Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
153/2012 AI generated

153/2012 · 153/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 153/2012
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 153 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 153/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χρι...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 153/2012

Απόφαση 153 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 153/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Κ. του Α., 2. Α. Κ. του Γ., κατοίκων αμφοτέρων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Μακρή, και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Αλέξανδρο Ροϊλό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 3913/17-10-2006 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης- αναγνώρισης δικαιούχων- καταψήφισης αποζημίωσης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και εκδόθηκε η 765/2008 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-3-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 27-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη και των τριών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 εδ. α' του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), η αποζημίωση του απαλλοτριωμένου, καθώς και η τυχόν κατά τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 13 ιδιαίτερη αποζημίωση, προσδιορίζεται κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου και των αμέσως επομένων 19 έως 20. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ερμηνευομένης σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 17 του Συντάγματος καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζει δε ότι "πάν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ...", αντικείμενο της δίκης προσδιορισμού αποζημιώσεως είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανομένη, δηλαδή η χορήγηση αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφελείας του ιδιοκτήτη αυτού όπου η ύπαρξη της επηρεάζει τις εκ της απαλλοτριώσεως αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση και τη δικαστική δαπάνη. Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως είναι ανίσχυρος ως προσκρούων στην ως άνω διάταξη του άρθρου 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την άποψη ότι οι δυσμενείς για τον καθ' ού η απαλλοτρίωση συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο της ενιαίας διαδικασίας. Επομένως υποβαλλομένου αιτήματος στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως, περί αναγνωρίσεως του δικαιούχου της αποζημίωσης και περί αναγνωρίσεως του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό ότι δεν ήταν οφελούμενος και συνεπώς δεν υποχρεούταν σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτητών, ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή α) το προσδιορισμό της αποζημιώσεως σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, β) την ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, γ) την αναγνώριση δικαιούχων της αποζημιώσεως, δ) την ύπαρξη ή όχι ωφελείας του ιδιοκτήτη απαλλοτριωμένου ακινήτου που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό και ε) το αίτημα περί δικαστικής δαπάνης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 7, 9, 11 και 12 παρ. 1 του ΚΑΑΑ, προκύπτει ότι, με τη κήρυξη της απαλλοτριώσεως γεννάται απευθείας από το νόμο η ενοχή (άρθρ. 287 ΑΚ) από την απαλλοτρίωση μεταξύ του υπερ ού η απαλλοτρίωση και του καθ' ού, δυνάμει της οποίας ο καθ' ού δανειστής δικαιούται να απαιτήσει από τον οφειλέτη υπέρ ού η απαλλοτρίωση την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεώς του. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγονται και τα ακόλουθα: Μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ιδιοκτησίας για δημόσια ωφέλεια και την αναγνώριση του δικαιούχου της αποζημίωσης αυτής είναι επιτρεπτή η άσκηση από αυτόν της αγωγής επιδίκασης της από την ανωτέρω αιτία αποζημίωσης και μάλιστα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απαίτηση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος είναι γεννημένη και απαιτητή αμέσως από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης και δεν τελεί υπό την προθεσμία των δέκα οκτώ (18) μηνών, η οποία αναφέρεται στη μη συντέλεση της απαλλοτρίωσης από τη μη καταβολή ή τη μη παρακατάθεση της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσας αποζημίωσης και την εκ του λόγου αυτού αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης.

Συνεπώς, ο αναγνωρισθείς δικαιούχος της αποζημιώσεως, η οποία προσδιορίσθηκε τελεσιδίκως για την αναγκαστική απαλλοτρίωση του ακινήτου του, μπορεί με καταψηφιστική αγωγή, η οποία δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το αρμόδιο καθ' ύλην, λόγω ποσού, δικαστήριο, να ζητήσει από τον υπόχρεο την καταβολή της, καθώς και τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής. Για την νομιμοποίηση του δικαιούχου ως ενάγοντος έναντι του υποχρέου για καταβολή της αποζημίωσης δεν ερευνάται ούτε η δυνατότητα ολοκλήρωσης του έργου, το οποίο αφορά η απαλλοτρίωση, ούτε η υπαιτιότητα του υπόχρεου προς καταβολή (ΑΠ 1476/2003). Εν όψει τούτων και εφόσον η άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής είναι παραδεκτή μετά τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης οπότε είναι γεννημένη κα απαιτητή η απαίτηση του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος για την καταβολή της προσδιορισθείσης αποζημίωσης, η εκδίκαση αυτής εκφεύγει της δικαιοδοσίας του Εφετείου στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου, καθόσον δεν περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα ως άνω αιτήματα των οποίων η εκδίκασή τους γίνεται σε ενιαία διαδικασία και έτσι σωρευόμενη με τα ως άνω αιτήματα, για τα οποία επιβάλλεται η προαναφερόμενη ενιαία διαδικασία ενώπιον του Εφετείου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Η ως άνω ρύθμιση δεν προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, αλλά ούτε και στις διατάξεις των άρθρων 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της ΕΔΔΑ με τις οποίες θεσπίζεται η ως άνω αρχή κατά την οποίαν οι συνέπειες της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης θα πρέπει να εκτιμώνται συνολικά στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας με το κριτήριο της "εύλογης και δίκαιης ισορροπίας" μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων των ιδιωτών και την εναρμονισμένη με τον εν λόγω κανόνα αρχή που διέπει τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Η επιβαλλόμενη δε σύμφωνα με τα ανωτέρω ενιαία εκδίκαση των ως άνω θεμάτων, προϋποθέτει αναγκαίως, ότι τα εν λόγω αιτήματα θα υποβληθούν ενώπιον του Εφετείου κατά τρόπο παραδεκτό και σύμφωνα με τους ισχύοντες δικονομικούς κανόνες. Και τούτο διότι, το ΕΣΔΑ δεν υποκαθιστά τον εθνικό νομοθέτη στη θέσπιση του εφαρμοστέου δικονομικού συστήματος, αλλά μόνο ελέγχει, με τα προβλεπόμενα μέσα, αν οι κανόνες αυτού ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της κοινοτικής έννομης τάξης. Έτσι εφόσον το δικαίωμα του δικαιούχου της αποζημίωσης καθίσταται υπαρκτό με την τελεσιδικία της απόφασης προσδιορισμού της αποζημίωσης της απαλλοτριώσεως, δεν μπορεί να εισαχθεί ενώπιον του Εφετείου στα πλαίσια της ως άνω ενιαίας διαδικασίας προσδιορισμού της οριστικής τιμής αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων παραδεκτού αυτού. Εξ άλλου, η ως άνω ρύθμιση, που καθιστά παραδεκτή την άσκηση της καταψηφιστικής αγωγής από τη δημοσίευση της τελεσίδικης περί προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστικής απόφασης οπότε είναι γεννημένη και απαιτητή η σχετική απαίτηση, δεν δύναται εκ των πραγμάτων να επηρεάσει την ουσία του δικαιώματος αποζημιώσεως, αντίθετα όμως αποσκοπεί στο να εξασφαλίσει την ασφαλή διάγνωση αυτού, εναρμονιζόμενη, έτσι, απολύτως με τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, η προαναφερόμενη ρύθμιση, δεν πλήττει, ούτε την αρχή της εκδικάσεως των συνεπειών της απαλλοτρίωσης εντός ευλόγου χρόνου στο πλαίσιο ενιαίας διαδικασίας, διότι δεν πρόκειται για παραπομπή, ως αποτέλεσμα θεσμικών δυσλειτουργιών του ισχύοντος δικονομικού συστήματος που επιτρέπουν παρελκυστικές συμπεριφορές των διαδίκων ή ανοχής φαινομένων καθυστερήσεων που υποβάλλουν πρακτικές αρνησιδικίας, αλλά έρχεται ως συνέπεια νομοθετικών επιλογών με σκοπό την πληρέστερη και ασφαλέστερη διερεύνηση της διαφοράς η οποία άλλωστε, με τη θέσπιση των νόμων 2915/2001 και 3043/2002 με τους οποίους επιταχύνθηκε η εκδίκαση των υποθέσεων που υπάγονται στη τακτική διαδικασία. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αιτούντες με την αίτησή τους στο Εφετείο Θεσσαλονίκης για τον οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ζήτησαν, μεταξύ των άλλων, την επιδίκαση υπέρ αυτών και σε βάρος του καθ' ού Ελληνικού Δημοσίου της καθορισθείσας αποζημιώσεως. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι το καταψηφιστικό αυτό αίτημα των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε αυτούς την καθορισθείσα αποζημίωση για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα και την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εκτός της απαλλοτρίωσης εναπομείναντα ακίνητα, νομιμότοκα από την έκδοση της απόφασης, εκφεύγει της δικαιοδοσίας αυτού στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως και ως εκ τούτου είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 7, 10, 18-21 Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), καθώς και αυτές των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την ως άνω κρίση του υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1, ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εάν ήθελε κριθεί ότι ο λόγος αυτός ερείδεται στο άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ και πάλι ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον ο λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας εδίκασε το προβληθέν αίτημα και το απέρριψε ως απαράδεκτο. Ο ίδιος λόγος κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Ο από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς κι αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΑΠ (Ολ.) 4/2005), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος (2001) "κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωσης, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο. Αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό". Κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου "η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριουμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξ αιτίας της, δεν λαμβάνεται υπόψη". Οι διατάξεις αυτές του Συντάγματος ουσιαστικά επαναλαμβάνονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 και 2 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως ισχύει με το ν.2985/2002 που εφαρμόζεται από 1.1.2002, όπου επιπλέον, χωρίς αντίθεση με τις προηγούμενες διατάξεις, ορίζεται και ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου λαμβάνεται υπόψη και η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριουμένου με τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Επίσης δεν υπολογίζεται ανατίμηση προερχόμενη από ενέργειες του ιδιοκτήτη στο απαλλοτριούμενο που έγιναν μετά την οριζόμενη από το άρθρο 3 ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρ. 28 παρ. 1 του Συντ/τος), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους. Οι προαναφερόμενες διατάξεις δε θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων ή προστίμων". Τέλος, κατά το άρθρο 25 του "ΚΑΑΑ", ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την αποζημίωση για την απωλεσθείσα πρόσοδο του ακινήτου από την μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης κατάληψη μέχρι την είσπραξη της αποζημίωσης. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι σε απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης" λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης προσδιορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου, η οποία, ναι μεν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του ακινήτου, όμως είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης της ιδιοκτησίας (ΑΠ (Ολ.) 8/1999). Η αποζημίωση για την αξία της επιχείρησης που ασκείται στο ακίνητο που απαλλοτριώνεται κατά τις ίδιες διατάξεις δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της "πλήρους αποζημίωσης" αλλά λαμβάνεται υπόψη η συνδεόμενη με το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε πρόσοδος, σε σχέση με την ασκούμενη σε αυτό επιχειρηματική δραστηριότητα, κατά την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριουμένου ακινήτου (ΑΠ (Ολ.) 8/2002). Στην προκειμένη περίπτωση ο πρώτος εκ των αιτούντων και ήδη αναιρεσείων με την αίτησή του στο Εφετείο Θεσσαλονίκης για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ζήτησε, μεταξύ των άλλων, τον προσδιορισμό αποζημίωσης για την επιχείρησή του, προς αποκατάσταση της οφειλομένης στην απαλλοτρίωση και στην εκτέλεση του έργου αυτής ζημίας του, στα κατ' αποκοπήν ποσά 1) των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, άλλως τους τόκους υπερημερίας επί του ποσού αυτού για πέντε (5) έτη από την συντέλεση της ένδικης απαλλοτρίωσης και 2) των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ κατ' έτος, ήτοι συνολικά πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ, που απώλεσε λόγω της ματαίωσης, άλλως της αναβολής της επένδυσης. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι είναι απορριπτέα ως μη νόμιμα, τα αιτήματα αυτά με την αιτιολογία ότι δεν αποκαθίσταται κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης έστω και αν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του απαλλοτριουμένου, άρα ούτε και η ζημία από τα διαφυγόντα κέρδη, εξαιτίας της ματαίωσης ή αναβολής της λειτουργίας της επιχείρησης κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων και μεταλλικών κατασκευών που θα ίδρυε και θα στεγαζόταν επί του επιδίκου ακινήτου και ούτε η ζημία του από τη μη λήψη της εγκεκριμένης κρατικής επιχορήγησης για την ίδρυση της ως άνω επιχείρησης. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 7,10, 18-21 Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), καθώς και αυτές των άρθρων 17 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ. Τούτο δε, καθόσον παρά τους αντιθέτους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, 1) σύμφωνα με τα ανωτέρω κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν αποκαθίσταται κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί άμεση συνέπεια της απαλλοτρίωσης έστω και αν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του απαλλοτριουμένου, άρα ούτε και η ζημία από τα διαφυγόντα κέρδη, εξαιτίας της παύσης της λειτουργίας σε αυτό επιχείρησης, πολύ δε περισσότερο μη λειτουργούσης ακόμη επιχείρησης και 2) το άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε με το ν.δ 53/1974, ορίζει ότι η στέρηση της ιδιοκτησίας μπορεί να γίνει κατά τους "προβλεπόμενους υπό του νόμου ... όρους" και τέτοιοι προφανώς, είναι οι ως άνω μνημονευόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΑΑΑ, που όμως, έχουν την παραπάνω έννοια και μόνο σε σχέση με τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης" από απαλλοτρίωση ακινήτου για δημόσια ωφέλεια, χωρίς ανατροπή της εύλογης και δίκαιης ισορροπίας μεταξύ του δημοσίου συμφέροντος και αφετέρου του δικαιώματος προστασίας της περιουσίας του προσώπου.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που προβάλλεται με αυτόν αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, όπως εν προκειμένω, δεν εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης σχετικά με το ανωτέρω αίτημα, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 24 παρ.1 εδ.α του Συντάγματος 1975 (2001) "Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός" κατά δε την παρ. 6 του ιδίου άρθρου "Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών". Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται η υποχρέωση του Κράτους προς διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομίας της χώρας. Η καθιερούμενη προστασία περιλαμβάνει τη διατήρηση στο διηνεκές των ανωτέρω πολιτιστικών στοιχείων και τη δυνατότητα επιβολής γενικών περιορισμών ή ιδιαιτέρων μέτρων για την αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης, αλλοιώσεως ή υποβαθμίσεως του χώρου, ο οποίος τα περιέχει ή τα περιβάλλει. Παράλληλα επιβάλλεται υποχρέωση αποζημιώσεως των θιγομένων ιδιοκτητών. Η προστασία καθώς και η υποχρέωση αποζημιώσεως που αναφέρθηκαν ισχύουν ευθέως από το Σύνταγμα και το Ν. 3028/2002 "Προστασία Αρχαιοτήτων-Πολιτιστικής Κληρονομίας". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19 παρ. 3α του ως άνω νόμου σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου καταβάλλεται πλήρης αποζημίωση. Κατά την παράγραφο 6 του ιδίου άρθρου με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη επιτροπής, διαπιστώνεται εάν συντρέχει περίπτωση καταβολής αποζημίωσης κατά τις παραγράφους 1 έως 5, καθώς και το ύψος της. Τέλος, κατά την παράγραφο 7 του αυτού ως άνω άρθρου σε περίπτωση κατά την οποία το ποσό που έχει ή προβλέπεται να καταβληθεί ως αποζημίωση λόγω στέρησης ή περιορισμού χρήσης ακινήτου, προσεγγίζει την αξία του ακινήτου τότε αυτό κηρύσσεται απαλλοτριωτέο. Βάσει των ανωτέρω ανακύπτει ευθέως υποχρέωση αποζημιώσεως του πληττόμενου ιδιοκτήτη, η οποία είναι άσχετη με την προβλεπόμενη από την παράγραφο 7 του ως άνω άρθρου ευχέρεια του ιδιοκτήτη να ζητήσει από τη διοίκηση των απαλλοτρίωση του ακινήτου. Η αποζημίωση αυτή πρέπει να καλύπτει τη βλάβη που υφίσταται από τον περιορισμό ο ιδιοκτήτης. Αυτό συνάγεται και από το ότι με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού καθορίζεται, εκτός των άλλων, το είδος και ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης, η οποία μπορεί να διαφέρει από τη ρύθμιση του άρθρου 17 του Συντάγματος, όχι όμως και να καθορίσει μειωμένη αποζημίωση. Επομένως, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου, που βαρύνθηκε με τέτοιους περιορισμούς, η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, όπως ορίζεται στο άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος (2001), για τη διάγνωση δε της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ.1-2 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), θα συγκριθεί αυτό με όμορα ομοειδή ακίνητα που δεν βαρύνονται με τέτοιους περιορισμούς, ή αν βαρύνονται, θα εκτιμηθούν αυτά σαν ελεύθερα, αφού παρακολουθούνται από ισόποση αξίωση αποζημιώσεως για τον περιορισμό που θα βαρύνει (ΑΠ (Ολ.) 3/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο κατά ένα μέρος την αίτηση των αναιρεσειόντων, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως των ακινήτων, τα οποία φέρονται ότι ανήκουν κατά κυριότητα στους αναιρεσείοντες και τα οποία ευρίσκονται στο νομό Πέλλας και απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για την κατασκευή του έργου "Παράκαμψη Ελληνιστικής Πέλλας στο χ.θ.0+00 έως χ.θ.2+ 992.85" στα πλαίσια του έργου κατασκευής της Νέας Εθνικής οδού Νέας Χαλκηδόνας-Έδεσσας-Φλώρινας-Γιουγκοσλαβικών συνόρων, τμήμα παράκαμψης Αρχαιολογικού χώρου Πέλλας, έκτασης συνολικού εμβαδού 64.541 τ.μ., σε δώδεκα (12) ευρώ ανά τ.μ. για την απαλλοτριωθείσα έκταση του πρώτου αναιρεσείοντος και εννέα (0) ευρώ ανά τ.μ. για την απαλλοτριωθείσα έκταση του δεύτερου αναιρεσείοντος. Περαιτέρω προσδιόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα δύο εναπομείναντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα της ΚΠ 9α ιδιοκτησίας του δευτέρου αναιρεσείοντος, σε ποσοστό 95% για το εναπομείναν τμήμα των 2.542 τ.μ. και ποσοστό 40% για το εναπομείναν τμήμα των 5.806.53 τ.μ. Στην κρίση του αυτή κατέληξε αφού δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, ότι τα επίδικα ακίνητα (απαλλοτριωθέντα-εναπομείναντα) κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ήταν ήδη βεβαρημένα με "αρχαιολογική δουλεία" με την έννοια της στέρησης της κατά προορισμό χρήσης τους (απώλεια οικοδομησιμότητας). Κρίνοντας, όμως, έτσι το Εφετείο παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 17 παρ.2 του Συντάγματος (2001) υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προβλεπομένη πλημμέλεια, αφού δέχθηκε ότι το γεγονός της ύπαρξης των απαλλοτριουμένων και εναπομεινάντων ακινήτων μέσα σε αρχαιολογικό χώρο και της βαρύνσεως τους με την προαναφερομένη "αρχαιολογική δουλεία", έχει μειωτική επίδραση επί της αξίας τους. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση αυτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, εν μέρει, κατά το μέρος που προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως στα απαλλοτριούμενα ακίνητα των αναιρεσειόντων και την ιδιαίτερη αποζημίωση στα εναπομείναντα τμήματα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς εκδίκαση για το αναιρούμενο αυτό μέρος στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, διότι είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, την υπ' αριθμ. 765/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο ίδιο Εφετείο Θεσσαλονίκης, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ