Legislator Case Law & Legislation
153/2010 AI generated

153/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 153/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

153/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η εσωτερική σχέση που συνδέει τους συζύγους είναι αυτή της εντολής, επί της οποίας εφαρμογή έχουν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 713 επ. Α.Κ., άρα και εκείνες των άρθρων 724 και 726 Α.Κ., από τις οποίες η πρώτη ορίζει ότι ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε (μη επιτρεπομένης παραιτήσεως από του δικαιώματος αυτού κατ' άρθρο 1399 εδ.

Keywords

AI generated
disinheritance of an insolvent heir forced heir acquisition of possession legacy of property of another vendor's statutory lien revocation of asset transfer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 153 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 153/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ράπτη.

Του αναιρεσιβλήτου : ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Βρεττό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/1999 μη οριστική 65/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 699/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-1-2006 αίτησή της και τους από' 10-10-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 12-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου κατά το πρώτο σκέλος του λόγου της αναίρεσης και του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, την απόρριψη δε των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1399 εδ. α' του Α.Κ. αν ο ένας από τους συζύγους ανέθεσε στον άλλο τη διαχείριση της ατομικής του περιουσίας, δεν υπάρχει υποχρέωση για λογοδοσία και για απόδοση των εισοδημάτων από τη διαχείριση, εφόσον δεν έχουν συμφωνήσει διαφορετικά. Τα εισοδήματα αυτά καταλογίζονται στην υποχρέωση συνεισφοράς για τις ανάγκες της οικογένειας.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαλλαγή προς λογοδοσία αφορά μόνο τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν από τη διαχείριση, τα οποία, εφόσον δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, δεν υποχρεούται να επιστρέψει ο διαχειριστής, ενώ, αναφορικώς με το δοθέν προς διαχείριση κεφάλαιο, παραμένει ακέραιη η υποχρέωσή του για λογοδοσία και για απόδοση αυτού (κεφαλαίου).

Η εσωτερική σχέση που συνδέει τους συζύγους είναι αυτή της εντολής, επί της οποίας εφαρμογή έχουν οι γενικές διατάξεις των άρθρων 713 επ. Α.Κ., άρα και εκείνες των άρθρων 724 και 726 Α.Κ., από τις οποίες η πρώτη ορίζει ότι ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε (μη επιτρεπομένης παραιτήσεως από του δικαιώματος αυτού κατ' άρθρο 1399 εδ.

β' Α.Κ. ) και η δεύτερη ότι η εντολή λύεται, αν δεν ορίστηκε το αντίθετο, με το θάνατο του εντολέα Και στις δύο περιπτώσεις λύσεως της εντολής ο διαχειριστής εντολοδόχος υποχρεούται να αποδώσει στον εντολέα ή στους κληρονόμους του ό,τι έλαβε σε εκτέλεση της εντολής και δεν το διέθεσε για τους σκοπούς αυτής ( άρθρα 719 και 721 Α.Κ. ).

Ο εντολοδόχος δεν αποκτά κυριότητα επί των χρημάτων που του προκαταβάλλονται προς εκτέλεση της εντολής, γι' αυτό, και, σε περίπτωση που δεν τα αναλώσει προς τον σκοπό της εντολής, αλλά τα ιδιοποιηθεί παράνομα, διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης, το οποίο θεμελιώνει εναντίον του αξίωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 914 του Α.Κ.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Και ναι μεν, με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/29-5-2001, από την παραπάνω διάταξη διαγράφηκε η φράση "ή δεν διέταξε απόδειξη", πλην όμως, σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του ίδιου νόμου, στις υποθέσεις που εκκρεμούν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (1-1-2002), ως η παρούσα, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι διατάξεις που ίσχυαν ως τώρα και συνεπώς και η άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, ως είχε.

Σημειωτέον ότι η διάταξη αυτή ισχύει, όσον αφορά την υποχρέωση του δικαστηρίου να διατάξει αποδείξεις, στην τακτική διαδικασία στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, αν εφαρμόσθηκε η διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 1 σε συνδ. με 226 παρ. 2 ΚΠολΔ, δηλ. ο πρόεδρος του δικαστηρίου με πράξη του επί της αγωγής ορίζει ότι απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε τα εξής: Η μητέρα του ενάγοντος (αναιρεσιβλήτου) ανέθεσε στον ήδη αποβιώσαντα πατέρα αυτού (αρχικώς εναγομένου) και τότε σύζυγό της, στο πλαίσιο της ρυθμίσεως του άρθρου 1399 Α.Κ., τη διαχείριση του ποσού των 37.980.000 δρχ.

που αποτελούσε το καθαρό τίμημα της πωλήσεως ακινήτου της, με το δικαίωμα να διαθέτει τα εισοδήματα του ανωτέρω κεφαλαίου για τις ανάγκες τις δικές του και της οικογενείας του και με την υποχρέωση να αποδώσει το κεφάλαιο στη δικαιούχο σύζυγό του όταν το ζητήσει ή στους κληρονόμους της μετά τον θάνατό της.

Η ίδια πέθανε την 3-6-1996 χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τον ενάγοντα υιό της και τον σύζυγό της κατά ποσοστά 3/4 και 1/4 αντιστοίχως. Με τον θάνατό της έληξε η διαχείριση του συζύγου της, ο οποίος προηγουμένως (δηλ. πριν από τον θάνατό της) ιδιοποιήθηκε παράνομα ολόκληρο το ανωτέρω προς διαχείριση ληφθέν ποσό και το διέθεσε για την αγορά, στο όνομά του, οικοπέδου και για την ανέγερση σ' αυτό οικοδομής.

Ο τελευταίος πέθανε την 1-6-2002 χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τον ενάγοντα κατά ποσοστό 3/4 εξ αδιαιρέτου και από τη συνεχίζουσα τη δίκη, ως εναγομένη, δεύτερη σύζυγό του, (ήδη αναιρεσείουσα), κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου. Δεδομένου δε ότι η υπεξαίρεση του εν λόγω χρηματικού ποσού έλαβε χώρα ενόσω η δικαιούχος ζούσε, είχε αυτή εναντίον του συζύγου της αξίωση αποζημίωσης, η οποία ως στοιχείο της κληρονομίας της περιήλθε στους κληρονόμους της, κατά τα 3/4 στον ενάγοντα και 1/4 στον αρχικώς εναγόμενο.

Έτσι ο ενάγων είχε αξίωση κατά του αρχικώς εναγόμενου, για αποζημίωση εκ δραχμών 28.485.000, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των 2.495.000 δραχμών επήλθε απόσβεση της αξιώσεως της συζύγου, λόγω συγχύσεως. Μετά τον θάνατο του αρχικώς εναγόμενου, ο ενάγων έχει αξίωσης αποζημίωσης εκ δρχ. 7.121.250, που αντιστοιχεί στην κατά ποσοστό 1/4 κληρονομική μερίδα της συνεχίζουσας τη δίκη δεύτερης συζύγου του εναγομένου και ήδη αναιρεσείουσας, η οποία κληρονόμησε την οφειλή του αρχικώς εναγομένου προς τον ενάγοντα.

Κατά το ποσό τούτο των 7.121.500 δρχ. το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή και μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, καταδίκασε την αναιρεσείουσα να καταβάλει αυτό το ποσό στον αναιρεσίβλητο. Όμως, τον περιεχόμενο στην αγωγή ως άνω ισχυρισμό, περί της εκ μέρους της μητέρας του αναιρεσιβλήτου ... ανάθεσης της διαχείρισης των χρημάτων της στον τότε σύζυγό της ..., δηλαδή περί καταρτίσεως συναφώς σύμβασης εντολής, που δικαιολογεί την περιέλευση των χρημάτων σε μόνη την κατοχή του εναγομέου και εντεύθεν καθιδρύει την υποχρέωση αυτού προς απόδοσή τους, εφόσον δεν διατέθηκαν για την εκτέλεση της εντολής, σε περίπτωση δε άρνησης στοιχειοθετεί την αποδιδόμενη παράνομη πράξη της υπεξαίρεσης (υφαίρεσης), τον αρνήθηκε ρητά και αιτιολογημένα ο αρχικώς εναγόμενος, με τις προτάσεις του, όπως αναφέρεται στην 37/99 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδος (οι προτάσεις του εναγόμενου δεν προσκομίζονται) και όπως έμμεσα δέχθηκε και το Εφετείο, αφού απέκρουσε ως αναπόδεικτους τους αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς του εναγόμενου ότι τα παραπάνω χρήματα τα δώρισε σ' αυτόν η σύζυγός του και ότι τα διέθεσε για έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψής της.

Παρόλα αυτά, με την ανωτέρω προδικαστική απόφαση δεν τάχθηκε σε βάρος του ενάγοντος θέμα απόδειξης και για τα ανωτέρω αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Το ταχθέν σε βάρος του θέμα απόδειξης, ότι η μητέρα του "κατέλιπε ως κληρονομιαία περιουσία κατά τον χρόνο του θανάτου της το ποσό των 42.000.000 δρχ., που προέρχεται από την εκποίηση ακινήτων της, από το οποίο ιδιοποιήθηκε παράνομα ο εναγόμενος το αντιστοιχούν στο κληρονομικό του δικαίωμα ποσό των 31.500.000 δρχ.", δεν περιλαμβάνει και τα ανωτέρω περιστατικά ανάθεσης της διαχείρισης.

Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εν λόγω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά χωρίς να έχει διαταχθεί γι' αυτά απόδειξη, την οποία όφειλε να διατάξει, σύμφωνα με τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 2915/2001, εφόσον στην κρίσιμη από 18-11-1998 ένδικη αγωγή υπάρχει πράξη του προέδρου πρωτοδικών ότι απαιτείται η έκδοση προδικαστικής απόφασης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο προς τούτο τρίτο (ως προς το πρώτο σκέλος του) λόγο της αίτησης αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων του κύριου και του πρόσθετου αναιρετηρίου, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 699/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων ( 3.500 ) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ