικτικών μέσων συνάγεται, χωρίς αμφιβολία, ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος, είναι ο οδηγός Ι.

Π., διότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή, ένεκα και της μέθης του που αποτελούσε ανασταλτικό, προς τούτο, παράγοντα, δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούσαν (νύκτα, ολισθηρό οδόστρωμα, στροφή) και εισήλθε στο, αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή παρέβη από αμέλεια του, τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ.1, 16 παρ.4 και 19 παρ.1, 2, 3 του Ν. 2696/1999 -Κ.Ο.Κ.

Αντίθετα, δεν βαρύνει κάποια αμέλεια τον ενάγοντα οδηγό, διότι αυτός εκινείτο κανονικά στο ρεύμα κυκλοφορίας του και δεν αποδείχθηκε υπερβολική ταχύτητα του, ούτε δυνατότητα αποτελεσματικού αποφευκτικού ελιγμού. Άρα, η ένσταση συντρέχοντος πταίσματος του για την πρόκληση του ατυχήματος, που πρότεινε και πρωτόδικα η εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία (άρθρο 300 ΑΚ) είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα".

Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα: "ο ενάγων κατά την επίδικη σύγκρουση τραυματίστηκε και συγκεκριμένα υπέστη συντριπτικό κάταγμα τύπου Rillon δεξιάς ποδοκνημικής. Νοσηλεύτηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ελευσίνας "Θριάσιο" από 19-10-2008 μέχρι 27-10-2008, όπου υποβλήθηκε σε εξωτερική οστεοσύνθεση.

Το τραύμα του, όμως, πωρώθηκε καθυστερημένα σε πλημμελή θέση και εμφάνισε ψευδάρθρωση δεξιάς κνήμης. Για το λόγο αυτό νοσηλεύθηκε στο ίδιο νοσοκομείο από 1-7-2009 μέχρι 9-7-2009 και υποβλήθηκε σε επανεγχείρηση εξωτερικής οστεοσύνθεσης με τοποθέτηση μοσχευμάτων. Τέλος, στις 16-11-2009 αφαιρέθηκαν τα υλικά οστεοσύνθεσης, ενώ παρέμειναν ουλές κάτω άκρου, για την αποκατάσταση των οποίων πρέπει να υποβληθεί σε επανορθωτική χειρουργική επέμβαση.

Ένεκα δε του τραυματισμού του υπέστη τις εξής ζημίες: 1) Κατά το χρόνο του ατυχήματος εργαζόταν στην ΕΥΔΑΠ ως εργατοτεχνίτης, με μηνιαίες αποδοχές 1.400 ευρώ. Κατέστη ανίκανος για εργασία καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, από 19-10-2008 μέχρι 16-11-2009 δηλαδή για 13 περίπου μήνες. Ως προς την υγειονομική του περίθαλψη είναι ασφαλισμένος στην ΕΥΔΑΠ και έτσι δεν υπάγεται στις περιπτώσεις του άρθρου 47 παρ.6 του Ν. 3518/2006 κατά το οποίο οι διατάξεις της παρ.5 του άρθρου 10 του ν.δ. 4104/1960, όπως ισχύουν, έχουν ανάλογη εφαρμογή και στους ασφαλιστικούς οργανισμούς ελευθέρων επαγγελματιών, ανεξάρτητα απασχολουμένων καθώς και στον Ο.Γ.Α., για την αυτοδίκαιη δηλαδή μεταβίβαση των αξιώσεων του παθόντος κατά των υπόχρεων σε αποζημίωση.

Με την πρωτόδικη απόφαση του επιδικάστηκε αποθετική ζημία για ένδεκα (11) μήνες, ανερχομένη στο ποσό των 1.400 Χ 11 = 15.400 ευρώ. Ως προς το ύψος της ζημίας αυτής δεν διατυπώνεται παράπονο από τους διαδίκους, από δε τον εκκαλούντα - ενάγοντα ούτε με τις έγγραφες προτάσεις του, οι οποίες θα μπορούσαν να εκτιμηθούν ότι περιέχουν πρόσθετο λόγο έφεσης (άρθρο 674 παρ.1 ΚΠολΔ).

Δεδομένου, όμως, ότι στο κεφάλαιο της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται και η έκταση των ζημιών (ΑΠ 368/1992 Δ 23, 796), το κονδύλιο αυτό της ζημίας, το ύψος του οποίου δεν θίγεται με ειδικό παράπονο, θεωρείται ότι εκκαλείται από τον ενάγοντα, αλλά μόνο για την αναμόρφωση του, μετά την απάλειψη του ποσοστού συνυπαιτιότητάς του. 2) Για την αποκατάσταση του κατάγματος ήταν αναγκαία η λήψη βελτιωμένης τροφής επί 60 ημέρες, με ημερήσια δαπάνη 5 ευρώ πλέον της συνήθους διατροφής.

Έτσι, για την αιτία αυτή ζημιώθηκε το ποσό των 60 Χ 5 = 300 ευρώ, απορριπτόμενου του επιπλέον αιτουμένου, διότι δεν βεβαιώθηκε ανάγκη λήψης τέτοιας τροφής για περισσότερο διάστημα, ούτε μεγαλύτερη ημερήσια δαπάνη. 3) Κατά τη διάρκεια της πιο πάνω νοσηλείας του στο "Θριάσιο" νοσοκομείο και ειδικότερα κατά τις δύο πρώτες χειρουργικές επεμβάσεις εξωτερικής οστεοσύνθεσης, των 9 + 9 = 18 ημερών συνολικά, αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί τις βράδυνες ώρες, οπότε το νοσηλευτικό προσωπικό του νοσοκομείου ήταν μειωμένο.

Για τούτο αναγκάστηκε να απασχολήσει ως αποκλειστική νοσοκόμα την Ά. Δ., στην οποία κατέβαλε, το ποσό των 50 ευρώ για κάθε βραδινή βάρδια και συνολικά το ποσό των 50 Χ 18 = 900 ευρώ. 4) Μετά την αρχική έξοδο του από το νοσοκομείο και κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην οικία του, επίσης αδυνατούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και απασχόλησε ως αναγκαία οικιακή βοηθό την Ι.

Κ., επί 5 μήνες, στην οποία κατέβαλε το ποσό των 700 ευρώ το μήνα και συνολικά των 5 Χ 700 = 3.500 ευρώ, ζημία, το ύψος της οποίας συνομολογεί η εφεσίβλητη. 5) Από τη σύγκρουση καταστράφηκε το παντελόνι του ενάγοντος αξίας 40 ευρώ. 6) Για αναγκαίες επισκέψεις του στο πιο πάνω νοσοκομείο αναγκάστηκε να μισθώνει ταξί και κατέβαλε, για 15 διπλές διαδρομές, το ποσό των 15 Χ 20 = 300 ευρώ. 7) Για την αγορά ενός ζεύγους βακτηριών κατέβαλε το ποσό των 80 ευρώ.

Τέλος, το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες του ατυχήματος, το είδος και την έκταση του τραυματισμού του ενάγοντος, το βαθμό του πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση του ενάγοντος και όλες γενικά τις περιστάσεις, κρίνει ότι αυτός υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας εύλογη χρηματική ικανοποίηση, μετά από στάθμιση των κατά νόμο (αρθρ. 932 ΑΚ) στοιχείων, είναι το ποσό των 15.000 ευρώ.

Επομένως οι απαιτήσεις του ενάγοντος από τον τραυματισμό του ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 15.400 + 300 + 900 + 3.500 + 40 + 300 + 80 + 15.000 = 35.520 ευρώ. Εξ άλλου, από την επίδικη σύγκρουση το αυτοκίνητο του ενάγοντος, εργοστασίου κατασκευής JIANGLING LANOW, τύπου JX 6474B LANDWIN, κυβισμού 2351cc, που κυκλοφορούσε από την 30-8-2006, υπέστη εκτεταμένες βλάβες που καθιστούσαν ασύμφορη την επισκευή του, δηλαδή υπέστη ολοσχερή καταστροφή με την οικονομική έννοια του όρου.

Η αγοραστική του αξία κατά το χρόνο του ατυχήματος ανερχόταν στο ποσό των 18.000 ευρώ. Η αξία του στο ύψος αυτό έγινε δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δεν θίγεται γι' αυτό με ειδικό παράπονο από τους διαδίκους. Μετά απ' όλα τα παραπάνω η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, κατά ένα μέρος, ως βάσιμη και στην ουσία της και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 35.520 + 18.000 = 53.520 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".

Και με βάση τις ως άνω παραδοχές απέρριψε την αντέφεση, έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη, κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και αναγνώρισε ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα 53.520 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, Α.Π. 9/2013).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου , γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.

Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 91 Α.Κ. Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. ΑΚ προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).

Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911, του ν. 2696/1999 και του ν. 489/1976, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του Ι. Π., οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με τα ζημιογόνα αποτελέσματα και θεμελιώνει την ύπαρξη απαιτήσεων για καθορισμό αποζημίωσης υπέρ του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, οι λόγοι της αναίρεσης (1ος και 2ος), με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τις αιτιάσεις ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ.

Η τελευταία αυτή διάταξη, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιες δίκης. (Ολ.

Α.Π 23/2008, 9/2000, 14/2005,).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11α Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσίβλητος δεν επικαλέσθηκε ορισμένως και νομίμως, αλλά με ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, συγκεκριμένα δε 13 ιατρικές βεβαιώσεις και βεβαιώσεις νοσηλείας, δύο εξιτήρια από το Θριάσιο Νοσοκομείο, Ιατροδικαστική Έκθεση του Ιατροδικαστή Η.

Μ., Εργαστηριακή Έκθεση τοξικολογικής εξέτασης της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, βεβαιώσεις αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, την ιατρική γνωμάτευση του Ιατρού Πλαστικού Χειρουργού Σ. Κ., τη σχετική απόδειξη του ανωτέρω ιατρού και την απόδειξη της Ά. Δ.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού βεβαιώνει, ότι έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και ενδεικτικά μνημονεύει κάποια αποδεικτικά μέσα που νομίμως προσκομίζει και επικαλείται ο εκκαλών- ήδη αναιρεσίβλητος (έκθεση ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του μηχανολόγου - μηχανικού Α.

Δ., ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ε. Κ. - Α. στη συμβολαιογράφο Αθηνών Ελένη - Αλίκη Λεμπέση - Βαρδουλάκη), στη συνέχεια ρητώς αναφέρει ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις ενσωματωμένες πρωτόδικες προτάσεις του εκκαλούντος-ήδη αναιρεσιβλήτου, ούτε τα έγγραφα που επικαλείται με αυτές, διότι δεν γίνεται κανονική επαναφορά των ισχυρισμών και επίκληση των εγγράφων, αντίστοιχα, κατά τον τρόπο που ορίζει η διάταξη του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος με το υπ' αρ. 83989324, σειρά ΣΤ, διπλότυπο της Δ.Ο.Υ. Λαμίας Δομοκού παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 1061/7-12-2012 αίτηση για αναίρεση της 3990/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.-

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ -Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ