Legislator Case Law & Legislation
153/2009 AI generated

153/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 153/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

153/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο τελευταίος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλ` αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Keywords

AI generated
legal adviser economic hardship personal circumstances gestor without mandate sole shareholder intention to appropriate
AI generated
1915/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
1383/2014
Μεταβίβαση κυριότητας παραγώγως (με κληρονομική διαδοχή) και πρωτοτύπως (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) Αν η αγωγή απορριφθεί γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε την κυριότητά του, παρέλκει η εξέταση της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου αφού η απόρριψη της αγωγής που με την ένστασή του επιδίωξε έγινε γιατί ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που τη θεμελιώνουναρ19 άρθρου 559. Πότε ιδρύεται Οι πλεοναστικές παραδοχές δεν στηρίζουν το διατακτικό ούτε δημιουργούν δεδικασμένο και δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση Οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 10, 11γ και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αλυσιτελείς γιατί πλήττουν τις πλεοναστικές παραδοχές της απόφασης ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας, η εξέταση της οποίας ήταν περιττή, αφού η αγωγή απορρίφθηκε γιατί δεν αποδείχθηκε η ιστορική της βάση. Η αποδοχή του αιτήματος πραγματογνωμοσύνης, εφόσον δεν υφίσταται κρίση του δικαστηρίου περί του ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, ανήκει στην διακριτική και ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, η δε τυχόν αποδοχή ή σιωπηρή απόρριψη δε χρειάζεται να αιτιολογείται γιατί δεν αποτελεί ζήτημα κατά το άρθρο 559 αρ 19 ούτε υπόκειται σε κάποιο λόγο αναίρεσης
658/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
900/2020
H κρινομένη από 26/11/2018 (με αριθμό κατάθεσης 334/ 2018) αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθμό 2455/2018 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 παράγραφος 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευση της (άρθρο 564 παράγραφος 3 ΚΠολΔ), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τις αναιρεσείουσες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παράγραφος 2 του νόμου 4446/ 2016.
1232/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 153 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 153/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. εδρεύοντος στην ...... Σωματείου με την επωνυμία "Αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Αγίας Σκέπης Όρους Κερατέας Αττικής", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο και 2. Χ2 (Ιερομονάχου), κατοίκου ...... (Ησυχαστήριον "......") ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Σταυροπηγιακής και Κοινοβιακής "Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας του Αγίου Αθανασίου Αγίου Όρους", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κοσμά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης Ιεράς Μονής, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4293/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 5077/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25-10-2005 αίτησή τους και με τους από 18-7-2008 προσθέτους λόγους του ήδη πρώτου αναιρεσείοντος Σωματείου με την επωνυμία "Αδελφότητα του Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Αγίας Σκέπης Όρους Κερατέας Αττικής".

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 5-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση της αδελφότητας του Ιερού ησυχαστηρίου Παναγίας Αγίας Σκέπης Όρους Κερατέας κλπ, για αναίρεση της 5077/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες ...... και ...... από 1-8-2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, ......, των από 1-8-2008 βεβαιώσεων, που υπάρχουν κάτω από τις εκθέσεις αυτές, της αξιωματικού Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Β Αχαρνών Ολυμπ. Χωριό, ......, και των ...... και ......, από 4-8-2008, αποδείξεων κατάθεσης συστημένου του υπαλλήλου του καταστήματος ΕΛΤΑ της οδού ......, ......, ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, με την υπάρχουσα στην πρώτη από αυτές πράξη ορισμού της προκείμενης δικασίμου, καθώς και κλήση για συζήτηση τούτων κατ` αυτήν, επιδόθηκε, με επίσπευση της πρώτης των αναιρεσειόντων, νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρ.128 παρ.4 σε συνδ.

με άρθρ 126 περ.α, 127 παρ.1 ΚΠολΔ, στο δεύτερο των αναιρεσειόντων, Χ2. Επομένως, εφόσον ο εν λόγω διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ` αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ` αρχήν να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος.

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, και ο τελευταίος, μεταβάλλοντας τη στάση του, επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της καταστάσεως που ήδη έχει διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες αλλ` αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις.

Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη. Η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως μπορεί να αντιταχθεί και κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής δικαιώματος κυριότητας επί ακινήτου. Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "ζήτημα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η δε ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς ένα από τα παραπάνω περιστατικά, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Εξάλλου, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό(ένσταση, αντένσταση) μέσο.

Όταν η πιο πάνω από το άρθρο 281ΑΚ ένσταση στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα" που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ και επομένως η μη λήψη υπόψη και αυτού από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από τα διαδικαστικά έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα: Οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητήθηκε η αναγνώριση της ακυρότητας της από 1-1-1977 ιδιόγραφης διαθήκης του αποβιώσαντος στις 14-4-1979 μοναχού Α, κατά κόσμον Α-Α, η αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας επί της περιουσίας εκείνου και της απόδοσής της στην ίδια , πρότειναν, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ανωτέρω με την αγωγή ασκούμενου δικαιώματος, της αναγνώρισης της ακυρότητας της ως άνω διαθήκης και, συνακόλουθα, της αναγνώρισης του κληρονομικού δικαιώματος της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης επί της περιουσίας του προαναφερθέντος μοναχού, την οποία επανέφεραν νόμιμα στο Εφετείο, που επιλήφθηκε, κατόπιν έφεσης αυτών, κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κάνει δεκτή την αγωγή.

Ειδικότερα, ισχυρίστηκαν, η πρώτη των αναισεσειόντων, ότι "... κατόπιν των άνω εκτεθέντων και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί, ότι η ενάγουσα έχε κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του μοναχού Α, στηριζόμενο στο άρθρο 101 του ΚΧΑΟ του Αγίου Όρους, οπωσδήποτε το άνω δικαίωμα ασκούμενο σήμερα μετά 23 ολόκληρα έτη από τον θάνατό του και 54 ολόκληρα έτη από τη διαγραφή του εκ του μοναχολογίου και 18 χρόνια από την έγερση της προγενέστερης αγωγής εναντίον μας, από την οποία η αντίδικος παραιτείται με την κρινομένη αγωγή, είχαν δημιουργήσει τόσο στον διαθέτη όσο και σε εμάς την ακράδαντο πεποίθηση ότι δε θα επιχειρήσει πλέον την ακύρωση της διαθήκης, αλλά ότι αντιθέτως θα σεβαστεί τη βούληση τον διαθέτη Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό, ότι η αντίδικος, μέχρι τον θάνατον τον ηγουμένου της Β, τον Οκτώβριο του 1984 αναγνώριζε πλήρως τη διαθήκη κατ σεβόταν το κύρος της και για τον λόγο αυτό δεν είχε ενοχλήσει την αδελφότητα με διεκδικήσεις Το αυτό πιστεύσαμε μετά τη ματαίωση της προγενέστερης αγωγής εναντίον μας, διότι θεωρήσαμε δεδομένο ότι μετά την προσκόμιση των σχετικών εγγράφων, η αντίδικος θα απείχε από την άδικη σε βάρος μας διεκδίκηση, πεποίθηση την οποία ενίσχυε η γνώση της διαγραφής του διαθέτη από το μοναχολόγιο από το έτος 1948.Πλην όμως, 17 έτη μετά την ματαίωση της αγωγής της, η αντίδικος επιχειρεί εκ νέου να αποκτήσει κτήματα που δε δικαιούται εγείροντας την κρινόμενη αγωγή.

Η ανωτέρω συμπεριφορά της αντιδίκου έρχεται σε αντίθεση με τα οριζόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ και πρέπει εκ του λόγου τούτου να απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή της". Επίσης ο δεύτερος αναιρεσείων ισχυρίσθηκε, ότι "... κατόπιν των προεκτεθέντων και αν ακόμη ήθελε υποτεθεί ότι η ενάγουσα έχε κληρονομικό δικαίωμα επί της περιουσίας του Γέροντά μου Α, Ιερομονάχου, την οποίαν είχεν αποχτήσει αυτός μετά την κουρά του, επάγομαι ακόλουθα, από τα οποία προκύπτει, ότι στην υπό κρίση δίκη και για την περίπτωσή μου έχει εφαρμογή η ως άνω διάταξη (281 ΑΚ).

Συγκεκριμένα, ... ..., ο Γέροντάς μου Α απεχώρησε με τον Γέροντά του Γ περί το έτος 1935 από την ενάγουσα και από το 1937 εγκαταβίωναν στο επίδικο Ιερόν Ησυχαστήριον "......" συνέχεια μέχρι το θάνατό τους, του Γέροντός μου Α, επισυμβάντος το έτος 1979 ... . Καθόλα τα χρόνια της εγκαταβιώσεώς μου, ήτοι 59 έτη συνέχεια μέχρι σήμερα, εργάσθηκα και εξακολουθώ να εργάζομαι σκληρά για την ανοικοδόμηση των Ναών, των Ναϊδρίων και όλων των κτιρίων που συγκροτούν, ως ενότητα, το Ησυχαστήριον.

Οι δαπάνες για την κατασκευή οδού προσπελάσεως διαδρόμων, τοίχων αντιστηρίξεως, περιτοιχίσεων και περιφράξεων κατασκευάσθηκαν με προσωπική εργασία μου, δαπάνες δικές μου και των γονέων μου, οι οποίοι το 1977 εξεποίησαν ακίνητη περιουσία τους και τα χρήματα διέθεσαν για τις ανάγκες του Ιερού Ησυχαστηρίου.

Και οι δύο γονείς απεβίωσαν και ετάφησαν στο Κοιμητήριο τον Ιερού Ησυχαστηρίου. Οι καθηγούμενοι και οι Επίτροποι της ενάγουσας εγνώριζαν την διαθήκην του Γέροντος Α και πληροφορήθηκαν το περιεχόμενό της αμέσως μετά τη δημοσίευσή της το 1979. Επίσης το Σεπτέμβριο 1979 την διεβίβασε σrην ενάγουσα το Υπουργείον Οικονομικών.

Εγνώριζαν ότι αποδέχθηκα την κληρονομία και μετέγραψα την πράξη αποδοχής. Και έπραξα αυτό, διότι είχα την απόλυτη βεβαιότητα ότι η ενάγουσα δεν είχε κληρονομικό δικαίωμα καθόσον είχε διαγράψει από το μοναχολόγιό της το Γέροντα Α από το 1948,γεyονός για το οποίο είχα προσωπική αντίληψη εξ αρχής, δεδομένου ότι από το 1944 αποτελούσα τη συνοδεία του και συγκαταβίωνα στο Ιερό Ησυχαστήριο "......".

Από το θάνατο τον Γέροντος Α (1979), αλλά και πολλά έτη προ αυτού, επραγματοποίησα, ...... και με τη βοήθεία των γονέων μου , σημαντικά έργα στο Ιερό Ησυχαστήριο, γεγονός το οποίον εγνώριζαν και γνωρίζουν από προσωπικήν αντίληψη οι Καθηyούμενοι και οι Επίτροποι της ενάγουσας. Δεν εναντιώθηκαν, ποτέ δεν μου έκαναν υποδείξεις, δεν έδωσαν οδηγίες, ουδέ μου κατέβαλαν δραχμή για κανένα λόγο και καμία αιτία.

Δεν παρενέβησαν και δεν με υποστήριξαν ενώπιον των Δικαστηρίων όπου κατέφυγα για την προστασία του Ησυχαστηρίου, ή όταν πολλές φορές μηνύθηκα από τις δασικές ή άλλες υπηρεσίες. Όλα αυτά εδημιούργησαν σε μένα ακλόνητη την πίστη και την πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν πρόκειται να προσβάλει τη διαθήκη και μάλιστα μετά πάροδον 23 ετών από της δημοσιεύσεώς της και της γνώσεως του περιεχομένου της απ' αυτήν (την ενάγουσα).

Ακριβώς για αυτούς τους λόγους, της απόλυτης πεποίθησης: α) Κατασκεύασα κεντρικό κτίριο, αποτελούμενο από δύο ορόφους με δέκα δωμάτια , διαδρόμους, χώλλ και λοιπούς βοηθητικούς χώρους και τρεις ξενώνες τον ενός, των δύο και των τριών δωματίων, συνολικού όγκoυ 1600 Μ3 και εδαπάνησα, κατά τον χρόνο της κατασκευής, προς 5000 δρχ/μ3, συνολικά 8.000.000 δρχ., β) Κατασκεύασα δευτερεύοντα κτίρια και αποθήκες συνολικού όγκου 500 μ3 προς 2.500 δρχ/μ2 κατ εδαπάνησα συνολικώς εξ ιδίων 1.250.000 δρχ., γ) Κατασκεύασα μανδρότοιχον (λιθοδομή) συνολικού όγκου μ3 200 προς 6000 δρχ.

κατά το χρόνο της κατασκευής και συνολικά εδαπάνησα εξ ιδίων 1.200.000 δρχ. δ) Σκυροδέτησα τα δάπεδα συνολικής επιφάνειας, άνω των 1000 τ.μ, προς 1000 δρχ/μ2, κατά το χρόνο της κατασκευής και συνολικά 1.000.000 δρχ. ε) Επραγματοποίησα επιχωματώσεις κατ δημιούργησα πλατείες με αναβαθμούς κλπ συνολικού όγκου 3000 μ3, προς 5000 δρχ/μ3.

Για την αιτία αυτή εδαπάνησα εξ ιδίων 15.000.000 δρχ. κατά το 28χρόνο της κατασκευής, στ) Αγιογράφησα την Κεντρική Εκκλησία "......" και εδαπάνησα, μαζί και για τοις τοιχογραφίες 5.000.000 δρχ. κατ' αποκοπήν. Κατασκεύασα τα παρεκκλήσια και εδαπάνησα κατά το χρόνο κατασκευής, 5.000.000 δρχ. και 200.000 δρχ. για τον εξοπλισμό τους.

Κατασκεύασα τέσσερα φρεάτια συνολικού βάθους 50 μέτρων και εδαπάνησα 1.000. 000 δρχ. κατά το χρόνο της κατασκευής. Κατασκεύασα περιφράξεις άνω των 1000 μέτρων μήκους, προς 1.000 δρχ. μ/2 κατά το χρόνο της κατασκευής και εδαπάνησα συνολικά 1.000.000 δρχ. Έχω φυτεύσει περισσότερα από 500 ελαιόδενδρα και πλήθος άλλων οπωροφόρων δένδρων.

Η αξία κά8ε ελαοδένδρου υπερβαίνει τις 50.000 δρχ. και συνολικά τα 25.000.000 δρχ. Επίσης κατασκεύασα την οδό προσπελάσεως με ίδια μέσα και δικά μου χρήματα και εδαπάνησα κατ' αποκοπή μέχρι σήμερα 5.000.000 δρχ. Επίσης κατασκεύασα πλήρεις ηλεκτρολογικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις και εδαπάνησα μέχρι σήμερα, συνολικά 5.000.000 δρχ.

κατ' αποκοπήν. Επίσης κατασκεύασα πρόσφατα μεγάλο τοίχο αντιστηρίξεως του εδάφους και εδαπάνησα 4.000.000 δρχ. Όλα αυτά έγιναν από εμένα μετά το θάνατο τον Γέροντός μου Α, διότι πίστευσα ότι είμαι εκ διαθήκης κληρονόμος του, ότι το γεγονός αυτό το εγνώριζαν οι καθηγούμενοι και οι επίτροποι της ενάγουσας από προσωπική αντίληψη και από επίσημα έγγραφα και δεν εναντιώθηκαν και δημιούργησαν σε μένα την απόλυτη πίστη και πεποίθηση ότι εμένα αναγνωρίζουν κληρονόμον του Γέροντος Α".

Το Εφετείο απέρριψε την ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, η οποία στηρίζονταν σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, με την αιτιολογία, ότι "... η ενάγουσα Μονή προέβη εξ αρχής, ως νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντος μοναχού της , σε όλες τις ενέργειες, αποδέχθηκε την επαχθείσα σε αυτή κληρονομία του, με την υπ' αριθμό ......

πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σαρρή- Παπουτσιδάκη, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, άσκησε δε κατά το έτος 1985 αγωγή με όμοιο περιεχόμενο με αυτό της ένδικης, την οποία αγωγή ακολούθησε μακροχρόνια προσπάθεια για τη διευθέτηση της υποθέσεως, ώστε δεν αδράνησε αυτή, ούτε αποδυναμώθηκε το δικαίωμά της ...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω εκτιθέμενα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων περί καταχρηστικότητας του ασκούμενου επίδικου δικαίωμα της αναιρεσίβλητης, και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, παραβίασε, εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της παραβίασης ή μη, δια της μη εφαρμογής, της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, διότι, ειδικότερα, στην απόφασή του δεν περιέλαβε καθόλου αιτιολογίες αναφορικά, α) με τις συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες προέβη η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από τον χρόνο ματαίωσης της συζητήσεως της κατά το έτος 1985 ασκηθείσας αγωγής της έως και τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (12-3-2002),οι οποίες δικαιολογούν την κρίση ότι η εν λόγω διάδικος δεν αδράνησε στην άσκηση της ένδικης αξίωσής, καθώς και β) για την μη συνδρομή των ανωτέρω ειδικών περιστάσεων, που συνδέονται με προηγούμενη συμπεριφορά των εκπροσώπων της ενάγουσας, τα οποία οι εναγόμενοι επικαλέσθηκαν για να προσδώσουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα της αντιδίκου τους.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης , με τον οποίο προβάλλονται οι ανωτέρω αιτιάσεις, από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β και 19ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές(άρθρο 580 παρ.3ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5077/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας πρώτης των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ