Legislator Case Law & Legislation
153/2013 AI generated

153/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 153/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

153/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 18/26-9-2011 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 183/3-12-2012, δικόγραφο, πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 126/26-7-2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 153 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 153/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Λ. Μ. του Α. και 2. Φ. συζ. Λ. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Λάμπρο Μακρυγιάννη και Παναγιώτη Πετρόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Π. του Σ., 2. Σ. Π. του Γ., 3. Δ. Π. του Γ. και 4. Σ. Π. του Γ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Απριλίου 1996 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Φλώρινας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/1999 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 8/2002 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1261/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (8/2002) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό δικαστήριο. Το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας εξέδωσε την 52/2005 μη οριστική, 43/2009 προδικαστική και 126/2010 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την 26 Σεπτεμβρίου 2011 αίτησή τους ως και με τους με ιδιαίτερο, από 3 Δεκεμβρίου 2012 δικόγραφο, προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Δεκεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 18/26-9-2011 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 183/3-12-2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 126/26-7-2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων ως και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις …/1-11-2012 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κοζάνης …, προκύπτει ότι με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Λάμπρου Μακρυγιάννη, οι οποίοι επισπεύδουν την κρινόμενη 18/26-9-2011 αίτηση για αναίρεση, με τους με ιδιαίτερο, 183/3-12-2012, δικόγραφο, πρόσθετους αυτής λόγους, της 126/26-7-2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της εν λόγω αιτήσεως με τις συνημμένες πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης (7-1-2013), νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους με κλήση προς συζήτηση κατά την ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (7-1-2013). Κατ' αυτήν όμως, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, επιτρεπτώς το Δικαστήριο προχωρεί στη συζήτηση της αναιρέσεως παρά την απουσία αυτών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη 18/26-9-2011 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 183/3-12-2012, δικόγραφο, πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 126/26-7-2010 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 34/23-4-1996 αγωγή οι δι' αυτής ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εδίωκαν την καταδίκη των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως των αναφερομένων ονομαστικών μετοχών της εδρεύουσας στην Φλώρινα ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Βιοτεχνία Ειδών Διατροφής και Ζαχαροπλαστικής -ΠΑΜΗ- Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία".

Επί των εν λόγω υποκειμενικώς σωρευομένων αγωγών (ΚΠολΔ 74 περ1) εκδόθηκε αρχικά η 97/1996 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, με την οποία τάχθηκε το οικείο θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή τους, η απορριπτική αυτών 58/1998 οριστική αυτού απόφαση και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 33/21-10-1999 έφεση των εναγόντων, με τους με ιδιαίτερο, 52/12-10-2001 δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, η 8/2002 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με απορριπτική, επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση.

Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν οι εκκαλούντες με αίτηση αναιρέσεως, κατά παραδοχή της οποίας αναιρέθηκε με την 1621/2003 απόφαση του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου και παραπέμφθη η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο αυτό Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 52/2005 μη οριστικής αυτού αποφάσεως, με την οποία τάχθηκε θέμα αποδείξεως σε βάρος των εναγομένων για τον προβληθέντα από τους τελευταίους αυτοτελή ισχυρισμό περί λύσεως της θεμελιωτικής της αξιώσεως των εναγόντων συμβάσεως και ακολούθως μετά την διεξαγωγή τους, η 126/2010 οριστική αυτού απόφαση, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της εφέσεως των εναγόντων, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως.

Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Οι διάδικοι υπήρξαν ιδρυτές και μοναδικοί μέτοχοι της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Βιομηχανία Ειδών Διατροφής και Ζαχαροπλαστικής - ΠΑΜΗ - Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία". Δυνάμει του από 21-6-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταρτίστηκε στην Φλώρινα, οι εναγόμενοι συμφώνησαν να μεταβιβάσουν στους ενάγοντες τις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή ονομαστικές μετοχές, για τις οποίες είχαν εκδοθεί προσωρινοί τίτλοι, υπό τους ακόλουθους όρους: 1) Με την έγγραφη συγκατάθεση των πιστωτριών της εταιρίας των διαδίκων Τραπεζών, να αποδεσμευθεί και να απελευθερωθεί κάθε περιουσιακό στοιχείο των εναγομένων, που είχε δοθεί ως εμπράγματη ασφάλεια (υποθήκη, προσημείωση κ.λ.π.) έναντι τον δανείων και κάθε είδους χρηματοδοτήσεων και με παράλληλη υποχρέωση των εναγόντων να προσφέρουν, σε αντικατάσταση των ακινήτων των εναγομένων, οποιαδήποτε άλλη ασφάλεια ή εγγύηση που θα τους εζητείτο από πιστώτριες τράπεζες, 2) Με την έγγραφη συγκατάθεση των πιστωτριών της εταιρίας των διαδίκων Τραπεζών και κάθε άλλου πιστωτή, να υπάρξει πλήρης απαλλαγή των εναγομένων από παρασχεθείσα προσωπική τους εγγύηση για τα χορηγηθέντα προς την εταιρία δάνεια, χρηματοδοτήσεις και πιστώσεις και με παράλληλη υποχρέωση των εναγόντων να παράσχουν οποιαδήποτε πρόσθετη εγγύηση τους ζητηθεί για την απαλλαγή των εναγομένων από τη δική τους προσωπική και ατομική εγγύηση και 3) Με φροντίδα των εναγόντων και με την παρασχεθείσα συγκατάθεση των εναγομένων, να εξασφαλισθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 5 παρ.3 του καταστατικού της εταιρίας έγκριση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, για την μεταβίβαση των κατά την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου ονομαστικών μετοχών, που θεωρούνταν μη μεταβιβάσιμες κατά την πρώτη δεκαετία από τη σύσταση της εταιρίας.

Περαιτέρω συμφωνήθηκε οι προσωρινοί τίτλοι των μετοχών να κατατεθούν από τους εναγόμενους προς φύλαξη στη συμβολαιογράφο Φλώρινας Άννα Μπέσσα-Χατζηχρίστου, η οποία ορίστηκε υπόχρεη να τους αποδώσει στους ενάγοντες, αμέσως μετά την πλήρωση των εν λόγω προϋποθέσεων και των τυχόν απαραίτητων πράξεων τροποποίησης του καταστατικού της εταιρίας ή άλλης συναφούς πράξης, που οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να συνυπογράψουν, χωρίς κανένα άλλο όρο και επιφύλαξη (βλ.

την υπ'αριθμ…/5-7-1988 πράξη καταθέσεως ονομαστικών μετοχών της συμβολαιογράφου Φλώρινας Άννα Μπέσσα - Χατζηχρίστου, σε συνδυασμό με το σχετικό υπ'αριθμ…/1-7-1988 πληρεξούσιο της ιδίας συμβολαιογράφου και το συνημμένο σ' αυτό από 21-6-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης των μετοχών). Οι ως άνω σωρευτικά τεθέντες όροι, εκ των οποίων ο τελευταίος έχει ήδη πληρωθεί (βλ.

την από 14-12-1995 απόφαση του Γ.Γ.Περιφέρειας Δ.Μακεδονίας, πού τροποποίησε την υπ' αριθμ. ΙΕ/795/60421/82/17-1-1984 απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία είχε επιβληθεί ο όρος απαγορεύσεως μεταβιβάσεως των ονομαστικών μετοχών της άνω εταιρίας), συνιστούν γνήσιες αναβλητικές αιρέσεις, κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, διότι εξαρτούν την μετάθεση της κυριότητας των μετοχών από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των εναγόντων να προβούν σε συγκεκριμένες πράξεις, προκειμένου να επιτευχθεί η συναίνεση των πιστωτών, ως προς την αποδέσμευση της ατομικής περιουσίας των εναγομένων και την απόσβεση των προσωπικών τους εγγυήσεων καθώς και σχετική άδεια του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας για την άρση της απαγόρευσης μεταβίβασης.

Δοθέντος δε, ότι δεν προσδιορίσθηκε επαρκώς ο χρόνος, εντός του οποίου έπρεπε να εκπληρωθούν οι άνω υποχρεώσεις και εντεύθεν ο χρόνος πλήρωσης των δύο πρώτων αιρέσεων, αυτός θα καθορισθεί από το Δικαστήριο, αφού ερμηνευθούν οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, κατά άρθρα 173 και 200 ΑΚ, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού, ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Ειδικότερα, οι συμβαλλόμενοι προέβησαν στην κατάρτιση του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού στις 21-6-1988, δηλαδή σε χρόνο, πού ήταν αμοιβαία γνωστό και αποδεκτό ότι η μεταβίβαση των μετοχών θα ήταν δυνατή μόνο μετά τη συμπλήρωση της πρώτης δεκαετίας από τη σύσταση της εταιρίας και κατόπιν σχετικής έγκρισης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, η οποία επήλθε στις 10-2-1994 (βλ.

την υπ' αριθμ. πρωτ…/3-8-1995 βεβαίωση του προϊσταμένου του Τμήματος Εμπορίου της Νομαρχιακής Αυτ/σης Φλώρινας). Ως εκ τούτου, κατά το χρόνο καταρτίσεως της άνω συμβάσεως, οι μεν ενάγοντες επεδίωξαν την εξασφάλιση της μελλοντικής απόκτησης του συνόλου των μετοχών της εταιρίας, δε οι εναγόμενοι κατέτειναν στην έγκαιρη αποδέσμευσή τους από μια επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία, όπως συνομολογείται, είχε ήδη καταστεί επισφαλής και οικονομικά ατελέσφορη.

Έτσι, η αδυναμία της εταιρίας να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις οριοθετεί προφανώς και το χρονικό διάστημα εντός του οποίου έπρεπε ή ήταν εφικτό να πληρωθούν οι αιρέσεις, ώστε να αποφευχθεί κάθε κίνδυνος ικανοποίησης των δανειστών της εταιρίας από τις περιουσίες των εναγομένων. Η πρόθεση των εναγομένων να απελευθερωθούν πλήρως και άμεσα από τις εμπράγματες ασφάλειες κατά της ατομικής τους περιουσίας και τις προσωπικές τους εγγυήσεις υπέρ της εταιρίας καταφαίνεται από το ίδιο το περιεχόμενο της συμβάσεως (ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού), στο οποίο διαλαμβάνονται οι φράσεις "ώστε να επέλθει πλήρης απελευθέρωση και αποξένωση μας από την εν λόγω εταιρεία", "θα αποδεσμευθεί και θα απελευθερωθεί κάθε δικό μας περιουσιακό στοιχείο", "να υπάρξει πλήρης δική μας απαλλαγή από παρασχεθείσα προσωπική μας εγγύηση", "για την απαλλαγή μας από τη δίκη μας προσωπική και ατομική εγγύηση", γεγονός που αναδεικνύει τις δύο πρώτες αιρέσεις σε προϋποθέσεις αμοιβαιότητας των εκατέρωθεν παροχών.

Μάλιστα οι εναγόμενοι, καθ' ον χρόνο εξακολουθούν να παραμένουν κύριοι των μετοχών, σπεύδουν να δηλώσουν ότι με την αποχώρηση τους από την εταιρία δεν έχουν και δεν διατηρούν καμία αξίωση από οποιοδήποτε λόγο και αιτία, τόσο ως μέτοχοι όσο και για τις προσφερθείσες προς την εταιρία ατομικές τους υπηρεσίες ενώ με το συνταχθέν εν συνεχεία από 22-6-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό απαλλάσσουν περαιτέρω τους ενάγοντες από κάθε ευθύνη (βλ.

το από 22-6-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, πού καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στη …, παρουσία και του μάρτυρα Λ. Κ.). Από τις τελευταίες συμφωνίες καθίσταται σαφές, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη προσέδωσαν αναδρομική ενέργεια στα αποτελέσματα των αιρέσεων. Οι εν λόγω δε συμφωνίες, ενεργούν κατ' άρθρο 203 ΑΚ, μόνον ενοχικά και δεν παράγουν αυτοδικαίως αποτελέσματα, επισημαίνουν όμως το αμοιβαίο ενδιαφέρον για τον περιορισμό και σύντμηση του χρονικού διαστήματος αβεβαιότητας και προσδοκίας.

Για το λόγο αυτό άλλωστε, οι εναγόμενοι προέβησαν ευθύς μετά την κατάρτιση του συμφωνητικού και συγκεκριμένα στις 5-7-1988 στην κατάθεση των προσωρινών τίτλων των μετοχών στη συμβολαιογράφο Φλώρινας Άννα Μπέσσα-Χατζηχρίστου, παρέχοντας έτσι προς τους ενάγοντες την δυνατότητα να τις αναλάβουν και να καταστούν, με την πλήρωση των ανωτέρω προϋποθέσεων, κύριοι αυτών, αμέσως μετά και την άρση του τυπικού κωλύματος μεταβίβασης.

Είναι βέβαια γεγονός, ότι η πλήρωση των αιρέσεων εξαρτήθηκε από την έγγραφη συναίνεση τρίτων και δη των πιστωτών της εταιρίας, η επιζητούμενη όμως συγκατάθεση αυτών είναι αυτονόητο επακόλουθο των πράξεων, τις οποίες οι ενάγοντες, με το άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, αποδέχθηκαν και ανέλαβαν την υποχρέωση να ενεργήσουν, οι δε πιστώτριες τράπεζες, εφόσον τους παρείχοντο από τους ενάγοντες ισάξιες εμπράγματες ασφάλειες και εγγυήσεις, δεν είχαν λόγο να αρνηθούν την συναίνεση τους, η οποία ήταν απλώς θέμα χρόνου και προϋπέθετε τις προαναφερόμενες ενέργειες των εναγόντων. 'Ετσι οι τελευταίοι ανέλαβαν πρωτίστως την υποχρέωση να προσφέρουν και να παράσχουν προς τους πιστωτές οιαδήποτε εμπράγματη ασφάλεια ή πρόσθετη εγγύηση τους ζητηθεί, για την απελευθέρωση του συνόλου της ατομικής περιουσίας των εναγομένων από κάθε βάρος και την απαλλαγή των τελευταίων από τις προσωπικές τους εγγυήσεις.

Ο χρόνος δε ενέργειας των συγκεκριμένων πράξεων, καίτοι μη προσδιορισθείς, δεν αφέθηκε στην απόλυτη διακριτική ευχέρεια των εναγόντων, όπως οι τελευταίοι αβάσιμα ισχυρίζονται, υπονοούντες ότι μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε αλλά συνάγεται από τις ανωτέρω περιστάσεις σε συνδυασμό και με τον σκοπό των αιρέσεων, που μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την έγκαιρη αποδέσμευση των εναγομένων από εμπράγματες ασφάλειες και προσωπικές τους εγγυήσεις.

Ειδικότερα, δεδομένης της αδυναμίας της εταιρίας να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, του ύψους των χρεών της, πού κατά τον χρόνο υπογραφής του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού, ανέρχονταν στο ποσό των 550.000.000 δραχμών και του σκοπού στον οποίο, με τις αιρέσεις, απέβλεψαν οι εναγόμενοι, των οποίων η εγγυητική ευθύνη, κατά τον ως άνω χρόνο, ήταν ήδη ενεργή, θα έπρεπε οι ενέργειες των εναγόντων για την αποδέσμευση των εναγομένων και των περιουσιακών τους στοιχείων να είναι άμεσες.

Όμως το άμεσο της ενεργείας αυτών, ενόψει της πληθώρας και του ύψους των χρεών της εταιρίας και των χρονοβόρων διαδικασιών πού, ως γνωστόν, απαιτούνται με τις δανείστριες τράπεζες για την ολοκλήρωση των ενεργειών, στις οποίες συμφώνησαν να προβούν οι ενάγοντες, τοποθετείται το αργότερο πριν την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον των εναγομένων και της περιουσίας τους, οπότε και όφειλαν να ενεργήσουν οι ενάγοντες.

Το δε αντίθετο θα καθιστούσε την κρινόμενη σύμβαση άνευ αντικειμένου, αφού θα εξέθετε στο διηνεκές τους εναγόμενους έναντι των πιστωτών της εταιρίας ενώ θα παρείχε ετεροβαρώς στους ενάγοντες την απεριόριστη δυνατότητα, όταν και εφόσον γεγονότα τυχαία ή αναγόμενα στην περαιτέρω οικονομική κατάσταση της εταιρίας επέτρεπαν την ικανοποίηση των δανειστών της, να προβούν στην αποδέσμευση των εναγομένων και των περιουσιακών τους στοιχείων και τελικά στην ανάληψη των μετοχών, ήτοι σε χρόνο που οι εναγόμενοι δεν θα είχαν πλέον συμφέρον για τη μεταβίβαση τους.

Παρά ταύτα, οι ενάγοντες μετά την κατάρτιση της από 21-6-1988 συμβάσεως, δεν προέβησαν έγκαιρα στις δέουσες ενέργειες για την πλήρωση των αιρέσεων, με αποτέλεσμα να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, δυνάμει της υπ'αριθμ…/22-5-1989 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, να καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.

Ε" το χρεωστικό υπόλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού της εταιρίας, συνολικού ποσού 38.278.827 δραχμών, πλέον τόκων και δικαστικής δαπάνης, την πληρωμή του οποίου είχαν εγγυηθεί προσωπικά ως αυτοφειλέτες (βλ. το ακριβές φωτοαντίγραφο του εκτελεστού απογράφου της υπ'αριθμ…22-5-1989 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης).

Εις εκτέλεση της ανωτέρω διαταγής πληρωμής η προαναφερόμενη δανείστρια τράπεζα προέβη σε αναγκαστικές κατασχέσεις και επέσπευσε αλλεπάλληλους πλειστηριασμούς εις βάρος της ακίνητης περιουσίας των εναγόμενων. Συγκεκριμένα, με το υπ' αριθμ…/28-10-1989 πρόγραμμα πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κοζάνης Δ.

Τ., εκτέθηκαν σε αναγκαστικό πλειστηριασμό τα κάτωθι ακίνητα, ιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου των Σ. Π. του Γ. (2ου εναγομένου), Δ. Π. του Γ. (3ου εναγομένου) και Σ. Π. του Γ. (4ου εναγομένου), ήτοι: α) ένα κατάστημα, εμβαδού 133,23 τ.μ, πού βρίσκεται στο ισόγειο πολυκατοικίας επί της οδού … αρ. …στην Πτολεμαΐδα, β) ένα διαμέρισμα, καθαρού εμβαδού 90,27 τ.μ και μικτού 98,91 τ.μ, πού βρίσκεται στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο της ως άνω πολυκατοικίας, και γ) ένα διαμέρισμα, καθαρού εμβαδού 90,27 τ.μ και μικτού 98,91 τ.μ, πού βρίσκεται στον δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο της ως ιδίας πολυκατοικίας.

Με την υπ'αριθμ.274/1989 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατόπιν σχετικής αίτησης των καθ' ών η εκτέλεση-εναγομένων, διατάχθηκε η διόρθωση του ανωτέρω προγράμματος πλειστηριασμού και με τις υπ'αριθμ.20/1990 και 144/1992 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου ο πλειστηριασμός ανεστάλη ενώ με την υπ'αριθμ.319/1992 απόφαση διατάχθηκε και πάλι η διόρθωση του σχετικού επαναληπτικού Προγράμματος, με δε την υπ'αριθμ.46/1993 απόφαση του αυτού Δικαστηρίου ανεστάλη εκ νέου ο πλειστηριασμός μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί εκκρεμούς ανακοπής κατά της εκτέλεσης (βλ.

τις προπαρατεθείσες αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης). Αντίστοιχα, εις εκτέλεση της ιδίας διαταγής πληρωμής και με επίσπευση της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", δυνάμει των υπ'αριθμ…/1989, …/1989 και …/2-11-1992 προγραμμάτων πλειστηριασμού του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή, εκτέθηκαν σε αναγκαστικό πλειστηριασμό τα ακόλουθα ακίνητα του Γ.

Π. του Σ. (1ου εναγομένου), ήτοι α) ένα κατάστημα, καθαρού εμβαδού 59 τ.μ και μικτού 66,25 τ.μ, πού βρίσκεται στο ισόγειο οικοδομής επί της οδού … στην …, β) ένα διαιρετό τμήμα αγροτεμαχίου, εκτάσεως 2.953 τ.μ, πού βρίσκεται στη θέση ... της κτηματικής περιοχής του αγροκτήματος …, και γ) ένα διαιρετό τμήμα αγροτεμαχίου, εκτάσεως 4.612,50 τ.μ, πού βρίσκεται στη θέση … της κτηματικής περιοχής του αγροκτήματος …, δ) ένας αυτοτελής και διαιρετός χώρος, καθαρού εμβαδού 59 τ.μ και μικτού 61 τ.μ, πού βρίσκεται στο υπόγειο οικοδομής επί της οδού … στην …, ε) ένα διαμέρισμα, καθαρού εμβαδού 63 τ.μ και μικτού 70,75 τ.μ, πού βρίσκεται στον πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο της ως άνω οικοδομής, στ) ένα διαμέρισμα, καθαρού εμβαδού 109,70 τ.μ και μικτού 123,20 τ.μ, πού βρίσκεται στο δεύτερο πάνω από το ισόγειο όροφο της ίδιας οικοδομής, και ζ) ένα διαμέρισμα, καθαρού εμβαδού 91,30 τ.μ και μικτού 102,53 τ.μ, που βρίσκεται στον τρίτο πάνω από το ισόγειο όροφο της ίδιας οικοδομής.

Με τις υπ' αριθμ.19/1990, 143/1992 και 145/1992 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατόπιν διαδοχικών αιτήσεων του προαναφερόμενου καθ'ού η εκτέλεση εναγομένου, ανεστάλησαν οι αντιστοίχως ορισθέντες πλειστηριασμοί και με τις υπ'αριθμ.285/1989 και 318/1992 αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου διατάχθηκε η διόρθωση των σχετικών προγραμμάτων ενώ με την υπ'αριθμ.66/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, επί ανακοπής που ασκήθηκε από την σύζυγο του 1ου εναγομένου, Β.

σύζ. Γ. Π., ακυρώθηκαν οι πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης που αφορούσαν τ' ανωτέρω υπό στοιχεία (α), (δ), (ε), (στ) και (ζ) ακίνητα, τα οποία κρίθηκε ότι ανήκουν στην κυριότητα της ανακόπτουσας (βλ. τις προσκομιζόμενες αποφάσεις των ως άνω δικαστηρίων). Πλην όμως, τα προαναφερόμενα υπό στοιχεία (β) και (γ) αγροτεμάχια του πρώτου εναγομένου τελικά εκπλειστηριάσθηκαν και με την υπ' αριθμ…/4-2-1003 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Εορδαίας Γραμμάτως Νικολάου Λιάκου, πού μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Εορδαίας στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό …, κατακυρώθηκαν και περιήλθαν στην κυριότητα της υπερθεματίστριας, Β.

συζ. Γ. Π., αντί ποσού 1.401.000 δραχμών (βλ. την σχετική περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης σε συνδυασμό με το υπ' αρίθμ…/9-2-1993 πιστοποιητικό της μεταγραφοφύλακος Εορδαίας). Όσον αφορά τ' ανωτέρω δύο πλειστηριασθέντα αγροτεμάχια δεν αποδείχθηκε ότι ο 1ος εναγόμενος, ενεργώντας εναντίον της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, σκοπίμως δεν ενημέρωσε τους ενάγοντες για τον επικείμενο πλειστηριασμό αυτών, προκειμένου ν' αναδειχθεί τελικώς υπερθεματίστρια η σύζυγος του, αφού η μάρτυς ανταπόδειξης Ε.

Π., πού τυγχάνει σύζυγος του 3ου και νύφη του 1ου εναγομένου και, λόγω των σχετικών συζητήσεων πού γίνονταν στην οικογένεια, είναι σε θέση να έχει αντίληψη, με σαφήνεια κατέθεσε ότι υπήρχε διαρκής ενημέρωση του 1ου ενάγοντα για τον πλειστηριασμό των εν λόγω αγροτεμαχίων ενώ οι εξετασθέντες μάρτυρες αποδείξεως, οι οποίοι είναι λογιστές στην εταιρία των διαδίκων, αρνούνται απλώς την ενημέρωση αυτή, η οποία, ενόψει των διατυπώσεων δημοσιότητος, πού, κατά νόμο, απαιτείται για την διενέργεια κάθε πλειστηριασμού ήταν σε κάθε περίπτωση περιττή.

Εξάλλου, δεδομένης της αναληφθείσας από τους ενάγοντες υποχρέωσης να απαλλάξουν από τα υφιστάμενα βάρη τα ακίνητα των εναγομένων, δεν υφίστατο υποχρέωση των τελευταίων για "ειδική ενημέρωση - όχληση" των εναγόντων αλλά αντίθετα υποχρέωση εκείνων (εναγόντων) να επιδείξουν πρώτοι ενδιαφέρον για την εκπλήρωση της άνω υποχρεώσεως τους πριν μάλιστα την επίσπευση κατά το έτος 1989 του άνω πλειστηριασμού.

Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγόντων (πού απαραδέκτως, ήτοι χωρίς την επίκληση των προϋποθέσεων του άρθρου 269 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις της μετ' απόδειξη συζητήσεως, το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέβαλαν), περί πλασματικής μη πληρώσεως των αιρέσεων (αρθρ.207 ΑΚ), αναφορικά με τα εν λόγω ακίνητα, πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος.

Εκτός τούτων, αποδείχθηκε όχι δυνάμει της υπ'αριθμ…./ΔΠ …/1-8-1989 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι εναγόμενοι υποχρεώθηκαν, να καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρον, ως εγγυητές συμβάσεως πιστώσεως από ανοικτό λογαριασμό της εταιρίας, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε.", το συνολικό ποσό των 19.834.158 δραχμών, πλέον νομίμων τόκων και επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης (βλ.

το ακριβές φωτοαντίγραφο του εκτελεστού απογράφου της υπ' αριθμ…/ΔΠ1179/1-8-1989 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης). Εις εκτέλεση της εν λόγω διαταγής πληρωμής η δανείστρια προέβη σε αναγκαστικές κατασχέσεις και επέσπευσε πλειστηριασμούς σε βάρος της προεκτεθείσας ακίνητης περιουσίας των 2ου, 3ου και 4ου των εναγομένων καθώς και επί των κάτωθι ακινήτων του 1ου εναγομένου ήτοι α) των 4/16 εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου εμβαδού 2.875 τ.μ, κειμένου στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος …, β) των 4/16 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 3.000 τ.μ, κειμένου στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος …, και γ) ενός αγροτεμαχίου εμβαδού 1.500 τ.μ, κειμένου στην κτηματική περιοχή του αγροκτήματος ….

Με τις υπ' αριθμ. 194/1990, 195/1990 και 285/1993 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατόπιν σχετικών αιτήσεων των εναγομένων, επετεύχθη αντιστοίχως η αναστολή και διόρθωση του προγράμματος των εκάστοτε οριζομένων πλειστηριασμών ενώ με τις υπ' αριθμ…/14-12-1993, …/11-4-1994 και …/23-1-1995 πράξεις της συμβολαιογράφου Εορδαίας Γραμμάτως Νικολάου Λιάκου, με κοινή συμφωνία της επισπεύδουσας και των καθ' ών, επήλθε διαδοχικά εκούσια αναβολή του αναγκαστικού πλειστηριασμού εις βάρος της ακίνητης περιουσίας των Σ., Δ.

και Σ. Π. μέχρι και τις 26-7-1995 (βλ. τις ως άνω αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και τις σχετικές πράξεις αναβολών του πλειστηριασμού). Όσον αφορά τους ενάγοντες αποδείχθηκε ότι αμέσως μετά την υπογραφή του από 21-6-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού και συγκεκριμένα στις 23-6-1988 η 2η ενάγουσα, συνήνεσε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης, υπέρ της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", επί της ακίνητης περιουσίας της, πού λεπτομερώς περιγράφεται στην υπ' αριθμ. 132/1988 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, μέχρι του ποσού των 35.000.000 δραχμών, για την εξασφάλιση ισόποσης απαίτησης της τράπεζας κατά της πρωτοφειλέτιδος εταιρίας των διαδίκων αλλά και έναντι της ιδίας προσωπικά.

Ωστόσο δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες παρείχαν οιαδήποτε πρόσθετη εμπράγματη ασφάλεια ή προσωπική τους εγγύηση για την αποδέσμευση της ατομικής περιουσίας των εναγομένων και την απαλλαγή τους από τις ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις των λοιπών πιστωτών και ιδίως της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α. Ε" και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε.", οι οποίες προέβησαν, κατά τα προαναφερόμενα, σε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος αυτών.

Ακόμη δε και αν υποτεθεί ότι οι ενάγοντες προσφέρθηκαν να παράσχουν προς τις πιστώτριες πρόσθετες εγγυήσεις ώστε να απαλλαγούν τα ακίνητα των εναγομένων - γεγονός, πού ισχυρίζονται αμφότεροι οι μάρτυρες αποδείξεως, αναφερόμενοι σε καταβολές συνολικού ποσού 800.000.000 δραχμών προκειμένου να γίνουν οι ρυθμίσεις των χρεών, χωρίς όμως τούτο να επιβεβαιώνεται από σχετικά έγγραφα - η επικαλούμενη άρνηση αυτών (πιστωτριών), με το αιτιολογικό ότι θα έπρεπε πρώτα να γίνει η εταιρία βιώσιμη, πρέπει προφανώς να αποδοθεί στην αδυναμία των εναγόντων να προσφέρουν εφάμιλλες προσωπικές εγγυήσεις ή ισάξιες προς τις απαιτήσεις των πιστωτών εμπράγματες ασφάλειες.

Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από τον μάρτυρα ανταποδείξεως (Δ. Τ., δικαστικό επιμελητή), από την κατάθεση του οποίου προκύπτει ότι, μετά την εκ μέρους των δανειστριών επίσπευση της αναγκαστικής εκτέλεσης, οι διάδικοι, "ξεχωριστά η κάθε πλευρά, επιδόθηκαν σε δικαστικό αγώνα για να σώσει η κάθε μία τα ακίνητα της" (βλ.

την κατάθεση του άνω μάρτυρα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Εορδαίας), καθόσον κάθε φορά επισπευδόταν εκτέλεση σε βάρος όλων των διαδίκων, γεγονός πού αμφότερες οι πλευρές συνομολογούν. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι οι ενάγοντες δεν ήταν σε θέση να απαλλάξουν, ως όφειλαν, όχι μόνο τους εναγόμενους, αλλά ούτε τα δικά τους περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, προκειμένου να διασώσουν, υπέβαλλαν επανειλημμένες αιτήσεις αναστολών και διορθώσεων των προγραμμάτων πλειστηριασμών.

Ο τελευταίος μάρτυρας, ως επιφορτισμένος με τη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, κατέθεσε ότι, "σε ορισμένες αναστολές πλειστηριασμών, που αφορούσαν ακίνητα και των εναγόντων και των εναγομένων, ο Λ. Μ. (1ος ενάγων) κατέβαλε χρήματα, για τα οποία έπαιρνε αποδείξεις από την τράπεζα, που δικαιολογούσαν την καταβολή τους, δηλαδή για ποιο σκοπό τα κατέβαλε".

Τα χρηματικά όμως αυτά ποσά, περί των οποίων ουδεμία απόδειξη προσκομίζεται, χωρίς ο ίδιος μάρτυρας να γνωρίζει το ακριβές ύψος και τον τρόπο καταλογισμού τους, αποδείχθηκαν εκ των πραγμάτων ανεπαρκή, αφού κατέτειναν περισσότερο στην παρέλκυση της συνεχιζόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης και όχι στην ουσιαστική ικανοποίηση των δανειστών ή την επίτευξη κάποιου διακανονισμού των χρεών.

Οι ίδιοι μάλιστα οι εναγόμενοι συνομολογούν περί της καταβολής από τους ενάγοντες ποσού 200.000 δραχμών, προκειμένου να επιτευχθεί η αναβολή του πρώτου πλειστηριασμού, το οποίο υπήρξε όμως αμελητέο, ενόψει του συνολικού ύψους των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων.

Εξάλλου, από την εμπλοκή όλων των διαδίκων, όπως προαναφέρθηκε, στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, αποδεικνύεται ότι αν και οι ενάγοντες είχαν πλήρη επίγνωση της επαπειλούμενης αναγκαστικής εκποίησης της σημαντικής ακίνητης περιουσίας των εναγομένων, δεν προέβησαν εγκαίρως ήτοι πριν την επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος των τελευταίων στις προσήκουσες ενέργειες για την εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεων τους. Ως τέτοια ενέργεια δεν νοείται η επικαλούμενη από τους ενάγοντες ρύθμιση των οφειλών της εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Ν. 1892/1990, αφού στην από 6-10-1993 σύμβαση που συνήψαν με την "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε." και την "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", διαλαμβάνεται ρητώς ότι παραμένουν σε πλήρη ισχύ υπέρ της τελευταίας οι προσωπικές εγγυήσεις των εναγομένων (βλ. τον υπό στοιχείο

ΙΙ.Γ.α. όρο (σελ. 22) του σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού). Πολύ αργότερα και συγκεκριμένα περί τα τέλη του έτους 1995, ήτοι επτά (7) έτη μετά την συμφωνία μεταβίβασης των μετοχών και για λόγους που προφανώς ανάγονται στην ευεργετική αντιμετώπιση των χρεών της εταιρίας, λόγω υπαγωγής της στις προβληματικές επιχειρήσεις και τον χαρακτηρισμό μεγάλου μέρους των δανειακών οφειλών της, ως μη παραγωγικών (άρθρο 44 του Ν. 1892/1990, σε συνδυασμό με τις περιπτώσεις β', δ' και στ' της παρ.1 του άρθρου 5 Ν. 1386/1983), οι πιστώτριες, "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε.", "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε.", με την συναίνεση και των εναγόντων, απήλλαξαν αντίστοιχα τους εναγόμενους από τις επίμαχες προσωπικές τους εγγυήσεις (βλ.

τις από 7-7-1995 και 27-7-1995 επιστολές της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΙΣΤΕΩΣ Α.Ε.", την από 21-7-1995 επιστολή και από 2-9-1995 βεβαίωση της "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΞΑΓΩΓΕΣ Α.Ε."", τις από 11-5-1995 και 27-7-1995 επιστολές της "ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."", την από 29-5-1995 σύμβαση με την "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ Α.Ε."", καθώς και την από 31-7-1995 επιστολή της τελευταίας, πού προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες).

Ήδη όμως είχε μεσολαβήσει η επίσπευση των ανωτέρω πλειστηριασμών, που υποχρέωσαν τους εναγόμενους σε διαρκείς, επίπονους και πολυδάπανους δικαστικούς αγώνες, εξέθεσαν τους ίδιους και την ακίνητη περιουσία τους έναντι των πιστωτών και εν τέλει κατέληξαν στην αναγκαστική εκποίηση των προαναφερομένων ακινήτων του 1ου εναγομένου.

Το γεγονός ότι δεν πλειστηριάσθηκαν ακίνητα των λοιπών εναγομένων, ενόψει του ότι πρόκειται για διαιρετή παροχή, δεν σημαίνει ότι οι ενάγοντες εξεπλήρωσαν έναντι των τελευταίων τούτων τις αναληφθείσες με το από 21-6-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό υποχρεώσεις τους, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, και τα περιουσιακά στοιχεία εκείνων, όπως και του 1ου εναγομένου κινδύνευσαν και οι ίδιοι ενεπλάκησαν σε ατέρμονες διαδικασίες αναγκαστική εκτελέσεως, υφιστάμενοι αυτά ακριβώς πού με την κατάρτιση του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού θέλησαν να αποφύγουν και είναι βέβαιον ότι θα τα απέφευγαν αν οι ενάγοντες εξεπλήρωναν εγκαίρως τις αναληφθείσες με το παραπάνω συμφωνητικό υποχρεώσεις τους.

Κατ' ακολουθίαν πάντων των προεκτεθέντων, επήλθε ματαίωση των δύο πρώτων αιρέσεων, καθόσον οι ενάγοντες δεν προέβησαν εγκαίρως στην εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, με αποτέλεσμα να μη χωρήσει έγκαιρα η απαλλαγή των εναγομένων από τις προσωπικές τους εγγυήσεις και να αποβεί ανέφικτη η πλήρης αποδέσμευση της ατομικής τους περιουσίας.

Επομένως, με την ματαίωση των αιρέσεων η δικαιοπραξία θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη, η δε επιγενόμενη απόδοση των κατατεθειμένων μετοχών από τη συμβολαιογράφο Φλώρινας Άννα Μπέσσα - Χατζηχρίστου προς τους ενάγοντες (βλ. την υπ' αριθμ…./8-8-1995 πράξη της ως άνω συμβολαιογράφου), ελλείψει ενεργού συμφωνίας, στερείται νομίμου αιτίας και δεν επιφέρει τη μετάθεση της κυριότητας των μετοχών μεταξύ των μερών ή εντεύθεν δικαίωμα προσδοκίας για τη νομότυπη μεταβίβαση αυτών έναντι της εταιρίας".

Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Α. Κύριο δικόγραφο Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε από την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης ( άρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της αντιφατικότητας των απολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. Με τον πέμπτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στην διάταξη του άρθρου 559 αριθ.18 ΚΠολΔ, ότι δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική 1261/2003 απόφαση.

Οι αναιρεσείοντες ανταποκρίνονται ήδη κατά το παρόν στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας στην απορρέουσα από την διάταξη του άρθρου 568 παρ.1 ΚΠολΔ δικονομική τους υποχρέωση προσκομίσεως της αναιρετικής αποφάσεως, αναγκαίας για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του ερευνώμενου λόγου αναιρέσεως.

Ειδικότερα, κατά τις αιτιολογίες της αναιρετικής αποφάσεως, η προσβαλλόμενη και αναιρεθείσα 8/2002 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (α) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του χρόνου εκπληρώσεως των υποχρεώσεων των αναιρεσειόντων και με την έννοια αυτή δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το απορριπτικό επί της αγωγής διατακτικό της αποφάσεώς του, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής του άρθρου 200 ΑΚ, το οποίο εκ πλαγίου παραβίασε, ιδρυομένου εντεύθεν του προβλεπομένου από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, ο οποίος όμως δεν επιλύει νομικό ζήτημα, προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση του κατά το άρθρο 559 αρ.18 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως και (β) δεν έλαβε υπόψη του τον αυτοτελή ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί πλασματικής μη πληρώσεως των αιρέσεων από τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 559 αρ.8).

Ειδικότερα ότι υποστήριξαν οι αναιρεσείοντες ότι ο τελευταίος, ενεργώντας εναντίον της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, παρέλειψε σκοπίμως να ενημερώσει τους αναιρεσείοντες για τον πλειστηριασμό των περιγραφομένων στις αιτιολογίες της δύο αγροτεμαχίων, ασήμαντης αξίας σε σχέση με το σύνολο της περιουσίας τους, που τελικά εκπλειστηριάστηκαν, με τελευταία υπερθεματίστρια τη σύζυγό του, ώστε να μπορέσουν να επιδείξουν το ίδιο ενδιαφέρον που επέδειξαν και για τα υπόλοιπα οκτώ ακίνητα για τα οποία επισπευδόταν πλειστηριασμός, οποίος και τελικά αποφεύχθηκε, καταλήγοντας ότι στο γεγονός αυτό στηρίχθηκε κυρίως το Εφετείο για να συναγάγει το πόρισμά του ότι οι αναιρεσείοντες δεν εξεπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους και έτσι δεν πληρώθηκαν οι προαναφερόμενες δύο αιρέσεις, η μη εκπλήρωση των οποίων αφορούσε πάντως μόνο τον πρώτο αναιρεσίβλητο και όχι τους υπολοίπους, εφόσον πρόκειται για διαιρετή και όχι εις ολόκληρον ενοχή.

Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση και αρνητικά αξιολογήθηκε από ουσιαστική άποψη, χωρίς παράλληλα να συντρέχει περίπτωση μη συμμορφώσεώς της προς τη μόνη νομική παραδοχή της αναιρετικής αποφάσεως ότι πρόκειται περί διαιρετής ενοχής. Η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε το αποδεικτικό της πόρισμα περί ματαιώσεως των αναβλητικών αιρέσεων, υπό τις οποίες καταρτίστηκε η συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, στο γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες δεν ανταποκρίθηκαν εγκαίρως στην εκπλήρωση των συμβατικών αυτών υποχρεώσεών τους, με αποτέλεσμα να επακολουθήσουν οι αναφερόμενες στις αιτιολογίες της πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ατομικής περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, με κατάληξη τον αναγκαστικό πλειστηριασμό αγροτεμαχίων του πρώτου των αναιρεσίβλητων, για την επικείμενη διενέργεια του οποίου είχαν ενημερωθεί οι αναιρεσείοντες.

Επομένως ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως ελέγχεται ως αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.11γ ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για την στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με την επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Β' Ολ.

ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τον τρίτο και το α' σκέλος του τετάρτου κατά σειρά λόγου αναιρέσεως υποστηρίζεται, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς του δεν έλαβε υπόψη τα αμέσως παρακάτω αναφερόμενα κατά περίπτωση έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες και ειδικότερα:

Α. (3ος) α) την από 21.7.1995 επιστολή της Α.Ε. Ελληνικές Εξαγωγές, με την οποία απαλλάσσονται οι αναιρεσίβλητοι από τις προσωπικές τους εγγυήσεις, β) την από 2.8.1995 Βεβαίωση της ως άνω Α.Ε. Ελληνικές Εξαγωγές, από την οποίαν αποδεικνύεται ότι η ΠΑΜΗ Α.Ε. έχει εξοφλήσει όλα τα προς αυτήν χρέη εκ δανείων, γ) την από 11.5.1995 επιστολή της Εθνικής Τράπεζας, από την οποίαν αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσίβλητοι απηλλάγησαν των προσωπικών τους εγγυήσεων, δ) την από 7.7.1995 επιστολή της Τράπεζας Πίστεως, από την οποία αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσίβλητοι απηλλάγησαν των προσωπικών τους εγγυήσεων προς την Τράπεζα αυτή, ε) την από 31.7.1995 βεβαίωση της ΕΤΒΑ Α.Ε., από την οποίαν αποδεικνύεται ότι οι αναιρεσίβλητοι απηλλάγησαν των προσωπικών τους εγγυήσεων προς την Τράπεζα αυτή, στ) την από 29.5.1995 σύμβαση μεταξύ ΕΤΒΑ Α.Ε.

και ΠΑΜΗ Α.Ε., από την οποίαν αποδεικνύεται ότι αναιρεσίβλητοι απηλλάγησαν των προσωπικών τους εγγυήσεων προς την Τράπεζα αυτή, ζ) την από 14-12-1995 απόφαση της Γεν.Γραμ. Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία εγκρίθηκε η αποχώρηση των αναιρεσίβλητων από την εταιρία και η αναγνώριση των αναιρεσειόντων ως μοναδικών μετόχων κατά 50% έκαστος και η) τα …/ 28-7-1995 πιστοποιητικά του Υποθηκοφυλακείου Εορδαίας, από τα οποία προκύπτει ότι δεν υπάρχει κανένα βάρος η κατάσχεση σε βάρος των αναιρεσίβλητων.

Από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι την περί πραγμάτων κρίση της στήριζε, πλην άλλων, και στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τις διαδίκους έγγραφα, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τα εν λόγω και με στοιχ. (α)-(η) έγγραφα λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος ότι πράγματι περί τα μέσα του έτους 1995 απηλλάγησαν οι αναιρεσίβλητοι από τις προσωπικές τους εγγυήσεις και Β (α' σκέλος 4ου λόγου) α) την 15/615/1991 διαταγή πληρωμής του Πρωτοδικείου Φλώρινας, β) την 45/6/3/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινα, (γ) την από 27-1-1993 αίτηση της Εθνικής Τράπεζας και (δ) την 171/153/22/1991 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, από τα οποία προκύπτει ότι οι αναιρεσίβλητοι ήταν κάτοικοι Αθηνών και βεβαίωνε τον ισχυρισμό τους ότι ο πρώτος των αναιρεσίβλητων, ενεργώντας εναντίον της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, παρέλειψε σκοπίμως να ενημερώσει τους αναιρεσείοντες για τον πλειστηριασμό των περιγραφομένων στις αιτιολογίες της αγροτεμαχίων, στον οποίο θεμελίωναν και την ερειδόμενη στο άρθρο 207 ΑΚ ένστασή τους περί πλασματικής πληρώσεως των αναιρέσεων, η οποία απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Από τη βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι σχημάτισε την περί πραγμάτων κρίση της με βάση, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη παράλληλα προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα εν λόγω έγγραφα, από την αξιολόγηση των οποίων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διέλαβε στις παραδοχές της ότι υπήρχε διαρκής ενημέρωση των αναιρεσειόντων για τον πλειστηριασμό των χαρακτηριζομένων στις αιτιολογίες της με στοιχ. (β) και (γ) αγροτεμαχίων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία τελικά και εκπλειστηριάσθηκαν, με άμεση δικονομική συνέπεια η εν λόγω αναιρετική αιτίαση αρνητικά να αξιολογείται στο σύνολό της, ως αβάσιμη.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη επαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου. Οι διατάξεις των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ παραβιάζονται κατά την έννοια του άρθρου 569 αρ.1 ΚΠολΔ και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφαση του πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή αυτών.

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική απολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 8β παρ. 1 του ΚΝ 2190/1920, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν.3604/2007 και ήταν εφαρμοστέο από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατ' επιταγή του άρθρου 533 παρ.2 ΚΠολΔ, η μεταβίβαση των ουσιαστικών μετοχών μη εισηγμένης στο χρηματιστήριο ανώνυμης εταιρίας γίνεται με εγγραφή σε ειδικό βιβλίο της εταιρίας χρονολογούμενης και υπογραφόμενης από τον μεταβιβάζοντα μέτοχο και εκείνον στον οποίο γίνεται η μεταβίβαση ή από τους πληρεξουσίους αυτών.

Μετά από κάθε μεταβίβαση εκδίδεται νέος τίτλος ή επισημειώνεται από την εταιρία επί του υπάρχοντος τίτλου η γενομένη μεταβίβαση και τα ονοματεπώνυμα μετά των διευθύνσεων του επαγγέλματος και της εθνικότητας του μεταβιβάζοντος και εκείνου προς τον οποίο γίνεται η μεταβίβαση. Τα στοιχεία αυτά καταχωρούνται και στο τηρούμενο από την εταιρία ως άνω ειδικό βιβλίο.

Έναντι της εταιρίας θεωρείται ως μέτοχος ο εγγραμμένος στο ανωτέρω βιβλίο. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ, προκύπτει ότι η μη τήρηση του ως άνω προβλεπόμενου νομίμου τύπου για την κατάρτιση της εμπράγματης δικαιοπραξίας μεταβιβάσεως ονομαστικών μετοχών ανώνυμης εταιρίας επάγεται ακυρότητα και για το λόγο αυτό ανυπαρξία της μεταβιβάσεως έναντι της εταιρίας όχι όμως και μεταξύ των μερών.

Ως προς αυτά η μεταβίβαση της μετοχής, ως κινητού πράγματος και δη αξιόγραφου, στο οποίο ενσωματώνεται η εταιρική ιδιότητα, ανεξάρτητα από την εγγραφή στο ειδικό βιβλίο της εταιρίας, επέρχεται κατ' άρθρο 1034 ΑΚ, με την παράδοση της μετοχής από τον κύριο σ' αυτόν που την αποκτά και τη συμφωνία μεταξύ τους για τη μετάθεση της κυριότητας.

Τέλος, καίτοι η μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών είναι σύμβαση αφηρημένη ή αναιτιώδης, τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούν να εξαρτήσουν την μετάθεση της κυριότητας από την ύπαρξη και το κύρος της ενοχικής αιτίας, την οποία, ρητά η σιωπηρά, τάσσουν ως αναβλητική ή διαλυτική αίρεση της δικαιοπραξίας. Στην περίπτωση δε αυτή, κατά την έννοια του άρθρου 201 του ΑΚ, η πλήρωση της αίρεσης και η εντεύθεν μετάθεση της κυριότητας επέρχεται αυτοδίκαια, μόλις συμβεί το γεγονός από το οποίο έχουν εξαρτηθεί τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας, ενώ η αίρεση ματαιώνεται ή ατονεί, εφόσον το συγκεκριμένο γεγονός δεν επήλθε και είναι βέβαιο ότι δεν πρόκειται να επέλθει, επειδή παρήλθε ο χρόνος ή απέβη ανέφικτο ή εξέλιπαν οι προϋποθέσεις επέλευσης αυτού.

Η κρίση περί της πλήρωσης ή ματαίωσης της αίρεσης αποτελεί ζήτημα ερμηνείας του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, με βάση τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΚ 200). Ειδικότερα, όταν η αίρεση συνίσταται σε πράξη ενός των μερών, είναι θέμα ερμηνείας εντός πόσου χρόνου πρέπει αυτή να ενεργηθεί, αν μπορεί να γίνει και από άλλον, αν πρέπει να επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα ή μήπως αρκεί η προσπάθεια του δικαιούχου.

Η πλήρωση ή ματαίωση της αίρεσης δεν αποτελεί στοιχείο του πραγματικού της δικαιοπραξίας, ώστε αυτή να έχει τελειωθεί, να είναι δηλαδή πλήρης, άσχετα με το αν τελεί υπό αίρεση. Ενώ όμως δικαιοπραξία είναι πλήρης, η ενέργεια της είναι μετέωρη, ματαιωθείσης δε της αίρεσης η δικαιοπραξία θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη και αποσβένεται το δικαίωμα προσδοκίας του υπό αίρεση δικαιούχου.

Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι οι διάδικοι, ιδρυτές και μοναδικοί μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Βιομηχανία Ειδών διατροφής και Ζαχαροπλαστικής - ΠΑΜΗ- Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία", κατάρτισαν την διατυπούμενη στο από 21-6-1988 ιδιωτικό έγγραφο σύμβαση, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι ανέλαβαν την υποχρέωση μεταβιβάσεως στους αναιρεσείοντες τις ονομαστικές μετοχές τους, για τις οποίες είχαν εκδοθεί προσωρινοί τίτλοι, υπό τους ενδιαφέροντες τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως όρους και ειδικότερα την υποχρέωση των τελευταίων να προβούν σε συγκεκριμένες πράξεις προκειμένου να επιτευχθεί η συναίνεση των πιστωτών (αα) ως προς την αποδέσμευση της ατομικής περιουσίας των αναιρεσίβλητων και (ββ) την απόσβεση των προσωπικών τους εγγυήσεων για προς τρίτους οφειλές της εταιρείας, (β) ότι οι όροι αυτοί, οι οποίοι εξαρτούν την συμβατική υποχρέωση των αναιρεσίβλητων για μεταβίβαση της κυριότητας των μετοχών τους στους αναιρεσείοντες από την εκπλήρωση των με στοιχ.

α (αα,ββ) υποχρεώσεων των τελευταίων αποτελούν γνήσιες αναβλητικές αιρέσεις, (γ) τα παραγωγικά αίτια της συνομολογήσεως της εν λόγω συμβάσεως ήταν η βούληση των μεν αναιρεσειόντων για εξασφάλιση της μελλοντικής αποκτήσεως του συνόλου των μετοχών της εταιρείας, των δε αναιρεσίβλητων η πλήρης και άμεση απελευθέρωσή τους από τις εμπράγματες ασφάλειες κατά της ατομικής τους περιουσίας και τις προσωπικές τους εγγυήσεις υπέρ της εταιρείας, προς αποφυγή της επικείμενης σε βάρος τους αναγκαστικής εκτελέσεως, ενόψει της κακής οικονομικής αυτής καταστάσεως με σημαντικά χρέη προς τρίτους, συνολικού ποσού 550.000.000 δρχ., (δ) ότι στον επιδιωκόμενο με την εν λόγω σύμβαση σκοπό των αναιρεσιβλήτων της αποφυγής της αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ατομικής τους περιουσίας , προσδιοριζόμενο και επιβεβαιούμενο από τα λοιπά μνημονευόμενα στις αιτιολογίες της πραγματικά περιστατικά, στήριζε την κατ' εφαρμογή του άρθρου 200 ΑΚ και των καθιερουμένων δι' αυτού αρχών της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών εκτίμηση της ότι ήταν άμεση η υποχρέωση των αναιρεσειόντων για εκπλήρωση των με στοιχ α (αα, ββ) υποχρεώσεών τους, που αποτελούσαν και το περιεχόμενο των αναβλητικών αιρέσεων, υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η επίμαχη σύμβαση και (ε) ότι οι αναιρεσείοντες δεν ανταποκρίθηκαν εγκαίρως στην εκπλήρωση των συμβατικών αυτών υποχρεώσεών τους, με αποτέλεσμα να επακολουθήσουν οι αναφερόμενες στις αιτιολογίες της πράξεις αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ατομικής περιουσίας των αναιρεσιβλήτων, με κατάληξη τον αναγκαστικό πλειστηριασμό αγροτεμαχίων του πρώτου των αναιρεσίβλητων, για την επικείμενη διενέργεια του οποίου είχαν ενημερωθεί οι αναιρεσείοντες, με αποτέλεσμα την ματαίωση του αντίστοιχου περιεχομένου αναβλητικών αιρέσεων, υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, η οποία εντεύθεν θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη, καταλήγοντας "πολύ αργότερα και συγκεκριμένα περί τα μέσα του έτους 1995, ήτοι επτά (7) έτη μετά τη συμφωνία μεταβίβασης των μετοχών και για λόγους που προφανώς ανάγονται στην ευεργετική αντιμετώπιση των χρεών της εταιρείας, λόγω υπαγωγής της στις προβληματικές επιχειρήσεις και τον χαρακτηρισμό μεγάλου μέρους των δανειακών οφειλών της ως μη παραγωγικών", οι πιστώτριες τράπεζες απήλλαξαν, με συναίνεση των αναιρεσειόντων, τους αναιρεσίβλητους από τις προσωπικές τους εγγυήσεις.

Τα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω και με στοιχ.

ΙΙΙ της παρούσης σημειουμένων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου κατ' ουσίαν απόρριψη της απευθυνομένης κατά των αναιρεσιβλήτων αγωγής των αναιρεσειόντων, ως και, σε κάθε περίπτωση, της ερειδόμενης στο άρθρο 207 ΑΚ ενστάσεώς των τελευταίων, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες με τους απομένοντες προς έρευνα πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ1 (α' σκέλος 2ου λόγου) και 19 (1ος λόγος , β' σκέλος 2ου και 4ου λόγου) ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες.

Β. Πρόσθετο δικόγραφο Κατά το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β ΚΠολΔ στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από την εν λόγω διάταξη λόγος αναιρέσεως της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή εις αυτούς των πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει εις αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Με τον τρίτο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.1 εδ. β ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλομένη απόφαση με την παραδοχή της ότι δεν πληρώθηκε η διατυπούμενη στη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση επίμαχη αναβλητική αίρεση, με οριστική ματαίωσή της, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 207 ΑΚ, της παραβιάσεως συνισταμένης στην παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των εν λόγω κανόνων ουσιαστικού δικαίου και να υπαγάγει εις αυτούς των πραγματικών περιστατικών.

Παραλείπονται όμως να προσδιορισθούν τα διδάγματα της κοινής πείρας, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, στοιχείο αναγκαίο για να διακριβωθεί η βασιμότητα της αποδιδόμενης πλημμέλειας, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται προεχόντως ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως.

Με τους λοιπούς λόγους επαναδιατυπώνονται οι αυτές αναιρετικές αιτιάσεις του κυρίου δικογράφου και ειδικότερα της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 173, 200 και 207 ΑΚ (1ος και 2ος λόγος) και εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 173, 200 (4ος λόγος), οι οποίες με βάση τις αυτές με στοιχ. Α

ΙΙΙ της παρούσης αιτιολογίες ομοίως αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 18/26-9-2011 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 183/3-12-2012, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 126/26-7-2010 αποφάσεως του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ